Πέμπτη 16 Μαΐου 2019




Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
(ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;)
Ἔρευνα & συγγραφὴ: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 
Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαι με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου...
  Εἰς τοὺς πρώτους αἰῶνες μετὰ Χριστόν, συνέβησαν σοβαρότατες ἱστορικὲς ἀνακατατάξεις. Μερικὲς ἀπ' αὐτές  ὑπῆρξαν διαστρεβλωτικῆς καὶ αἱρετικῆς φύσεως.
  Ἀρχῆς γενομένης τῆς διακηρύξεως εἰς τὴν οἰκουμένη τῆς μίας καὶ ἀληθινῆς πίστεως, ἐκ τοῦ κήρυκα τῆς ἀλήθειας Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστοῦ, τίθονται τὰ θεμέλια μιᾶς νέας κοινωνίας μὲ διαφορετικὸ προσδιορισμό. 
 Καθὼς φαίνεται τὸ καινὸν δὲν ἐπέφερε τὸ ἐντελῶς ἀλλότριο, ἀλλὰ, εἰσήχθει διὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ πάνω εἰς τὸν θεμέλιο λίθο τῆς φιλοσοφίας τῶν Ἑλλήνων (δὲς τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου το: «Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας ὡς προπαιδείας εἰς τὸν Χριστιανισμόν»). 
 Ἡ φιλοσοφία καλλιεργήθηκε εὐρύτερα κυρίως εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τοὺς γηγενεῖς κατοίκους. Οἱ Ἀθηναῖοι φιλόσοφοι ἀσκούμενοι διὰ βίου μάθησης ἔλαβαν τὴν ἔμπνευση ἐκ τοῦ σπερματικοῦ λόγου. Ἡ πρώτη ἀναφορά, περὶ σπερματικοῦ λόγου, καταγράφεται ἀπὸ τὸν Μᾶρκο Αὐρήλιο στὸ πόνημα τοῦ «Τὰ εἰς ἑαυτὸν»
 Ὡς ἐκ τούτου προκύπτει τὸ γεγονὸς τῆς ὕπαρξης προφητικῶν ρήσεων, ποὺ ἐξῆλθαν ἀπὸ τὰ χείλη τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων τῆς προϊστορικῆς, ἀρχαϊκῆς καὶ κλασσικῆς ἐποχῆς. 
 Ἐν γένει κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς αἰῶνες, οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, παρ' ὅλο ποὺ δὲν ἦταν ὅλοι Ἀθηναῖοι, ὀνομάστηκαν ἐν τῷ συνόλῳ Ἀθηναῖοι εἴτε διότι εἶχαν σπουδάσει στὴν Ἀθήνα, εἴτε παρ' ὅτι ἦταν ἐπήλυδες διέμεναν σ' αὐτή. 
 Ἄλλωστε, ἡ Ἀθήνα, γοήτευε πάντα τοὺς ἐκκολαπτόμενους σπουδαστὲς ὅπως καὶ τοὺς ἐπαΐοντες, ἐφόσον, ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ὑπῆρξε τὸ κέντρο τῶν ἐπιστημῶν ἤτοι καὶ γνωστὴ ὡς πανεπιστημιούπολη τοῦ ἀρχαίου κόσμου. 
 Πλατωνικὴ σχολή διατηρήθηκε ἕως τοὺς μεταβατικοὺς αἰῶνες ὅπου ἐπῆλθε ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ. Τότε, μὲ μιὰ ἐξάρχουσα ὑλιστικὴ θεώρηση εἰς τὰ τεκταινόμενα τοῦ πλανήτη, ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἔλαβε μιὰ πιὸ κοσμικὴ διάσταση ἔναντι τῆς ρωμαϊκῆς κοσμοκρατορίας. 
 Ἐκεῖνο τὸν καιρό οἱ πλατωνικὲς ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις, ὅπου καὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ διδάσκονταν στὴν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους ἀναμεμειγμένες μὲ τὸν οἰκουμενικὸ ἰδεαλισμὸ τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου καὶ τὸν ἰμπεριαλισμό της παγκοσμιοποιήτριας Pax Romana, δὲν συνταυτίζονταν πλέον μὲ ἐκεῖνες τοῦ θεμελιωτῆ τους Πλάτωνα. Ἐν ὀλίγοις, ἡ ἀπόκλιση εἶχε ἐπιφέρει τὴν διασάλευση εἰς τοὺς κόλπους τῆς φιλοσοφίας. 
 Τὴν ἐπανόρθωση αὐτῆς τῆς πνευματικῆς διασάλευσης, ὑπὸ τῶν διαφόρων νεοφιλοσόφων, ἦρθε νὰ συντελέσει ἡ Φωτοδόχος Θεομήτωρ Παναγία Μαρία.
  Οἱ ἱστορικὲς μαρτυρίες ὑπαινίσσονται ὅτι, ἤδη ἀπο τὸν 4ο μὲ 5ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν Ἀκρόπολη τῶν ἈθηνῶνΠαναγία Παρθένος εἶχε πάρει τὴν θέση τῆς Παρθένου Ἀθηνᾶς εἰς στὸν χῶρο λατρείας τοῦ Παρθενῶνα, χωρὶς οὐδεμία ἀντίδραση ἐκ τῆς προγενεστέρας λατρευσάσης Παλλάδος. 
 Ὡστόσο, τὸ βλέμμα της Πανσόφου Θεομήτωρος, ἦταν ἤδη στραμμένο πρὸς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς πολὺ καλῆς σχέσης μὲ τοὺς δύο προεξάρχοντες τοῦ ἐπισκοπικοῦ θώκου, τὸν Ἰερόθεο καὶ τὸν Διονύσιο
  Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι, οἱ δύο αὐτοὶ Ἀθηναῖοι ἱεράρχες, ἐκπροσωπῶντας τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων, παρευρέθησαν μὲ θαυματουργικὸ τρόπο στὴν Κοίμηση τῆς Παναχράντου καὶ Παναμώμου Θείας Μητρός
 Ἔχοντας ἔτσι τὰ πράγματα, ὕστερα ἀπ' τὸ πνευματικὸ ὀλίσθημα τῆς φιλοσοφικῆς κοινότητας - τῆς ἐπηρεαζόμενης ἀπὸ τοὺς νεοεισαχθέντες εἰς Ἀθήνας  κρυπτοϊουδαίους φιλοσόφους - ἡ ἐπέμβαση τῆς Παναγιᾶς ὑπῆρξε καταλυτική. 
  Βοηθῶντας τὸ ποίμνιο τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν προστατευόμενων τῆς ἱεραρχῶν - ἐπισκόπων, κατάφερε στὴν πορεία νὰ ἐπιφέρει τὴν διάλυση τῆς διαστρεβλωτικῆς θεωρίας τῶν ἀντιφρονούντων "Ἀθηναίων". 
 Ἔκτοτε, ἡ Ἁγία Σκέπη της, ἐπικαλύπτοντας τὴν μυριετὴ Ἀθήνα, τὴν πανάρχαια πόλη τοῦ Θησέα, προσέφερε γιὰ ἑπτὰ ὁλόκληρους αἰῶνες τεράστια αἴγλη. 
  
Ἐπιπλέον, ἡ Θεοτόκος, ὁμόφωνα ἀπὸ λαοῦ καὶ κλήρου τῶν Ἀθηνῶν ἀναγνωρίσθηκε ὡς πολιοῦχος τῆς πόλεως καὶ κατονομάσαντες δὲ αὐτήν, διὰ τὴν ὑπέρμετρον τους λατρεία, ὡς Παντάνασσα ἤτοι καὶ τὴν παντοτινὴ καὶ αἰωνία βασίλισσα τῆς Ἀθήνας ἢ καὶ ἐπὶ τὸ γνησιότερον ἐπονομασθείσης ἡ Ἀθηναία ἤ 
 Παναγία Ἀθηνιώτισσα


   Τὸ γεγονὸς τῆς διάλυσης πάσας ὑπόπτου πλοκῆς, τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν, ἐπισημάνθηκε ποιητικῶς ἀπὸ τὸν Ἕλλην Ρωμανὸ τὸν Μελωδό. Ὁ Ἅγιος ψαλμωδός, ἦταν ἐκεῖνος ὅπου γνωστοποίησε τὸ ἱστορικὸ γεγονός, στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα, γράφοντας τὸν ἑξῆς θεόπνευστο στίχο: «Χαῖρε, των Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα, χαῖρε, των ἀλιέων τὰς σαγῆνας πληροῦσα» (Γ' στάση τῶν χαιρετισμῶν, Ἀκάθιστος ὕμνος). 
 Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἐν λόγῳ στίχο του Ρωμανοῦ, δὲν εἶναι οἱ ἐπώνυμοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ὅπως φερειπεὶν ὁ Σόλων, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Θουκυδίδης. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ρωμανοῦ ἀφοροῦσε μιὰ μερίδα νεοπλατωνικῶν φιλοσόφων τῆς μετὰ Χριστὸν ἑλληνορωμαϊκῆς περιόδου. 
 Τοῦτοι, διὰ νὰ παραπλανήσουν τοὺς Ἕλληνες, δίδασκαν τὸν ὑποτιθέμενο σύνδεσμο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων μὲ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πρόσμιξη αὐτῶν τῶν δύο θεωριῶν εἶχε στόχο τον ἐξιουδαϊσμὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. 
 Προεξάρχων τοῦ κινήματος τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ πλατωνισμοῦ ὑπῆρξε ὁ Ἀριστόβουλος τοῦ Πανέα, ἑλληνιστὴς μὲ ἰουδαϊκὴ καταγωγή. 
  Ὁ Ἀριστόβουλος, παρουσίασε τὴν θεωρία τῆς υἱοθέτησης θεμάτων τῆς Πυθαγόριας καὶ Πλατωνικῆς διδασκαλίας ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα, ὑποστήριζε ὅτι, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Πυθαγόρας εἶχαν μελετήσει τὰ γραπτὰ τοῦ Μωυσῆ. Παράλληλα, οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς θεωρίας, κατέθεταν καὶ ἀναληθεῖς, περιπεπλεγμένες δογματικὲς δοξασίες ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ. 
 Τὴν ψευδῆ πλοκὴ αὐτῆς τῆς ἄποψης ἀσπάστηκαν κι ἄλλοι ἑλληνιστὲς φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Ὠριγένης, ὁ Φίλων, ὁ Ἀρτάπανος, ὁ Πορφύριος ἢ Μάλχος, ὁ Πλωτῖνος, ὁ Ἀμμώνιος Σακκὰς καὶ ὁ Λογγίνος Κάσιος ποὺ ἦταν καὶ σχολάρχης στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλοι αὐτοί, λόγῳ κάποιας σχέσης τους μὲ τὴν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν, ἐσφαλμένα ὀνομάζονταν ἐν τῷ συνόλῳ ὡς Ἀθηναῖοι. 
  Ἐν τούτοις, ἐντελῶς προσωρινά, λίγα ἔτη μετὰ τὴν παρέλευση τοῦ Ἀπόστολου Παύλου στὴν Ἀθήνα, ἐπισκέπτεται τὴν Ἀθήνα ὁ Ἀπόστολος καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, Φίλιππος ἐν ἔτει 53 μὲ 55 μ.Χ. 
 Τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν, κατ' ἐκείνους του χρόνους, εἶναι σήμερα σχεδὸν λησμονημένα παρ' ὅλο την σημαντότητα τους. Ὅπως περιγράφω σὲ προγενέστερο ἐρευνητικό μου πόνημα μὲ τὸν τίτλο «ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΣΕ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ», ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ἀντιμετώπισε μιὰ ὁμάδα φιλοσόφων τῆς Ἀθήνας οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀγαστὲς σχέσεις μὲ τὸ Ἰουδαϊκὸ ἱερατεῖο, ἐκεῖνο ὅπου εἶχε ὁδηγήσει τὸν Θεάνθρωπο Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστὸ στὸν θάνατο διὰ τῆς σταυρώσεως. 
 Κοντολογίς, ἡ νίκη τοῦ Ἀπόστολου Φιλίππου ἤτανε συντριπτικὴ, καθότι, ἡ πλοκὴ τῆς μερίδας τῶν φιλοσόφων, ποὺ εἶχε προσχωρήσει στὶς Ἰουδαϊκὲς ἀντιλήψεις, κατατροπώθηκε ἀπὸ τὴν ἐξ ουρανοῦ θεία ἐπέμβαση [1]. 
  Τὸ κύριο πρόβλημα τῆς ἀντιπαράθεσης τῶν φιλοσόφων, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μὲ τὸν Παῦλο καὶ ἔπειτα μὲ τὸν Φίλιππο, ἦταν τὸ κήρυγμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
 Ἐκεῖνοι, ποὺ βρίσκονταν πίσω ἀπὸ τὴν κάστα τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν τῆς Ἀθήνας καὶ τοὺς ἐπηρέαζαν καταλυτικά, ἦταν οἱ Σαδδουκαῖοι.
 Οἱ Σαδδουκαῖοι ἦταν μία ἐκ τῶν πολλῶν αἱρέσεων τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας. Θεωροῦνταν ἡ ἀριστοκρατικὴ μερίδα τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀκολουθοῦσαν μὲ προσήλωση τὶς θεωρίες της Τορά
  Βασικά, δὲν πίστευαν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ, οὔτε στὴν μέλλουσα ζωή, ἐφόσον αὐτὲς οἱ θεωρίες δὲν ὑπῆρχαν διατυπωμένες μέσα στὸ βιβλίο της Τορά. 
 Ὡστόσο, εἶναι πιὰ διαπιστωμένο ὀτι, ἡ αἵρεση τῶν Σαδδουκαίων ἐπιδίωκε ὑπογείως τὴν διάδοση τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ στοὺς ἐθνικούς[2]. 
 Ἐπιπλέον ὁ ἐξιουδαϊσμὸς εἶχε στόχο τὴν ἀλλοίωση τῆς ἠθικῆς τῶν Ἑλλήνων, τῶν Ἑλλήνων ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κήρυττε μὲ λόγια ἐπαινετικά, μαθαίνουμε ἐκ τούτου  «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.»(Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, 12,23). 
 Ἀρκετοὺς αἰῶνες μετὰ τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση περὶ τῶν γνησίων εὐαγγελλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ καθηγητὴς Πρόκος, θὰ ἀνακάλυπτε στὸ Βατικανὸ τὴν συνέχεια τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ἔχει περικοπεῖ ἀποδεικνύοντας τὸ σχέδιο Τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς Ἕλληνες. τὸ ἀφαιρούμενο ἐδάφιον ποὺ λέγει τὸ ἑξῆς: «Μόνη γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἀψευδῶς ἀνθρωπογονεί, φυτὸν Οὐράνιον καὶ βλάστημα θεῖον ἠκριβωμένον, λογισμὸν ἀποτίκτουσα οἰκειούμενον ἐπιστήμη…».  
  Αὐτὴ λοιπὸν ἡ μερίδα τῶν Ἑλλήνων, ποὺ εἶναι φυτὸ οὐράνιο καὶ βλαστὸς θεῖος ἐξακριβωμένος ὅπου γεννάει διὰ τῆς λογικῆς τὴν ἐπιστήμη, ἔτι δέ καὶ οἱ πρῶτοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, ἐπιλέχθηκε ἐκ Θεοῦ γιὰ νὰ θέσει τὰ θεμέλια τοῦ δόγματος τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
 Αὐτὸ ἴσως νὰ γνώριζαν οἱ Σαδδουκαῖοι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πρώτη τους κίνηση ἦταν νὰ ἀποκόψουν τὸ ἄνωθεν ἐδάφιο ποὺ ἀποδείκνυε τὴν δοθεῖσα ἐκ Θεοῦ προτεραιότητα στοὺς Ἕλληνες, στὴν ἱεροσύνη καὶ τὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη. Τούτοι, πλέον, θὰ ὑποβιβάζονταν καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ αὐτοαποκαλοῦνται περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ. 
 Ἐν τούτοις, λοιπόν, τὸ παιχνίδι τους ἐχάθει ὅταν ἐκ τῆς μερίδας τῶν Ἑλλήνων πλατωνικῶν φιλοσόφων - ὅπως ὁ Ἰερόθεος καὶ ὁ μαθητής του Διονύσιος, ἀρεοπαγῖτες ἐξ Ἀθηνῶν - δὲν συσχηματίστηκαν μὲ αὐτὲς τὶς θεωρίες τῶν φιλοσόφων φιλοϊουδαϊστών, διότι, ἀναζήτησαν τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν μία καὶ μοναδικὴ ἀλήθεια ποὺ τοὺς ὁδήγησε ἀπ' εὐθείας εἰς τὴν πνευματικὴ ἀνύψωση. 
 Παράλληλα, εἶναι ἐφικτὸ νὰ σημειωθεῖ ὅτι, ἡ μύηση τῶν δύο Ἀθηναίων φωστήρων στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια καὶ οἱ σπουδές τους στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία τους ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίζουν βαθύτερα νοήματά περί τῆς ἀθανασίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καθὼς καὶ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἀφοῦ ἴσως γνώριζαν ὅτι, στὰ ἱστορικὰ δρώμενα, πρῶτος ὁ Θησέας εἶχε ἀναστηθεῖ ἐκ τοῦ Ἅδου ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ, σύμφωνα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ μυθολογία - δὲς τὴν φράση: «Ανέστησε Θησέα...» τὴν ὁποία συναντᾶμε εἰς τήν ἱστορικὴ καταγραφὴ τοῦ Ἰωάννου Τζέτζη ἐν τῷ: "ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΣΤΙΧΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΛΦΑ ΔΕ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ".
 Τοὺς δύο φωστῆρες τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας, Ἰερόθεο καὶ Διονύσιο, ἀκολούθησαν οἱ ἐπίσης ἄξιοι συνεχιστές - ἀπολογητές, Ἀριστείδης καὶ Ἀθηναγόρας διαπράττοντας σημαντικὸ ἔργο εἰς τὴν ἀνόρθωση τῆς δογματκῆς φύσεως τοῦ χριστιανισμοῦ στὰ πρώιμα χρόνια τῆς οἰκοδόμησης του. 
 Ἀπὸ τὰ συγγράμματα αὐτῶν τῶν πρώτων ἀπολογητῶν τοῦ Χριστοῦ
 μαθαίνουμε ὅτι, οἱ γνήσιοι Ἀθηναῖοι φιλόσοφοι τῆς ἀρχαϊκῆς καὶ κλασσικῆς περιόδου, ὅπως ὁ Σόλων, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων δὲν εἰσήγαγαν τὴν φιλοσοφία τους ἐξ ἀνατολὰς, ἀλλὰ, ἐκ τῆς συχνότατης τρυφῆς καὶ ἐξάσκησης τῆς φρόνησης καὶ τῆς ἀρετῆς παρήγαγαν αὐτόχθονη σκέψη καὶ θεωρία. 
 Ἐπιπλέον, οἱ φιλόσοφοι τῆς χρυσῆς ἐποχῆς τῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἐκκολαπτόμενοι ἐρευνητές, ἔλαβαν τὴν χάρη τῆς σοφίας τούτης ἐκ τοῦ σπερματικοῦ λόγου καὶ γίνανε κήρυκες τῆς ἀλήθειας, προφητεύοντας ἀκόμη καὶ τὴν κοσμοϊστορικὴ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ λόγου Τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. (Μερίδα τῶν προχριστιανικῶν προφητειῶν καὶ χρησμῶν διασώθηκε στὸ Ἅγιον Ὅρος ἀπό τὴν ἀντιγραφικὴ μέριμνα τῶν μοναχῶν καὶ τῶν ἱερομονάχων). 
 Ἐν ταυτῷ, ὁ ἱστορικὸς συγγραφεύς, Φερδινάνδος Γρηγορόβιος, περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναλύει διεξοδικὰ τα προλεγόμενα συμβάντα ἐπισημαίνοντας ὅτι, ἡ Παναγία Θεοτόκος, μετὰ θείας παρεμβάσεως ἀποκατέστησε τὴν φήμη τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων φιλοσόφων, πρὸς ἀνάδειξη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἐπιστήμης ἐπ' ὠφελείᾳ τῆς ἐξέλιξης τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. 
 Γι' αὐτό, εἰς ἀνύποπτον χρόνον, προέτρεψε τοὺς ἁγιορεῖτες μοναχοὺς νὰ τὴν ἁγιογραφήσουν πλαισιωμένη ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους φιλοσόφους, Σόλωνα, Σωκράτη, Πλάτωνά καὶ Θουκυδίδη, τους καὶ θεράποντες τῆς ὄντες. Ἰδοὺ καὶ τὰ προλεγόμενα τοῦ Γρηγορόβιου ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου του: «Ἐν τῷ ἐλληνικῷ τοῦτῳ Ave' Maria ἡ παρὰ Χριστιανοῖς βασίλισσα τῶν οὐρανῶν προςφωνεῖται ἐν ἄλλοις καὶ διὰ τῶν ἑξῆς στίχων·
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα
……………………….
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
  Ἐπειδὴ δὲ ὁ ὕμνος οὗτος πρὸς τὴν Παναγίαν, εἴς τῶν ὡραιοτάτων ἐν τῇ πλουσίᾳ ὑμνολογίᾳ τῶν Βυζαντίνων, ἔτυχεν ἐν τῇ καθ' όλου ἐλληνικῇ ἐκκλησίᾳ ὑποδοχῆς ἐνθουσιώδους, δικαιούμεθα νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι ἤδη ἐν τοῖς χρόνοις τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος καὶ ἡ χρηστιανικὴ ἐν τῷ Παρθενῶνι κοινότης τῶν Ἀθηναίων ὔμνει τὴν διάδοχον τῆς Παλλάδος ὡς διασπάσασαν τὰ θεῖα ἔργα τῆς μεγαλοφυίας τῶν προγόνων δίκην πλοκῶν σαγηνευτικοῦ δόλου τῶν δαιμόνων.
 Ἐδέησε δὲ νὰ παρέλθωσιν αἰῶνες ὅλοι, ἕως ἡ ἑλληνικὴ ἐκκλησία ἀξιώσῃ τοὺς μεγάλους φιλοσόφους καὶ ποιητὰς τῶν αρχαίων χρόνων τῆς τιμῆς, να καταλάβωσι θέσιν θεραπόντων ἐν τῇ συνοδίᾳ τῆς Θεομήτορος. Οὕτω δὴ παρατηροῦνται ἐν τῷ τρούλλῳ τῆς ἀγιορειτικῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ἐν ᾧ ἡ ἐπὶ θρόνου καθημένη Παρθένος περιστοιχίζεται οὐ μόνον ὑπὸ ἀγγέλλων, προφητῶν καὶ ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ Σόλωνος τοῦ Ἀθηναίου, τοῦ Χείρωνος, τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Σοφοκλέους, τοῦ Θουκυδίδου καὶ τοῦ Πλουτάρχου. Ὑπῆρξε δὲ τοῦτο ὑποχώρησις εἰς τὴν ἀθάνατον ἀξίαν τῆς ἐλληνικῆς ἐπιστήμης καὶ μέγα βῆμα πρὸς τὴν ἀναγέννησιν αὐτῆς ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.
Τεχνολόγοι τοῦ Ἀκαθίστου ὔμνου εἶνε οἱ ῥήτορες, οἱ περί τοὺς λόγους σοφισταί. Εἰς δὲ τοὺς πυρολάτρας ἀναφέρεται ὁ στίχος Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα καὶ εἰς τὴν εἰδωλολατρείαν καθ' ὄλου ὁ στίχος Τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.». (Ἡ ἱστορία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας, Βιβλίον Α΄ κέφ. γ', Ὁ Κώνστας Β΄εν Ἀθήναις, σελ. 158-15).
  Ἐκ τῶν λόγων τούτων, τοῦ Γρηγορόβιου, ἀναδεικνύεται μιὰ ἄγνωστη πτυχὴ τῆς ἱστορίας ποὺ πράγματι εἶχε διαδραματιστεὶ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ κόσμου. 
 Ἡ ἐκκαθάριση ὁρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔβλαπταν τὸ σχέδιο Τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, φαίνεται ὅ,τι ἐπῆλθε ραγδαῖα, ἐνῷ παράλληλα, ἀνέδειξε καὶ ἐπιβράβευσε τοὺς δίκαιους νόες. Καὶ οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὴν Ἁγία Γραφή. 
  Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ἀληθινὸς φιλόσοφος καὶ τεχνολόγος - ρήτορας, ἐνῷ ἡ Παναγία Θεομήτωρ μητέρα Του εἶναι ἐκείνη ὅπου πλειστάκις ἐπενεργεῖ διὰ Ἐκεῖνον.   Ἐπιπλέον, μὴν ξεχνᾶμε ὅτι, ἡ ρητορικὴ τέχνη γεννήθηκε καὶ ἄκμασε εἰς στὸ κλεινὸν ἄστυ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Θεωροῦνταν, λοιπόν, ἡ κατ' εξοχήν Ἀθηναϊκὴ τέχνη. 
  Ὡς ἐκ τούτου, προκύπτει ἡ ἄμεση σχέση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς Ἕλληνες - Ἀθηναίους ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν σπερματικὸν λόγον ἤτοι τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ τὴν γνώση. 
 Συνελλόντι εἰπεῖν, ὁ πεπτωκότας χαιρέκακος, διεισδύοντας μὲ τοὺς γνωστούς - ἄγνωστους ματαιόδοξους ἀντιπροσώπους τοῦ προσπάθησε νὰ προκαλέσει, ὡς πάντοτε, τὴν σύγχυση, ἄλλ' ὅμως ἡ θεία ἐπέμβασις, γιὰ μία ἐπιπλέον φορά, ἐπέφερε τὴν κάθαρση τοῦ πνευματικοῦ ἀγροῦ ἀπὸ τὰ ζιζάνια.     


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1Εἶχε ἤδη ξεκινήσει τὸ σχέδιο τῶν Σιωνιστῶν Σαδδουκαίων ὅπου ἐξήγγειλε πρῶτος ὁ προφήτης Ζαχαρίας λέγοντας: «13 διότι ἐνέτεινά σε, ᾿Ιούδα, ἐμαυτῷ εἰς τόξον, ἔπλησα τὸν ᾿Εφραὶμ καὶ ἐξεγερῶ τὰ τέκνα σου, Σιών, ἐπὶ τὰ τέκνα τῶν ῾Ελλήνων καὶ ψηλαφήσω σε ὡς ρομφαίαν μαχητοῦ· 14 καὶ Κύριος ἔσται ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξελεύσεται ὡς ἀστραπὴ βολίς, καὶ Κύριος παντοκράτωρ ἐν σάλπιγγι σαλπιεῖ καὶ πορεύσεται ἐν σάλῳ ἀπειλῆς αὐτοῦ. 15 Κύριος παντοκράτωρ ὑπερασπιεῖ αὐτούς, καὶ καταναλώσουσιν αὐτούς, καί καταχώσουσιν αὐτοὺς ἐν λίθοις σφενδόνης καὶ ἐκπίονται αὐτοὺς ὡς οἶνον καὶ πλήσουσιν ὡς φιάλας θυσιαστήριον» (Παλαιὰ Διαθήκη, Ζαχαρίας 9.13)
[2] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο "Γραμματεῖς, Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι. καὶ σύγχρονες πρακτικὲς" τῆς σελίδας "ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΩΣ", ὅπου παρατίθενται τὰ σχόλια περὶ Σαδδουκαίων: "Oι Σαδδουκαῖοι κατὰ τὴν παράδοση ὄφειλαν τὴν ὀνομασία τους στὴ λέξη «Σαντικείμ», ποὺ σημαίνει οἱ δίκαιοι, ἢ ἤλκαν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα Σαδδὸκ ἢ Zαντόκ. O Σαδδόκ, ἀπόγονος τοῦ Ἀαρῶν ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ Eλεάζαρ, ἦταν σύγχρονος τοῦ Δαβὶδ (B' Bασιλ. H', 17), καὶ ἔχρισε βασιλιᾶ τὸν Σολομῶντα. O ἱερατικὸς οἶκος Σαδδὸκ καὶ οἱ ἀπόγονοί του, οἱ Σαδδουκαῖοι, διατήρησαν κληρονομικὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιερέα μέχρι τὴν ἐποχὴ τῶν Mακκαβαίων. Kατὰ τὸν 2ο π.X. αἰῶνα ἐπὶ Ἀρχιερέα Yρκανοὺ A' καὶ τοῦ υἱοῦ του Ἀριστόβουλου A' απετέλεσαν ὁμάδα ἀντίπαλη τῶν Φαρισαίων, ἀφοῦ ἐκπροσωποῦσαν τὴν ἱερατικὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ μερίδα. Oι Σαδδουκαῖοι ἑρμήνευαν τὸν Nόμο σύμφωνα μὲ τὰ δικά τους συμφέροντα, ἀπέρριπταν τὴν προφορικὴ παράδοση, παραμελοῦσαν τὴν προφητικὴ διδασκαλία καὶ δέχονταν μόνο τὸν γραπτὸ Nόμο (Τορά). Δὲν παραδέχονταν τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν (Mατθ. KB', 23), τὸν ἀπόλυτο προορισμὸ καὶ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ αὐτὰ δὲν ἦταν σαφῶς διατυπωμένα στὴν Τορά, οὔτε πίστευαν στὴ μέλλουσα ζωή. Σύμφωνα μὲ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (KΓ', 8) δὲν παραδέχονταν οὔτε τὴν ὕπαρξη ἀγγέλων καὶ πνευμάτων, ἐνῷ ἀντίθετα οἱ Φαρισαῖοι πίστευαν καὶ στὰ δύο. Oι Σαδδουκαῖοι δὲν πίστευαν στὴ θεία Πρόνοια, ἀλλὰ στὴν ἐλευθερία τῆς βούλησης, θεωρῶντας τὴ θρησκεία ὡς μέσο καὶ ὄχι ὡς αὐτοσκοπό. Τὸ ἐνδιαφέρον τους ἑστιαζόταν στὴ διάδοση τῶν ἀρχῶν τοῦ Iουδαϊσμοὺ στοὺς Eθνικούς. Περιγελοῦσαν τοὺς Φαρισαίους γιὰ τὴν τυπολατρεία τους καὶ τοὺς λοιδοροῦσαν γιὰ τὶς δοξασίες τους. Mοναδικό τους μέλημα ἦταν ἡ διατήρηση τῶν προνομίων τους, ὁ εὔκολος πλουτισμός, ἡ καλοπέραση καὶ οἱ διασκεδάσεις, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατ’ ἀντιστοιχία θεωροῦνται ὡς οἱ ὑλιστὲς τῆς ἐποχῆς τους, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τοῦ Eπίκουρου. Ὡς γνῶστες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, σπούδαζαν τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ τόσο πολὺ ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Eλλήνων, ὥστε ἄλλαζαν τὰ ἰουδαϊκὰ ὀνόματά τους μὲ ἀντίστοιχα ἑλληνικά. Xρησιμοποιούσαν τὴ «διεθνῆ» ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ τὴν προπαγάνδα τους, ἀφοῦ ἐπιχειροῦσαν μιὰ σύζευξη τοῦ ἑβραϊκοῦ μονοθεϊσμοῦ μὲ τὶς φιλοσοφικὲς ἀπόψεις ὁρισμένων Ἑλλήνων φιλοσόφων, οἱ ὁποῖοι δίδασκαν ἢ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ μονοθεϊστικὰ γνωστικιστικὰ ρεύματα. Διατηροῦσαν καλὲς σχέσεις μὲ τοὺς κατακτητές, πρᾶγμα ποὺ τοὺς ἔκανε μισητοὺς στὸν λαό. Ἀποζητοῦσαν τὸν συμβιβασμὸ καὶ τὴν προσέγγιση μὲ τοὺς Pωμαίους, ἐφ’ ὅσον θεωροῦσαν τοὺς κατακτητές τους ὡς ἀναγκαῖο κακό. Oυσιαστικὰ ἦταν οἱ πλουτοκράτες τῆς ἐποχῆς μὲ μεγάλη ἐπιρροὴ στὸν Nαὸ τοῦ Σολομῶντα, ἐξάλλου εἶχαν τὸ προνόμιο νὰ εἰσπράτουν τὶς εἰσφορὲς τῶν πιστῶν. Mιλούσαν, ντύνονταν καὶ συμπεριφέρονταν ὅπως οἱ Ἕλληνες, ἀφοῦ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Pωμαϊκὴς Αὐτοκρατορίας ἔτσι ζοῦσε ἡ εὔπορη τάξη, ἐνῷ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἦταν τρόπος ζωῆς. H ἀντίθεσή τους μὲ τοὺς Φαρισαίους ἦταν μᾶλλον ταξικὴ καὶ δὲν πήγαζε ἀπὸ οὐσιαστικὲς θρησκευτικὲς διαφορές. Ὡστόσο, λίγα χρόνια πρὶν τὴ μεγάλη καταστροφὴ τῆς Iερουσαλὴμ ἡ ἐξουσία τους περιοριζόταν στὸν Nαὸ καὶ στὶς μεγάλες, ἀλλὰ λίγες εὔπορες ἑβραϊκὲς οἰκογένειες. Αὐτὲς ἐξολοθρεύτηκαν σχεδὸν ὁλοκληρωτικά, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, ἀφοῦ ὅλοι οἱ Σαδδουκαῖοι σφαγιάστηκαν ἀπὸ τοὺς Zηλωτές, ὡς συνεργάτες τῶν Pωμαίων καὶ προδότες." (τοῦ Δρς Μάνου Δανέζη καὶ Στράτου Θεοδοσίου). 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Φερδινάνδου Γρηγορόβιου, «Ἡ ἱστορία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας», τόμος Α', ἐκδ. Πελεκάνος, Ἀθῆναι 
•Ἰωάννου Τζετζη "ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑ ΣΤΙΧΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΛΦΑ ΔΕ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ", IOANNIS TZETZAE HISTORIARUM VARIARUM CHILIADES, instruxit THEOPHILUS KIESSLINGIUS, LIPSIAE, MDCCCXXVI 
•ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ, Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγιᾶς Θεοτόκου 
•ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο 
•ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, Προφήτης Ζαχαρίας 
•Ἁγίου Νεκτάριου, «Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ὡς προπαιδείας εἰς τὸν Χριστιανισμόν», Ἀθῆναι