ЭIЄ
ΜΙΚΡΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ: Περὶ τῆς καλλιφωνίας καὶ μουσικῆς παιδείας τοῦ Μάρκου Βότσαρη. Ἕνας ὁμηρικὸς ἥρως, ὁμότιμος τοῦ Θησέως καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, εἰς τὰ λημέρια τῆς Ἐπαναστάσεως.
Συγγραφῇ καὶ ἔρευνα: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
Στην ἐθνικὴ συλλογικὴ μνήμη, ὁ Μάρκος Βότσαρης [κατὰ τὴν δυτικότροπον ἐρασμιακὴν διαλεκτικὴν "Μπότσαρης"] ἔχει καταγραφεῖ ὡς ἡ ἀρχετυπικὴ μορφὴ τοῦ ἀδάμαστου πολεμιστῆ, ἑνὸς ἥρωος προορισμένου νὰ ἐνσαρκώσει τὸ θυσιαστικὸ ἰδεῶδες τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας.
Ἡ ἱστοριογραφικὴ ὅμως ἐμμονὴ στὴ στρατιωτική του ἰδιοφυΐα καὶ στὸ τραγικό, μὰ ἔνδοξο τέλος του στὸ Κεφαλόβρυσο, συχνά ἐπισκιάζει μιὰ βαθύτερη, σχεδὸν μεταφυσικὴ πτυχὴ τῆς προσωπικότητάς του: τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς ἔμφυτης μουσικότητάς του.
Ὁ Βότσαρης δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας ἄνδρας τῶν ὅπλων, ἀλλὰ ἕνας ἐκλεκτὸς τῆς Μούσας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς πολεμικὲς ἀνάπαυλες μετέτρεπε τὴν τραχύτητα τοῦ λημεριοῦ σὲ πεδίο καλλιτεχνικῆς μυσταγωγίας, ψάλλοντας μὲ φωνὴ ἐξαιρετικῶς μελωδικὴ τὰ δημοτικὰ ᾄσματα τῆς πατρίδος του, συχνὰ ὑπὸ τοὺς ἤχους τοῦ ταμπουρᾶ.
Ἡ διττὴ αὐτὴ ὑπόσταση τοῦ Σουλιώτη ὁπλαρχηγοῦ - ὅπου ἡ πολεμικὴ ρώμη συνυπάρχει ἁρμονικὰ μὲ τὴν πνευματικὴ εὐαισθησία - δὲν ἀποτελεῖ ἱστορικὴ παραδοξότητα, ἀλλὰ τὸν συνδέει ἀπευθείας μὲ τὰ ὑψηλότερα πρότυπα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος.
Ὁ Μάρκος Βότσαρης ἀναδεικνύεται ἔτσι ὁμότιμος τοῦ Θησέως, ὁ ὁποῖος συνδύαζε τὴν ἡγεμονικὴ πυγμὴ μὲ τὴν ἵδρυση θρησκευτικῶν καὶ μουσικῶν ἀγώνων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, τοῦ κατεξοχὴν ὁμηρικοῦ ἥρωος, τὸν ὁποῖο οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συνάντησαν στὴ σκηνή του νὰ κατευνάζει τὸν θυμό του παίζοντας τὴν «λιγεῖαν φόρμιγγα» καὶ τραγουδώντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν.
Ὅπως ὁ Ἀχιλλεὺς στὴν Ἰλιάδα, ἔτσι καὶ ὁ Βότσαρης στὴν ἐθνική μας ἐποποιία, χρησιμοποιεῖ τὸ ᾄσμα ὄχι ὡς μέσο φυγῆς, ἀλλὰ ὡς πηγὴ ἐσωτερικῆς ἐξάγνισης καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας γὰρ τὸ ἐπερχόμενο πεπρωμένο.
Τὸ παρὸν δοκίμιο ἐπιχειρεῖ νὰ ἰχνηλατήσει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μουσικὴ αὔρα τοῦ ἥρωος, ὅπως αὐτὴ διασώθηκε μέσα ἀπὸ τὶς καταγραφὲς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ τὴν προφορικὴ παράδοση.
Ἐξετάζοντας τὴ φωνητική του τέχνη ὄχι ὡς μιὰ ἁπλὴ δεξιότητα, ἀλλὰ ὡς μιὰ βαθιά πολιτισμικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη, σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναδειχθῆ πῶς ἡ μελωδία τοῦ ὑπαίθριου παραδοσιακοῦ ᾄσματος λειτούργησε ὡς τὸ πνευματικὸ ἀντίβαρο στὸ ξίφος, καθιστώντας τὸν Μάρκο Βότσαρη μιὰ ὁλοκληρωμένη, κλασικὴ μορφὴ τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
Ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε ἐξαιρετικῶς μελωδικήν, καλλίφωνον φωνὴν καὶ τραγουδοῦσε δημοτικὰ τραγούδια (συχνὰ παίζοντας ἔγχορδον ὄργανον - ταμπουρᾶν ἢ θαμπούραν - κατὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάπαυλας) διασώζεται κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν καὶ τὰς καταγραφὰς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ βιογράφων τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ μεταγενεστέρων ἱστορικῶν μελετητῶν ποὺ συγκέντρωσαν τὰς μαρτυρίας τῶν συμπολεμιστῶν του.
Συγκεκριμένως, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης συνδύαζε μίαν φωνὴν «στεντόρειον» (ἀπαραίτητον διὰ νὰ δίνῃ παραγγέλματα καὶ νὰ καθοδηγῇ τοὺς πολεμιστὰς μέσα εἰς τὴν βοὴν τῆς μάχης) μὲ μίαν ἰδιαιτέρως μελωδικὴν χροιάν, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦσε διὰ νὰ ψυχαγωγῇ καὶ νὰ ἐμψυχώνῃ τὰ παλικάρια του εἰς τὰ λημέρια.
Ἀντιστοίχως, οἰκεῖος μὲ τὴν μουσικὴν καὶ καλλίφωνος τῆς ἐποχῆς, μὲ πολὺ πλέον ἐκτεταμένην καὶ ῥητὴν ἀναφορὰν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματά του διὰ τὸ τραγούδι, ἦτο καὶ ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, ὁ ὁποῖος ἔχει μείνει εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὴν ἀγάπην του νὰ ἑρμηνεύῃ δημοτικὰ καὶ κλέφτικα τραγούδια εἰς τοὺς συντρόφους του (ὅπως εἰς τὴν γνωστὴν σκηνὴν μὲ τὸν Γκούραν).
Ἐν ὀλίγοις, ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε μίαν ἐξαιρετικῶς μελωδικὴν φωνήν, ἀγαποῦσε τὸ δημοτικὸν τραγούδι καὶ ἔπαιζε θαμπούραν (ἔγχορδον ὄργανον τῆς ἐποχῆς) κατὰ τὰς ἀνάπαυλας τῶν μαχῶν.
Ἡ πτυχὴ αὐτὴ τῆς προσωπικότητός του διασώθηκε κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς γραπτὰς μαρτυρίας ἀγωνιστῶν καὶ βιογράφων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
Ἡ καλλιφωνία καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἥρωος διὰ τὴν μουσικὴν ἀναδεικνύουν μίαν πλέον εὐαίσθητον, ἀνθρωπίνην πλευρὰν πίσω ἀπὸ τὴν σκληρὰν εἰκόνα τοῦ πολεμιστοῦ.
Ἂν καὶ ἡ παράδοσις συχνὰ ἀναφέρει γενικῶς «ἔγχορδα ὄργανα» ἢ λύραν, αἱ περισσότεραι ἱστορικαὶ πηγαὶ τῆς ἐποχῆς διὰ τοὺς κλέφτας καὶ τοὺς ἀρματολοὺς ἀναφέρουν τὸν ταμπουρᾶν (ἢ πανδουρίδα), ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ κατεξοχὴν ὄργανον ποὺ μετέφεραν μαζί των οἱ πολεμισταί.
Theodore LeBlanc (1800-1837), «Οἱ Μουσικοί», 1833. Μουσεῖον Μπενάκη, Ἀθῆναι. Ὁ Γάλλος καλλιτέχνης ἀποτυπώνει ζωντανὰ τὴν εἰκόνα τῶν Ἑλλήνων πολεμιστῶν νὰ ᾄδουν δημοτικὰ ᾄσματα μὲ τὴ συνοδεία θαμπούρας. Ἡ εἰκονιζομένη σκηνὴ μετουσιώνει ἐναργῶς τὴν ἰδέαν τοῦ κιθαρωδοῦ Θησέως καὶ τοῦ φορμιγγαοιδοῦ Ἀχιλλέως στὰ νεώτερα χρόνια, ἀποτελοῦσα τὸ τέλειον ἐκφραστικὸν ἀνάλογον διὰ τὴν καλλιφωνικὴν μορφὴν τοῦ Μάρκου Βότσαρη.
Στα διαλείμματα τῶν συγκρούσεων ἢ γύρω ἀπὸ τὴν φωτιὰν εἰς τὰ λημέρια, ὡς ἄλλος φορμιγγαοιδὸς Ἀχιλλεύς,[1] ὁ Βότσαρης συνήθιζε νὰ μαζεύῃ τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ νὰ τραγουδῇ κλέφτικα τραγούδια, ἀνυψώνων τὸ ἠθικόν των.
Ὁ ἀγωνιστὴς καὶ συγγραφεὺς Χριστόφορος Περραιβός, ποὺ γνώρισε καλὰ τοὺς Σουλιώτας, ἐξαίρει εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του τὸ ἦθος, τὴν εὐγένειαν ἀλλὰ καὶ τὰς καλλιτεχνικὰς τάσεις τοῦ Μάρκου.
Ἐν τούτοις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπωνύμιον τοῦ ἥρωος, ἡ γραφὴ μὲ -Β- (Βότσαρης) εἶναι γλωσσολογικῶς καὶ ἱστορικῶς πλησιεστέρα στὴν αὐθεντικὴν ἑλληνικὴν προφορὰν τῆς ἐποχῆς, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰς συμβάσεις τῆς δυτικῆς/ἐρασμιακῆς μεταγραφῆς.
Ἡ διαφοροποίησις αὐτὴ ὀφείλεται στοὺς ἑξῆς παράγοντας:
α)Ἡ φύσις τοῦ δίψηφου «μπ»: Στην παραδοσιακὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὸ «μπ» χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸν ἦχον /b/, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν ὡς αὐτόνομον γράμμα στὰ νέα ἑλληνικά (ἀφοῦ τὸ «Β» εἶχε ἤδη ἐξελιχθῆ στὸν ἦχον /v/). Κατά μίαν ἀρβανίτικην ἐκδοχὴν ἐτυμολογήσεως: Τὸ ὄνομα τῆς φάρας τῶν Μποτσαραίων συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν λέξιν «μπότσα» (bocë),[2] ποὺ σημαίνει τὸ μικρὸν ξύλινον βαρέλιον ἢ φλασκί, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑποκοριστικὸν ὄνομα Μπότσιος. Στὴν καθημερινὴν λαλιὰν καὶ προφορὰν τῶν Σουλιωτῶν[3] τὸ ἀρχικὸν σύμφωνον ἀκουγόταν καθαρὰ ὡς B (Bocaris).
β) Ἡ δυτικὴ / ἐρασμιακὴ ἐπίδρασις: Ὅταν οἱ ξένοι περιηγηταί, διπλωμάται (ὅπως ὁ Πουκεβὶλ) καὶ οἱ φιλέλληνες κατέγραψαν τὸ ὄνομα στὰ λατινικά, τὸ ἔγραψαν ὡς Botzaris ἢ Bozzaris. Ὅταν οἱ γραφιάδες τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους χρειάστηκε νὰ μεταγράψουν τὸ ξενικὸν "B" πίσω στὰ ἑλληνικά, ἐπέλεξαν τὴν λόγιαν σύμβασιν τοῦ «Μπ», καθιερώνοντες τὸ «Μπότσαρης» στὰ ἐπίσημα κρατικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ σχολικὰ βιβλία. Σὲ παλαιότερα κείμενα, τοπικὰς μαρτυρίας καὶ σὲ πολλὰ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου, ἡ φωνητικὴ ἀπόδοσις «Βότσαρης» (ἢ «Μπότζαρης» μὲ βαρεῖαν προφοράν) ἀποτυπώνει μὲ πολὺ μεγαλύτεραν ἀκρίβειαν τὸ πῶς φώναζαν τὸν ἥρωα οἱ σύγχρονοί του στὰ λημέρια τοῦ Σουλίου.
Ἂς μιλήσωμεν ὅμως καὶ διὰ τὴν εὐρυτέραν καλλιέργειαν τοῦ ἥρωος. Ὁ Μάρκος Βότσαρης δὲν ἦτο ἕνας ἁπλούς, ἀγράμματος ὁπλαρχηγός. Διέθετε ἀξιοσημείωτον πνευματικὴν καλλιέργειαν διὰ τὴν ἐποχήν του. Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ συνέθεσε τὸ περίφημον «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» (1809) διὰ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν προσέγγισιν τῶν δύο λαῶν.
Ἡ εὐγένεια τῶν τρόπων του καὶ ἡ μελωδικὴ φωνή του εἶχον ἐντυπωσιάσει ἀκόμη καὶ τοὺς ξένους Φιλέλληνας ποὺ τὸν συνάντησαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον.
Τὸ ὅτι εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν, τοῦτο προκαλεῖ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, καθὼς θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ διδαχθῆ καὶ τὴν ᾠδικήν, βελτιώνων τὴν καλλιφωνικήν του τέχνην.
Ὡστόσο, δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικότροπον μουσικὴν παιδείαν τῶν κανταδόρων [παρότι τὰ δημώδη ποιητικὰ κείμενα ἀναφέρουν μίαν ψιλὴν χροιὰν φωνῆς τῶν Ἑλλήνων ἡρώων τοῦ ἐθνικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος καὶ δὴ τοῦ Βότσαρη, ἐν εἴδει καλοφωνικοῦ μπελκάντο], ἀλλὰ παρέμεινε πιστὸς στὰ πάτρια τῆς ἠπειρωτικῆς γῆς καὶ τῆς μονοφωνικῆς ἰδιαιτερότητος τοῦ ὑπαιθρίου παραδοσιακοῦ ᾄσματος.
Ἡ σκέψις αὐτὴ ἐμφανίζει μίαν βαθεῖαν τοποθέτησιν τῆς πολιτισμικῆς γεωγραφίας τῆς ἐποχῆς. Ὡστόσο, δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἱστορικῶς ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διδάχθηκε τὴν δυτικότροπον ᾠδικὴν τῶν κανταδόρων ἢ ὅτι ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸ ἑπτανησιακὸν ὕφος διὰ νὰ τὸ μεταφέρῃ στὸ παραδοσιακὸν δημοτικὸν τραγούδι τῆς Ἠπείρου.
Ἡ πραγματικότης ὅμως γύρω ἀπὸ τὴν διαμονήν του εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν μουσικήν του ταυτότητα κινεῖται σὲ ἕνα διαφορετικόν, ἀλλὰ ἐξίσου ἐνδιαφέρον πλαίσιο.
Μετὰ τὴν πτώσιν τοῦ Σουλίου τὸ 1803, ἡ οἰκογένεια τῶν Βοτσαραίων κατέφυγε στὰ ῥωσοκρατούμενα (καὶ ἀργότερα γαλλοκρατούμενα) Ἑπτάνησα. Ὁ Μάρκος ἔζησε εἰς τὴν Κέρκυραν ἀπὸ τὴν ἐφηβείαν του μέχρι περίπου τὸ 1820.
Εἰς τὴν Κέρκυραν ἦλθε σὲ ἐπαφὴν μὲ τὸν λόγιον Ἰωάννην Βηλαρᾶν καὶ τὸν μετέπειτα Καποδιστριακὸν κύκλον. Ἐκεῖ ἔμαθε νὰ γράφῃ σωστά, μελέτησε ἀρχαίους συγγραφεῖς καὶ συνέθεσε τὸ «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Γάλλου προξένου Φρανσουὰ Πουκεβίλ.
Ἂν καὶ τὰ Ἑπτάνησα εἶχον ἤδη ἀναπτύξει μίαν πλουσίαν ἰταλοκρατουμένην μουσικὴν παιδείαν —μὲ ῥίζας εἰς τὴν ναπολιτάνικην καντσονέταν, ἡ ὁποία, ὅπως ἔχομεν ὑποδείξει, ἥλκυε τὰς ῥίζας της εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀθηναϊκὴν μουσικὴν τέχνην (ὅπου ἀργότερα μέλλει νὰ γεννηθῇ ἡ Ἑπτανησιακὴ Σχολὴ καὶ τὸ τοπικόν εἶδος τῆς καντάδας)— οἱ Σουλιῶται εἰς τὴν Κέρκυραν ζοῦν ὡς πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ πρόσφυγες.
Μάλιστα, φαίνεται νὰ ὑπηρέτησαν στὸν γαλλικὸν στρατόν (εἰς τὸ λεγόμενον «Ἀλβανικὸν Σύνταγμα») καὶ παρέμειναν μία κλειστή, συντηρητικὴ κοινότης προσηλωμένη στὰ δικά της ἔθη καὶ ἔθιμα.
Συνελόντι εἰπεῖν, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη, παρὰ τὴν οἱανδήποτε ἐπιρροήν, δὲν ἦτο προϊόν δυτικῆς φωνητικῆς ἐκπαιδεύσεως (solfège ἢ bel canto), ἀλλὰ πήγαζε ἀπὸ τὸ ὕφος τοῦ αὐθεντικοῦ ὑπαιθρίου δημοτικοῦ ᾄσματος τῆς Ἠπείρου.
Οἱ Σουλιῶται εἶχον τὴν δικήν των, μακρὰν παράδοσιν στὰ κλέφτικα τραγούδια. Τὸ τραγούδι των ἦτο μονοφωνικὸν ἢ πολυφωνικὸν (ἀναλόγως μὲ τὴν ἠπειρωτικὴν καταγωγήν των) καὶ χαρακτηρίζετο ἀπὸ ἔντονον συναίσθημα, λαρυγγισμούς (τσακίσματα) καὶ ἐλεύθερον ῥυθμόν, στοιχεῖα ἐντελῶς ἀντίθετα μὲ τὴν δυτικὴν ἁρμονίαν τῆς καντάδας.
Ἐν κατακλείδι, ὅταν αἱ πηγαὶ ἀναφέρουν ὅτι ὁ Βότσαρης εἶχε «γλυκεῖαν καὶ μελωδικὴν φωνήν», ἐννοοῦν ὅτι ἀπέδιδε τὰ κλέφτικα τραγούδια μὲ μοναδικὴν καθαρότητα καὶ ἐκφραστικότητα, κάτι ποὺ μάγευε τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ ἀπάλυνε τὴν σκληρότητα τοῦ πολέμου, ἴδιον τῆς ὁμηρικῆς ἀπωτάτης λιγυροφωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πρόγονος τοῦ καλοφωνικοῦ ᾄσματος, ἤτοι καὶ μπελκάντο, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸν προσδιορισμόν.
Συνοψίζοντας, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν, διακοσμητικὴν πτυχὴν τοῦ βίου του, ἀλλὰ τὸν συνεκτικὸν ἱστὸν ποὺ συνέδεε τὴν πολεμικὴν ἀρετὴν μὲ τὴν πνευματικήν του εὐαισθησίαν.
Ὁ Σουλιώτης ἥρως, ψάλλοντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν στὰ ὀρεινὰ λημέρια τῆς Ἠπείρου ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς θαμπούρας, μετουσίωνε τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα σὲ πρᾶξιν πολιτισμικῆς ἐξαγνίσεως.
Ἡ μελωδική του φωνή, ὡς ἀπόηχος τῆς ὁμηρικῆς λιγυροφωνίας, γεφυρώνει τὴν ἀρχαίαν ἐποποιίαν μὲ τὸ νεώτερον δημοτικὸν ᾄσμα.
Ἀποδεικνύει, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι ὁ Βότσαρης ὑπῆρξε μία ολοκληρωμένη κλασικὴ μορφή, ὅπου τὸ ξίφος καὶ ἡ Μοῦσα συνυπάρχουν ἁρμονικῶς, καταλείποντας εἰς τὴν συλλογικὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνισμοῦ μίαν αὔραν πνευματικῆς εὐγενείας καὶ ἀθανάτου δόξης.
Ἡ εἰρωνεία τῆς Ἱστορίας συντελέστηκε τὰ ἑπόμενα ἔτη τοῦ ἰδίου αἰῶνος, ὅταν ὁ Βότσαρης, παραδόξως, συναντᾷ τὸ Μελόδραμα.
Ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικὴν μουσικὴν ὅσο ζοῦσε, ὅπως ἤδη προείπαμεν, ἡ μορφή του ἔγινε τελικὰ ἔμπνευσις δι’ αὐτήν!
Τὸ 1861, ὁ Ζακυνθινὸς συνθέτης Παῦλος Καρρὲρ παρουσίασε τὸν «Μάρκον Βότσαρην», ποὺ θεωρεῖται ἡ πρώτη ὁλοκληρωμένη ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ὄπερα. Ἐκεῖ, ὁ Σουλιώτης ἥρως ἐτραγούδησε πλέον μὲ τὸ δυτικότροπον ὕφος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ δική μας σκέψις τόσο ὄμορφα ταξίδευσε.
ΧΑΙΡΕΤΕ!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Ἰλιάδα (ραψ. Ι στιχ. 186-190). Ἐκεῖ, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συναντοῦν τὸν Ἀχιλλέα στὴ σκηνή του νὰ τέρπεται παίζοντας τὴ «λιγεῖαν φόρμιγγα» (ἔγχορδο ὄργανο τῶν ἀοιδῶν) καὶ νὰ ψάλλει τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν (τὰ ἡρωικὰ κατορθώματα).
[2]Ἡ Λατινική/Βυζαντινὴ Κοινὴ Ρίζα εἶναι ἐνδεικτικὴ στὸ ἐπίθετο Βότσαρης. Ἂν τὸ ὄνομα συνδέεται μὲ τὴ λατινικὴ γλῶσσα τῆς Ρωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς περιόδου, ἡ προφανὴς σύνδεση εἶναι μὲ τὸ ρῆμα voco / vocare (καλῶ, φωνάζω) καὶ τὴ λέξη vox / vocis (φωνή). Δηλαδή, Βόκαρης / Βότσαρης = Ὁ καλλίφωνος, ὁ διαλαλητής, αὐτὸς ποὺ ἔχει δυνατὴ ἢ καθαρὴ φωνὴ (vox). Παράλληλα, ἡ ἑλληνική του ρίζα ἐντοπίζεται στὸ λατινικὸ voco/vox > βοὴ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ξένο πρὸς τὴν ἑλληνική, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνάμα ὁμόρριζο (cognate) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξεως ἔπος (λόγος), τοῦ ρήματος εἶπον (εἶπα) καὶ τῆς ρίζας ϝεπ- (vep-) ἢ ὄψ (φωνή, ὅπως στὸ Καλλιόπη). Ἡ γλωσσολογία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ λατινικὸ v- καὶ τὸ ἑλληνκὸ ἀρχαϊκὸ δίγαμμα (f/v) μοιράζονται τὴν ἴδια πρωτοελληνικὴ ρίζα. Συνεπῶς, ἡ ἔννοια τῆς «φωνῆς» (Βόκαρης) εἶναι ἐτυμολογικῶς ἀδελφὴ μὲ τὴν ἑλληνκὴ ρίζα τοῦ βοῶ καὶ τοῦ ἔπους.
Ἐπιπλέον, ὁ Βυζαντινὸς Παραγωγικὸς Μηχανισμὸς τῆς καταλήξεως (-αρης) ἀνιχνεύεται σὲ ἀρκετὰ ἐπίθετα τοῦ Βυζαντινοῦ παρελθόντος. Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ρίζα μιᾶς λέξεως εἰσήλθη στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὴ λατινική (καθὼς ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἦταν δίγλωσσος), ἡ κατάληξις -αρης εἶναι καθαρὰ ἑλληνικὸς παραγωγικὸς μηχανισμὸς τῆς Μέσης καὶ Νέας Ἑλληνικῆς. Τούτη προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ ἐπίθημα -arius, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀφομοιώθηκε πλήρως στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γὰ νὰ δηλώσῃ ἐπαγγελματίες ἢ ἀνθρώπους μὲ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (π.χ. Βαρκάρης, Καραβοκύρης, Λογαριάτης).
Ἔτσι, τὸ Βόκαρης ἢ Βότσαρης ἀναλύεται ὡς Βοκ- (ρίζα φωνῆς/λόγου) + -αρης (ἑλληνικὴ ἰδιωματικὴ κατάληξις προσώπου), ἀποκτώντας ἀμιγῶς ἑλληνικὴ μορφολογία. Κατ' οὐσίαν τὸ ἐπίθετο τοῦ ἥρωος συνδέεται μὲ τὴν δυνατὴ φωνὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὶς ἡγετικὲς προσταγὲς πρὸς τοὺς πολεμιστὲς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του.
[3]Ὁ Μάρκος Μπότσαρης δὲν ἦταν Ἀρβανίτης ἀλλὰ Ἕλληνας Σουλιώτης, τεράστια διαφορά. Οἱ Σουλιῶτες ἦσαν ἀκραιφνεῖς Ἕλληνες Ἠπειρῶτες, μὲ βαθειὰ ἑλληνική, χριστιανικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδηση, τὴν ὁποία ἀπέδειξαν ἔμπρακτα μὲ τὸ αἷμά τους, πρωτοστατοῦντες στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Ἡ ἑλληνικὴ ταυτότητα τῶν Σουλιωτῶν ὑπῆρξε δεδομένη. Οἱ Σουλιῶτες ἔνιωθαν, πολεμοῦσαν καὶ πέθαιναν ὡς Ἕλληνες (ἢ «Ρωμιοί», ὅπως αὐτοπροσδιορίζονταν τότε καὶ ὅπως τοὺς κατέγραφαν ἀκόμα καὶ οἱ ἐχθροί τους, ὅπως ὁ γιὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, Βελῆ). Ἡ πολιτική, πολιτισμικὴ καὶ ἐθνική τους σύμπλευση μὲ τὸ ὑπόδουλο γένος ἦταν ἀπόλυτη. Ὡς ἀναφορὰ τὸ ζήτημα τῆς διγλωσσίας, ἡ χρῆσις τῆς ἀρβανίτικης (μιᾶς ἑλληνοαλβανικῆς διαλέκτου τῆς ἐποχῆς) ἀπὸ ὁρισμένες σουλιώτικες φάρες, παράλληλα μὲ τὴν ἑλληνική, ἦταν καθαρὰ ἕνα γλωσσικὸ ἰδίωμα ἐπικοινωνίας τῆς γεωγραφικῆς περιοχῆς τῆς Ἠπείρου. Στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση. Ἄλλωστε, τὸ «Ἑλληνο-Ἀλβανικὸν Λεξικόν» ποὺ συνέγραψε ὁ ἴδιος ὁ Μάρκος Μπότσαρης στὴν Κέρκυρα τὸ 1809 εἶχε ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπό: νὰ βοηθήσῃ στὴ συνεννόηση καὶ τὴ μύηση τῶν ἀλβανοφώνων πληθυσμῶν στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ τὸν ἐπικείμενο Ἀγῶνα. Ἡ προσπάθεια ὁρισμένων σύγχρονων ξένων ἱστοριογραφιῶν νὰ χαρακτηρίσουν τοὺς Σουλιῶτες ὡς «Ἀρβανίτες» μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ξένης ἐθνότητος, παραγνωρίζει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Σουλιῶτες δὲν εἶχαν καμία ἐθνικὴ ἢ πολιτικὴ συγγένεια μὲ τοὺς μουσουλμάνους Τουρκαλβανούς. Ἀντίθετα, ἀποτελοῦσαν μsound ἰδιότυπη, αὐτόνομη ἑλληνικὴ πολεμικὴ κοινότητα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἀπομνημονεύματα Πολεμικά, διαφόρων μαχῶν συγκροτηθεισῶν μεταξύ Ἑλλήνων καί Ὀθωμανῶν κατά τε τό Σούλιον καί Ἀνατολικήν Ἑλλάδα ἀπό τοῦ 1820 μέχρι τοῦ 1829 ἔτους, Ἐν Ἀθήναις, Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρέου Κορομηλᾶ, 1836.
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας, περιέχουσα τὴν χρονολογίαν καὶ τοὺς ἡρωικοὺς αὐτῶν πολέμους, Ἐν Βενετίᾳ, Παρὰ Νικολάῳ Γλυκεῖ τῷ ἐξ Ἰωαννίνων, 1815.
• Pouqueville, François. Voyage dans la Grèce, Paris, Firmin Didot, 1820-1821 (περιλαμβάνει πολύτιμα στοιχεία διά τὴν διαμονὴν τῶν Βοτσαραίων εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν σχέσιν τοῦ Μάρκου μὲ τὸν Γάλλον πρόξενον).
•Βότσαρης, Μάρκος. Λεξικόν τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Ἀρβανητηκῆς Ἁπλῆς (Χειρόγραφον Κώδικος τοῦ 1809, Supplement Grec 251, Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων).
•Γιοχάλας, Τῖτος Π. Ἑλληνο-Αλβανικόν Λεξικόν τοῦ Μάρκου Μπότσαρη (Φιλολογικὴ ἔκδοσις ἐκ τοῦ αὐτογράφου), Ἀθῆναι, Ἀκαδημία Ἀθηνών, 1980.
•Μακρυγιάννης, Ἰωάννης. Ἀπομνημονεύματα, (ἔκδ. Γιάννη Βλαχογιάννη), Ἀθῆναι, 1907 (διὰ τὴν συγκριτικὴν μελέτην τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τὸ δημοτικὸν ᾄσμα).
•Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς
•Ὁμήρου Ἰλιάς, (ραψ. Ι στιχ. 186-190)





















