Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΜΙΚΡΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ: Περὶ τῆς καλλιφωνίας καὶ μουσικῆς παιδείας τοῦ Μάρκου Βότσαρη. Ἕνας ὁμηρικὸς ἥρως, ὁμότιμος τοῦ Θησέως καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, εἰς τὰ λημέρια τῆς Ἐπαναστάσεως.
Συγγραφῇ καὶ ἔρευνα: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης

 Στην ἐθνικὴ συλλογικὴ μνήμη, ὁ Μάρκος Βότσαρης [κατὰ τὴν δυτικότροπον ἐρασμιακὴν διαλεκτικὴν "Μπότσαρης"] ἔχει καταγραφεῖ ὡς ἡ ἀρχετυπικὴ μορφὴ τοῦ ἀδάμαστου πολεμιστῆ, ἑνὸς ἥρωος προορισμένου νὰ ἐνσαρκώσει τὸ θυσιαστικὸ ἰδεῶδες τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας. 
 Ἡ ἱστοριογραφικὴ ὅμως ἐμμονὴ στὴ στρατιωτική του ἰδιοφυΐα καὶ στὸ τραγικό, μὰ ἔνδοξο τέλος του στὸ Κεφαλόβρυσο, συχνά ἐπισκιάζει μιὰ βαθύτερη, σχεδὸν μεταφυσικὴ πτυχὴ τῆς προσωπικότητάς του: τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς ἔμφυτης μουσικότητάς του. 
 Ὁ Βότσαρης δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας ἄνδρας τῶν ὅπλων, ἀλλὰ ἕνας ἐκλεκτὸς τῆς Μούσας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς πολεμικὲς ἀνάπαυλες μετέτρεπε τὴν τραχύτητα τοῦ λημεριοῦ σὲ πεδίο καλλιτεχνικῆς μυσταγωγίας, ψάλλοντας μὲ φωνὴ ἐξαιρετικῶς μελωδικὴ τὰ δημοτικὰ ᾄσματα τῆς πατρίδος του, συχνὰ ὑπὸ τοὺς ἤχους τοῦ ταμπουρᾶ.
 Ἡ διττὴ αὐτὴ ὑπόσταση τοῦ Σουλιώτη ὁπλαρχηγοῦ - ὅπου ἡ πολεμικὴ ρώμη συνυπάρχει ἁρμονικὰ μὲ τὴν πνευματικὴ εὐαισθησία - δὲν ἀποτελεῖ ἱστορικὴ παραδοξότητα, ἀλλὰ τὸν συνδέει ἀπευθείας μὲ τὰ ὑψηλότερα πρότυπα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος. 
 ΜΑΡΚΟΣ ΒΟΤΣΑΡΗΣ

 Ὁ Μάρκος Βότσαρης ἀναδεικνύεται ἔτσι ὁμότιμος τοῦ Θησέως, ὁ ὁποῖος συνδύαζε τὴν ἡγεμονικὴ πυγμὴ μὲ τὴν ἵδρυση θρησκευτικῶν καὶ μουσικῶν ἀγώνων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, τοῦ κατεξοχὴν ὁμηρικοῦ ἥρωος, τὸν ὁποῖο οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συνάντησαν στὴ σκηνή του νὰ κατευνάζει τὸν θυμό του παίζοντας τὴν «λιγεῖαν φόρμιγγα» καὶ τραγουδώντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν. 
 Ὅπως ὁ Ἀχιλλεὺς στὴν Ἰλιάδα, ἔτσι καὶ ὁ Βότσαρης στὴν ἐθνική μας ἐποποιία, χρησιμοποιεῖ τὸ ᾄσμα ὄχι ὡς μέσο φυγῆς, ἀλλὰ ὡς πηγὴ ἐσωτερικῆς ἐξάγνισης καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας γὰρ τὸ ἐπερχόμενο πεπρωμένο.
  Τὸ παρὸν δοκίμιο ἐπιχειρεῖ νὰ ἰχνηλατήσει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μουσικὴ αὔρα τοῦ ἥρωος, ὅπως αὐτὴ διασώθηκε μέσα ἀπὸ τὶς καταγραφὲς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ τὴν προφορικὴ παράδοση. 
  Ἐξετάζοντας τὴ φωνητική του τέχνη ὄχι ὡς μιὰ ἁπλὴ δεξιότητα, ἀλλὰ ὡς μιὰ βαθιά πολιτισμικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη, σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναδειχθῆ πῶς ἡ μελωδία τοῦ ὑπαίθριου παραδοσιακοῦ ᾄσματος λειτούργησε ὡς τὸ πνευματικὸ ἀντίβαρο στὸ ξίφος, καθιστώντας τὸν Μάρκο Βότσαρη μιὰ ὁλοκληρωμένη, κλασικὴ μορφὴ τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ. 
 Ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε ἐξαιρετικῶς μελωδικήν, καλλίφωνον φωνὴν καὶ τραγουδοῦσε δημοτικὰ τραγούδια (συχνὰ παίζοντας ἔγχορδον ὄργανον - ταμπουρᾶν ἢ θαμπούραν - κατὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάπαυλας) διασώζεται κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν καὶ τὰς καταγραφὰς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ βιογράφων τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ μεταγενεστέρων ἱστορικῶν μελετητῶν ποὺ συγκέντρωσαν τὰς μαρτυρίας τῶν συμπολεμιστῶν του.
 Συγκεκριμένως, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης συνδύαζε μίαν φωνὴν «στεντόρειον» (ἀπαραίτητον διὰ νὰ δίνῃ παραγγέλματα καὶ νὰ καθοδηγῇ τοὺς πολεμιστὰς μέσα εἰς τὴν βοὴν τῆς μάχης) μὲ μίαν ἰδιαιτέρως μελωδικὴν χροιάν, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦσε διὰ νὰ ψυχαγωγῇ καὶ νὰ ἐμψυχώνῃ τὰ παλικάρια του εἰς τὰ λημέρια.
 Ἀντιστοίχως, οἰκεῖος μὲ τὴν μουσικὴν καὶ καλλίφωνος τῆς ἐποχῆς, μὲ πολὺ πλέον ἐκτεταμένην καὶ ῥητὴν ἀναφορὰν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματά του διὰ τὸ τραγούδι, ἦτο καὶ ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, ὁ ὁποῖος ἔχει μείνει εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὴν ἀγάπην του νὰ ἑρμηνεύῃ δημοτικὰ καὶ κλέφτικα τραγούδια εἰς τοὺς συντρόφους του (ὅπως εἰς τὴν γνωστὴν σκηνὴν μὲ τὸν Γκούραν).
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε μίαν ἐξαιρετικῶς μελωδικὴν φωνήν, ἀγαποῦσε τὸ δημοτικὸν τραγούδι καὶ ἔπαιζε θαμπούραν (ἔγχορδον ὄργανον τῆς ἐποχῆς) κατὰ τὰς ἀνάπαυλας τῶν μαχῶν.   
 Ἡ πτυχὴ αὐτὴ τῆς προσωπικότητός του διασώθηκε κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς γραπτὰς μαρτυρίας ἀγωνιστῶν καὶ βιογράφων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
 Ἡ καλλιφωνία καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἥρωος διὰ τὴν μουσικὴν ἀναδεικνύουν μίαν πλέον εὐαίσθητον, ἀνθρωπίνην πλευρὰν πίσω ἀπὸ τὴν σκληρὰν εἰκόνα τοῦ πολεμιστοῦ.
 Ἂν καὶ ἡ παράδοσις συχνὰ ἀναφέρει γενικῶς «ἔγχορδα ὄργανα» ἢ λύραν, αἱ περισσότεραι ἱστορικαὶ πηγαὶ τῆς ἐποχῆς διὰ τοὺς κλέφτας καὶ τοὺς ἀρματολοὺς ἀναφέρουν τὸν ταμπουρᾶν (ἢ πανδουρίδα), ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ κατεξοχὴν ὄργανον ποὺ μετέφεραν μαζί των οἱ πολεμισταί.

Theodore LeBlanc (1800-1837), «Οἱ Μουσικοί», 1833. Μουσεῖον Μπενάκη, Ἀθῆναι. Ὁ Γάλλος καλλιτέχνης ἀποτυπώνει ζωντανὰ τὴν εἰκόνα τῶν Ἑλλήνων πολεμιστῶν νὰ ᾄδουν δημοτικὰ ᾄσματα μὲ τὴ συνοδεία θαμπούρας. Ἡ εἰκονιζομένη σκηνὴ μετουσιώνει ἐναργῶς τὴν ἰδέαν τοῦ κιθαρωδοῦ Θησέως καὶ τοῦ φορμιγγαοιδοῦ Ἀχιλλέως στὰ νεώτερα χρόνια, ἀποτελοῦσα τὸ τέλειον ἐκφραστικὸν ἀνάλογον διὰ τὴν καλλιφωνικὴν μορφὴν τοῦ Μάρκου Βότσαρη.

  Στα διαλείμματα τῶν συγκρούσεων ἢ γύρω ἀπὸ τὴν φωτιὰν εἰς τὰ λημέρια, ὡς ἄλλος φορμιγγαοιδὸς Ἀχιλλεύς,[1] ὁ Βότσαρης συνήθιζε νὰ μαζεύῃ τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ νὰ τραγουδῇ κλέφτικα τραγούδια, ἀνυψώνων τὸ ἠθικόν των.
 Ὁ ἀγωνιστὴς καὶ συγγραφεὺς Χριστόφορος Περραιβός, ποὺ γνώρισε καλὰ τοὺς Σουλιώτας, ἐξαίρει εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του τὸ ἦθος, τὴν εὐγένειαν ἀλλὰ καὶ τὰς καλλιτεχνικὰς τάσεις τοῦ Μάρκου.
 Ἐν τούτοις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπωνύμιον τοῦ ἥρωος, ἡ γραφὴ μὲ -Β- (Βότσαρης) εἶναι γλωσσολογικῶς καὶ ἱστορικῶς πλησιεστέρα στὴν αὐθεντικὴν ἑλληνικὴν προφορὰν τῆς ἐποχῆς, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰς συμβάσεις τῆς δυτικῆς/ἐρασμιακῆς μεταγραφῆς.
Ἡ διαφοροποίησις αὐτὴ ὀφείλεται στοὺς ἑξῆς παράγοντας:
 α)Ἡ φύσις τοῦ δίψηφου «μπ»: Στην παραδοσιακὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὸ «μπ» χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸν ἦχον /b/, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν ὡς αὐτόνομον γράμμα στὰ νέα ἑλληνικά (ἀφοῦ τὸ «Β» εἶχε ἤδη ἐξελιχθῆ στὸν ἦχον /v/). Κατά μίαν ἀρβανίτικην ἐκδοχὴν ἐτυμολογήσεως: Τὸ ὄνομα τῆς φάρας τῶν Μποτσαραίων συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν λέξιν «μπότσα» (bocë),[2] ποὺ σημαίνει τὸ μικρὸν ξύλινον βαρέλιον ἢ φλασκί, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑποκοριστικὸν ὄνομα Μπότσιος. Στὴν καθημερινὴν λαλιὰν καὶ προφορὰν τῶν Σουλιωτῶν[3] τὸ ἀρχικὸν σύμφωνον ἀκουγόταν καθαρὰ ὡς B (Bocaris).
 β) Ἡ δυτικὴ / ἐρασμιακὴ ἐπίδρασις: Ὅταν οἱ ξένοι περιηγηταί, διπλωμάται (ὅπως ὁ Πουκεβὶλ) καὶ οἱ φιλέλληνες κατέγραψαν τὸ ὄνομα στὰ λατινικά, τὸ ἔγραψαν ὡς Botzaris ἢ Bozzaris. Ὅταν οἱ γραφιάδες τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους χρειάστηκε νὰ μεταγράψουν τὸ ξενικὸν "B" πίσω στὰ ἑλληνικά, ἐπέλεξαν τὴν λόγιαν σύμβασιν τοῦ «Μπ», καθιερώνοντες τὸ «Μπότσαρης» στὰ ἐπίσημα κρατικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ σχολικὰ βιβλία. Σὲ παλαιότερα κείμενα, τοπικὰς μαρτυρίας καὶ σὲ πολλὰ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου, ἡ φωνητικὴ ἀπόδοσις «Βότσαρης» (ἢ «Μπότζαρης» μὲ βαρεῖαν προφοράν) ἀποτυπώνει μὲ πολὺ μεγαλύτεραν ἀκρίβειαν τὸ πῶς φώναζαν τὸν ἥρωα οἱ σύγχρονοί του στὰ λημέρια τοῦ Σουλίου.
 Ἂς μιλήσωμεν ὅμως καὶ διὰ τὴν εὐρυτέραν καλλιέργειαν τοῦ ἥρωος. Ὁ Μάρκος Βότσαρης δὲν ἦτο ἕνας ἁπλούς, ἀγράμματος ὁπλαρχηγός. Διέθετε ἀξιοσημείωτον πνευματικὴν καλλιέργειαν διὰ τὴν ἐποχήν του. Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ συνέθεσε τὸ περίφημον «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» (1809) διὰ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν προσέγγισιν τῶν δύο λαῶν.
 Ἡ εὐγένεια τῶν τρόπων του καὶ ἡ μελωδικὴ φωνή του εἶχον ἐντυπωσιάσει ἀκόμη καὶ τοὺς ξένους Φιλέλληνας ποὺ τὸν συνάντησαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον.
 Τὸ ὅτι εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν, τοῦτο προκαλεῖ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, καθὼς θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ διδαχθῆ καὶ τὴν ᾠδικήν, βελτιώνων τὴν καλλιφωνικήν του τέχνην.
  Ὡστόσο, δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικότροπον μουσικὴν παιδείαν τῶν κανταδόρων [παρότι τὰ δημώδη ποιητικὰ κείμενα ἀναφέρουν μίαν ψιλὴν χροιὰν φωνῆς τῶν Ἑλλήνων ἡρώων τοῦ ἐθνικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος καὶ δὴ τοῦ Βότσαρη, ἐν εἴδει καλοφωνικοῦ μπελκάντο], ἀλλὰ παρέμεινε πιστὸς στὰ πάτρια τῆς ἠπειρωτικῆς γῆς καὶ τῆς μονοφωνικῆς ἰδιαιτερότητος τοῦ ὑπαιθρίου παραδοσιακοῦ ᾄσματος.
 Ἡ σκέψις αὐτὴ ἐμφανίζει μίαν βαθεῖαν τοποθέτησιν τῆς πολιτισμικῆς γεωγραφίας τῆς ἐποχῆς. Ὡστόσο, δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἱστορικῶς ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διδάχθηκε τὴν δυτικότροπον ᾠδικὴν τῶν κανταδόρων ἢ ὅτι ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸ ἑπτανησιακὸν ὕφος διὰ νὰ τὸ μεταφέρῃ στὸ παραδοσιακὸν δημοτικὸν τραγούδι τῆς Ἠπείρου.
 Ἡ πραγματικότης ὅμως γύρω ἀπὸ τὴν διαμονήν του εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν μουσικήν του ταυτότητα κινεῖται σὲ ἕνα διαφορετικόν, ἀλλὰ ἐξίσου ἐνδιαφέρον πλαίσιο.
 Μετὰ τὴν πτώσιν τοῦ Σουλίου τὸ 1803, ἡ οἰκογένεια τῶν Βοτσαραίων κατέφυγε στὰ ῥωσοκρατούμενα (καὶ ἀργότερα γαλλοκρατούμενα) Ἑπτάνησα. Ὁ Μάρκος ἔζησε εἰς τὴν Κέρκυραν ἀπὸ τὴν ἐφηβείαν του μέχρι περίπου τὸ 1820.
  Εἰς τὴν Κέρκυραν ἦλθε σὲ ἐπαφὴν μὲ τὸν λόγιον Ἰωάννην Βηλαρᾶν καὶ τὸν μετέπειτα Καποδιστριακὸν κύκλον. Ἐκεῖ ἔμαθε νὰ γράφῃ σωστά, μελέτησε ἀρχαίους συγγραφεῖς καὶ συνέθεσε τὸ «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Γάλλου προξένου Φρανσουὰ Πουκεβίλ.
 Ἂν καὶ τὰ Ἑπτάνησα εἶχον ἤδη ἀναπτύξει μίαν πλουσίαν ἰταλοκρατουμένην μουσικὴν παιδείαν —μὲ ῥίζας εἰς τὴν ναπολιτάνικην καντσονέταν, ἡ ὁποία, ὅπως ἔχομεν ὑποδείξει, ἥλκυε τὰς ῥίζας της εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀθηναϊκὴν μουσικὴν τέχνην (ὅπου ἀργότερα μέλλει νὰ γεννηθῇ ἡ Ἑπτανησιακὴ Σχολὴ καὶ τὸ τοπικόν εἶδος τῆς καντάδας)— οἱ Σουλιῶται εἰς τὴν Κέρκυραν ζοῦν ὡς πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ πρόσφυγες.
 Μάλιστα, φαίνεται νὰ ὑπηρέτησαν στὸν γαλλικὸν στρατόν (εἰς τὸ λεγόμενον «Ἀλβανικὸν Σύνταγμα») καὶ παρέμειναν μία κλειστή, συντηρητικὴ κοινότης προσηλωμένη στὰ δικά της ἔθη καὶ ἔθιμα.
 Συνελόντι εἰπεῖν, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη, παρὰ τὴν οἱανδήποτε ἐπιρροήν, δὲν ἦτο προϊόν δυτικῆς φωνητικῆς ἐκπαιδεύσεως (solfège ἢ bel canto), ἀλλὰ πήγαζε ἀπὸ τὸ ὕφος τοῦ αὐθεντικοῦ ὑπαιθρίου δημοτικοῦ ᾄσματος τῆς Ἠπείρου.
 Οἱ Σουλιῶται εἶχον τὴν δικήν των, μακρὰν παράδοσιν στὰ κλέφτικα τραγούδια. Τὸ τραγούδι των ἦτο μονοφωνικὸν ἢ πολυφωνικὸν (ἀναλόγως μὲ τὴν ἠπειρωτικὴν καταγωγήν των) καὶ χαρακτηρίζετο ἀπὸ ἔντονον συναίσθημα, λαρυγγισμούς (τσακίσματα) καὶ ἐλεύθερον ῥυθμόν, στοιχεῖα ἐντελῶς ἀντίθετα μὲ τὴν δυτικὴν ἁρμονίαν τῆς καντάδας.
 Ἐν κατακλείδι, ὅταν αἱ πηγαὶ ἀναφέρουν ὅτι ὁ Βότσαρης εἶχε «γλυκεῖαν καὶ μελωδικὴν φωνήν», ἐννοοῦν ὅτι ἀπέδιδε τὰ κλέφτικα τραγούδια μὲ μοναδικὴν καθαρότητα καὶ ἐκφραστικότητα, κάτι ποὺ μάγευε τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ ἀπάλυνε τὴν σκληρότητα τοῦ πολέμου, ἴδιον τῆς ὁμηρικῆς ἀπωτάτης λιγυροφωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πρόγονος τοῦ καλοφωνικοῦ ᾄσματος, ἤτοι καὶ μπελκάντο, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸν προσδιορισμόν.
 Συνοψίζοντας, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν, διακοσμητικὴν πτυχὴν τοῦ βίου του, ἀλλὰ τὸν συνεκτικὸν ἱστὸν ποὺ συνέδεε τὴν πολεμικὴν ἀρετὴν μὲ τὴν πνευματικήν του εὐαισθησίαν. 
 Ὁ Σουλιώτης ἥρως, ψάλλοντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν στὰ ὀρεινὰ λημέρια τῆς Ἠπείρου ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς θαμπούρας, μετουσίωνε τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα σὲ πρᾶξιν πολιτισμικῆς ἐξαγνίσεως. 
 Ἡ μελωδική του φωνή, ὡς ἀπόηχος τῆς ὁμηρικῆς λιγυροφωνίας, γεφυρώνει τὴν ἀρχαίαν ἐποποιίαν μὲ τὸ νεώτερον δημοτικὸν ᾄσμα.  
 Ἀποδεικνύει, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι ὁ Βότσαρης ὑπῆρξε μία ολοκληρωμένη κλασικὴ μορφή, ὅπου τὸ ξίφος καὶ ἡ Μοῦσα συνυπάρχουν ἁρμονικῶς, καταλείποντας εἰς τὴν συλλογικὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνισμοῦ μίαν αὔραν πνευματικῆς εὐγενείας καὶ ἀθανάτου δόξης.
 Ἡ εἰρωνεία τῆς Ἱστορίας συντελέστηκε τὰ ἑπόμενα ἔτη τοῦ ἰδίου αἰῶνος, ὅταν ὁ Βότσαρης, παραδόξως, συναντᾷ τὸ Μελόδραμα.
 Ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικὴν μουσικὴν ὅσο ζοῦσε, ὅπως ἤδη προείπαμεν, ἡ μορφή του ἔγινε τελικὰ ἔμπνευσις δι’ αὐτήν!
 Τὸ 1861, ὁ Ζακυνθινὸς συνθέτης Παῦλος Καρρὲρ παρουσίασε τὸν «Μάρκον Βότσαρην», ποὺ θεωρεῖται ἡ πρώτη ὁλοκληρωμένη ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ὄπερα.  Ἐκεῖ, ὁ Σουλιώτης ἥρως ἐτραγούδησε πλέον μὲ τὸ δυτικότροπον ὕφος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ δική μας σκέψις τόσο ὄμορφα ταξίδευσε.

ΧΑΙΡΕΤΕ!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἰλιάδα (ραψ. Ι στιχ. 186-190). Ἐκεῖ, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συναντοῦν τὸν Ἀχιλλέα στὴ σκηνή του νὰ τέρπεται παίζοντας τὴ «λιγεῖαν φόρμιγγα» (ἔγχορδο ὄργανο τῶν ἀοιδῶν) καὶ νὰ ψάλλει τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν (τὰ ἡρωικὰ κατορθώματα).
[2]Ἡ Λατινική/Βυζαντινὴ Κοινὴ Ρίζα εἶναι ἐνδεικτικὴ στὸ ἐπίθετο Βότσαρης. Ἂν τὸ ὄνομα συνδέεται μὲ τὴ λατινικὴ γλῶσσα τῆς Ρωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς περιόδου, ἡ προφανὴς σύνδεση εἶναι μὲ τὸ ρῆμα voco / vocare (καλῶ, φωνάζω) καὶ τὴ λέξη vox / vocis (φωνή). Δηλαδή, Βόκαρης / Βότσαρης = Ὁ καλλίφωνος, ὁ διαλαλητής, αὐτὸς ποὺ ἔχει δυνατὴ ἢ καθαρὴ φωνὴ (vox). Παράλληλα, ἡ ἑλληνική του ρίζα ἐντοπίζεται στὸ λατινικὸ voco/vox > βοὴ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ξένο πρὸς τὴν ἑλληνική, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνάμα ὁμόρριζο (cognate) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξεως ἔπος (λόγος), τοῦ ρήματος εἶπον (εἶπα) καὶ τῆς ρίζας ϝεπ- (vep-) ἢ ὄψ (φωνή, ὅπως στὸ Καλλιόπη). Ἡ γλωσσολογία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ λατινικὸ v- καὶ τὸ ἑλληνκὸ ἀρχαϊκὸ δίγαμμα (f/v) μοιράζονται τὴν ἴδια πρωτοελληνικὴ ρίζα. Συνεπῶς, ἡ ἔννοια τῆς «φωνῆς» (Βόκαρης) εἶναι ἐτυμολογικῶς ἀδελφὴ μὲ τὴν ἑλληνκὴ ρίζα τοῦ βοῶ καὶ τοῦ ἔπους.
Ἐπιπλέον, ὁ Βυζαντινὸς Παραγωγικὸς Μηχανισμὸς τῆς καταλήξεως (-αρης) ἀνιχνεύεται σὲ ἀρκετὰ ἐπίθετα τοῦ Βυζαντινοῦ παρελθόντος. Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ρίζα μιᾶς λέξεως εἰσήλθη στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὴ λατινική (καθὼς ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἦταν δίγλωσσος), ἡ κατάληξις -αρης εἶναι καθαρὰ ἑλληνικὸς παραγωγικὸς μηχανισμὸς τῆς Μέσης καὶ Νέας Ἑλληνικῆς. Τούτη προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ ἐπίθημα -arius, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀφομοιώθηκε πλήρως στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γὰ νὰ δηλώσῃ ἐπαγγελματίες ἢ ἀνθρώπους μὲ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (π.χ. Βαρκάρης, Καραβοκύρης, Λογαριάτης).
Ἔτσι, τὸ Βόκαρης ἢ Βότσαρης ἀναλύεται ὡς Βοκ- (ρίζα φωνῆς/λόγου) + -αρης (ἑλληνικὴ ἰδιωματικὴ κατάληξις προσώπου), ἀποκτώντας ἀμιγῶς ἑλληνικὴ μορφολογία. Κατ' οὐσίαν τὸ ἐπίθετο τοῦ ἥρωος συνδέεται μὲ τὴν δυνατὴ φωνὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὶς ἡγετικὲς προσταγὲς πρὸς τοὺς πολεμιστὲς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του.
[3]Ὁ Μάρκος Μπότσαρης δὲν ἦταν Ἀρβανίτης ἀλλὰ Ἕλληνας Σουλιώτης, τεράστια διαφορά. Οἱ Σουλιῶτες ἦσαν ἀκραιφνεῖς Ἕλληνες Ἠπειρῶτες, μὲ βαθειὰ ἑλληνική, χριστιανικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδηση, τὴν ὁποία ἀπέδειξαν ἔμπρακτα μὲ τὸ αἷμά τους, πρωτοστατοῦντες στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Ἡ ἑλληνικὴ ταυτότητα τῶν Σουλιωτῶν ὑπῆρξε δεδομένη. Οἱ Σουλιῶτες ἔνιωθαν, πολεμοῦσαν καὶ πέθαιναν ὡς Ἕλληνες (ἢ «Ρωμιοί», ὅπως αὐτοπροσδιορίζονταν τότε καὶ ὅπως τοὺς κατέγραφαν ἀκόμα καὶ οἱ ἐχθροί τους, ὅπως ὁ γιὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, Βελῆ). Ἡ πολιτική, πολιτισμικὴ καὶ ἐθνική τους σύμπλευση μὲ τὸ ὑπόδουλο γένος ἦταν ἀπόλυτη. Ὡς ἀναφορὰ τὸ ζήτημα τῆς διγλωσσίας, ἡ χρῆσις τῆς ἀρβανίτικης (μιᾶς ἑλληνοαλβανικῆς διαλέκτου τῆς ἐποχῆς) ἀπὸ ὁρισμένες σουλιώτικες φάρες, παράλληλα μὲ τὴν ἑλληνική, ἦταν καθαρὰ ἕνα γλωσσικὸ ἰδίωμα ἐπικοινωνίας τῆς γεωγραφικῆς περιοχῆς τῆς Ἠπείρου. Στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση. Ἄλλωστε, τὸ «Ἑλληνο-Ἀλβανικὸν Λεξικόν» ποὺ συνέγραψε ὁ ἴδιος ὁ Μάρκος Μπότσαρης στὴν Κέρκυρα τὸ 1809 εἶχε ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπό: νὰ βοηθήσῃ στὴ συνεννόηση καὶ τὴ μύηση τῶν ἀλβανοφώνων πληθυσμῶν στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ τὸν ἐπικείμενο Ἀγῶνα. Ἡ προσπάθεια ὁρισμένων σύγχρονων ξένων ἱστοριογραφιῶν νὰ χαρακτηρίσουν τοὺς Σουλιῶτες ὡς «Ἀρβανίτες» μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ξένης ἐθνότητος, παραγνωρίζει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Σουλιῶτες δὲν εἶχαν καμία ἐθνικὴ ἢ πολιτικὴ συγγένεια μὲ τοὺς μουσουλμάνους Τουρκαλβανούς. Ἀντίθετα, ἀποτελοῦσαν μsound ἰδιότυπη, αὐτόνομη ἑλληνικὴ πολεμικὴ κοινότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἀπομνημονεύματα Πολεμικά, διαφόρων μαχῶν συγκροτηθεισῶν μεταξύ Ἑλλήνων καί Ὀθωμανῶν κατά τε τό Σούλιον καί Ἀνατολικήν Ἑλλάδα ἀπό τοῦ 1820 μέχρι τοῦ 1829 ἔτους, Ἐν Ἀθήναις, Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρέου Κορομηλᾶ, 1836.
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας, περιέχουσα τὴν χρονολογίαν καὶ τοὺς ἡρωικοὺς αὐτῶν πολέμους, Ἐν Βενετίᾳ, Παρὰ Νικολάῳ Γλυκεῖ τῷ ἐξ Ἰωαννίνων, 1815.
• Pouqueville, François. Voyage dans la Grèce, Paris, Firmin Didot, 1820-1821 (περιλαμβάνει πολύτιμα στοιχεία διά τὴν διαμονὴν τῶν Βοτσαραίων εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν σχέσιν τοῦ Μάρκου μὲ τὸν Γάλλον πρόξενον).
•Βότσαρης, Μάρκος. Λεξικόν τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Ἀρβανητηκῆς Ἁπλῆς (Χειρόγραφον Κώδικος τοῦ 1809, Supplement Grec 251, Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων).
•Γιοχάλας, Τῖτος Π. Ἑλληνο-Αλβανικόν Λεξικόν τοῦ Μάρκου Μπότσαρη (Φιλολογικὴ ἔκδοσις ἐκ τοῦ αὐτογράφου), Ἀθῆναι, Ἀκαδημία Ἀθηνών, 1980.
•Μακρυγιάννης, Ἰωάννης. Ἀπομνημονεύματα, (ἔκδ. Γιάννη Βλαχογιάννη), Ἀθῆναι, 1907 (διὰ τὴν συγκριτικὴν μελέτην τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τὸ δημοτικὸν ᾄσμα).
•Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς
•Ὁμήρου Ἰλιάς, (ραψ. Ι στιχ. 186-190)


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: Ο ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΥΜΝΩΔΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

  Ἐτησίως, τὴν 4ην Ὀκτωβρίου, ἑορτάζουμε ἕναν φωστῆρα τῆς ἑλληνορθόδοξης πίστεως, τὸν Ἅγιο Ἰερόθεο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος, ὢν πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἔζησε κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, τοὺς πρώτους δηλαδὴ χρόνους τῆς Ἐκκλησίας.
  Ὁ Ἰερόθεος καταγράφεται ὡς καλλίφωνος ὑμνωδὸς καὶ μελωδός, ἐκ τῶν πρωιμότερων, προικισμένος μὲ πολλὰ χαρίσματα πνευματικῆς παρακαταθήκης, τὰ ὁποῖα, μερικῶς, διέσωσε ὁ θεῖος αὐτοῦ καὶ ἐξ αἵματος συγγενής, ὁ ἐπίσης ἐπιφανὴς ἀνδρας τῆς πόλεως τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, Διονύσιος. 
  Ἡ ἰδιότητά του αὐτὴ δὲν ἦταν τυχαία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε τὸν ὥριμο καρπὸ τῆς κλασικῆς ἀθηναϊκῆς μουσικῆς παιδείας, τῆς λυρωδικῆς καὶ κιθαρωδικῆς τέχνης, τὴν ὁποία εἶχε λάβει κατὰ τὸν πρότερο βίο του.
 Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ ἰδιαίτερο ἠχόχρωμα καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς του, καθὼς γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἡ ἔννοια τῆς λέξεως "καλλίφωνος" συνεπαγόταν ἕνα ἀνώτατο ἐπίπεδο ἐπαγγελματικῆς φώνησης. 
 Ἡ φωνή του διακρινόταν γιὰ τὴν ὀξύφωνη καὶ σύντονη τονικότητά της, ἕναν συνδυασμὸ ὑψηλῆς συχνότητος καὶ ἀπόλυτης ἀκουστικῆς εὐθυγραμμίσεως, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν προκαλοῦσε ἔνταση, ἀλλὰ συνδυαζόταν ἁρμονικὰ μὲ ἕναν θεόληπτο ἡσυχασμό.
 Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ μουσικὴ δὲν ἦταν ἁπλὴ διασκέδαση, ἀλλὰ ὕψιστο μέσο παιδαγωγίας, ἐναρμόνισης τῆς ψυχῆς καὶ προσέγγισης τοῦ θείου.
 Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὑψηλὴ μουσικὴ κατάρτιση καὶ τὴν αἰσθητικὴ τελειότητα, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος τὴ μετακένωσε καὶ τὴ μετεβίβασε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς ἐπιτάφιες ὑμνωδίες ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε[1].   Ἡ κορυφαία στιγμὴ αὐτῆς τῆς θεοπνεύστου δημιουργίας ἐκδηλώθηκε κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στὴ Γεσθημανή. Ἐκεῖ, παριστάμενος μαζί με τὸν ἀνεψιό του, Ἅγιο Διονύσιο, καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ Ἱερόθεος ἐξέστη καὶ βγήκε ἐκτὸς ἑαυτοῦ ἀπὸ θεῖο ἔρωτα.
Ὑμνώδησε τὴν Παναγία Μητέρα μὲ τέτοιο πνευματικὸ βάθος, ὥστε, ὅπως διασώζει ὁ Διονύσιος, ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι τὸν ἄκουγαν ἐμβρόντητοι νὰ γίνεται ὁ ἴδιος «θεόληπτος ὑμνωδός», μετατρέποντας τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσικὴ παιδεία σὲ ἕναν αἰώνιο, οὐράνιο χριστιανικὸ θρῆνο καὶ δοξολογία.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Α' ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

 Στὸν πρότερο βίο του, ὑπῆρξε μύστης καὶ ἱερεὺς τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, ὅπως παραλλήλως καὶ Πλατωνικὸς φιλόσοφος.   Παραταῦτα, ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐνδυθεῖ τὸν χριστιανικὸ χιτῶνα τῆς πίστεως ἐλήφθη ἀβίαστα, ὑπὸ τὴν κρίση τῆς βιωματικῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν φιλοσοφικῶν διδαγμάτων τόσο τοῦ Πλάτωνος ὅσο καὶ ἑτέρων Ἑλλήνων φιλοσόφων.
 Ἄμεσα κρίθηκε ἄξιος ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ ἀδελφότητα, ὥστε νὰ κατασταθεῖ πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τὰ ἔτη 50 μὲ 55 μ.Χ. Οἱ περιγραφὲς τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφάνισης τοῦ Ἁγίου σπανίζουν στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία.
 Ἐν τούτοις, συγκλονιστικὴ εἶναι ἡ μεταγενέστερη μαρτυρία ἀνθρώπων τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, μιὰ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου διέσωσε τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴν μανία τῶν Ναζὶ Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοὶ τὸ εἶχαν κυκλώσει.
  Ἡ ζωντανὴ αὐτὴ μαρτυρία περιγράφει τὸν Ἅγιο ὡς ἀνάστημα ὑψηλόν, λεπτὸν στὸ σῶμα, μὲ κάτασπρα μαλλιά, μακριὰ λευκὰ γένια καὶ ἕνα βαθύτατα γαλήνιο πρόσωπο, ἀποτυπώνοντας ἔτσι τὴν αἰώνια πνευματική του παρουσία καὶ προστασία. 
 Ἑορτὴ λοιπὸν σήμερον τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν κατὰ τὸν 1ον αἰώνα μ.Χ.
 Εὐελπιστῶ ὅτι δὲν σᾶς κουράζω, φίλτατοι ἀναγνῶστες, μὲ τὶς διαρκεῖς ὑπενθυμίσεις, καθὼς τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζω ἔχουν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τόσο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου τους, ὅσο καὶ μετὰ τὴ μετάβασή τους εἰς τοὺς οὐρανούς.
 Ὁ Ἅγιοs Ἱερόθεος, ὅπως ἀναδεικνύουν τὰ χρονικά, ἦταν γόνος εὐγενικῆς οἰκογενείας τῶν Ἀθηνῶν. Σπούδασε φιλοσοφία —ὅπως ἐξάλλου τονίζει καὶ τὸ Ἀπολυτίκιό του, ὡς «ἱεροφαντῶν τὰ ἀπόρρητα»— καὶ ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς προπάτωρ τῆς σχολῆς τῶν χριστιανῶν φιλοσόφων τῆς πόλεως, ὅπως τοῦ μετέπειτα Ἁγίου Ἀριστείδους τοῦ Φιλοσόφου.
  Ὡς Πλατωνιστής, μυήθηκε στὰ μεγάλα Ἐλευσινία Μυστήρια καὶ ἀπέκτησε γνώσεις γιὰ τὰ θεῖα μυστήρια τῆς ἐποχῆς του, τὰ ὁποῖα εἶχαν τὶς ρίζες τους στὸν ἐνοθεϊσμό.   Στὸν ἐνοθεϊστικὸ αὐτὸν πυρήνα ἐμπεριείχετο ἡ ἔννοια τοῦ «Ὄντως Ὄντος», ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὶς βαθιὲς πρωτοελληνικὲς θεολογικὲς ὀνοματοθεσίες· ὀνοματοθεσίες τὶς ὁποῖες, κατὰ παρόμοιο τρόπο, υἱοθέτησαν καὶ ἄλλοι ὅμοροι λαοί, ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Σουμέριοι.
 Δεδομένης αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας, δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ σύγχρονο ἱερατεῖο μας νὰ διακηρύττει ἀπροϋπόθετα ὅτι ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Διονύσιος ὑπῆρξαν εἰδωλολάτρες. Δὲν ἦταν εἰδωλολάτρες, διότι εἰδωλολάτρης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προσκυνᾶ εἴδωλα, κοινῶς ὁ πιστεύων στὴ θεωρία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἐπὶ τὸ πλεῖστον λάτρης τῶν κοσμοειδώλων. Ἐκεῖνοι, ἀντιθέτως, ἦσαν ἀναζητητὲς τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ.
 Ἐν ὀλίγοις, οἱ δύο αὐτοὶ Ἀθηναῖοι ἄνδρες, ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηνῶν, πρὸ τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπῆρξαν ἀναζητητὲς τῆς "οὐράνιας ἀλήθειας", ἡ ὁποία δὲν εἶχε ἀκόμη φανερωθεῖ καὶ ἐνσαρκωθεῖ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον.
 Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ φιλόσοφοι καὶ ἐπιστήμονες μὲ βαθύτατες γνώσεις, πίστεψαν παραυτίκα στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου.   Ὀξύμωρον θὰ ἔλεγε κανείς...ὡστόσο, εἶναι προφανές ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀτόμων τῆς λαϊκῆς μάζας, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἄγνοια παρασύρονται στὰ ξενόφερτα θρησκευτικὰ ρεύματα τῆς ἑκάστοτε περιόδου. Ἄρα, εἶδαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀλήθεια τόσο διὰ φωτίσεως ὅσο καὶ διὰ τῆς ἐπιστημοσύνης τους. Τὸ δεύτερο ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ θεολογικὰ συγγράμματα ποὺ παρέθεσε, πρωτίστως, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν σώζονται ἢ κάπου κρύπτονται... 
 Αὐτὰ θὰ ἠδύναντο νὰ λύσουν πολλὲς ἀπορίες τῶν σύγχρονων μελετητῶν καὶ δὴ τῶν Θεολόγων. Ἐκτὸς αὐτοῦ, οἱ ἐμφανίσεις τῶν Ἁγίων καὶ μετὰ θάνατον εἰς τὸν ὑλικὸ κόσμο, διὰ τὴν βοήθεια τῆς ἀδελφότητος τῶν χριστιανῶν, ἀναδεικνύουν τὴν μέγιστη ὠφέλεια ποὺ ἀποκομίζουμε ἀπὸ τὴν ἀμέριστη γενναιοδωρία τους!
 Ἐν κατακλεῖδι, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου παραμένει ἕνα ἀνεξερεύνητο βάθρον, ἐπάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ πνευματικὴ βάσις τοῦ δόγματος τῆς Ἀληθινῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. 
 Ἡ θεόληπτος καλλιφωνία καὶ μουσουργία τῶν πρώτων ἐκείνων ὕμνων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος συνέθεσε, δυστυχῶς ὅμως δὲν διεσώθησαν αὐτούσιοι στὴν πρωτογενῆ τους καταγραφή. 
 Πόση, ἀλήθεια, πνευματικὴ ἀγαλλίαση θὰ προσέφερε στοὺς σύγχρονους μελετητὰς ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν τῶν πρωτοχριστιανικῶν μελῶν! 
 Ὡστόσο, βάσει τῆς ἐσωτερικῆς παραδόσεως τῆς ψαλτικῆς τέχνης, εἶναι βάσιμος ἡ ἐκτίμησις ὅτι τὰ ἀρχέγονα ἐκεῖνα μουσικὰ μέλη θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιβιώνουν, ἐνσπαρμένα μὲ τὴ μορφὴ ἀπηχημάτων, στοὺς βαθυτάτους θρήνους καὶ τὰ τροπάρια τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς τὸ πρωί, ἐκεῖ ὅπου τὸ ἐκκλησιαστικὸ μέλος ἀγγίζει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου καὶ τῆς θείας ἐκστάσεως.
 Ὁ πρῶτος Ἱεράρχης τῶν Ἀθηνῶν δὲν ὑπῆρξε μόνον ἕνας μύστης τοῦ θείου κάλλους, ἀλλὰ καὶ μία προσωπικότης ὑψηλῆς διανοήσεως καὶ ἀπαραμίλλου ἐπιστημοσύνης, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ γεφυρώσει τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. 
  Ἡ πνευματική του καθαρότης ἦταν τέτοια, ὥστε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου του, ἀξιώθηκε συχνῶν συναντήσεων μὲ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦντο μὲ θαυματουργικόν τρόπον. 
 Ὁ Ἅγιος μεταφερόταν ὑπερφυῶς, ἐπὶ νεφελῶν, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, γινόμενος κοινωνὸς τῆς χάριτος τῆς Παναγίας πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἔνδοξη Κοίμησή Της.
  Ἡ ἐν γένει προσφορά του δὲν περιορίζεται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐποχῆς του· ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ἔθεσε τὶς ἀδιάσειστες φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς βάσεις, ὥστε ἡ χριστιανικὴ πίστις νὰ μὴν θεωρηθεῖ μία ἁπλὴ λαϊκὴ δοξασία, ἀλλὰ ἡ πλήρωσις τῆς πανανθρώπινης ἀναζητήσεως γιὰ τὴν Ἀλήθεια, τὸ Φῶς καὶ τὴν Αἰώνιο Ζωή. 
  Ἡ Τιμία αὐτοῦ Κάρα, ἀδιάψευστος μάρτυς δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορίας, συνεχίζει νὰ εὐωδιάζει, ὑπενθυμίζουσα εἰς τοὺς φιλτάτους ἀναγνώστας ὅτι ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἐπιστήμη ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.
Ἀπόμνημα εὐλαβείας ἀπὸ τὸ καλοκαιρινό μου ταξίδι στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ, εὐώδους καὶ ἀδιαλώβητης στοὺς αἰῶνες Θείας Κάρας του, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ 2.000 ἔτη ἱστορίας.

Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Ἱεροθέου
 Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου ἠλίευσαι, ταὶς θεηγόροις πλοκαίς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῶ, σοφὲ Ἰερόθεε, σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοὺς ὑποφήτης, δι' ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:  

[1]Ἡ ἐπαγγελματικὴ αὐτὴ φώνησις τῆς ἀθηναϊκῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μετεκένωσε στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσουργία, διέγραψε μίαν ἀόρατον ἀλλὰ σαφῆ ἱστορικὴν πορείαν πρὸς τὴ Δύση, ἀποτελοῦσα τὸν μακρινὸν ἀλλά γνήσιον πρόγονον τοῦ μεταγενεστέρου Bel Canto (καλλιφωνίας) τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς. Βάσει τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς προσφορᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος θὰ ἠδύνατο δικαίως νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ πρῶτος μουσουργὸς ὅστις ἔθεσε τοὺς καλλιφωνικοὺς κανόνας στὸ χριστιανικὸ μέλος, γενόμενος ἀκουσίως νομοθέτης τῆς χριστιανικῆς καλλιφωνίας. Ὁ συνδετικός κρίκος αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ἐντοπίζεται στὴ μεταμόρφωση τῆς θείας ἐρωτικῆς ὑμνωδίας —αὐτοῦ τοῦ ἐκστατικοῦ "θείου ἔρωτος" ποὺ βίωσε ὁ Ἅγιος στὴ Γεσθημανή— σὲ κοσμικὴν πλέον ἔκφραση. Κατά τὴν περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως, οἱ Ἕλληνες λόγιοι καὶ μουσικοὶ μετέφεραν στὴν Ἰταλία τὴν παράδοση τῆς σύντονης καὶ καθαρᾶς φωνήσεως, ἡ ὁποία ἐκεῖ συναντήθηκε μὲ τὸ ᾆσμα τῆς καντάδας καὶ τῆς σερενάτας (serenata). Ἡ καντάδα, ὡς ἐξέλιξις τοῦ ὑπαιθρίου λυρικοῦ ἐρωτικοῦ θρήνου, δανείστηκε ἀσυνειδήτως τὴν τονικότητα, τὸ πάθος καὶ τὴν ἀκουστικὴ εὐθυγράμμιση τῆς ἀρχέγονης ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας, μετατρέποντας τὸν ἔρωτα πρὸς τὸ Θεῖον σὲ ἔρωτα πρὸς τὸ κάλλος τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Ἔτσι, τὸ ἰταλικὸ Bel Canto γεννήθηκε ὡς ἀπότοκος αὐτῆς τῆς ἐπιμειξίας: ἀφ' ἑνὸς τῆς τεχνικῆς τῆς ὀξυφώνου τονικότητος ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ λυρωδικὴ παιδεία, καὶ ἀφ' ἑτέρου τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τοῦ θεολήπτου ἡσυχασμοῦ, ὁ ὁποῖος στὴ Δύση μεταφράστηκε ὡς τὸ περίφημο legato (ἡ ἀδιάκοπος ῥοὴ τῆς φωνῆς) καὶ ἡ ἀπόλυτος κυριαρχία ἐπὶ τῆς ἀναπνοῆς. Οἱ ἐπιτάφιοι θρῆνοι τοῦ 1ου αἰῶνος, ποὺ δόνησαν τὴν Γεσθημανὴ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἱεροθέου, ἀντηχοῦν αἰῶνας μετά, μετασχηματισμένοι, στὶς πιὸ ὑψηλὲς καὶ κατανυκτικὲς στιγμὲς τῆς δυτικῆς ὄπερας, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἡ ἀληθὴς τέχνη τῆς φωνῆς ἔχει πάντοτε κοινὴν τὴν οὐράνιον ἀπαρχήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Ψευδο-Διονύσιος), Περὶ Θείων Ὀνομάτων (De Divinis Nominibus). [Ιδιαίτερα το Κεφάλαιο 3, όπου εξαίρεται ο Άγιος Ιερόθεος ως «θεόληπτος υμνωδός» και περιγράφεται η έκστασή του κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου].
• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Περὶ Μυστηριακῆς Θεολογίας (De Mystica Theologia).
• Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὰ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου συγγράμματα (Scholia in corpus Dionysiacum), Patrologia Graeca (PG), τόμος 4.
• Μιχαὴλ ὁ Σύγγελος, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην (εκτενείς αναφορές στον Άγιο Ιερόθεο ως συγγενή και διδάσκαλό του), PG 4.
• Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (4η Ὀκτωβρίου - Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν).
• Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἱεροθέου (2008). Ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ὁ Ἀρεοπαγίτης: Ὁ Βίος, τὰ Θαύματα καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Μεγάρων. Μέγαρα: Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
• Μουρτζοῦκος, Χ. (2015). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Βοιωτίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς (1941-1944): Ἀνθρωπιστικὴ προσφορὰ καὶ ἐθνικὴ ἀντίσταση. Ἀθήνα: Ἐπτάλοφος.
• Χατζηφώτης, Ἰ. Μ. (1984). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ προσφορά τους στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἱστορία. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Κάρλος
• Παπαδόπουλος, Στ. (1990). Πατρολογία, Τόμος Α': Εἰσαγωγή, Α' καὶ Β' αἰώνας. Ἀθήνα: Ἰδιωτικὴ Ἔκδοση.
• Στεφανίδης, Β. (1995). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι σήμερον. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Παπαδημητρίου.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Wilton 65.
• Rorem, P. (1993). Pseudo-Dionysius: A Commentary on the Texts and an Introduction to Their Influence. Oxford: Oxford University Press.
• Suchla, B. R. (2008). Dionysius Areopagita: Leben - Werk - Wirkung. Freiburg: Herder.



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: ΕΛΑΣΣΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

 Σήμερον ἑορτάζει ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἑλλήνων, ἡ Ἀθήνα, μετὰ τοῦ Πολιούχου αὐτῆς Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπικράτεια φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. 
 Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ ἥρωος Κανθάρου [διὰ τοῦτο καὶ Λιμὴν Κανθάρου].
 Ἕν ὀλίγοις ἕνας Ἅγιος φωστήρας τῶν Ἀθηνῶν ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος Διονύσιος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου ποὺ ἑορτάζει τὴν ἐπαύριον, ἑορτάζει τὴ σήμερον.
 Ὁ Ἅγιος Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρξε γόνος μιᾶς εὐγενοῦς, ἀρχοντικῆς καὶ αὐτόχθονος οἰκογένειας τῶν Ἀθηνῶν, γεγονὸς ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ λάβει τὴν ὕψιστη μόρφωση τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ ἀνέλθει στὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστῆ τοῦ Ἀρείου Πάγου. 
 Ἡ βαθιά του ἐξοικείωση μὲ τὸν Πλατωνισμὸ καὶ τὴν κλασικὴ φιλοσοφία ἀποτέλεσε τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο, πάνω στὸ ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἡ μετέπειτα ὑψηλὴ θεολογική του σκέψη.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὁ Ἅγιος Διονύσιος συνδεόταν μὲ στενὴ συγγένεια μὲ τὸν Ἅγιο Ἱερόθεο, τὸν πρῶτο Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἦταν θεῖος του. 
 Ὁ Ἱερόθεος, ὡς θεῖος καὶ πνευματικὸς καθοδηγητής, στήριξε τὸν ἀνηψιό του Διονύσιο στὰ πρῶτα του βήματα στὴ χριστιανικὴ πίστη, σφυρηλατώντας μιὰ μοναδικὴ σχέση μαθητείας καὶ πνευματικοῦ δεσμοῦ. 
 Ἱερόθεος καὶ Διονύσιος, ἄξιοι συνεχιστὲς τῶν Ἀθηναίων κλασικῶν φιλοσόφων, κατάφεραν νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια, αὐτὴν ποὺ ἀναζητοῦσαν ἀρειμανίως οἱ προγόνοι τους... κι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός...τὰ ὑπόλοιπα θεμιτὰ ἀλλὰ ὑποδεέστερα.

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

  Ἡ Ἁγία Γραφή, στὸ κεφάλαιο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἐξιστορεῖ τὴν ἔλευση τοῦ Παύλου στὴν Ἀθήνα, ὅπου κηρύττοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὁ πρῶτος ποὺ πίστεψε δημοσίως ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα ἄρχοντες ἀρεοπαγίτες μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος. Μαζί του, στὸ ἱστορικὸ ἐκεῖνο κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, βρισκόταν καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ἀτθίδα Ἁγία Δάμαρις.
 Ἡ Δάμαρις, γυναίκα εὐγενικῆς καταγωγῆς μὲ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα, συμπορεύθηκε ἀμέσως μὲ τὸν σύζυγό της καὶ κατέστη ἡ πρώτη Ἀθηναία ποὺ πίστεψε δημοσίως στὸν Χριστό, ἀποτελώντας τὴν πρώτη γυναικεία πνευματικὴ κοιτίδα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.  
  Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Δάμαρις τιμᾶται ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν σύζυγό της Ἅγιο Διονύσιο τὴν 3η Ὀκτωβρίου. Τὸ ὄνομα φέρεται νὰ προέρχεται ἀπὸ ἑλληνικὴ ρίζα, ὅπως Δάμαρ = σύζυγος [ἐπεξήγηση τοῦ ἐτυμολογικοῦ λεξικοῦ Magnum], Δάμαλις = ἀγελάδα, σύμβολο τοῦ Διονύσου [ὁ Κίρχνερ στὴν Ἀττικὴ Προσωπογραφία καταγράφει τὸ ὄνομα μιᾶς Ἀθηναίας τοῦ 4ου αἰώνα π.Χ. μὲ τὸ ὄνομα Δάμαλις > ρωτακισμὸς τοῦ λάμδα: Δάμαρις] καὶ Δῆμος + ἄριστος = ἀρίστη ἐν δήμῳ.
 Ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ περισσότερο ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ἦταν οἱ εὐφυΐες τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Ὑπῆρξαν πολυπράγμονες καὶ πανεπιστήμονες κι ὅμως πίστεψαν στὸν Χριστό.
  Ἡ πνευματικὴ ἐπικράτεια καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ Ἀθηναίου ἥρωος Κανθάρου, διὰ τοῦτο καὶ ὁ κεντρικὸς λιμένας ὀνομαζόταν Λιμὴν Κανθάρου. 
 Πρόκειται γὰ τὸν ἱστορικὸ Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἀρχαιότερο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς πόλης.
 Κατὰ τὴ μελέτη τοῦ Κωνσταντίνου Κοντογόνου, καθηγητῆ τῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ὄθωνος καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ριζάρειο Σχολή, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ταξίδεψε, ἔπειτα, στὴ Γαλλία γιὰ τὴ διάδοση τῆς πίστεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Βίοι τῶν Ἁγίων, ἐν ἔτει 1851).
 Ἐκεῖ, μαζί μὲ τοὺς Ἀθηναίους συναθλητές τῆς πίστεως Ἐλευθέριο καὶ Ρούστικο, λαμβάνει τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἔπειτα ἀπὸ τὸν διατεταγμένο ἀποκεφαλισμό του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους...
  Σήμερα, στὴν περιοχὴ αὐτὴ τοῦ Παρισιοῦ, πρὸς τιμὴν τοῦ μαρτυρήσαντος ἁγίου, ὑπάρχει τὸ προάστιο μὲ τὴν ὀνομασία Σαὶντ Ντενί (Saint-Denis), ὅπου καὶ ὁ καθεδρικὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐξ Ἀθηνῶν. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ ἐν λόγω προαστίου ὀνομάζονται τιμητικῶς Dionysiens...
  Κάτωθι, οἱ εἰκόνες ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά... ἐπίσης ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ καὶ τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι.
  Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν...μετὰ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου Παναγίας Ἀθηνιώτισσας, τῆς ἀπ' αἰῶνος προστάτιδας τῆς πόλης.

 Χρόνια πολλά!!










Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου [1936–1939] καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά.
Ὁ καλλιτέχνης συνδύασε μὲ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ τόλμη τὴν κύρια σκηνὴ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν Γολγοθᾶ μὲ τὸ θεολογικὸ γεγονὸς τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ τοπικὴ προσαρμογή της (contextualization): ὁλόκληρο τὸ θεολογικὸ αὐτὸ δράμα ἐξελίσσεται κάτω ἀπὸ τὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιλογή, ὁ Βασιλείου συνέδεσε ὁπτικὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μὲ τὸ οἰκουμενικὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐντάσσοντας τὴν ἴδια τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν μέσα στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]


Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ 
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]
Ὁ καθεδρικὸς ναὸς Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι. 

Ἀπολυτίκιον (Ἦχος γ΄) 
(ποίημα Αποστόλου Βαλληνδρά):
«Χαίρει ἔχουσα Ἀθηνῶν πόλις ἀντιλήπτορα καὶ πολιοῦχον τὸν πρωτεπίσκοπον αὐτῆς Διονύσιον, Ἀρχιερέων λαμπρὸν ἐγκαλλώπισμα καὶ τῶν μαρτύρων σεμνὸν ἐπικόσμημα. Ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε τηρεῖν ἡμᾶς καὶ πόλιν σου ἀπείραστον.»

Μεγαλυνάριον (Ἦχος πλ. δ΄)
Το κλασικό μεγαλυνάριο του Αγίου που ψάλλεται κατά την Παράκληση ή τον Όρθρο:
«Τὸν τῆς Ἀθηναίων πόλεως κλέος σεπτόν, καὶ τῆς οἰκουμένης τὸν μεγάλο φωταγωγόν, τὸν ἐν ἀρεοπάγω πιστεύσαντα τῷ Παύλω, Διονύσιο τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοντογόνος, Κ. (1851). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος μέχρι τῶν καθ' ἡμᾶς χρόνων (Τόμος Α΄). Ἐν Ἀθήναις: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως. (Η πηγή για το ταξίδι και το μαρτύριο στη Γαλλία).
• Μπαλάνος, Δ. Σ. (1930). Πατρολογία: Οἱ πατέρες καὶ συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Παπαδόπουλος, Χ. Α. (1935). Ἡ Ἐκκλησία Ἀθηνῶν. Ἐν Ἀθήναις: Φοῖνιξ. (Ιστορία της τοπικής Εκκλησίας και των πρώτων Επισκόπων, Ιεροθέου και Διονυσίου).
• Φιλιππίδης, Λ. Ἰ. (1954). Ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀθῆναι.
• Migne, J.-P. (1857–1866). Patrologia Graeca (PG), Τόμοι 3 & 4: Dionysius Areopagita. Paris. (Περιλαμβάνει το πρωτότυπο κείμενο των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων: Περὶ θείων ὀνομάτων, Περὶ τῆς οὐρανίας ἱεραρχίας, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, Περὶ μυστικῆς θεολογίας).
• Τατάκης, Β. Ν. (1977). Ἡ Βυζαντινὴ Φιλοσοφία. Ἀθήνα: Ἑταιρεία Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καὶ Γενικῆς Παιδείας.
• Τσέλλερ, Ἐ. - Μπαλάνος, Δ. (1920). Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Dodds, E. R. (1963). The Greeks and the Irrational. Berkeley: University of California Press.
• Gersh, S. (1978). From Iamblichus to Eriugena: An Investigation of the Prehistory and Evolution of the Pseudo-Dionysian Tradition. Leiden: E. J. Brill.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Geoffrey Chapman. (Εξαιρετική ανάλυση για τη σχέση του Αγίου με τη φιλοσοφική σκέψη της ύστερης αρχαιότητας).  
•Καμπούρογλου, Δ. Γ. (1922). Ἱστορία τῶν Ἀθηναίων (Τόμοι Α΄-Γ΄). Ἀθῆναι: Ἐκδοτικὸς Οἶκος Γ. Βασιλείου. (Αναφορές για την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα και τις παλιές παραδόσεις της πόλης).
• Μαλτέζος, Γ. (1933). Μνημεῖα τῶν Ἀθηνῶν: Ἱστορικὴ καὶ ἀρχαιολογικὴ περιγραφή. Ἀθῆναι.
• Ἀγγελόπουλος, Ἠ. Ἰ. (1898). Περὶ Πειραιῶς καὶ τῶν λιμένων αὐτοῦ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Ἐν Ἀθήναις: Ἐκ τῶν καταστημάτων «Παλιγγενεσίας».
• Συλλογικό Ἔργο. (2002). Σπῦρος Βασιλείου: Ὁ ἁγιογράφος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Κολωνακίου. Ἀθήνα: Ἔκδοση Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Διονυσίου.
• Crosby, S. M. (1987). The Royal Abbey of Saint-Denis. New Haven: Yale University Press. (Η ιστορία του Καθεδρικού Ναού στο Παρίσι και η σύνδεση της λατρείας του Denis με τον Διονύσιο τον Αθηναίο).
• Harnack, A. von (1924). The Mission and Expansion of Christianity in the First Three Centuries. London: Williams and Norgate. (Αναφορές για τη μεταστροφή των ευγενών Αθηναίων, όπως του Διονυσίου και της Δαμάριδος).
 • Γαϊσφόρδος, Θ. / Gaisford, T. (1848). Etymologicon Magnum seu verius lexicon saepissime vocabulorum origines indagans. Oxonii: Academicus Typographus. (Ἡ βασικὴ πηγὴ γιὰ τὴ λέξη «δάμαρ = σύζυγος» καὶ τὴν ἀνάλυση τῶν ὁμορρίζων παραγώγων).
• Κίρχνερ, Ἰ. / Kirchner, J. (1901–1903). Prosopographia Attica (Τόμοι 1-2). Berolini: Typis et impensis G. Reimeri. (Τὸ μνημειῶδες ἔργο ὅπου καταγράφονται τὰ ἀττικὰ ὀνόματα τῆς κλασικῆς περιόδου, περιλαμβανομένης τῆς ἐξέλιξης τῆς ρίζας «Δάμαλις > Δάμαρις» μέσω τοῦ φαινομένου τοῦ ρωτακισμοῦ).


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ & ΕΙΡΗΝΗ ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

✟

 Στὸ σταυροδρόμι τοῦ Ἰονίου Πελάγους, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἱστορία συναντᾶ τὸν μῦθο, ὑψώνονται ἀπομονωμένα τὰ νησιά τῶν Στροφάδων, δύο μικροὶ στεριανοὶ τόποι μὲ ἀπέραντη πνευματικὴ καὶ μυθολογικὴ κληρονομιά.
 Ἡ ὀνομασία τους, ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, παραπέμπει στὴν ξαφνικὴ «στροφὴ» ποὺ πῆραν οἱ φτερωτοὶ γιοὶ τοῦ Βορέα, οἱ Ἀθηναῖοι ἥρωες Ζήτης καὶ Κάλαϊς. 
  Κατὰ τὴν Ἀργοναυτικὴ Ἐκστρατεία, οἱ δύο θαρραλέοι Βορεάδες καταδίωξαν ὡς ἐδῶ τὶς Ἅρπυιες, τὰ μιαρὰ καὶ τρομακτικὰ πουλιά μὲ γυναικεῖα κεφάλια ποὺ βασάνιζαν τὸν τυφλὸ μάντη Φινέα. 
  Ἡ μυθολογικὴ λεπτομέρεια διασώζει ὅτι οἱ Βορεάδες, ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὸ ἀνελέητο κυνηγητό, ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἐξολοθρεύσουν τὰ τέρατα, ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ θεὰ Ἶρις.   Ὑποσχέθηκε ὅτι οἱ Ἅρπυιες δὲν θὰ ἐνοχλοῦσαν πλέον τὸν Φινέα, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ δύο ἥρωες νὰ «στρέψουν» πίσω, χαρίζοντας ἔτσι στὰ νησιὰ τὸ αἰώνιο ὄνομά τους (πρώην Πλωτά).
  Αὐτὸς ὁ τόπος τῆς μυθικῆς καταδίωξης καὶ τῆς σωτήριας «στροφῆς» ἔμελλε αἰῶνες ἀργότερα νὰ μεταμορφωθεῖ ἀπὸ καταφύγιο τεράτων σὲ λιμάνι θείας προστασίας.
 Ἡ ἴδια ἡ γεωγραφικὴ ἀπομόνωση ποὺ φιλοξένησε τὸν μῦθο, ὁδήγησε στὴν ἱστορικὴ σύνδεση τοῦ νησιοῦ μὲ τὴν Εἰρήνη Λασκαρίνα, ἡ ὁποία ναυάγησε στὰ ἴδια ἄγρια νερὰ καὶ βρῆκε σωτηρία στὴ Σταμφάνη. 


 Ἔτσι, ἡ μυθικὴ «στροφὴ» τῶν Βορεάδων προοιώνησε τὴν πνευματικὴ «στροφὴ» τῆς αὐτοκρατορικῆς θυγατέρας πρὸς τὸ Θεό, ἡ ὁποία ὡς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης ζήτησε τὴν ἀνέγερση τοῦ ἐμβληματικοῦ καστρομονάστηρου τὸ 1241.
  Ἡ Εἰρήνη Λασκαρίνα Παλαιολογίνα (περ. 1200 – 1240) ἦταν Αὐτοκράτειρα τῆς Νικαίας, πρωτότοκη κόρη τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νικαίας, Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη, καὶ τῆς Ἄννας Ἀγγελίνας.
  Ὡς ἡ μεγαλύτερη κόρη τοῦ αὐτοκράτορα, ἡ Εἰρήνη ἐξασφάλισε τὴ διαδοχὴ τοῦ θρόνου καὶ τὴ συνέχεια τῆς δυναστείας.
 Παντρεύτηκε ἀρχικὰ τὸν στρατηγὸ Ἀνδρόνικο Παλαιολόγο, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ δεσπότη καὶ προοριζόταν γιὰ διάδοχος, ἀλλὰ ἀπεβίωσε πρόωρα γύρω στὸ 1212. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πρώτου της συζύγου, παντρεύτηκε τὸν ἱκανὸ στρατιωτικὸ Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη.     
 Ὅταν ὁ πατέρας της πέθανε τὸ 1222, ὁ Βατάτζης τὴ διαδέχθηκε στὸν θρόνο ὡς συγκυβερνήτης, μὲ τὸ ζευγάρι νὰ ὁδηγεῖ τὸ κράτος τῆς Νικαίας σὲ μιὰ χρυσὴ ἐποχὴ ἀκμῆς.
 Ἀπέκτησε ἕναν γιό, τὸν μετέπειτα Αὐτοκράτορα Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη. Μετὰ τὴ γέννησή του, ἡ Εἰρήνη εἶχε ἕνα σοβαρὸ ἀτύχημα πέφτοντας ἀπὸ ἄλογο, γεγονὸς ποὺ τῆς προκάλεσε μόνιμη βλάβη καὶ δὲν τῆς ἐπέτρεψε νὰ κάνει ἄλλα παιδιά.
  Οἱ ἱστορικοὶ τῆς ἐποχῆς (ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀκροπολίτης) τὴν ἐξαίρουν γιὰ τὴ σεμνότητα, τὴ σύνεση καὶ τὸ φιλάνθρωπο ἔργο της, καθὼς ἀποτέλεσε ὑπόδειγμα ἠθικῆς γιὰ τὸ κράτος. Συνόδευε συχνά τὸν σύζυγό της στὶς ἐκστρατεῖες του καὶ προχώρησε σὲ μεγάλες δωρεὲς πρὸς μοναστήρια. 
 Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της, ἀποσύρθηκε σὲ μοναστήρι λαμβάνοντας τὸ μοναχικὸ ὄνομα Εὐγενία, ὅπου καὶ ἀπεβίωσε τὸ καλοκαίρι τοῦ 1240.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἱστορικὴ παράδοση, ἡ Εἰρήνη Λασκαρίνα συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς Στροφάδων.


ΜΟΝΗ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ 

 Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἡ Εἰρήνη ναυάγησε στὴν περιοχὴ καὶ βρῆκε καταφύγιο στὸ ἀπομονωμένο νησάκι Σταμφάνη τῶν Στροφάδων. Ὡς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ διάσωσή της, ζήτησε τὴ δημιουργία τοῦ μοναστηριοῦ.
 Τὸ ἐντυπωσιακὸ αὐτὸ καστρομονάστηρο χτίστηκε τὸ 1241. Ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἀπεβίωσε τὸ 1240, τὸ μοναστήρι ἀνεγέρθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα της, Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη (ἤ κατ' ἄλλες πηγές, μὲ τὴ συμβολὴ τοῦ συζύγου της Ἰωάννη Βατάτζη), ἐκπληρώνοντας τὴ δική της σφοδρὴ ἐπιθυμία.
 Ἡ μονὴ ἀφιερώθηκε ἀρχικὰ στὸν Σωτῆρα Χριστὸ (Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος) καὶ στὴν Παναγία τὴν «πάντων χαρά».
 Τὸ μοναστήρι ἀπέκτησε τεράστια ἱστορικὴ καὶ θρησκευτικὴ σημασία στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, καθὼς ἐκεῖ μόνασε καὶ τάφηκε ἀρχικὰ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, ὁ μετέπειτα πολιοῦχος τῆς Ζακύνθου[1].
  Τὸ Καστρομονάστηρο τῶν Στροφάδων στὴ νῆσο Σταμφάνη κρύβει πίσω του μιὰ συγκλονιστικὴ ἱστορία αἰώνων, γεμάτη ἀρχιτεκτονικὴ ἰδιοφυΐα, αἱματηρὲς ἐπιδρομὲς καὶ βαθιὰ πνευματικότητα.
  Τὸ συγκρότημα θεωρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἰδιαίτερα δείγματα ὀρθόδοξης μοναστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς σὲ ὁλόκληρη τὴ Μεσόγειο.
 Λόγω τοῦ φόβου τῶν ἐπιδρομέων, τὸ μοναστήρι δὲν χτίστηκε μὲ τὴ συνήθη ἀνοιχτὴ διάταξη, ἀλλὰ ὡς ἕνας πελώριος ἀμυντικὸς καστρόπυργος μὲ τείχη ποὺ ἀγγίζουν τὰ 25 μέτρα ὕψος.
  Σὲ ἀντίθεση μὲ σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια ὅπου ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία (Καθολικό) βρίσκεται ἐλεύθερη στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς, στὶς Στροφάδες τὸ Καθολικὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος εἶναι ἐνσωματωμένο μέσα στὸν ἴδιο τὸν πύργο, στὸν πρῶτο ὄροφο, γιὰ λόγους ἀπόλυτης ἀσφάλειας.
 Τὸ ἀρχικὸ κτίσμα τοῦ 13ου αἰώνα ἐνισχύθηκε καὶ ἀνακαινίστηκε ριζικὰ γύρω στὸ 1440 ἀπὸ τὸν Βυζαντινὸ Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ Παλαιολόγο.
 Ἡ ἱστορικὴ σχέση τῆς Μονῆς Στροφάδων μὲ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη εἶναι ἄμεση καὶ πηγάζει ἀπὸ τὸν κοινό του βίο μὲ τὴ σύζυγό του, Εἰρήνη Λασκαρίνα.
  Ἂν καὶ πολλὲς πηγὲς ἀποδίδουν τὴν ἵδρυση στὸν πατέρα τῆς Εἰρήνης, Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη, ἡ ἱστορικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση συνδέει στενὰ τὸν ἴδιο τὸν Βατάτζη μὲ τὴν ὑλοποίηση, τὴ χρηματοδότηση καὶ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου γιὰ συγκεκριμένους λόγους.
 Ἡ ἐκπλήρωση τοῦ τάματος τῆς συζύγου του ἦταν μιὰ ὑπόσχεση ζωῆς γιὰ τὸν Ἅγιο Βασιλέα. 
 Ὅταν ἡ Εἰρήνη κινδύνεψε νὰ πνιγεῖ σὲ τρικυμία καὶ σώθηκε στὸ νησὶ τῶν Στροφάδων, ἔκανε τάμα στὴν Παναγία, ποὺ ἔσωσε τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴν σφοδρὴ κακοκαιρία, νὰ χτιστεῖ ἐκεῖ ἕνα μοναστήρι.
 Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης, ὡς συγκυβερνήτης τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νικαίας καὶ βαθιά ἀφοσιωμένος σύζυγος, ἀνέλαβε προσωπικὰ τὴν ἐκτέλεση τῆς ἐπιθυμίας της.
 Καθὼς ἡ Εἰρήνη ἀπεβίωσε πρόωρα τὸ 1240, ὁ Βατάτζης ἐπιτάχυνε τὶς διαδικασίες, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ καστρομονάστηρο νὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ 1241, λειτουργώντας καὶ ὡς ἕνα μνημεῖο στὴ μνήμη τῆς ἀγαπημένης του αὐτοκράτειρας.
 Οἱ Στροφάδες βρίσκονταν σὲ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνο σημεῖο στὸ Ἰόνιο Πέλαγος, ἐκτεθειμένο σὲ πειρατές. Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει μιὰ κοινότητα μοναχῶν ἐκεῖ, χρειάζονταν τεράστια οἰκονομικὴ ὑποστήριξη. 
 Ὁ Βατάτζης διέθεσε αὐτοκρατορικοὺς πόρους γιὰ νὰ χτιστεῖ τὸ μοναστήρι ἐξ ἀρχῆς μὲ τὴ μορφὴ ὀχυρωμένου φρουρίου (καστρόπυργου), στέλνοντας τεχνῖτες καὶ ὑλικά.
 Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν εὐρύτερη Φιλομοναστικὴ Πολιτικὴ τοῦ Βατάτζη. Ἡ ἵδρυση τῶν Στροφάδων δὲν ἦταν μεμονωμένο γεγονός, ἀλλὰ ἐντασσόταν στὸ εὐρύτερο ὅραμα τοῦ Ἰωάννη Βατάτζη.
 Ὁ αὐτοκράτορας αὐτός (ὁ ὁποῖος ἔχει ἁγιοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων) φημιζόταν γιὰ τὴν ἀνέγερση καὶ ἐνίσχυση ναῶν, νοσοκομείων καὶ μοναστηριῶν (ὅπως ἡ περίφημη Μονὴ Σωσάνδρων στὴ Μικρὰ Ἀσία).
  Χτίζοντας τὸ μοναστήρι στὶς Στροφάδες, τὸ ζευγάρι ἤθελε νὰ δημιουργήσει ἕνα πνευματικὸ προπύργιο στὴν εἴσοδο τοῦ Ἰονίου, ἐνισχύοντας τὴν ὀρθόδοξη παρουσία σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν ἀκόμη ὑπὸ τὴν κατοχὴ τῶν Λατίνων Σταυροφόρων.
 Ἔτσι, ὁ Ἰωάννης Βατάτζης θεωρεῖται στὴν ἱστορία τῆς μονῆς ὡς ὁ Μέγας Κτήτωρ ποὺ μετέτρεψε τὸ ὅραμα τῆς συζύγου του σὲ ἕνα ζωντανὸ καὶ ἀπόρθητο γιὰ αἰῶνες θρησκευτικὸ κάστρο.
  Ὁ Ἰωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης δὲν ἔμεινε στὴν ἱστορία μόνο ὡς ἕνας σπουδαῖος στρατηγός, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ λαοφιλεῖς ἡγεμόνες τοῦ Βυζαντίου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸν κατέταξε στὴ χορεία τῶν Ἁγίων ὡς Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Βατάτζη τὸν Ἐλεήμονα (ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 4 Νοεμβρίου).


ΆΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ ΠΑΤΗΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

 Σὲ μιὰ ἐποχὴ μεγάλων κρίσεων, ὁ Βατάτζης ἀναδιοργάνωσε τὴν οἰκονομία, περιόρισε τὴν πολυτέλεια τῆς αὐλῆς καὶ ἵδρυσε παντοῦ πτωχοκομεῖα, νοσοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ βιβλιοθῆκες.
 Παράλληλα ἐνθάρρυνε τὴν ἐγχώρια παραγωγὴ καὶ τὴ γεωργία. Μάλιστα, ὁ ἴδιος διατηροῦσε ἕνα πρότυπο βασιλικό ἀγρόκτημα.
 Ἀπὸ τὰ κέρδη τῶν αὐγῶν τοῦ κτήματος, ἀγόρασε ἕνα χρυσὸ στέμμα μὲ μαργαριτάρια γιὰ τὴ σύζυγό του, τὸ ὁποῖο ὀνόμασε «ποδάτο» (στεφάνι ἀπὸ αὐγά), γιὰ νὰ ἀποδείξει συμβολικὰ ὅτι ἡ σωστὴ διαχείριση τῆς γῆς μπορεῖ νὰ φέρει πλοῦτο χωρὶς τὴν καταπίεση τοῦ λαοῦ.
  Μετὰ τὸν θάνατό του τὸ 1254, τάφηκε στὴ Μονὴ Σωσάνδρων. Ὅταν λίγα χρόνια ἀργότερα ἔγινε ἐκταφὴ γιὰ νὰ μεταφερθεῖ τὸ λείψανό του στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ σῶμα του βρέθηκε ἀδιάφθορο, εὐωδιάζον καὶ μὲ τὴν ὄψη ζωντανοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λαϊκὴ λατρεία γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του ἐξαπλώθηκε γρήγορα ἀπὸ τὴ Μικρά Ἀσία μέχρι τὴ Θράκη.
 Ἡ μυθικὴ «στροφὴ» τῶν Ἀθηναίων Βορεάδων, τοῦ Ζήτη καὶ τοῦ Κάλαϊς, στὰ ἀπομονωμένα νησιὰ τοῦ Ἰονίου, συνδέεται μὲ ἕναν ἀόρατο ἀλλὰ βαθὺ νῆμα μὲ τὴ θρακικὴ γῆ, τὸν γενέθλιο τόπο τῆς μεγάλης στρατιωτικῆς οἰκογένειας τῶν Βατάτζηδων.  
 Ἀπό τὸ Διδυμότειχο τῆς Θράκης, τὴν πατρίδα τοῦ Ἰωάννη Βατάτζη, ξεπήδησε ἕνας ἡγεμόνας ποὺ ἔμελλε νὰ ἐνσαρκώσει τὰ ἰδανικὰ τῆς κλασικῆς ἀθηναϊκῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ ἡρωικοῦ πνεύματος. 
 Στὸ πεδίο τῆς μάχης, ὁ Βατάτζης ἀναδείχθηκε σὲ ἕναν βυζαντινό Θησέα. Μὲ στρατηγικὴ ἰδιοφυΐα καὶ ἀπαράμιλλη πολεμικὴ δεινότητα, ἀντιμετώπισε τοὺς Φράγκους καὶ τοὺς ποικίλους ἐπιδρομεῖς, ἐξαφανίζοντας τὶς ἀπειλὲς γιὰ τὴν αὐτοκρατορία ὅπως ἀκριβῶς ὁ μυθικὸς βασιλιὰς τῆς Ἀθήνας καθάρισε τοὺς δρόμους ἀπὸ τὰ τέρατα καὶ τοὺς ληστές. 
 Παράλληλα, ὁ Ἅγιος Αὐτοκράτορας κόσμησε τὸν δημόσιο βίο ὡς ἕνας Περικλῆς τῆς Ρωμηοσύνης. Μὲ ρητορικὴ δεινότητα, πολιτικὴ σύνεση καὶ πνευματικὸ ἐκτόπισμα, ἀναδιοργάνωσε τὸ κράτος τῆς Νίκαιας, περιόρισε τὶς αὐθαίρετες πολυτέλειες καὶ ἵδρυσε ναούς, βιβλιοθῆκες καὶ εὐαγῆ ἱδρύματα.
 Αὐτὸς ὁ πνευματικὸς δεσμὸς δὲν εἶναι τυχαῖος, καθὼς ἤδη ἀπὸ τὰ προϊστορικὰ χρόνια οἱ ἐπιγαμίες μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Θρακιωτῶν, ἀλλά καὶ οἱ πολλαπλοὶ ἀποικισμοί, εἶχαν σφυρηλατήσει μιὰ βαθιὰ συγγένεια ἀνάμεσα στοὺς δύο κόσμους.
 Ἔτσι, ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Κτήτωρ τῆς Μονῆς Στροφάδων, κουβαλώντας τὴν αὔρα τῆς Θράκης, ἕνωσε στὸ πρόσωπό του τὴ φτερωτὴ ὁρμὴ τῶν Βορεάδων μὲ τὴν πολεμικὴ καὶ πνευματικὴ δόξα τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, μετατρέποντας τὸ τάμα τῆς συζύγου του σὲ ἕνα ἀπόρθητο κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας.
 Διατί ὅμως ὅλες αὐτὲς οἱ φιλοφρονήσεις; Ἡ μικρὴ ἱστορικὴ ἀνασκόπηση τῆς περιοχῆς τῶν Ἑπτανήσων μᾶς ἐνημερώνει γιὰ τὴν κατάσταση τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη ποὺ οἱ Λατίνοι Ρωμαιοκαθολικοὶ ἦταν μιὰ μεγάλη ἀπειλή. 
 Ἐν ὀλίγοις, ἡ περίοδος ἵδρυσης τῆς μονῆς (1241) συμπίπτει μὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ταραγμένες περιόδους τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὴ Λατινοκρατία. 
  Μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, ὁ ἑλλαδικὸς χῶρος εἶχε διαμελιστεῖ.
 Ὅταν ὁ Βατάτζης ἔχτιζε τὶς Στροφάδες, ἡ γειτονικὴ Ζάκυνθος καὶ ἡ Κεφαλονιὰ δὲν ἐλέγχονταν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, ἀλλὰ ἀποτελοῦσαν τὴν Κομητεία τῆς Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου ὑπὸ τὴ διοίκηση τῆς ἰταλικῆς οἰκογένειας τῶν Ὀρσίνι (Orsini).
 Οἱ Λατίνοι ἡγεμόνες προσπαθοῦσαν συχνὰ νὰ ἐπιβάλουν τὸν Καθολικισμὸ στοὺς ντόπιους πληθυσμούς. Ἡ ἵδρυση τῶν Στροφάδων ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας ἀκριβῶς "κάτω ἀπὸ τὴ μύτη" τῶν Λατίνων φεουδαρχῶν ἦταν μιὰ κίνηση ὑψηλῆς θρησκευτικῆς καὶ πολιτικῆς στρατηγικῆς.
 Τὸ μοναστήρι λειτούργησε ὡς πνευματικὸς φάρος καὶ καταφύγιο γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους πληθυσμοὺς τῶν Ἑπτανήσων καὶ τῆς Πελοποννήσου, κρατώντας ζωντανὴ τὴ σύνδεση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων μὲ τὴ βυζαντινὴ παράδοση, μέχρι καὶ τὴν τελικὴ ἀνάκτηση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1261.
 Ἐπὶ τούτου ἂς ἀναφερθοῦν λίγα σχόλια γιὰ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ δομὴ τοῦ πύργου τῆς μονῆς.
  Ὁ πύργος τῆς Μονῆς Στροφάδων ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σπάνια καὶ ἐντυπωσιακὰ δείγματα ὀχυρωμένης μοναστηριακῆς ἀρχιτεκτονικῆς σὲ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικό κόσμο. 
 Ἡ δομή του δὲν θυμίζει κλασικὸ μοναστήρι, ἀλλὰ ἕνα ἀπόρθητο μεσαιωνικὸ φρούριο. Λόγω τοῦ μεγάλου σεισμοῦ τοῦ 1997, τὸ κτίριο ὑπέστη σοβαρὲς ζημιές, γεγονὸς ποὺ ἐπέτρεψε στοὺς ἀρχιτέκτονες καὶ ἀρχαιολόγους νὰ μελετήσουν σὲ βάθος τὴν ἐσωτερική του δομή.
 Ὁ κεντρικός πύργος δεσπόζει στὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος. Ἔχει τετράγωνη κάτοψη καὶ τὸ ὕψος του φτάνει τὰ 25 μέτρα, προσφέροντας ὁρατότητα σὲ τεράστια ἀπόσταση μέσα στὸ Ἰόνιο Πέλαγος. 
 Οἱ ἐξωτερικοὶ τοῖχοι εἶναι ἐξαιρετικὰ παχεῖς, κατασκευασμένοι ἀπὸ ἰσχυρὴ λιθοδομὴ γιὰ νὰ ἀντέχουν τόσο στὰ βλήματα τῶν κανονιῶν ὅσο καὶ στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Στὴν κορυφὴ τοῦ πύργου ὑπῆρχαν πολεμίστρες (ἐπάλξεις) καὶ σκοπιές, ποὺ ἐπέτρεπαν στοὺς μοναχοὺς νὰ ἀμύνονται.  
 Ἡ πρόσβαση στὸν πύργο γινόταν ἀπὸ μία μοναδική, βαριὰ καὶ στενὴ πύλη, ἡ ὁποία ἀσφαλιζόταν μὲ εἰδικοὺς μηχανισμοὺς καὶ ξύλινες δοκοὺς (ἀμπάρες) γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τῶν ἐπιδρομέων.
 Ὁ πύργος εἶναι πολυώροφος καὶ σχεδιάστηκε ἔτσι ὥστε νὰ ἐξασφαλίζει τὴν πλήρη αὐτάρκεια καὶ ἐπιβίωση τῆς ἀδελφότητος σὲ περιπτώσεις πολυήμερης πολιορκίας.
 Στὸ ἰσόγειο βρίσκονταν οἱ χῶροι ὑποδομῆς, οἱ ἀποθῆκες τροφίμων (σιταποθῆκες), τὸ ἐλαιοτριβεῖο, τὸ κρασοποιεῖο καὶ τὸ μαγειρεῖο. Τὸ πιὸ κρίσιμο στοιχεῖο ἦταν οἱ μεγάλες ὑπόγειες δεξαμενὲς νεροῦ (στέρνες), ποὺ μάζευαν τὸ βρόχινο νερό, ἐξασφαλίζοντας πόσιμο νερὸ σὲ ἕνα ἄνυδρο νησί.
 Στὸν πρῶτο ὄροφο βρίσκεται τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ἰδιαιτερότητα τῶν Στροφάδων.
 Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ ἄλλα μοναστήρια ὅπου ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία εἶναι ἀνεξάρτητο κτίριο στὴν αὐλή, ἐδῶ ὁ Ναὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος εἶναι ἐνσωματωμένος μέσα στὸν ἴδιο τὸν πύργο. 
 Ὁ ναὸς εἶναι μικρός, κατανυκτικός, μὲ βαριὲς καμάρες, σχεδιασμένος γιὰ νὰ προστατεύεται ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιθέσεις.
 Στὸν δεύτερο καὶ τρίτο ὄροφο ἐκτείνεται ἡ διοίκηση καὶ τὰ ἐνδιαιτήματα, ὅπου βρίσκονταν τὰ κελιά τῶν μοναχῶν, τὸ Ἡγουμενεῖο, καθὼς καὶ ἡ ἱστορικὴ βιβλιοθήκη τῆς μονῆς, ἡ ὁποία κάποτε φιλοξενοῦσε σπάνια χειρόγραφα καὶ κειμήλια (πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα χάθηκαν στὶς ἐπιδρομὲς ἢ μεταφέρθηκαν ἀργότερα στὴ Ζάκυνθο).
 Στὸ ἀνώτερο τμῆμα τοῦ πύργου, ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο καὶ σὲ καίρια σημεῖα τῶν τειχῶν, ὑπῆρχαν οἱ καταχύστρες (ἢ ζεματίστρες). Ἦταν εἰδικὰ ἀνοίγματα στὸ δάπεδο τῶν προεξοχῶν τοῦ πύργου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οἱ ἀμυνόμενοι μοναχοὶ ἔριχναν καυτὸ λάδι, νερὸ ἢ λιωμένο λαρδὶ στοὺς πειρατὲς ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ διασπάσουν τὴν πύλη ἢ νὰ σκαρφαλώσουν στὰ τείχη.
 Ὁ πύργος περιβάλλεται ἀπὸ ἕνα χαμηλότερο ὀχυρωματικὸ τεῖχος ποὺ σχηματίζει μιὰ μικρὴ ἐσωτερικὴ αὐλή.        
  Ἐφαπτόμενα στὸν πύργο ἢ κατὰ μῆκος τοῦ τείχους χτίστηκαν μεταγενέστερα βοηθητικοὶ χῶροι, ὅπως ξενώνες (ἀρχονταρίκι), νοσοκομεῖο καὶ ἕνας δεύτερος, μικρότερος ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Γεώργιο, ὁ ὁποῖος χρησίμευε καὶ ὡς κοιμητήριο.
  Μετὰ τὸν καταστροφικό σεισμὸ τοῦ 1997, τὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ἐκκλησία ξεκίνησαν ἕνα γιγαντιαῖο ἔργο ὑποστύλωσης καὶ ἀποκατάστασης τοῦ πύργου, προκειμένου νὰ διασωθεῖ αὐτὸ τὸ μοναδικό ὀχυρωματικὸ μνημεῖο τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς κληρονομιᾶς μας.
 Ὡστόσο, ἡ πρώτη ἀνακαίνιση τοῦ καστρομονάστηρου συντελέστηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Η΄ Παλαιολόγο (1440).
Δύο αἰῶνες μετὰ τὴν ἵδρυσή της ἀπὸ τὸν Βατάτζη, ἡ Μονὴ Στροφάδων εἶχε ὑποστεῖ σοβαρὲς ζημιὲς ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὶς πρῶτες πειρατικὲς ἐπιθέσεις.
 Τότε ἐμφανίζεται ὁ προτελευταῖος αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ὁ Ἰωάννη Η΄ Παλαιολόγος. Τὸ 1440, ὁ Ἰωάννης Η΄ ἀποφασίζει νὰ χρηματοδοτήσει μιὰ ριζικὴ ἀνακαίνιση καὶ ἐπέκταση τῆς μονῆς. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Αὐτοκρατορία κατέρρεε ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴ πίεση καὶ οἱ Στροφάδες ἀποτελοῦσαν ἕνα κρίσιμο, ἀπομονωμένο φυλάκιο στὸ Ἰόνιο.
 Ὁ Παλαιολόγος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔδωσε στὸ μοναστήρι τὴ σκληρὴ φρουριακὴ μορφὴ ποὺ θαυμάζουμε σήμερα. Ἐνίσχυσε τὰ ἐξωτερικὰ τείχη, μεγάλωσε τὸν κεντρικὸ πύργο καὶ μετέτρεψε τὸ μοναστήρι σὲ ἕνα πραγματικὸ ἀπόρθητο ὀχυρό, ἱκανὸ νὰ ἀντέξει πολυήμερες πολιορκίες ἀπὸ πειρατὲς καὶ ξένους στόλους.
  Κλείνοντας, ἡ Μονὴ τῶν Στροφάδων δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα μνημεῖο τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς κληρονoμιᾶς, ἀλλὰ ἕναν διαχρονικὸ πνευματικὸ φάρο. Μέσα ἀπὸ τὶς πέτρες τοῦ ἐμβληματικοῦ αὐτοῦ καστρόπυργου, οἱ ἀρχαῖοι μῦθοι τῶν Βορεάδων συναντοῦν τὶς αὐτοκρατορικὲς δωρεὲς τῆς δυναστείας τῶν Λασκαριδῶν καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ προστάτη τῆς Ζακύνθου. 
 Στὸ ἐπίκεντρο αὐτῆς τῆς μακρᾶς πορείας δεσπόζει ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Βατάτζη, τοῦ «βυζαντινοῦ Θησέως» καὶ «Περικλέους τῆς Ρωμηοσύνης», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πολεμικὴ καὶ ρητορική του δεινότητα μετέτρεψε τὸ εὐσεβὲς τάμα τῆς συζύγου του σὲ ἕνα ἀπόρθητο προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Ἰόνιο.
 Ὁ ἀπομονωμένος αὐτὸς βράχος στὸ Ἰόνιο Πέλαγος, ποὺ ἄντεξε σὲ πειρατικὲς ἐπιδρομές, σφαγὲς καὶ καταστρεπτικοὺς σεισμούς, συνεχίζει νὰ ἐκπέμπει ἕνα αἰώνιο μήνυμα πίστεως, ἀρχιτεκτονικῆς ἰδιοφυΐας καὶ ψυχικῆς ἀντοχῆς. 
 Ἡ διάσωση καὶ ἡ ἀποκατάστασή του εἶναι χρέος τιμῆς πρὸς τὴν ἱστορία, προκειμένου τὸ τάμα τῆς Εἰρήνης Λασκαρίνα νὰ παραμείνει ζωντανὸ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων.

ΧΑΙΡΕΤΕ!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἡ ἱστορία τῶν Στροφάδων εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν προστάτη τῆς Ζακύνθου. Τὸ 1568, ὁ Ζακυνθινὸς εὐγενὴς Δραγανῖγος Σιγοῦρος ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ μὲ τὸ ὄνομα Δανιήλ (ἀργότερα Διονύσιος) καὶ τὸ 1570 ἀνέλαβε χρέη Ἡγουμένου. Ἐκεῖ διαδραματίστηκε τὸ πιὸ γνωστὸ περιστατικὸ τῆς ζωῆς του, ὅταν κατέφυγε στὸ μοναστήρι ὁ κυνηγημένος δολοφόνος τοῦ ἴδιου του τοῦ ἀδελφοῦ. Ὁ Ἅγιος, ξεπερνώντας τὸν προσωπικὸ πόνο, τὸν συγχώρεσε, τὸν ἔκρυψε καὶ τὸν βοήθησε νὰ διαφύγει. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐκοιμήθη τὸ 1622 καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του, τάφηκε στὶς Στροφάδες. Ὅταν ἀργότερα ἔγινε ἡ ἐκταφή, τὸ σῶμα του βρέθηκε ἀδιάφθορο καὶ εὐωδιάζον.
Εὑρισκόμενο ἀπομονωμένο στὴ μέση τοῦ πελάγους, τὸ μοναστήρι ἀποτελοῦσε μόνιμο καὶ εὔκολο στόχο γιὰ τοὺς πειρατές. Τὸ μοναστήρι γνώρισε ἄγριες λεηλασίες, μὲ κυριότερες αὐτὲς τῶν Σαρακηνῶν τὸ 1530/1538, ὅπου οἱ μοναχοὶ σφαγιάστηκαν ἄγρια. Στὶς 19 Αὐγούστου 1717, Ἀγαρηνοὶ (μουσουλμάνοι) πειρατὲς ἐπιτέθηκαν μὲ τρομερὴ μανία. Λεηλάτησαν τὴ μονή, ἔσφαξαν τοὺς μοναχοὺς καὶ προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές (μάλιστα, ἀκρωτηρίασαν τὰ χέρια τοῦ Σκηνώματος τοῦ Ἁγίου ψάχνοντας γιὰ πολύτιμα ἀντικείμενα). Οἱ ἐλάχιστοι μοναχοὶ ποὺ ἐπέζησαν ἀπὸ τὴ σφαγὴ τοῦ 1717 πῆραν τὸ Ἱερὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ μετέφεραν γιὰ ἀσφάλεια στὴ Ζάκυνθο, ὅπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα στὸν ὁμώνυμο μεγαλοπρεπὴ ναὸ τῆς πόλης. Μαζὶ μεταφέρθηκε καὶ ἡ ἐπίσημη ἕδρα τῆς Μονῆς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Γεώργιος Ἀκροπολίτης, Χρονικὴ Συγγραφή (Georgii Acropolitae Opera, ed. A. Heisenberg). (Βασικὴ πρωτογενὴς πηγή, στὴν ὁποία ἐξαίρεται ἡ προσωπικότητα, ἡ σύνεση καὶ τὸ φιλάνθρωπο ἔργο τῆς Αὐτοκράτειρας Εἰρήνης Λασκαρίνας).
•Νικηφόρος Γρηγορᾶς, Ρωμαϊκὴ Ἱστορία. (Παρέχει πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ πολιτική, τὰ ἀγροτικὰ μέτρα [τὸ «ποδάτο» στέμμα] καὶ τὴ φιλομοναστικὴ δράση τοῦ Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη).
•ΑSubscription, M. (1999). The Empire of Nicaea: A Byzantine Government in Exile (1204–1261). (Συνολικὴ μελέτη γιὰ τὴν οἰκονομικὴ καὶ θρησκευτικὴ στρατηγικὴ τῆς δυναστείας τῶν Λασκαριδῶν).
•Μαμαλούκος, Στ. (2018). Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ τὸ οἰκοδομικὸ χρονικὸ τῆς Μονῆς Στροφάδων Academia.edu. (Ἐμπεριστατωμένη ἀρχιτεκτονικὴ ἀποτύπωση καὶ δομικὴ ἀνάλυση τοῦ φρουριακοῦ συγκροτήματος μετὰ τοὺς σεισμούς).
•Μουσούρας, Δ. (2003). Αἱ μοναὶ Στροφάδων καὶ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κρημνῶν Ζακύνθου: μελέτη φιλολογικὴ καὶ παλαιογραφική. Ἀθήνα: Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Στροφάδων καὶ Ἁγίου Διονυσίου Pinakes IRHT. (Διδακτορικὴ διατριβή, ἐξαιρετικὴ γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν χειρογράφων καὶ τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς τῆς μονῆς).
•McCabe, R. & Ψυχογιός, Κ. (2018). Ὁ τελευταῖος μοναχὸς τῶν Στροφάδων: Ἀναφορά ἀπό ἕνα ἄγνωστο νησί τοῦ Ἰονίου. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Πατάκη / Ἀποστολικὴ Διακονία PoliteiaNet. (Σημαντικὸ ἱστορικὸ καὶ φωτογραφικό τεκμήριο ποὺ περιλαμβάνει τὴ μαρτυρία τοῦ τελευταίου ἐρημίτη π. Γρηγορίου καὶ ἀναλύσεις γιὰ τὴ γεωλογία καὶ τὸ οἰκοδομικὸ χρονικό).
•Ξεπαπαδάκος, Γ. (2009). Ζάκυνθος: Ἄγιος Διονύσιος: Μονὴ Στροφάδων καὶ μεταβυζαντινά μνημεῖα. (Φωτογράφιση Μ. Κουρῆ). Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἔθνος MetaBook.
• Ἀπομνημονεύματα τῆς νήσου Ζακύνθου. Κέρκυρα. (Περιλαμβάνει λεπτομερεῖς καταγραφὲς γιὰ τὴ σφαγὴ τῶν μοναχῶν ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς [1530/1538] καὶ τὴν ἐπίθεση τῶν Ἀγαρηνῶν τὸ 1717).
• Miller, W. (1908). The Latins in the Levant: A History of Frankish Greece (1204–1566). (Εἰδικὰ γιὰ τὸ καθεστὼς τῆς Κομητείας Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου ὑπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Ὀρσίνι, ποὺ ἐξηγεῖ τὴ γεωπολιτικὴ σκοπιμότητα τῆς ἵδρυσης τῆς Μονῆς).
• Κόντογλου, Φ. (1962). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατάτζης ὁ Ἐλεήμων, ὁ βασιλιὰς ὁ ἀληθινός. Ἀθήνα. (Πνευματικὴ καὶ ἱστορικὴ προσέγγιση τῆς ἁγιότητας τοῦ αὐτοκράτορα).
• Μαρίνος, Ν. (1801). Βίος, Πολιτεία καὶ Θαύματα τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Διονυσίου, Ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης τοῦ θαυματουργοῦ. Βενετία. (Ἡ παλαιότερη ἐπίσημη βιογραφία τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἐξιστορεῖται τὸ περιστατικὸ τῆς συγχώρεσης τοῦ φονέα τοῦ ἀδελφοῦ του στὶς Στροφάδες).
• Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, Βιβλίο Β΄ (στ. 260–300). (Ἡ βασικὴ πηγὴ γιὰ τὴν καταδίωξη τῶν Ἁρπυιῶν ἀπὸ τοὺς Βορεάδες Ζήτη καὶ Κάλαϊ, καθὼς καὶ γιὰ τὴ μετονομασία τῶν νησιῶν ἀπὸ «Πλωτά» σὲ «Στροφάδες»).
• Βιργίλιος, Αἰνειάδα (Aeneid), Βιβλίο III, 209 κ.ἑ. (Περιγραφή τῆς συνάντησης τοῦ Αἰνεία μὲ τὶς Ἅρπυιες στὰ νησιὰ τῶν Στροφάδων).
• Kollias, A. N. The Strophades Islands in the Texts of the Ancient Writers Scribd Document. (Συλλογὴ καὶ σχολιασμὸς ἀρχαίων πηγῶν γιὰ τὸ νησιωτικὸ σύμπλεγμα).