ЭIЄ
ΤΟ ΜΠΕΛΚΑΝΤΟ ΗΤΟΙ ΚΑΛΛΙΦΩΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑΤΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
Στὰ μουσικὰ δρώμενα τῶν παλαιοτάτων ἐκείνων χρόνων εἰσάγω τὴν παρούσαν μελέτην, ἐνισχύοντας τὴν ἄποψιν ὅτι ὁ πολιτισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία συνεχὴς καὶ ἀέναος ἀνακύκλησις.
Τὸ κύριο θέμα ἀφορᾶ τὴν ὑψηλὴ τέχνη του τραγουδίσματος στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ποὺ ἀποδίδεται μὲ τὴν φράση καλλιφωνία.
Στὸ ἔργο τοῦ Πλουτάρχου «Βίοι Παράλληλοι: Θησεὺς» (κεφάλαιο 21), ἡ στάση τοῦ Θησέα στὴ Δῆλο κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κρήτη ἀποτελεῖ κεντρικὸ σημεῖο τῆς διήγησης.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀποβίβασης εἰς Δῆλον, ὁ βιογράφος τοῦ ἥρωος, παραδίδει λεπτομερῶς τὴν τελετουργικὴ μυσταγωγία ποὺ ἐξετέλεσε ὁ Θησεὺς μετὰ τῶν ἀπελευθερωθέντων Ἀθηναίων.
Μέσα ἀπό τήν περιγραφή τοῦ συγκεκριμένου ἐδαφίου, προκύπτει ὅτι συντελεῖτε μουσικὴ ἐκτέλεσης τοῦ ὁμίλου χοροστατοῦντος τοῦ ἡγήτορα κιθαρωδοῦ Θησέως κατὰ τὴν ἔξοδο τοὺς ἐκ τοῦ πλεουμένου.
Τὸ ἐδάφιον λέγει: «...ἐκ δὲ τῆς Κρήτης ἀποπλέων εἰς Δῆλον κατέσχε... καὶ τοῖς νέοις ἐχόρευσεν, ἣν καὶ νῦν ἔτι χορεύουσιν Ἀθηναῖοι, τὴν τοῦ γεράνου ... καὶ φὰσὶν ἐπιφανεῖς αὐτὸν τῇ ὥρᾳ καὶ τῇ καλλιφωνὶᾳ γενέσθαι...»(Θησεὺς, κεφ. 22).
Ἡ περιγραφή της «καλλιφωνίας» καὶ τῆς ἐντυπωσιακῆς ἐμφάνισης τῶν Ἀθηναίων νέων ἐμφανῶς δεικνύει τὴν ὑψηλὴ τέχνη του χοροδράματος τοῦ ὁποίου τὴν σύνθεση πραγματοποίησε ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου τῆς Ἀθήνας, Θησέας.
Ἰδοὺ ἡ πλευρὰ Β' τοῦ ἀγγείου Φρανσουὰ(francois) τοῦ 630 π.Χ. Παρουσιάζει
τὴν ἀπόβαση τοῦ Θησέως εἰς τὴν ἱερὰ νῆσο Δῆλο μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν ἑπτὰ νέων καὶ ἑπτὰ νεανίδων παρθένων. Ἀρχηγὸς τῆς πομπῆς ὁ ἥρωας ἐμφανιζόμενος, ὄχι ὅμως ὡς μαχητῆς, ἀλλά, ὡς ἱερέας κιθαρωδός. Πίσω του ἀκολουθεῖ ὁ χορὸς τῶν καλλιφώνων ἰηθέων[Παρθένων] ἤτοι καὶ Μπελκάντο ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση.
Ἡ ἀγγειογραφία, τοῦ ἀγγείου Φρανσουὰ(francois) 630 π.Χ. παρ' ὅτι εἶναι κατὰ αἰῶνες ἀρχαιότερη τῆς περιγραφῆς τοῦ Πλουτάρχου ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸ πραγματικὸ στιγμιότυπο τοῦ ἐλλιμενισμοῦ του Θησέως εἰς Δῆλον.
Μὲ τὴν παραπομπὴ τοῦ ἐν λόγῳ ἐδαφίου, ὁ Πλούταρχος, γνωστοποιεῖ ὅτι, ὁ Θησέας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κρήτη, σταμάτησε γιὰ λίγο χρόνο στὴ Δῆλο.
Ἐκεῖ, εἰσήγαγε ἕναν χορὸ ἢ χορόδραμα (τὸν «γέρανο»)[1] ποὺ χόρευαν οἱ νέοι καὶ οἱ νέες γύρω από τον Κεράτινο βωμό. Ποιός όμως είχε μυήση τον Θησέα στη μουσική και ιδίως στην κιθαρωδική τέχνη;
Ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς καὶ συγγραφεὺς Ξενοφῶν, ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ «Κυνηγετικός», ἐπισημαίνει τὴν εἰς Πήλιον μετάβασιν τοῦ ἥρωος ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ, προκειμένου νὰ διδαχθῇ τὰς πολεμικὰς τέχνας (τὴν στρατηγικὴν καὶ τὴν σωματικὴν ἀντοχήν), τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ἀρετήν, ὡς καὶ τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν μουσικὴν ἁρμονίαν.
Ἐπιβεβαιώνεται, πράγματι, ἡ ἔφεση (τὸ ταλέντο) του πρὸς τὴ μουσικὴ καὶ τὴν κιθαρωδία, ἀφοῦ ὁ παπποῦς του, ὁ Ἐρεχθέας, ὑπῆρξε διαγωνιζόμενος καὶ βραβευμένος στὴν τέχνη τοῦ Ἀπόλλωνα.
Συνάμα, στὴν περαιτέρω περιγραφή ἐπισημαίνετε ὅτι, οἱ Ἀθηναῖοι διασωθέντες(οἱ ἑπτὰ νέοι καὶ ἑπτὰ νέες) ξεχώριζαν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους (τῇ ὥρᾳ) καὶ τὴν καλλιφωνία τους, δηλαδὴ τὴν ἐξαιρετική ὡραία φωνή τους.
Ἡ καλλιφωνία τῶν Ἀθηναίων παίδων καὶ τοῦ Θησέως συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν δοξασία τοῦ κιθαρωδοῦ Θεοῦ Ἀπόλλωνος στὴ Δῆλο, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔνδειξη προπορεύσεως τῶν Ἀθηναίων γόνων ἔναντι τῶν Κρητῶν καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἑλλήνων.
Ὁ Πλούταρχος, σὲ ὅλο τὸν βίο τοῦ Θησέα, τονίζει τὴν εὐγένεια, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν σωματική - πνευματικὴ ρώμη τῶν νέων Ἀθηναίων ποὺ ἡγεῖται ὁ Θησέας.
Ἐν τούτοις, πραγματοποιῶν μίαν ἑτεροχρονισμένην παρεμβολήν, ἐπισημαίνω ὅτι ἡ καλλιφωνικὴ ὑμνωδία ἐπηρέασε βαθύτατα τὸν κόσμο τῆς μουσικῆς κατὰ τὴν πορεία τῶν αἰώνων. Ἐπανῆλθε, μάλιστα, ὡς κυρίαρχο στοιχεῖο τῆς ὠδικῆς τέχνης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὑπὸ τὸν διεθνῆ μουσικολογικὸν ὅρον Μπελκάντο (Bel Canto).
Τὸ Μπελκάντο (Ἰταλιστὶ = τὸ ὄμορφο τραγούδι), θεωρεῖται μιὰ μουσικὴ ὁρολογία τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐκρινῆς τέχνης τῶν καλλιφώνων ἀοιδῶν - τραγουδιστῶν
Πρόκειται γιὰ ἕνα ὕφος τραγουδιοῦ ποὺ ἐμφανίζεται κυρίως στὴν ἰταλικὴ ὄπερα τοῦ 17ου ἕως 19ου αἰῶνα. Στόχος τοιαύτης φωνητικῆς τέχνης θεωρεῖται ἡ ἰσορροπημένη φωνητικὴ τεχνικὴ καὶ ἡ τονικὴ ὀμορφιά.
Τα ίδια ακριβώς και κάτι περισσότερο παραθέτει και η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica στο λήμμα μπὲλ κάντο: «(bel canto) (Μούσ.)· τέχνη τοῦ τραγουδιοῦ ποὺ βασίζεται στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἤχου καὶ τὴ δεξιοτεχνία (ἰταλ. bel canto = ὄμορφο τραγούδι). Τὸ μπὲλ κάντο (ὅρος ποὺ χρησιμοποιήθηκε κυρίως τὸν 19ο αἰῶνα) συνεχίζει τὴν παράδοση τοῦ ἰταλικοῦ μπουὸν κάντο τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα. Εἶδος κληρονομημένο ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα, διαιωνίστηκε κατὰ τὸν Μεσαίωνα στὸ λειτουργικὸ μέλος καὶ κωδικοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Ὀρτὶζ (1552), Κατσίνι (1601-1602), Τόζι (1723), Τζ.Μπ. Μαντσίνι (1774), Ροσίνι, Γκαρθία κ.ἄ. Ἔδινε τὸ προβάδισμα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἤχου καὶ τὴν ποιότητα τοῦ τραγουδιοῦ εἰς βάρος τῆς προσωδίας τοῦ κειμένου καὶ προϋπέθετε μεγάλη ἐλευθερία στὴν ἑρμηνεία, ποὺ βασιζόταν στὴν πολὺ αὐστηρὴ φωνητικὴ καὶ μουσικὴ ἐκπαίδευση. Τὸ μπὲλ κάντο ἀπαιτοῦσε ἐξαιρετικὴ μαεστρία τῆς ἀναπνοῆς, βασιζόταν κυρίως στὴν τέχνη τῶν ποικιλμάτων καὶ τοῦ αὐτοσχεδιασμοῦ καὶ ἔφτασε στὸ ἀπόγειό του μὲ τοὺς καστράτι καὶ τὶς τραγουδίστριες ὄπερας τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα».
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ 18ου αἰῶνα, τὸ δεξιοτεχνικό - διακοσμητικὸ τραγούδι (αὐτοσχέδιες κολορατοῦρες, "roulades") ἔρχεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸ προσκήνιο ὡς μέσο αὐτοέκφρασης γιὰ τοὺς τραγουδιστές.
Τελικά, ὅμως, κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα, τιθέμενο ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἀναδείξεως τοῦ νέου μουσικοῦ ὕφους τοῦ ἐπιλεγόμενου Βερισμοῦ ἐπικρίθηκε ὡς ἐπιφανειακόν σβήνοντας μὲ ἐτοῦτο τὸν τρόπο ἡ αἴγλη του ἀργά - ἀργά.
Οἱ πιὸ διάσημες Μπελκάντο ἄριες ποὺ ἀκούγονται μέχρι σήμερα εἶναι: ἡ Casta diva (Μπελίνι, Νόρμα) καὶ ἡ "τρελὴ ἄρια" Eccola! Oh giusto cielo (Ντονιτσέτι, Λουτσία ντὶ Λάμερμουρ).
Ἡ ὀνομασία τοῦ Μπελκάντο ἔχει ρίζες βαθιὰ ἑλληνικὲς ἀφοῦ τόσο, ἡ λατινικὴ λέξη Μπέλα = ὄμορφη προέρχεται ὡς ἔκφραση ἀπὸ τὸν Βῆλο - Κρόνο ποὺ ἔζησε στὴν πιὸ ὄμορφη ἐποχὴ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ὁμοιάζον μὲ τοῦ Παραδείσου, ὅσο καὶ τὸ κάντο ποὺ σημαίνει στὰ λατινικὰ τραγούδι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα ἀείδω = τραγουδῶ. Πρόκειται γιὰ εἶδος κληρονομημένο ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα, δηλαδὴ, ἐκ τῆς Μητέρας Ἑλλάδος.
Κλείνοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν μελέτη μας στὸ ἦθος τῆς καλλιφωνίας τῶν ἀρχαίων μας προγόνων Ἑλλήνων καὶ τὴν μετέπειτα πορεία καὶ ἐξέλιξη, γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι: Ἡ φωνητικὴ τέχνη, ὡς αἰσθητικὴ ἀποτύπωσις τῆς ἐξ οὐρανοῦ “φωνῆς αὔρας λεπτῆς” τοῦ Θεοῦ Λόγου, μεταστοιχειωθεῖσα ἀρχικῶς εἰς τὴν καλλιφωνίαν τῶν Ἀπολλωνίων ᾠδῶν, μετεκενώθη ὀψιγενῶς εἰς τὸ ὑπόφωνον (sotto voce) ὕφος τοῦ ὀπερατικοῦ Bel Canto, εὑροῦσα τὴν ἀγγελώνυμον αὐτῆς μελῳδικὴν πλήρωσιν εἰς τὰς ὑψηλοτάτας συχνότητας τῶν Καστράτι.
Συνελόντι εἰπεῖν, ὁ Θησεὺς μετὰ τοῦ χοροῦ τῶν ἀγγελοφώνων παρθένων (οὗτος, ἐκ τῆς φωνητικῆς αὐτοῦ τονικότητος, δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰ σύγχρονα φωνητικὰ σχήματα τῶν σοπράνο, κοντράλτο καὶ καστράτι), οἱ λυρικοί ποιηταὶ τῆς ἀρχαϊκῆς καὶ κλασσικῆς ἀρχαιότητος, οἱ Ἀθηναῖοι ψαλτωδοὶ καὶ οἱ κοσμικοὶ ἀοιδοὶ τῆς βυζαντινῆς τε καὶ ὀθωμανικῆς περιόδου, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς εὐρωπαϊκῆς ὀπερατικῆς σχολῆς τοῦ Μπελκάντο, ἐρειδόμενοι ἐπὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ὠδικῆς τέχνης τῶν φωνασκῶν, φαίνεται ὅτι μετήρχοντο μίαν ὑπερβατικὴν φωνητικὴν ἑρμηνείαν. Ἡ φωνητικὴ αὕτη χροιὰ προσεγγίζει, κατὰ τὰς βιβλικὰς μαρτυρίας — αἵτινες ὑπό τινων συσχετίζονται πρὸς ἀπολεσθέντα πελασγικὰ κείμενα — τὴν θείαν ἐκείνην ἀκουστικὴν ἐμπειρίαν, ἥτις περιγράφεται ὡς “φωνὴν αὔρας λεπτῆς” εἰς τὰ ὦτα τῶν προφητῶν[2].
Ἡ ἐν λόγῳ φωνὴ, κατὰ μία ἔννοια, ταυτίζεται μὲ τὴν μεταγενέστερη ἰταλικοῦ τύπου φωνητικὴ ὁρολογία, sotto voce, δηλαδή, εἰς τὴν ἑλληνικὴν σιγανὴ φωνὴ (βοὴ = voce) ἡ λεπτὴ ὀξεῖα φωνὴ ὅπως εἰς τὸν Ὅμηρο ἡ λιγυροφωνία.
Ἡ γαλλίδα μουσικολόγος Ἄννι Μπελὶς(Annie Belis) γράφει συγκεκριμένα γι' αὐτὸ τὸ θέμα ἀναφερόμενοι στοὺς Ἕλληνες ἐπαγγελματίες πυθικοὺς κιθαρωδοὺς τὰ ἑξῆς: «Ὅλες οἱ ἀρχαῖες μαρτυρίες τὸ λένε: ἂν ὁποιοσδήποτε ἐρασιτέχνης μπορεῖ νὰ τραγουδάει μελωδίες μόνος του ἢ στὰ πλαίσια μίας χορωδίας, μὲ κανέναν τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει τόσο καλά, ὅσο ἕνας ἐπαγγελματίας γυμνασμένος ἐπίμονα. Τίποτα δὲν εἶναι πιὸ δύσκολο γιὰ μια φωνὴ φυσιολογικῆς ἔκτασης, ὅσο τὸ νὰ παραγάγει τοὺς ἀκραίους ἤχους. Οἱ συγγραφεῖς δὲν παύουν νὰ ἐπιμένουν σ’ αὐτό· οἱ ψεύτικες φωνὲς τῶν χορωδῶν πληθαίνουν, ὅταν πλησιάζουν στὶς ψηλὲς νότες· μόνο οἱ χωρὶς ταίρι τραγουδιστὲς πετυχαίνουν νὰ τραγουδήσουν τὸν «ὄρθιο νόμο», ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἐπειδὴ τραγουδιόταν μὲ πολὺ ψηλὴ φωνή. Μᾶς ἐξηγοῦν ἐπίσης πὼς μόνο «οἱ φωνὲς διαγωνισμοῦ ἢ θεάτρου» (δηλαδὴ οἱ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς σολίστες) εἶναι ἱκανὲς νὰ διατρέξουν «χωρὶς κίνδυνο καὶ χωρὶς ἀτύχημα τὴ δωρικὴ κλίμακα, χωρὶς νὰ ἐκφυλιστεῖ ἡ φωνὴ σὲ κραυγὲς στὶς ψηλὲς νότες καὶ χωρὶς νὰ γίνεται βραχνὴ ἢ τραχιὰ στὶς χαμηλές».
Ἔτσι ἀποκαλύπτεται ἡ φύσις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καλλιφωνίας, ἡ ὁποία, προερχομένη ἀπὸ τὸν οὐράνιο Θεὸ Λόγο, συμπορεύθηκε μὲ τὴν κιθαρωδικὴ τέχνη τοῦ Ἀπόλλωνος...
~
ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΤΑΞΙΔΕΥΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΩΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΏΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΦΩΝΙΑ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥ ΜΠΕΛΚΑΝΤΟ ΉΤΟΙ ΚΑΙ ΦΩΝΗΝ ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗ
Ἐπανερχόμενοι ἐπὶ τοῦ θέματος, παραθέτουμε τὶς μαρτυρίες τῶν Εὐρωπαίων ταξιδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι περιηγήθηκαν τὴ σκλαβωμένη Ἑλλάδα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀθωμανοκρατίας καὶ ἐξέφρασαν τὸν θαυμασμό τους γιὰ τὴ μελωδικότητα τῶν ἑλληνικῶν (ἀθηναϊκῶν) τραγουδιῶν.
Ταξιδεύοντας, λοιπὸν, στὴν σκλαβωμένη Ἀθήνα, ξαφνικὰ, συνάντησαν μιὰ καθαρὰ τοπικὴ ἰδιαιτερότητα· τὴν καλλιφωνία τῶν Ἀθηναίων τραγουδιστῶν. Ἐντυπωσιασμένοι ἀπὸ τὴν εὕρεση αὐτή ἐξερεύνησαν λεπτομερῶς τὸ αἴτιον τῆς ἰδιαιτερότητας ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους ἑλληνικοὺς τόπους. Τὰ συμπεράσματα ἀναφέρονται εἰς τὸ κάτωθι συμπληρωματικὸ κεφάλαιο, σύμφωνα μὲ τὸ πολύτομο ἔργο τοῦ Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιῶτες».
Σὲ ἐτούτην τὴν συλλογήν κατατίθενται σημαντικὲς καταγραφὲς τῶν περιηγητῶν τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου μὲ στοιχεῖα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἰδιομορφίας ποὺ τοὺς περιέβαλε.
Ἐπὶ παραδείγματι, τὸ 1575 ὁ Θεοδόσιος Ζυγομαλὰς σὲ ἐπιστολή του, περιγράφοντας τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, παραθέτει μερικὰ τοπογραφικὰ καὶ φυσιογραφικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὸ ἐξαίσιο κλίμα τῆς περιοχῆς, τὰ πηγαῖα καὶ καθαρὰ ὕδατα, καθώς καὶ τὴν παρουσία θεραπευτικῶν βοτάνων στὸν Ὑμηττό.
Ὅσο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους γράφει ἐπὶ λέξη ὅτι ἔχουν γερὴ μνήμη καὶ εἶναι καλλίφωνοι. Ἀπ' τὸ αὐθεντικὸ κείμενο παραθέτουμε τὰ ἑξῆς: «Θεάσασθαί τε καὶ ἄλλα θαύματα ἄξια. Οὐ λέγω τον βουνὸν τὸν καταντίκρυ βοτάνη πᾶσαν(ειπείν ἰατρείας ἁπάσης πρόξενον) ἐμπεριέχοντα, ὀν κῆπον Ἀδώνιδος ὀνομάζω, ἢ ἀέρων εὔπνοιαν ἢ ὑδάτων πότιμον ἢ ἀγαθῶν ἄλλων ἐξ ὧν συμβαίνει, τοὺς νῦν Ἀθηναίους, ἤδη βαρβαρωθέντας, φύσει μνήμονος καὶ εὔφωνος εἶναι. Μέλεσι διαφόροις θέλγειν, ὡς Σειρήνων μέλη, τοὺς ἀκούοντας» Μετάφραση: [Νὰ ἀντικρίσωμεν καὶ ἄλλα θαύματα ἄξια. Δὲν ἀναφέρω τὸ ἀπέναντι βουνὸ ποὺ περιέχει κάθε λογῆς βότανον (γιὰ νὰ τὸ εἴπω ἔτσι, πρόξενον κάθε εἴδους θεραπείας), τὸ ὁποῖον ὀνομάζω κῆπον τοῦ Ἀδώνιδος, οὔτε τὸν καθαρὸν ἀέρα, οὔτε τὸ πόσιμον ὕδωρ, οὔτε τὰ ἄλλα ἀγαθά, χάρις εἰς τὰ ὁποῖα συμβαίνει οἱ τωρινοὶ Ἀθηναῖοι, ἂν καὶ ἔχουν πλέον ἐκβαρβαρισθῆ, νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν τους προικισμένοι μὲ καλὴν μνήμην καὶ μελωδικὴν φωνήν. Καὶ νὰ γοητεύουν τοὺς ἀκροατὰς μὲ διάφορα τραγούδια, σὰν τὰ τραγούδια τῶν Σειρήνων].
Προφανῶς ὁ Ζυγομαλὰς ἐνστερνίστηκε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ «Ἐνύπνιον» (ἢ «Ἑλληνικοὶ») τοῦ Ἕλληνα σοφιστῆ Λουκιανοῦ (ἔδρασε περίπου τὸν 2ο αἰῶνας μ.Χ.). Τὸ ἐν λόγῳ κομμάτι προέρχεται ἀπὸ τὸν φανταστικὸ διάλογο ἀνάμεσα στὸν Λουκιανὸ καὶ τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, ὅπου, ἐποσκεπτόμενοι τὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν - κατὰ τὴν ἐποχή της Ρωμαιοκρατίας - περιγράφουν τὰ ἐντυπωσιακὰ θαύματα καὶ τὸ φυσικὸ κάλλος τῆς Ἀθήνας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Φαίνεται πὼς, τόσο κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ρωμαϊκῆς σκλαβιᾶς, ὅσο καὶ ἐπὶ ἐποχὴς ὀθωμανικοὺ ζυγοῦ, κάποια κοινὰ στοιχεῖα ἔκαναν τὸν συγγραφέα νὰ ἕνωση αὐτὲς τὶς δύο ἐποχὲς στὴν μεταβυζαντινὴ ἱστορία τῆς Ἀθήνας.
Ἐν τούτοις, σημαντικὲς λεπτομέρειες, περὶ τῆς μουσικῆς καλαισθησίας τῶν Ἀθηναίων, ἐπὶ ὀθωμανικῆς κατοχῆς, ἀποκομίζομαι κι ἄπο τὴν περιγραφήν τοῦ νεαροῦ Γερμανοῦ περιηγητοῦ Reinhold Lubenau ἐν ἔτει 1589 μ.Χ.
Ὁ Lubenau, ποὺ διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐρυμάθειά του, ἐνῷ εἶχε σπουδάσει φαρμακοποιὸς, γνώριζε πολὺ καλὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους καὶ τοὺς ἀρχαίους ἱστορικούς. Ὅμως, τὸ ἐνδιαφέρον του ἑστιάζονταν περισσότερο στὶς περιοχές, τῆς σύγχρονης ἐποχῆς ποὺ ἐπισκέπτονταν.
Ἐν συντομίᾳ, στὶς καταγραφὲς του γιὰ τὴν σκλαβωμένη πόλη τῶν Ἀθηνῶν, λέει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «...παντοῦ (στὴν Ἀθήνα) ἀκούει μουσικὴ καὶ τραγούδια. Ὁ Lubenau ἐγκωμιάζει τὴ μελωδία τῶν ἀθηναϊκῶν τραγουδιῶν ὅπως καὶ ὁ Ζυγομαλὰς στὶς ἐπιστολές του πρὸς τὸν Κρούσιο»[Κυριάκος Σιμόπουλος].
Συνελλόντι εἰπεῖν, ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν διατηροῦσε στὸ ἔθος του, μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῶν ξένων περιηγητῶν, τὴν καλλιφωνικότητα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μελῶν τοῦ Θησέως καὶ τῶν μεγάλων τραγικῶν καὶ λυρικῶν τους ποιητῶν καὶ αὐτὸ βοήθησε στὴν μετέπειτα ἀνάδειξη τοῦ κανταδώρικου τραγουδιοῦ τῆς καλῆς ἐποχῆς ἤτοι καὶ μπέλε πόκ, ἀφ' ὅτου ἡ Ἑλλὰς εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἀνάλγητο καὶ αἱμοσταγῆ ἀσιατικὸ ὀθωμανικὸ ζυγό.
Μάλιστα, ο ἀρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης στὴν μελέτη τοῦ «L' ancienne Athenes: ou La description des antiquites d' Athenes et de ses environs», διασώζει τὴν ἐκτέλεση ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ δρωμένου ποὺ ὀνομάζονταν «Λαβύρινθος» καὶ ἐκτελοῦνταν μέχρι καὶ τὴν ἐποχή του (ἐν ἔτει 1835).
Ἰδοὺ καὶ τὰ σχόλια μεταφρασμένα στὰ ἑλληνικὰ ἐκ τοῦ γαλλικοῦ κειμένου: «Οἱ παραδόσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ναὸ τοῦ Θησέα δὲν ἔχουν σβηστεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν λαό. Ὁ κόσμος ἔρχεται ἀκόμα τὴν τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα (τὴν Τρίτη τοῦ Πάσχα) γιὰ νὰ χορέψει στὸν περίβολό του. Χορεύουν τὸν χορὸ ποὺ παλαιότερα ὀνομαζόταν «Λαβύρινθος». Αὐτὸν τὸν χορὸ τὸν χόρευαν οἱ νεαροὶ Ἀθηναῖοι τὴν ὄγδοη ἡμέρα τοῦ μῆνα Πυανεψιώνα. Τὸν εἶχε χορέψει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θησέας κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Κρήτης. Οἱ Ἀθηναῖοι ἀπέδιδαν στὸν ναὸ τοῦ Θησέα τὴ δύναμη νὰ θεραπεύει τὶς ἀρρώστιες».
Ἀθάνατη ἑλληνικὴ παράδοση, δασκάλα ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ σήμερα διαστρεβλωμένη καὶ κακοποιημένη παραπαίεις... ὅμως καὶ πάλι, μιὰ μέρα θὰ ἀναθάλλεις.
ΧΑΙΡΕΤΕ
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στὸν ὕμνο εἰς Δῆλον του Καλλιμάχου γίνεται λόγος γιὰ τὸ πέρασμα τοῦ Θησέως στὸ ἱερὸ νησὶ τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὅτι ἐκτέλεσε ὄρχηση μετὰ τῶν ἀπελευθερωθέντων νέων, καθώς, ὁ ἴδιος ἡγοῦνταν μὲ τὴν κιθάρα του τὸ λαβυρινθιακὸ σχῆμα του χοροδράματος. Ἰδοὺ καὶ τὰ λεχθέντα: «Κύπριδος ἀρχαίης ἀριήκοον, ἥν ποτε Θησεύς εἵσατο, σὺν παίδεσσιν, ὅτε Κρήτηθεν ἀνέπλει· οἳ χαλεπὸν μύκημα καὶ ἄγριον υἷα φυγόντες 310 Πασιφάης καὶ γναμπτὸν ἕδος σκολιοῦ λαβυρίνθου, πότνια, σὸν περὶ βωμὸν ἐγειρομένου κιθαρισμοῦ κύκλιον ὠρχήσαντο, χοροῦ δ᾽ ἡγήσατο Θησεύς». Μετάφραση: [(Τὸ ἱερὸ ἄγαλμα) τῆς ἀρχαίας Ἀφροδίτης ποὺ εἰσακούει εὔκολα τὶς προσευχές, τὸ ὁποῖο κάποτε ὁ Θησέαςαφιέρωσέ μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ (τοὺς νέους τῆς Ἀθήνας), ὅταν ἐπέστρεφε πλέοντας ἀπὸ τὴν Κρήτη·αυτοί, ἀφοῦ γλίτωσαν ἀπὸ τὸ τρομερὸ μουγκρητὸ καὶ τὸν ἄγριο γιὸ τῆς Πασιφάης (τὸν Μινώταυρο)καὶ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ κρησφύγετο τοῦ ἑλικοειδοῦς λαβυρίνθου, σεβάσμια θεά, γύρω ἀπὸ τὸν δικό σου βωμό, καθὼς ξεσηκωνόταν ὁ ἦχος τῆς κιθάρας, χόρεψαν κυκλικὸ χορό, καὶ ὁ Θησέας ὁδηγοῦσε τὸν χορό].
[2]Ἡ παρατήρηση συμπυκνώνει τὴ θεολογικὴ καὶ αἰσθητικὴ διαδρομὴ τῆς φωνητικῆς ἔκφρασης, ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ καὶ ψαλτικὴ παράδοση, ποὺ θεωρήθηκε μίμηση τῆς ἀγγελικῆς ὑμνωδίας, ἕως τὴν κοσμικὴ ἐξέλιξη τοῦ Bel canto καὶ τὴ δεξιοτεχνία των Καστράτι. Σε αὐτὴ τὴν ἐξέλιξη συναντῶνται ἡ πνευματικότητα μὲ τὴ φωνητικὴ τεχνική.
Ἡ ἐξ οὐρανοῦ αὔρα: Ἡ πρωτοχριστιανικὴ καὶ βυζαντινὴ ὑμνολογία ἀναζητοῦσε τὴν ἐσωτερικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν ἀνάταση τῆς ψυχῆς μέσῳ τῆς «λεπτῆς αὔρας», ὅπως ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε στὸν Προφήτη Ἠλία.
Ἀπολλώνιοι ᾠδαί: Ἡ κλασικὴ ἀρχαιότητα διαμόρφωσε τὴν κοσμικὴ μελωδικὴ ἀντίληψη. Ὁ μετασχηματισμός της συνέδεσε τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς μουσικοὺς τρόπους μὲ τὸ βυζαντινὸ μέλος (ὅπως ἀναλύεται στὴ μελέτη γιὰ τὴν καλοφωνικὴ μουσικὴ).
Sotto voce & Bel canto: Ἡ τέχνη πέρασε στὰ χέρια τῶν Ἰταλῶν συνθετῶν τῆς Ἀναγέννησης καὶ τοῦ Μπαρόκ. Ἐκεῖ, ἡ εὐαίσθητη ψαλμωδία ἔγινε ἐκλεπτυσμένη τεχνική, μὲ ἁπαλὲς διαβαθμίσεις (sotto voce) καὶ τὴ θεατρικὴ λάμψη του Μπελκάντο.
Τέλος οἱ Καστράτι: Ἡ ἀναζήτηση γιὰ μιὰ ἀγγελική, ὑπερκόσμια χροιὰ ὁδήγησε στὴν ἀκραία πρακτική των Καστράτι, οἱ ὁποῖοι κυριάρχησαν στὴν ὄπερα, παντρεύοντας τὴν ἄρτια τεχνικὴ μὲ τὸ ἐξωπραγματικὸ ἠχόχρωμα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς - Ρωμύλος»
•Ὕμνοι Καλλιμάχου, εἰς Δῆλον
•Ξενοφῶντος, Κυνηγετικὸς
•Ξένοι ταξιδιώτες, Κυριάκου Σιμόπουλου, Αθήνα 1981
•Das kleine Lexikon, Musikalische Fachbegriffe kurz erklärt
•Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 37
•Annie Belis, Ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν μουσικῶν στὴν ἀρχαιότητα, Ἀθήνα, ἐκδόσεις Παπαδήμα,













