Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΓΛΑΥΚΟΣ Ή ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ: ΟΡΜΟΝΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗΝ ΩΔΙΚΗΝ – ΗΤΟ Ο ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ;
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Ὁ ἀρχαῖος ἀοιδὸς καὶ κιθαρῳδός (ὁ ὁποῖος ἐν τῇ μυθολογίᾳ ἀναφέρεται ὡς ΓλαῦκοςἈργεῖος, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν ὀνομάτων ΧαριάδηςΔημόδοκος), εἶναι ἐκεῖνος ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει, ὑπὸ τοῦ Ἀγαμέμνονος, τὴν φύλαξιν τῆς Κλυταιμνήστρας
 Ὅπως μαρτυροῦσιν αἱ κλασικαὶ ἀγγειογραφίαι, ὁ ἐπαγγελματίας ἀοιδός/κιθαρῳδὸς τῆς ἡρωικῆς ἐποχῆς ἐμφανίζεται μετὰ μακροῦ, πτυχωτοῦ χιτῶνος (ἱματίου), κρατῶν ξυλίνην ἑπτάχορδον φόρμιγγα ἢ κιθάραν.
 Εἰς τὰς ἐπισήμους ἐμφανίσεις αὐτῶν ἐν τοῖς ἀνακτόροις, οἱ ἀοιδοὶ ἵσταντο συχνάκις ὑπερυψωμένοι ἐπὶ εἰδικοῦ βάθρου (βήματος) ἢ Βάθρου τῆς Ἀπαγγελίας, ἵνα βλέπῃ καὶ ἀκούῃ αὐτοὺς τὸ ἀκροατήριον τῶν εὐγενῶν. 
 Ὁ συγκεκριμένος "Ἀργεῖος" ἀοιδός, εἴτε ὀνομάσωμεν αὐτὸν Γλαῦκον εἴτε Δημόδοκον, ἀντιπροσωπεύει τὸν σοφόν, σεβάσμιον καὶ πιστὸν σύμβουλον. 
  Ἡ στάσις τοῦ σώματος αὐτοῦ ἐκπέμπει τὴν ἠθικὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ὁ ρόλος του ὡς θεματοφύλακος τοῦ παλατίου τῶν Μυκηνῶν.
  ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΑΠΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΑΓΓΕΙΟ
 Ἡ ὁμηρικὴ ἀναφορὰ στὴν Ὀδύσσεια καὶ ἡ ἐτυμολογικὴ σύνδεση ποὺ ἐπιχειρεῖ τὸ κείμενο παρουσιάζουν μεγάλο ἱστορικὸ καὶ φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον. 
 Πρῶτον, ἔχουμε τὴν Ὁμηρικὴ ναφορὰ στὴν (Ὀδύσσεια, ράψ. γ 267-272) ὅπου ὁ Ἀγαμέμνονας, ὅταν ἀναχώρησε γιὰ τὴν Τροία, γνώριζε τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρα καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπιστίας. 
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἄφησε πίσω του ἕναν πιστὸ ἀοιδὸ (τυφλό, σύμφωνα μὲ μεταγενέστερες παραδόσεις) στὸν ὁποῖο ἔδωσε ρητὴ ἐντολὴ νὰ προστατεύει καὶ νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν Κλυταιμνήστρα, λειτουργῶντας ὡς φύλακας τῆς ἠθικῆς της. 
 Ποιός ἦταν ὅμως πραγματικὰ ὁ ρόλος τοῦ ἀοιδοῦ; Στὴν ὁμηρικὴ ἐποχή, οἱ ἀοιδοὶ δὲν ἦταν ἁπλοῖ διασκεδαστές. Ἦταν φορεῖς τῆς θείας σοφίας, τοῦ δικαίου καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξης. 
 Μὲ τὰ τραγούδια του, ὁ ἀοιδὸς θύμιζε συνεχῶς στὴν Κλυταιμνήστρα τὶς συζυγικές της ὑποχρεώσεις καὶ τὶς ἀρετὲς τῶν ἡρώων. Ὅσο ὁ ἀοιδὸς ἦταν παρών, ἡ Κλυταιμνήστρα ἠδύναντο νὰ ἀποκρούσει τὶς προτάσεις του Αἰγίσθου. 
 Ὁ Αἴγισθος, καταλαβαίνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὴ διαφθείρει ὅσο ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ἠθικὸς θεματοφύλακας, μὲ δόλιο τρόπο μετέφερε τὸν ἀοιδὸ σὲ ἕνα ἐρημικὸ νησὶ καὶ τὸν ἄφησε ἐκεῖ νὰ πεθάνει, γενόμενος «οἰώνων ἔλμωρ», δηλαδὴ βορὰ τῶν ἁρπακτικῶν πουλιῶν). 
 Μόνο μετὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ ἀοιδοῦ κατάφερε ὁ Αἴγισθος νὰ παρασύρει τὴν Κλυταιμνήστρα στὸ παλάτι του καὶ νὰ ἐπέλθει ἡ πτώση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν τῆς βασίλισσας. 
 Στὸ κάτωθι κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ ἀναφέρεται μιὰ θεωρία ὁρισμένων ἀρχαίων σχολιαστῶν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἀοιδὸς αὐτὸς ὁ Γλαύκων ἢ Δημόδοκος ὁ Ἀργεῖος ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ βασίστηκε σὲ μιὰ κλασικὴ παρετυμολογία (λογοπαίγνιο) τῶν λέξεων: ἀοιδὸς → προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀείδω (τραγουδῶ). αἰδοία τὰ γεννητικὰ ὄργανα (ἀπὸ τὸ αἰδὼς = ντροπή, σεβασμός). 
 Ὁρισμένοι μεταγενέστεροι γραμματικοὶ ἰσχυρίστηκαν ὅτι ἡ λέξη «ἀοιδὸς» σήμαινε μεταφορικὰ τὸν εὐνοῦχο, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ στερητικὸ α- καὶ τὴ λέξη αἰδοῖα (α-ἰδὸς = αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει γεννητικὰ ὄργανα). Ἰδοὺ ὅλο τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ: «ΕΥΝΟΥΧΟΣ, Δ. Εὐνοῦχος; Ἑλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, Θλιβίας, Θλαδίας, καὶ Σπάδων, Ἑλλ. (castra), τοῦτο διαφέροντες κατὰ τὰ Γλ. «Οἱ εὐνοῦχοι τρισσῶς, λέγονται· οἱ μὲν καλοῦνται Σπάδωνες, οἵτινες διὰ πάθος ἢ  ψύξιν ἐνόχλησαν (γρ. ἐνοχλήσασαν) τοῖς γονίμοις μορίοις παιδοποιεῖν κωλύονται· οἱ δέ, Θλιβίαι, οἵτινες ὑπὸ τῆς τροφοῦ ἢ τῆς μητρὸς τυχὸν ἔκθλιψιν τοῖς διδύμοις ὑπέστησαν· οἱ δέ, Καστράτοι, οἷς γέγονεν ἐκτομὴ τῶν γεννητικῶν μορίων». Ἀπὸ τὴν Ἀσίαν ἤρχισεν ὁ Εὐνουχισμός· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες αἰχμαλωτιζόμενοι εἰς πόλεμον εὐνουχίζοντο, καὶ ἐτάσσοντο εἰς τοὺς οἴκους τῶν Ἀσιανῶν δεσποτῶν, ἀξιωματικῶν, καὶ ἁπλῶς τῶν ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τρέφωσι πολλὰς γυναῖκας ἢ παλλακίδας, τῶν ὁποίων τὴν φυλακὴν ἐμπιστεύοντο εἰς εὐνούχους. Πολλάκις ὁ πόλεμος δὲν εἶχεν ἄλλην αἰτίαν, πλὴν τὴν κατάκτησιν εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὡς ἦσαν μάλιστα οἱ Τρωγλοδύται. Ἡ εἰς τούτους ἐκστρατεία ὡμοίαζε τὴν εἰς τὰ ἄγρια θηρία κυνηγεσίαν. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς ἐπωλοῦσαν, ὡς καὶ πᾶσαν, ἄλλην πραγματείαν. Εἰς τὴν συνήθειαν ταύτην ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅτε προλέγει εἰς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν ὅσα κακὰ ἔμελλε νὰ πάθῃ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου ὧν γεννήσεις λήψονται,  καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ Βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων ἔτρεφαν εὐνούχους, μαθόντες ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς δεσπότας, ὡς ἐδιδάχθησαν καὶ ἄλλα πολλὰ ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ τοὺς αὐτούς. Αἱ ἑπτακόσιαι γυναῖκες ἄρχουσαι, καὶ παρὰ ταύτας τριακόσιαι παλλακαὶ τοῦ Σαλομῶντος (Βασιλ. Γ΄, ια΄, 3) ἐχρειάζοντο ἀναλόγως καὶ πολλοὺς εὐνούχους. Ἀπὸ τούτους πολλοὶ ἐπρόβαιναν εἰς τόσην δύναμιν καὶ δόξαν, ὥστε νὰ κυβερνῶσι τὰ ἐντὸς τοῦ δεσποτικοῦ παλατίου, καὶ νὰ δείχνωσι καὶ εἰς τὰ ἔξω τὴν ἐξουσίαν των, ὡς γίνεται ἔτι σήμερον εἰς τὰς Ἀσιανὰς αὐλάς. Τοιοῦτος εἶναι εἰς τοῦ Σουλτάνου τὴν αὐλὴν ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ Τουρκιστὶ λεγόμενος Κισλαραγάς, ὁποῖος ἦτον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Φαραὼ ὁ Πεπεφρῆς. Ἀφοῦ ἡ Ῥώμη, ἀπολέσασα τὴν ἐλευθερίαν της, ὑπεζυγώθη εἰς δεσπότας αὐτοκράτορας, δὲν ἤργησε νὰ τοὺς ἴδῃ καὶ περικυκλωμένους ἀπὸ Εὐνούχους. Οἱ διαδεξάμενοι τοὺς Ῥωμαίους Γραικορωμαῖοι αὐτοκράτορες, μ' ὅλον ὅτι χριστιανοί, ἤγουν πρεσβευταὶ θρησκείας ἀποστρεφομένης τοιαῦτα ἀσεβήματα, δὲν ἔπαυσαν ὅμως νὰ τρέφωσιν εὐνούχους, καὶ νὰ δεσπόζωνται πολλάκις ἀπ' αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι καὶ παλαιά, ὡς καὶ σήμερον, ἐχρησίμευαν ἀκόμη νὰ τέρπωσι τοὺς δεσπότας των τραγῳδοῦντες μὲ τὴν φωνήν των· διότι ὁ εὐνουχισμὸς παρὰ τὰς πολλὰς ἄλλας σωματικὰς μεταβολάς, μεταβάλλει καὶ τὴν φωνήν των εἰς τὸ γυναικεῖον. Διὰ τοῦτο τὄνομα Ἀοιδὸς ἔγινε συνών. τοῦ Εὐνοῦχος. Μάρτυς ὁ Ἡσύχιος: «Ἀοιδοὶ...εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων» ὡς καὶ εἰς τοὺς Ἰταλοὺς τὸ Musico συνωνυμεῖ σχεδὸν μὲ τὸ Castrato. Οἱ Ἰταλοὶ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ἐφύλαξαν τὸν εὐνουχισμόν, διὰ νὰ ἔχωσι ψάλτας, χρησίμους ὄχι μόνον εἰς τὰ Θέατρα, ἀλλὰ τὸ παραδοξότερον καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας των. Τὸ ἐπισημότερον δημόσιον ἐργαστήριον τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀκάκων νηπίων ἦτον εἰς τὴν Νεάπολιν. Ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς Γάλλους! ἡ ἔφοδος αὐτῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμόν, ὡς καὶ πολλάς ἄλλας ἀνομίας. Οἱ εὐνοῦχοι ἐκαταφρονήθησαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴν δόξαν, ὡς φυσικὰ δειλοί, κακοήθεις καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ τωόντι ἐφάνησαν ὡσεπιπολύ. Δὲν πταίουν ὅμως οἱ ταλαίπωροι αὐτοί, ἀλλ' οἱ τολμήσαντες νὰ βιάσωσι τὴν δομένην εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν δημιουργὸν φύσιν. Αὐτὴ ἡ κοινὴ παρὰ πάντων καταφρόνησις συνήργησεν ἀκόμη νὰ τοὺς κάμῃ ἀληθῶς ἀξίους καταφρονήσεως. Ἀντὶ νὰ καταφρονῶνται εἶχαν δίκαιον νὰ προσμένωσιν ἔλεον καὶ συμπάθειαν. Ἡ ἱστορία μᾶς ἐφύλαξε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ ὀλίγα, εὐνούχων ἐνδόξων κατὰ τὴν σωματικὴν καὶ κατὰ τὴν ψυχικὴν δύναμιν· τοιοῦτος ἐχρημάτισεν ὁ περιβόητος Ναρσῆς, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὄχι ὑποδεέστερος τοῦ Βελισαρίου· τοιοῦτος, μετὰ τρεῖς ἑκατονταετηρίδας ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Παρατρέχω τὸν πολὺ ἀρχαιότερον καὶ πολὺ σοφώτερον τοῦ Φωτίου Ὠριγένην, ὅστις ἀμαύρωσε τὴν σοφίαν του, τολμήσας νὰ εὐνουχίσῃ αὐτὸς ἑαυτόν, διότι ἐξήγησε κακὰ τοῦ εὐαγγελίου (Ματθ. ιθ΄, 12) τὸ «Εἰσὶν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»».
Μετάφραση:
[ΕΥΝΟΥΧΟΣ, [Βλέπε] Εὐνοῦχος· Γάλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, θλιβίας, θλαδίας καὶ σπάδων, στὰ ἑλληνικὰ (castra), διαφέροντας σὲ αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὰ Γλωσσικά: «Οἱ εὐνοῦχοι χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: ἄλλοι ὀνομάζονται Σπάδωνες, οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰτίας κάποιας ἀσθένειας ἢ ψύξης ὑπέστησαν βλάβη στὰ γόνιμα μόριά τους καὶ ἐμποδίζονται νὰ κάνουν παιδιὰ· ἄλλοι ὀνομάζονται Θλιβίαι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν σύνθλιψη στοὺς διδύμους (ὄρχεις) ἀπὸ τὴν παραμάνα ἢ τὴ μητέρα τους· καὶ ἄλλοι Καστράτοι, στοὺς ὁποίους ἔχει γίνει πλήρης ἀποκοπὴ τῶν γεννητικῶν ὀργάνων». Ἀπὸ τὴν Ἀσία ξεκίνησε ὁ εὐνουχισμὸς· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες, ὅταν αἰχμαλωτίζονταν στὸν πόλεμο, εὐνουχίζονταν καὶ τοποθετοῦνταν στὰ σπίτια τῶν Ἀσιατῶν ἡγεμόνων, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ γενικὰ ὅσων εἶχαν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ συντηροῦν πολλὲς γυναῖκες ἢ παλλακίδες, τὴν φύλαξη τῶν ὁποίων ἐμπιστεύονταν σὲ εὐνούχους. Πολλὲς φορὲς ὁ πόλεμος δὲν εἶχε ἄλλη αἰτία παρὰ τὴν κατάκτηση εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὅπως ἦταν κυρίως οἱ Τρωγλοδύτες. Ἡ ἐκστρατεία ἐναντίον τους ἔμοιαζε μὲ κυνήγι ἄγριων θηρίων. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσία τους, τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς πουλοῦσαν σὰν ὁποιοδήποτε ἄλλο ἐμπόρευμα. Σὲ αὐτὴ τὴ συνήθεια ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅταν προλέγει στὸν βασιλιᾶ Ἐζεκία ὅσα δεινὰ ἔμελλε νὰ πάθει ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ θὰ πάρουν ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, ποὺ θὰ γεννήσεις, καὶ θὰ τοὺς κάνουν εὐνούχους στὸ παλάτι τοῦ βασιλιᾶ τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ προκάτοχοί του βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων συντηροῦσαν εὐνούχους, ἔχοντας μάθει αὐτὴ τὴν τακτικὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες (Ἐθνικοὺς) ἡγεμόνες, ὅπως ἀκριβῶς διδάχθηκαν καὶ πολλὰ ἄλλα ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ αὐτούς. Οἱ ἑπτακόσιες ἐπίσημες σύζυγοι καὶ οἱ ἐπιπλέον τριακόσιες παλλακίδες τοῦ Σολομῶντος (Βασιλειῶν Γ΄, ἰα΄, 3) ἀπαιτοῦσαν, ὅπως εἶναι φυσικό, καὶ ἀνάλογο ἀριθμὸ εὐνούχων. Ἀπὸ αὐτούς, πολλοὶ ἀποκτοῦσαν τόσο μεγάλη δύναμη καὶ δόξα, ὥστε νὰ διοικοῦν τὰ ἐνδότερα τοῦ ἡγεμονικοῦ παλατιοῦ καὶ νὰ ἐπιδεικνύουν τὴν ἐξουσία τους καὶ πρὸς τὰ ἔξω, ὅπως συμβαίνει ἀκόμη καὶ σήμερα στὶς αὐλὲς τῆς Ἀσίας. Τέτοιος εἶναι στὴν αὐλὴ τοῦ Σουλτάνου ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ ὁποῖος στὰ τουρκικὰ ὀνομάζεται Κισλὰρ Ἀγᾶς, καὶ ὁ ὁποῖος ἦταν ὅ,τι καὶ ὁ Πετεφρὴς στὴν αὐλὴ τοῦ Φαραώ. Ἀφ' ὅτου ἡ Ρώμη ἔχασε τὴν ἐλευθερία της καὶ ὑποδουλώθηκε σὲ αὐταρχικοὺς αὐτοκράτορες, δὲν ἄργησε νὰ τοὺς δεῖ περιτριγυρισμένους ἀπὸ εὐνούχους. Οἱ Βυζαντινοὶ (Γραικορωμαῖοι) αὐτοκράτορες ποὺ διαδέχθηκαν τοὺς Ρωμαίους, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν χριστιανοί —δηλαδὴ πιστοὶ μιᾶς θρησκείας ποὺ ἀποστρέφεται τέτοιες ἀσέβειες— δὲν σταμάτησαν ὡστόσο νὰ συντηροῦν εὐνούχους καί, μάλιστα, πολλὲς φορὲς νὰ ἐξουσιάζονται ἀπὸ αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι, τόσο στὸ παρελθὸν ὅσο καὶ σήμερα, χρησίμευαν ἐπίσης στὸ νὰ ψυχαγωγοῦν τοὺς ἀφέντες τους τραγουδῶντας· κι αὐτὸ γιατί ὁ εὐνουχισμός, πέρα ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες σωματικὲς ἀλλαγές, μεταβάλλει καὶ τὴ φωνή τους σὲ γυναικεία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ λέξη Ἀοιδὸς (τραγουδιστὴς) ἔγινε συνώνυμη τοῦ Εὐνουχισμένου. Μάρτυρας γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Ἡσύχιος ποὺ γράφει: «Ἀοιδοί... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ὠδός, κιθαρωδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων (εὐνοῦχος)». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στοὺς Ἰταλούς, ὅπου ἡ λέξη Musico εἶναι σχεδὸν συνώνυμη μὲ τὴ λέξη Castrato (καστράτος). Οἱ Ἰταλοὶ ἦταν οἱ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ποὺ διατήρησαν τὸν εὐνουχισμό, γιὰ νὰ ἔχουν ψάλτες χρήσιμους ὄχι μόνο στὰ θέατρα, ἀλλά —τὸ πιὸ παράδοξο ἀπ' ὅλα— καὶ στὶς ἐκκλησίες τους. Τὸ πιὸ ὀνομαστὸ δημόσιο ἐργαστήριο εὐνουχισμοῦ ἀθώων νηπίων βρισκόταν στὴ Νεάπολη (Νάπολη). Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ (χάρη) στοὺς Γάλλους! Ἡ εἰσβολή τους στὴν Ἰταλία κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμό, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες ἀνομίες. Οἱ εὐνοῦχοι περιφρονήθηκαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴ γνώμη, ὡς ἐκ φύσεως δειλοί, κακόβουλοι καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ πράγματι φάνηκαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Δὲν φταῖνε ὅμως αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τόλμησαν νὰ παραβιάσουν τὴ φύση ποὺ τοὺς δόθηκε ἀπὸ τὸν δημιουργό. Αὐτὴ ἡ καθολικὴ περιφρόνηση ἀπὸ ὅλους συνέβαλε μάλιστα στὸ νὰ τοὺς καταστήσει πραγματικὰ ἄξιους περιφρόνησης. Ἀντὶ νὰ περιφρονοῦνται, εἶχαν κάθε δίκιο νὰ προσδοκοῦν ἔλεος καὶ συμπάθεια. Ἡ ἱστορία μᾶς διέσωσε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ λίγα, ἔνδοξων εὐνούχων ὡς πρὸς τὴ σωματικὴ καὶ τὴν πνευματική τους δύναμη. Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ περιβόητος Ναρσής, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ, καθόλου κατώτερος ἀπὸ τὸν Βελισάριο. Τέτοιος ἦταν ἐπίσης, μετὰ ἀπὸ τρεῖς αἰῶνες, ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Προσπερνῶ τὸν πολὺ ἀρχαιότερο καὶ πολὺ σοφότερο ἀπὸ τὸν Φώτιο, τὸν Ὠριγένη, ὁ ὁποῖος ἀμαύρωσε τὴ σοφία του, καθὼς τόλμησε νὰ εὐνουχίσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ ἑρμήνευσε λανθασμένα τὸ ρητὸ τοῦ Εὐαγγελίου (Μάτθ. ἰθ΄, 12): «Ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, οἱ ὁποῖοι εὐνούχισαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».].
 Ποιά θεωρεῖται σήμερα ὡς φιλολογικὴ πραγματικότητα καὶ ποιά ἀλήθεια κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸν μῦθο;
  Οἱ φιλόλογοι ἀποφάνθηκαν ὅτι πρόκειται ξεκάθαρα γιὰ μιὰ ψευδοετυμολογία (ἢ παρετυμολογία). Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ὅμηρος δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ φύλακας ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ θεωρία αὐτὴ γεννήθηκε αἰῶνες ἀργότερα, ὅταν οἱ ἀνατολικὲς αὐλὲς (ὅπου οἱ εὐνοῦχοι εἶχαν πράγματι τὸν ρόλο τῶν φυλάκων των γυναικωνίτων) ἐπηρέασαν τὴ σκέψη τῶν σχολιαστῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ προβάλουν αὐτὴ τὴ μεταγενέστερη πρακτικὴ πάνω στὸ ὁμηρικὸ κείμενο μέσῳ τῆς γλωσσικῆς σύμπτωσης τῶν λέξεων. 
  Ἐν συνεχείᾳ αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ διαβάζουμε στὸ λεξικό του Εὐστάθιου Θεσσαλονίκης μιὰ ἐπιπλέον σημαντικὴ παραπομπή: «ἀοιδός, ὅτι τοὺς περὶ μουσικὴν καὶ ποιητικὴν ἀοιδοὺς ἐν μοίρᾳφιλοσόφων ἔταττον οἱ παλαιοί, καὶ ὅτι ἀπολύτως ἀοιδοὶ οἱ τοιοῦτοι λέγονται πρὸς διαστολὴν τῶν περὶ θρήνους καὶ γάμους καὶ τοιούτων ἄλλων ἀοιδῶν, καὶ ὅτι τὸν τῆς παρ' Ὁμήρῳ Κλυταιμνήστρας ἀοιδὸν εὐνοῦχον ἐνόησάν τινες λεχθῆναι παρὰ τὸ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, ἱστορία διεξοδική.»
Μετάφραση:
[ἀοιδὸς (τραγουδιστής): [ἀναφέρεται] ὅτι οἱ ἀρχαῖοι κατέτασσαν στὴν ἴδια μοῖρα μὲ τοὺς φιλοσόφους ἐκείνους τους ἀοιδοὺς ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴν ποίηση, καθὼς καὶ ὅτι αὐτοὶ ὀνομάζονται ἁπλῶς «ἀοιδοὶ» γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τραγουδοῦσαν σὲ θρήνους (μοιρολόγια), σὲ γάμους καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες περιστάσεις. Ἐπίσης, [ἀναφέρεται] μιὰ διεξοδικὴ ἱστορία γιὰ τὸ ὅτι ὁρισμένοι θεώρησαν πὼς ὁ ἀοιδὸς τῆς Κλυταιμνήστρας, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Ὅμηρο, ἦταν εὐνοῦχος, ἑρμηνεύοντας τὴ λέξη «ἀοιδὸς» ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν εἶχε γεννητικὰ ὄργανα (παρὰ τὸ «αἰδοῖα μὴ ἔχειν»).]
 Ἐν τούτοις τὸ ἀκριβὲς ἀρχαῖο κείμενο τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὶς Παρεκβολὲς εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν (τόμος 1, σχόλια στὴ ραψωδία γ, στίχοι 267–268), ὅπου διασώζει την παρετυμολογία καὶ τὴν ἑρμηνεία περὶ εὐνουχισμοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν, στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον· καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος δὲ, παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν.»[1
 Εἰσερχόμενοι στὸν σχολιασμὸ τοῦ κειμένου «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν» ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ὁ Εὐστάθιος ξεκαθαρίζει ἐξ ἀρχῆς πὼς τούτη ἡ ἰδέα δὲν εἶναι δική του, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγον παλαιότεροι μελετητές («τινές»). Ἤτοι, «στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον»
  Περαιτέρω ὁ σχολιαστὴς ἐξηγεῖ τὸν λογικὸ συνειρμὸ τῶν σχολιαστῶν: Ἐπειδὴ ὁ Ἀγαμέμνονας τὸν ἄφησε ὡς φύλακα γυναίκας, ὑπέθεσαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐνοῦχος, καθὼς αὐτὴ ἡ πρακτικὴ (τῆς φύλαξης τοῦ γυναικωνίτη ἀπὸ εὐνουχισμένους ὑπηρέτες) ἦταν οἰκεία στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο. 
 Στὴν φράση «παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν», ἀναφέρει τὴν φράση «κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν»
 Τροποτινὰ ὁ Εὐστάθιος μὴ ἀποδεχόμενος αὐτὴ τὴν θεωρία σπεύδει ἀμέσως νὰ τὴν ἀπορρίψει χαρακτηρίζοντάς την ὡς «ἐπίπλαστον» (δηλαδὴ πλαστή, τεχνητή, ψευδοετυμολογία). 
  Ἐν τούτοις διαφαίνεται ξεκάθαρα, εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ κιθαρῳδοῦ ποιητοῦ, ἓν βασικὸν ἐλάττωμα. 
 Ὁ Γλαῦκος ὁ Ἀργεῖος ἢ Δημόδοκος – ὅστις δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν Δημόδοκον τὸν Φαίακα – εἶναι τυφλός.[1] Αὕτη ἡ παράμετρος ἴσως νὰ ὑποκρύπτῃ τὴν λεπτομέρειαν μιᾶς ἀσθενείας, ἥτις ἐκδηλοῦται ἐνίοτε ἄνευ ἐμφανοῦς αἰτίας.
   Φαίνεται ὅτι ὁ εὐνουχισμὸς ἑνὸς νεαροῦ ἄρρενος δύναται νὰ προκαλέσῃ σοβαρὰς ὁρμονικὰς διαταραχὰς καὶ δυσλειτουργίαν τοῦ παγκρέατος. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ὁδηγοῦν εἰς ἰνσουλινοαντίστασιν, ἥτις μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου προκαλεῖ βλάβας, αἱ ὁποῖαι ἐπιδροῦν μακροχρονίως εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς ὁράσεως.
 Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ αἴτιον τῆς παρετυμολογίας εἰς τὴν ὀνοματοθεσίαν ἀοιδὸς - κιθαρῳδός, ἀπὸ μίαν μερίδα φιλολόγων λεξικογράφων. Πιστεύσαντες εἰς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Γλαύκου - Δημοδόκου, ἐθεώρησαν ὅτι συνολικῶς ἡ ἔκφρασις αὐτὴ προέκυψεν ἀπὸ τὴν τακτικὴν τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀοιδῶν κιθαρῳδῶν, κάτι τὸ ὁποῖον ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὸ ἐπιβεβαιώνει ὡς λάθος. Οἱ κιθαρῳδοὶ ἦσαν παράλληλα καὶ μεγάλοι ἐρασταί, παρὰ τὴν ἐγκράτειαν ἡ ὁποία τοὺς ἐπεβάλλετο πρὸ τῆς ἐμφανίσεώς των εἰς τὸ κοινόν.
 Ἄρα, ἡ περίπτωσις τοῦ συγκεκριμένου προσώπου πιθανὸν νὰ εἶναι μοναδικὴ ἢ νὰ συνδέεται μὲ κατάλοιπα τῆς χρήσεως τοιούτων ἀτόμων εἰς τὴν Μυκηναϊκὴν ἐποχήν, ὅπου οἱ ἄνακτες (βασιλεῖς) δὲν ἐνδιεφέροντο διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα λειτουργοῦντες χειριστικῶς.
 Παράλληλα, ἡ ὑψηλὴ τέχνη τὴν ὁποίαν παρῆγον οἱ Καστράτοι - εὐνοῦχοι ἀοιδοί (οἱ ἐπονομαζόμενοι καὶ ἀγγελόφωνοι) ἦτο τόσο ἡδονικὴ διὰ τοὺς ἄνακτας καὶ τοὺς αὐλικούς, ὥστε νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα καὶ ἀπὸ τὸ κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.
 Ἐν συμπεράσματι, ἡ μοναδικὴ περίπτωσις τοῦ Ἀργείου ἀοιδοῦ Γλαύκου ἢ Δημοδόκου φωτίζει μὲ ἰδιαίτερον τρόπον τὴν πολυπλοκότητα τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅπου οἱ ἄνακτες ἐλειτούργουν χειριστικῶς, μακρὰν οἱασδήποτε μερίμνης διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. 
 Ἡ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεώς του, ἥτις ἐκ τῶν ὑστέρων διαφαίνεται ὅτι ὑποκρύπτει τὰς μεταβολικὰς παρενεργείας ἑνὸς εὐνουχισμοῦ εἰς νεαρὰν ἡλικίαν, κατὰ τὸ σύνηθες τῆς ᾠδικῆς τεχνικῆς τῶν καστράτο, συνδέει τὸν Δημόδοκον καθὼς καὶ ἄλλους τυφλοὺς ἀοιδοὺς ὅπως τὸν Ὅμηρον, μὲ τὴν σκληρὰν τακτικὴν τῶν Καστράτων.


Αἱ τρεῖς εἰκόνες ἀποτελοῦν ἓν δεῖγμα γραφῆς τῆς παραδοσιακῆς ἀντιλήψεως τῶν συγχρόνων συγγραφέων - ἐρευνητῶν - φιλολόγων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται –συμφώνως πρὸς τὰς ἱστορικὰς πηγὰς– περὶ τῆς διὰ βίου ἀπωλείας τῆς ὁράσεως τῶν ἐπικῶν ἀοιδῶν - κιθαρῳδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὰ ὁμηρικὰ ἔπη. Εἰς τὰς εἰκόνας αὐτάς, πρῶτος μὲν ἐμφανίζεται ὁ Ὅμηρος, δεύτερος ὁ Φήμιος καὶ τρίτος ὁ Δημόδοκος ὁ Φαίαξ...τυφλοὶ καὶ οἱ τρεῖς!

 Καθὼς ὑποστηρίζει καὶ ὁ Κοραῆς, ἡ συνήθεια τῶν μεγάλων ἡγεμόνων συμπεριελάμβανε τὸ ἔθος τοῦ εὐνουχισμοῦ εἰς ἀγόρια νεαρᾶς ἡλικίας διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ὑψηλὴν φωνήν των, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε μὲ τὸν Πετεφρῆν εἰς τὴν Αἴγυπτον.
 Ἄρα, ἡ παρουσία τῶν εὐνούχων ὑπῆρχεν ἐξίσου καὶ εἰς τὸν ἑλλαδικὸν χῶρον. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης[2] ἐχρησιμοποίησεν εἰς μίαν ἀπὸ τὰς τραγωδίας τοῦ ἕναν εὐνοῦχον τραγουδιστὴν καὶ ὑποκριτὴν φρυγικῆς καταγωγῆς.
 Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. 
 Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὥστε ἡ φωνή των νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ γλυκύτατον κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἡ παρατήρησις διὰ τὴν τύφλωσιν τῶν ἀρχαίων ἀοιδῶν ὡς “παράμετρον μιᾶς ἀσθενείας” εἶναι ἐξαιρετικῶς βαθεῖα. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι, ἡ τύφλωσις τῶν ποιητῶν (ὅπως τοῦ Ὁμήρου ἢ τοῦ Δημοδόκου) ἐθεωρεῖτο συχνάκις “θεία δίκη” ἢ “θεϊκὸν δῶρον”· αἱ Μοῦσαι τοὺς ἀπεστέρουν τὴν ἐξωτερικὴν ὅρασιν διὰ νὰ τοὺς χαρίσουν τὴν ἐσωτερικήν, πνευματικὴν ὅρασιν (τὴν μαντικὴν καὶ τὴν ποιητικὴν ἔμπνευσιν). Ἐξ ἰατρικῆς ἀπόψεως, ἡ αἰφνίδιος ἢ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεως χωρὶς προφανὲς τραῦμα (ὅπως ἀπὸ γλαύκωμα ἢ καταρράκτην) ἐφάνταζε τοῖς ἀρχαίοις ὡς μυστήριον, ὡς συμβὰν “ἄνευ ἐμφανούς αἰτίας”, ἐπιτεῖνον τὸν ἱερὸν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου των.
[2] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὸν «Ὀρέστην» (στ. 1366–1368) ἕναν εὐνοῦχον ἀκολούθον τῆς Ἑλένης, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ὡς τραγουδιστὴς καὶ ὑποκριτὴς φρυγικῆς καταγωγῆς, ἐξιστορῶν ἔντρομος τὰ συμβάντα: «...τύραννοι δόμοι· σιγάτε· Φρύξ τις γὰρ οὗτος ἐκ περαιούται δόμων,οὗ πευσόμεσθα τἀν δόμοις ὅπως ἔχει.» Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην τῶν ἀγγελοφώνων καὶ οὐρανίων θείων πλασμάτων, τῶν παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐρωτιδέων - ἤτοι παρόμοιον μὲ τοὺς σημερινοὺς κόντρα τενόρους [counter-tenor] τῆς λυρικῆς σκηνῆς. Εἷς ἐπαγγελματίας counter-tenor (ὁ ὁποῖος φυσιολογικῶς εἶναι μπάσος, βαρύτονος ἢ τενόρος εἰς τὴν φυσικήν του φωνήν) γυμνάζει τὸ φαλτσέτο του τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν δύναμιν, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν ἀντήχησιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς. Ἐξαλείφει τὴν “διαρροὴν” τοῦ ἀέρος, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ φαλτσέτο του νὰ ἀκούηται ὡς μία ἰσχυρά, γεμάτη καὶ καλλιεργημένη γυναικεία φωνή (άλτο ἢ μέτζο-σοπράνο). Συνεπῶς, ὁ counter-tenor εἶναι εἷς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος τραγουδεῖ εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ φαλτσέτου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴν τεχνικὴν ὑποστήριξιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς διὰ νὰ παραγάγῃ τὸ ἰσχυρὸν ὀπερατικὸν ἀποτέλεσμα. Δὲς τὸ κείμενο στὴν σελίδα Ὀδυσσέως παῖδε μὲ τίτλο "ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΣΕ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ (Ἡ ἀπαρχὴ τῶν ὀπερατικῶν εὐνούχων-καστράτο)"  19/09/2019.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοραῆς, Ἀδαμάντιος (1835). Ἄτακτα, Τόμος Πέμπτος, Μέρος Πρῶτον, Ἀλφάβητον Τρίτον. Ἐν Παρισίοις: Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Κ. Ἐβεράρτου (Λήμματα: «Ἀοιδός» καὶ «Εὐνοῦχος», σελ. 80–82).
•Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχοι 1366–1368 (Εἰσαγωγὴ καὶ ἐμφάνισις τοῦ Φρυγὸς εὐνούχου-ὑποκριτοῦ).
•Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν, Τόμος 1, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Σχολιασμὸς διὰ τὸν ἀοιδὸν-φύλακα τῆς Κλυταιμνήστρας καὶ τὴν ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν τοῦ εὐνουχισμοῦ).
•Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἀοιδὸν τοῦ Άργους).
•Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, Λεξικόν (Λήμματα: «Ἀοιδοὶ... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων»).
•Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, Βασιλειῶν Γ΄, κεφ. ια΄, 3 (Αἱ γυναῖκες καὶ οἱ εὐνοῦχοι τοῦ Σολομῶντος)· Προφήτης Ἠσαΐας, κεφ. λθ΄, 7 (Ἡ προφητεία πρὸς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν διὰ τοὺς σπάδοντας τῶν Βαβυλωνίων).
•Grafiati Academic Database (2025). Bibliographies: "Castrati" - Comprehensive Scholar Selections. Διαθέσιμον εἰς: Grafiati Platform
•NCBI Bookshelf (2021). The Instrumental Body: Castrati - Surgery and Selfhood in Early Modern England. Διαθέσιμον εἰς: NCBI Bookshelf
•ResearchGate Medical History (2026). The Lost Voice: A History and Endocrinology of the Castrato. Διαθέσιμον εἰς: ResearchGate PublicationWikipedia, The Free Encyclopedia. Castrato - History, Vocal Physiology, and Metabolic/Endocrine Anomalies.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ
•https://odysseospaide.blogspot.com/2019/09/i.html?m=0

 

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΑΙΓΙΔΙΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ

Έρευνα και συγγραφή: Ιωάννης Γ. Βαφίνης

 

 Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια τῆς Ἀειπαρθενίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς πυλῶνες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. 
 Μέσα στὴν ἁγιολογικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κύριος οἰκονόμησε θαυμαστὰ σημεῖα γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀκαταλήπτου αὐτοῦ μυστηρίου, προβάλλοντας Ἁγίους ὡς ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς θείας βουλῆς.
  Στὸ πλούσιο συναξάριο τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ξεχωρίζει γιὰ τὴν ἀσκητικὴ χάρη καὶ τὴν παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ θαυματουργικὴ μαρτυρία περὶ τοῦ Ἀειπαρθένου τῆς Θεοτόκου. [Σημειωτέον ὅτι ὁ πρῶτος ποὺ συνέγραψε θεολογικῶς περὶ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἐπίσης Ἀθηναῖος Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὡς ἴσως ἐκθέσωμεν σὲ ἕτερον κεφάλαιον].
 Τὸ ἰδιαίτερο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα, τὸ ὁποῖο συνδέθηκε μὲ τὸ πρόσωπό του, διασώζει μιὰ συγκλονιστικὴ πνευματικὴ μαρτυρία ποὺ γεφυρώνει τὴν Ἀνατολὴ μὲ τὴ Δύση.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ὁ Ἀθηναῖος (περ. 650 – 710 μ.Χ.) ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς. Μετὰ τὸν θάνατόν τους μοίρασε τὴν περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς καὶ ταξίδευσε στὴ Γαλλία, ὅπου ἔζησε ὡς ἐρημίτης σὲ μιὰ σπηλιά.
 Ἂν καὶ ἀνήκει στὴν περίοδον πρὶν ἀπὸ τὸ Σχίσμα (ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἑνιαία), ἡ μνήμη του εἶναι ἐξαιρετικὰ δημοφιλὴς στὴ Δύση, ἐνῷ στὴν Ἑλλάδα τὸ συγκεκριμένο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα ἀποτυπώθηκε κυρίως σὲ μεταβυζαντινὲς θρησκευτικὲς εἰκόνες.


    
  Ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου (γνωστοῦ στὴ Δύση ὡς Saint GilesAegidius) εἶναι μιὰ συναρπαστικὴ ἱστορία ποὺ γεφυρώνει τὴν ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ παράδοση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανικὴ γραμματεία τῆς πρώτης χιλιετίας. 
 Ἡ ζωή του, ὅπως διασώζεται ἀπὸ τὰ συναξάρια, χωρίζεται σὲ δύο μεγάλους σταθμούς: τὴν Ἀθήνα καὶ τη Νότια Γαλλία.
  Ὁ Αἰγίδιος ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα γύρω στὸ 640-650 μ.Χ., σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ πόλη εἶχε χάσει τὴν ἀρχαία της αἴγλη ἀλλὰ παρέμενε πνευματικὸ κέντρο.
 Ὅπως γνωρίζουμε, ὁ Αἰγίδιος ὑπῆρξε γόνος μιᾶς ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ πιὸ ἐπιφανεῖς ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες τῶν Ἀθηνῶν. 
 Σύμφωνα μὲ τὴ δυτικὴ παράδοση, οἱ εὐσεβεῖς Ἀθηναῖοι γονεῖς του ὀνομάζονταν Θεόδωρος καὶ Πελαγία
 Ἐν τούτοις, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σημεῖα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ μεταστροφή του. Ὅταν οἱ γονεῖς του πέθαναν, ὁ Αἰγίδιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἀπώλεια καὶ ἀρνούμενος τὰ πλούτη καὶ τὴν κοσμικὴ δόξα, μοίρασε ὁλόκληρη τὴν τεράστια περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς τῆς Ἀθήνας.  
 Ἡ ἐνάρετη ζωή του ἔφερε πολὺ νωρὶς καὶ τὴν ἐπίτευξη τοῦ πρώτου θαύματος. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι στὴν Ἀθήνα θεράπευσε ἕναν ζητιάνο προσφέροντάς του ἁπλῶς τὸν μανδύαν του. 
 Ἔπειτα προτίμησε τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Ἐπειδὴ οἱ Ἀθηναῖοι ἄρχισαν νὰ τὸν τιμοῦν ὑπερβολικὰ γιὰ τη φιλανθρωπία καὶ τὰ θαύματά του, ὁ Αἰγίδιος, ἀναζητώντας τὴν ταπεινότητα, ἐπιβιβάστηκε κρυφὰ σὲ ἕνα πλοῖο γιὰ τὴ Δύση. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ, ἡ προσευχή του ἔσωσε τὸ πλήρωμα ἀπὸ ἕνα βέβαιο, σφοδρὸ ναυάγιο.
 Ὁ Ἅγιος ἀπεβιβάσθη στὴ Μασσαλία καὶ κινήθηκε πρὸς τὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ῥοδανοῦ, στὴ Νότια Γαλλία. Ἐκεῖ παραδόθηκε στὴν ἀπόλυτον ἄσκησιν.   Ἀναζητώντας πλήρη ἀπομόνωση, ἐγκαταστάθηκε σὲ μιὰ ἄγρια, ἀπρόσιτη σπηλιά μέσα σὲ ἕνα πυκνὸ δάσος κοντὰ στὴ Νὶμ (Nîmes). Ἐκεῖ ζοῦσε μὲ ἀπόλυτη νηστεία, τρεφόμενος μόνο μὲ ρίζες, ἄγρια βότανα καὶ νερό.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση, ἕνας εὐσεβὴς Δομινικανὸς μοναχὸς βασανιζόταν ἀπὸ ἕναν μεγάλο πνευματικὸ πειρασμὸ καὶ δὲν μπορούσε νὰ κατανοήσει καὶ νὰ πιστέψει πῶς ἡ Παναγία παρέμεινε Παρθένος πρίν, κατὰ τὴ διάρκεια καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ (τὸ δόγμα τοῦ Ἀειπαρθένου). 
 Ὁ μοναχός, ἀπελπισμένος ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες του, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν φημισμένο γιὰ τὴν ἁγιότητά του γέροντα Αἰγίδιο, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν πνευματική του καθοδήγηση.
 Ὅταν ὁ μοναχὸς πλησίασε τὸν Ἅγιο, ὁ Αἰγίδιος – καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ διορατικό του χάρισμα – γνώριζε ἤδη τὸν λογισμόν του χωρὶς ὁ μοναχὸς νὰ προλάβει νὰ μιλήσει. 
 Ἀντὶ γιὰ μιὰ μακροσκελὴ θεολογικὴ ἀνάλυση, ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος προτίμησε νὰ τοῦ δώσει μιὰ «ζωντανὴ» ἀπάντηση μέσω τῆς φύσεως. 
 Ὁ Ἅγιος στὸ πρῶτο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του στὸ ξηρὸ χῶμα εἶπε: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου». Ἀμέσως, μέσα ἀπὸ τὸ ξερὸ ἔδαφος, βλάστησε καὶ ἄνθισε ἕνας πανέμορφος, κάτασπρος κρίνος.
Στὸ δεύτερο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του ξαναλέει: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος ἐν τῷ τόκῳ». Ἀμέσως, ἕνας δεύτερος κρίνος ξεπήδησε δίπλα στὸν πρῶτο.
 Στὸ τρίτο χτύπημα στὸ ἔδαφος ξαναεῖπε: «Ἡ Μαρία παρέμεινε Παρθένος καὶ μετὰ τὸν τόκο». Τότε, ἕνας τρίτος κρίνος ἄνθισε πλάι στοὺς ἄλλους δύο.
 Ἡ θαυμαστή αὐτή φανέρωση ἔλυσε ἀμέσως τὶς ἀμφιβολίες τοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος γονάτισε καὶ δόξασε τὸν Θεόν. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ χριστιανικὴ τέχνη, κυρίως τὴν Ἁγιογραφίαν.
 Σὲ πολλὲς δυτικὲς ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὲς ἀπεικονίσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἢ ἕνα βάζο ἀνάμεσα σὲ ἐκεῖνον καὶ τὴν Παναγία φέρει τρεῖς κρίνους σὲ ἕνα κοινὸ στέλεχος. Κάθε κρίνος (ἢ μπουμπούκι) συμβολίζει μία ἀπὸ τὶς τρεῖς φάσεις τῆς ἁγνότητος τῆς Θεοτόκου (πρό, ἐν καὶ μετὰ τόκον).
 Παρόλο ποὺ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος δὲν περιλαμβάνεται στὰ τυπικὰ καθημερινὰ ὀρθόδοξα συναξάρια (καθὼς ἡ τιμή του ἀναπτύχθηκε ῥαδιαῖα στὴ Γαλλία καὶ τὴ Σκωτία), ἡ σκηνὴ τοῦ θαύματος μὲ τὰ τρία κρινάκια ἔχει ζωγραφιστεῖ σὲ ναοὺς τῆς Βόρειας καὶ Δυτικῆς Ἑλλάδος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν Ὀρθόδοξη ἀποδοχή.   Οἱ ὀρθόδοξοι ἁγιογράφοι συχνὰ παρέλειπαν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ κρατοῦσαν τη σκηνὴ τῶν κρίνων ὡς μιὰ θαυμαστὴ ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.
Ἕνα ἀκόμη θαυμαστὸ γεγονὸς στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε τὸ θαῦμα μὲ τὸ Ἐλάφι. Ὁ Θεός, θέλοντας νὰ απαλύνει τὶς κακουχίες του, τοῦ ἔστειλε μιὰ ἥμερη ἐλαφίνα (ἢ ζαρκάδι). Τὸ ζῶο αὐτὸ ἐπισκεπτόταν καθημερινὰ τὸν Ἅγιο στὴ σπηλιά του καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸ γάλα της. Ἡ ἐλαφίνα ἐγένετο ὁ μοναδικός του σύντροφος στὴν ἐρημιά.
 Μιὰ μέρα, ὁ βασιλιάς τῶν Βησιγότθων (ἢ Φράγκων), Βάμπα (Wamba) ἢ κατ᾽ ἄλλους Φλάβιος [Φλάβιος Βάμβα] βγῆκε γιὰ κυνήγι στὸ δάσος μὲ τοὺς ἄνδρες του. Οἱ κυνηγοὶ ἐντόπισαν τὴν ἐλαφίνα καὶ τὴν καταδίωξαν. Τὸ ἔντρομο ζῶο κατέφυγε στὴ σπηλιά τοῦ Ἁγίου γιὰ προστασία. 
 Ὅμως ἕνας ἀπὸ τοὺς κυνηγοὺς ἔριξε ἕνα βέλος στὰ τυφλὰ μέσα στοὺς θάμνους τῆς εἰσόδου. Ὅταν ὁ βασιλιάς καὶ οἱ κυνηγοὶ μπῆκαν στὴ σπηλιά, ἀντίκρισαν ἕνα συγκλονιστικὸ θέαμα: ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος καθόταν αἱμόφυρτος, ἔχοντας δεχθεῖ τὸ βέλος στὸ πόδι του, ἐνῷ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά του προστατευμένη τὴν ἐλαφίνα. 
 Ὁ βασιλιάς Βάμπα ἢ Φλάβιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἐρημίτη καὶ γεμάτος τύψεις γιὰ τὸν τραυματισμό του, ζήτησε συγχώρεση. Τοῦ πρόσφερε γιατροὺς καὶ πλούτη, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε τὰ πάντα, ζητώντας μόνο νὰ μείνει στὴν ἡσυχία του.
 Ὡστόσο, ὁ βασιλιάς ἐπέμεινε νὰ τιμήσει τὸν Ἅγιο καὶ τελικὰ ἔχτισε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἕνα μοναστήρι. Ὁ Αἰγίδιος δέχθηκε νὰ γίνει ὁ πρῶτος ἡγούμενος (Abbot) τῆς μονῆς, ἡ ὁποία ἀκολουθοῦσε τοὺς κανόνες τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ γύρω στὸ 720-725 μ.Χ. Γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἀναπτύχθηκε μιὰ ὁλόκληρη πόλη ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του (Saint-Gilles-du-Gard), ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἀποτελέσε ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος στὴν Εὐρώπη.
 Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ἔμεινε χωλὸς γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ (καθὼς ἀρνήθηκε νὰ θεραπευτεῖ γιὰ νὰ θυμᾶται τὴν ταπεινότητα), θεωρεῖται στὴ χριστιανικὴ παράδοση ὁ προστάτης ἅγιος τῶν ἀτόμων μὲ ἀναπηρία, τῶν μητέρων ποὺ θηλάζουν (λόγω τῆς ἐλαφίνας) καὶ τῶν μοναχικῶν ἀνθρώπων. 
 Στὴν ἁγιογραφία ἀπεικονίζεται σχεδὸν πάντα ὡς μοναχὸς ποὺ κρατᾶ ἕνα ῥαβδί, ἔχοντας ἕνα βέλος καρφωμένο πάνω του ἢ μιὰ ἐλαφίνα νὰ ἀκουμπᾶ στὰ πόδια του.

  Σήμερα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἐπιβιώνει μὲ ἕναν ἐντυπωσιακό, παγκόσμιο τρόπο, φανερούμενη τόσο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς διπλωματίας, ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ κορυφαῖα ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς Εὐρώπης.
 Ἡ πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐπιδραστικὴ «κληρονομιά» τοῦ Ἁγίου στὶς μέρες μας εἶναι ἡ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (Community of Sant'Egidio). Ἱδρύθη τὸ 1968 στὴ Ῥώμη ἀπὸ τὸν Andrea Riccardi ὡς μιὰ κίνηση λαϊκῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν.
  Τὸ 1973, ἡ κοινότης ἀπέκτησε ὡς ἕδρα της ἕνα παλιὸ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Αἰγίδιο (Sant'Egidio) στὴν ἱστορικὴ συνοικία Trastevere τῆς Ῥώμης.
 Ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου (ποὺ μοίρασε τὴν περιουσίαν του καὶ ἔζησε στὴν ἀπομόνωση προστατεύοντας τοὺς ἀδυνάμους), ἡ κοινότης ἑστιάζει στὴν καταπολέμηση τῆς φτώχειας, τὴ φροντίδα τῶν ἀστέγων, τῶν προσφύγων καὶ τῶν ἡλικιωμένων.
 Ἡ κοινότης ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἕναν παγκόσμιο ἀνθρωπιστικὸ ὀργανισμὸ μὲ παρουσία σὲ πάνω ἀπὸ 70 χῶρες. Εἶναι παγκοσμίως γνωστὴ γιὰ τὶς μεσολαβήσεις της σὲ εἰρηνευτικὲς διαπραγματεύσεις (μάλιστα πέτυχε τὸν τερματισμὸ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου στὴ Μοζαμβίκη τὸ 1992, ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχει προταθεῖ γιὰ Νόμπελ Εἰρήνης).
  Παρότι ὁ Ῥωμαιοκαθολικισμὸς καὶ οἱ ἄλλες ἑτερόδοξες χριστιανικὲς ὁμολογίες τῆς Εὐρώπης θεωροῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς αἱρέσεις, ἡ αἴγλη τῶν Ἁγίων – τῶν πρὸ τοῦ Σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν – παραμένει ἐναργής.
 Σημάδι ἐτούτης τῆς ὁρατότητος εἶναι ὁ Καθεδρικὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (St. Giles' Cathedral) στὸ Ἐδιμβοῦργο, καθὼς ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ πολιοῦχος τῆς πρωτευούσης τῆς Σκωτίας. 
 Μάλιστα, στὴν καρδιά τῆς πόλεως, πάνω στὸ περίφημο Royal Mile, δεσπόζει τὸ ἐμβληματικὸ αὐτὸ οἰκοδόμημα, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα θρησκευτικὰ καὶ ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς χώρας, μὲ ἱστορία ποὺ ξεπερνᾶ τὰ 900 χρόνια.
 Παράλληλα, ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ προσκύνημα στὸ Saint-Gilles-du-Gard τῆς Γαλλίας. Ἡ πόλη ποὺ σχηματίστηκε γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος στὴ Νότια Γαλλία παραμένει κέντρο τῆς μνήμης του. 
 Τὸ ἀβαεῖο τοῦ Saint-Gilles ἀποτελεῖ Μνημεῖο Παγκοσμίας Κληρονομιᾶς τῆς UNESCO, καθὼς εἶναι βασικὸς σταθμὸς τοῦ ἱστορικοῦ προσκυνηματικοῦ δρόμου «Camino de Santiago» (Δρόμος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου).
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος σήμερα θεωρεῖται προστάτης σὲ Πόλεις καὶ Νοσοκομεῖα τῆς Εὐρώπης. 
 Κατὰ τὸν Μεσαίωνα, συμπεριλήφθηκε στους «Δεκατέσσερις Ἁγίους Βοηθούς» (Fourteen Holy Helpers) τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. 
 Ἦταν ὁ μοναδικός μὴ-μάρτυρας τῆς λίστας, καὶ οἱ πιστοὶ προσεύχονταν σὲ αὐτὸν γιὰ προστασία ἀπὸ τὴν πανώλη, τὴν κατάθλιψη καὶ τοὺς παιδικοὺς φόβους.     
 Ἐκτός ἀπὸ τὸ Ἐδιμβοῦργο, εἶναι προστάτης καὶ πολιοῦχος σὲ μεγάλες εὐρωπαϊκὲς πόλεις ὅπως τὸ Γκράτς (Αὐστρία), ἡ Νυρεμβέργη, τὸ Ὄσναμπρουκ καὶ τὸ Μπράουνσβαϊγκ (Γερμανία)
 Ἐπιπλέον, λόγω τῆς ἐπελθούσης χωλότητός του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ, ἑκατοντάδες νοσοκομεῖα, ἄσυλα, θεραπευτήρια καὶ ἱδρύματα γιὰ ἄτομα μὲ ἀναπηρία ἢ λέπρα σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν κεντρικὴ Εὐρώπη φέρουν τὸ ὄνομά του (St. Giles).
 Τὸ βιογραφικό του ἀναφέρει ὅτι μὲ τὰ θαύματα καὶ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή του προσηλύτισε πολλούς κοσμικούς, ἐνῷ ταυτόχρονα στερέωσε τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν.
 Λίγο ἀργότερα, ὁ Αἰγίδιος – Τζάιλς (Giles)Ζὴλ (Gilles), ὅπως ἀναφέρεται στὴ Δύση – μετέβη στὴ Ῥώμη, στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, γιὰ νὰ ἀποτίσει φόρο τιμῆς στον τότε Ὀρθόδοξο Πάπα Ῥώμης καὶ νὰ ἐξασφαλίσει προνόμια γιὰ τὸ μοναστήρι του. 
 Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τη Ῥώμη, ἀνακοίνωσε τὴν ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του στοὺς πνευματικούς του ἀδελφοὺς καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ἀνάμεσά τους.
  Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἑορτάζεται εὐλαβῶς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ἐπίσης τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Στυλίτου τὴν σύναξιν τῶν Ἁγίων Σαράντα Γυναικῶν Μαρτύρων καὶ Ἀσκητριῶν, τοῦ Ἁγίου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Νέου, καθὼς καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων[1].

Απολυτίκιον Ἦχος α΄. 
Τῆς ἐρήμου πολίτης. «Τῶν Ἀθηνῶν τὸν βλαστόν καὶ τῆς Γαλλίας τὸ καύχημα, τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἀσκήσει θαυμαστῶς ἐκλάμψαντα, Αἰγίδιον τὸν θεῖον ὑμνήσωμεν πιστοί, τὸ θαῦμα τῶν κρίνων ὁρῶντες εὐσεβῶς, δι᾿ οὗ ἐτράνωσε δόγμα τὸ ἱερόν, τῆς Ἀειπαρθένου κράζων· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ βεβαιούντι διὰ σοῦ, πίστην τὴν Ὀρθόδοξον.»

Μεγαλυνάριον: 
«Χαίροις Ἀθηναίων θεῖος βλαστός,καὶ τῆς ἐρημίας ὁ οὐράνιος ὁδηγός· ὁ διὰ τῶν κρίνων, τρισσῶς φανερώσας, τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, μυστήριον, Αἰγίδιε.»

ΧΑΙΡΕΤΕ 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Στὴν ἡμέρα αὐτὴ ὀφείλεται καὶ ἡ τεράστια ὀνομαστικὴ ἑορτὴ πολλῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ὀνομάτων, ὅπως Ἀθηνᾶ, Ἀντιγόνη, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Κλειώ, Πηνελόπη κ.ά., λόγῳ τῶν Σαράντα Παρθενομάρτυρων...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνὰ (1853), Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης. (Ἀναφορὲς στὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τῶν τριῶν κρίνων σὲ κοινὸ στέλεχος στὶς μεταβυζαντινὲς παραστάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὡς ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ Ἀειπαρθένου). 
•Λαμπάκης, Γ. (1906), «Οἱ κρίνοι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἡ δογματικὴ σημασία τοὺς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση», Δελτίον Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (ΔΧΑΕ), Ἀθήνα. 
Συναξαριστὴς Μεγάλου Βασιλείου & Μηναία Ἐκκλησίας: Ἂν καὶ ὁ Ἅγιος δὲν ἔχει πλήρη ἀσματικὴ ἀκολουθία στὰ τυπικὰ ἑλληνικὰ Μηναία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου (λόγῳ τῆς σύμπτωσης μὲ τὴν Ἀρχή της Ἰνδίκτου καὶ τὸν Ἅγιο Συμεῶν τον Στυλίτη), ἡ μνήμη του καταγράφεται σὲ δυτικοελληνικὰ χειρόγραφα τῆς προ-σχισματικῆς περιόδου. 
•Vita Sancti Aegidii (10ος αιώνας): Τὸ ἀρχαιότερο λατινικὸ κείμενο ποὺ διασώζει τὸν πλήρη βίο, τὴ γέννησή του στὴν Ἀθήνα, τὴ φυγὴ στὴ Γαλλία, τὸ θαῦμα της ἐλαφίνας καὶ τὸ θαῦμα τῶν κρίνων. 
•Jacobus de Voragine (1260), Legenda Aurea (The Golden Legend): Ἡ διάσημη μεσαιωνικὴ «Χρυσῆ Θρῦλος» (Κεφάλαιο γιὰ τὸν Sancti Aegidii), ἡ ὁποία διέδωσε εὐρύτατα στὴ δυτικὴ Εὐρώπη τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου καὶ τὴ συνάντησή με τὸν βασιλιᾶ των Βησιγότθων Βάμπα. 
•Acta Sanctorum (Antwerp, 1746): Στὸν τόμο September I (1η Σεπτεμβρίου), περιλαμβάνεται ἡ πλήρης κριτικὴ ἔκδοση τῶν μεσαιωνικῶν χειρογράφων καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου. 
•Jones, E. C. (1914), Saint Gilles: Essai d'histoire littéraire, Paris: Champion. (Ἡ κλασικὴ καὶ πιὸ λεπτομερὴς ἱστορικὴ μονογραφία γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς λατρείας τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση). 
Remensnyder, A. G. (1995), Remembering Kings Past: Monastic Foundation Legends in Medieval Southern France, Cornell University Press. (Ἐξετάζει τὴν ἱστορία τῆς ἵδρυσης τοῦ Ἀβαείου Saint-Gilles-du-Gard καὶ τὴ σχέση τοῦ Ἁγίου μὲ τὴ βασιλικὴ ἐξουσία). 
•Fliche, A. (1920), L'Ami des pauvres: Saint Gilles, Avignon. (Μελέτη ἑστιασμένη στὸ κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου στὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Γαλλία). 
•Riccardi, Andrea (2006), Sant'Egidio: Rome and the World, London: Saint Austin Press. (Ἡ ἱστορία τῆς ἵδρυσης τῆς παγκόσμιας Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου στὸ Trastevere τῆς Ρώμης καὶ πῶς ἡ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη ἐνέπνευσε τὴ σύγχρονη χριστιανικὴ διπλωματία καὶ φιλανθρωπία). 
•Cameron, N. et al. (1993), Dictionary of Scottish Church History and Theology, Edinburgh: T&T Clark. (Ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ St. Giles στὸ Ἐδιμβοῦργο καὶ τὴν ἀνακήρυξη τοῦ Ἀθηναίου Ἁγίου ὡς πολιούχου της Σκωτίας). 

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026



ЭIЄ

Ἡ Θεοτόκος ὡς Νέα Εὔα: Ἀπὸ τῆς Πτώσεως τοῦ Ἀνθρώπου εἰς τὴν Θέωσιν καὶ τὸ Δόγμα τοῦ Ἀειπαρθένου
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
 Ἡ Παναγία Θεοτόκος, ἐν τῇ δογματικῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τὸ ἱστορικὸν πρόσωπον δι᾽ οὗ ἐσαρκώθη ὁ Θεὸς Λόγος, ἀλλὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον, τὴν Νέαν Εὔαν, ἥτις ἀνακεφαλαιοῖ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ καθίσταται ἡ γέφυρα ἀπὸ τῆς πτώσεως πρὸς τὴν θέωσιν.
 Ὁ θεολογικὸς παραλληλισμὸς μεταξὺ Εὔας καὶ Θεοτόκου ἀνάγεται εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, μάλιστα δὲ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰουστῖνον τὸν Φιλόσοφον καὶ τὸν Ἅγιον Εἰρηναῖον Ἐπίσκοπον Λουγδούνου.
 Ἡ πρώτη Εὔα, ἐν τῷ παραδείσῳ, ὑπήκουσεν εἰς τὸν λόγον τοῦ ὄφεως, ἐπέδειξεν ἀπειθείαν καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὸν κόσμον τὴν φθοράν, τὸν θάνατον καὶ τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τοῦ Κτίστου.


Μωσαϊκὸν τοῦ 12ου αἰῶνος, Capella Palatina, Παλέρμο Σικελία. Παρουσιάζει τὸν Χριστὸν νὰ δημιουργῇ τὴν Εὔαν ἐκ τοῦ πλευροῦ τοῦ ᾿Αδὰμ ἐν ὑπνώσει, τὴν παρακοὴν καὶ τὴν ἐκδίωξιν ἐκ τοῦ Παραδείσου.

 Ἡ Νέα Εὔα, ἡ Μαρία, ὑπακούει εἰς τὸ μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Διὰ τοῦ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» ἐκφράζει τὴν ἐλευθέραν βούλησιν τῆς ἀνθρωπότητος νὰ συνεργήσῃ μετὰ τοῦ Θεοῦ (συνέργεια).
 Ὡς χαρακτηριστικῶς, γράφει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ δεσμὸς τῆς ἀπειθείας τῆς Εὔας ἐλύθη διὰ τῆς ὑπακοῆς τῆς Μαρίας. Ὅ,τι προσέδεσεν ἡ παρθένος Εὔα διὰ τῆς ἀπιστίας, τοῦτο ἡ Παρθένος Μαρία ἔλυσεν ἐλευθέρως διὰ τῆς πίστεως.
 Ἡ Θεοτόκος καθίσταται τὸ μεταίχμιον μεταξύ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Διὰ τῆς κυοφορίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Θείου Λόγου «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» (Δόγμα Χαλκηδόνος).
 Ὁ ἄνθρωπος, ἀπολέσας τὸ «καθ᾽ ὁμοίωσιν» μετὰ τὴν πτῶσιν, εὑρίσκει ἐν τῷ προσώπῳ τῆς Θεομήτορος τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἀναπλάσεώς του.
 Ἡ Μαρία γίνεται τὸ «ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως» τῶν δύο φύσεων. Δανείζει τὴν σάρκα Αὐτῆς εἰς τὸν Θεόν, ἵνα ὁ Θεὸς θεώσῃ τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα.
 Ἡ Θέωσις, ὡς ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, πραγματώνεται πρωτογενῶς εἰς τὴν Θεοτόκον. Ἐκείνη εἶναι ἡ «κεχαριτωμένη», ἡ προπορευομένη τῆς καινῆς κτίσεως, ἡ ὁποία δεικνύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ χωρήσῃ τὸν Θεὸν κατὰ χάριν.
 Τὸ δόγμα τοῦ Ἀειπαρθένου τῆς Θεοτόκου, τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς Εὐαγγελικῆς Μαρτυρίας καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων (κυρίως τῆς Γ΄ ἐν Ἐφέσῳ καὶ τῆς Πενθέκτης), δὲν εἶναι ἁπλῶς μία βιολογικὴ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ βαθύτατον χριστολογικὸν καὶ σωτηριολογικὸν μυστήριον.
 Ἡ Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Μαρία παρέμεινε Παρθένος κατὰ τὴν σύλληψιν (ἄνευ σπορᾶς ἀνδρός, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου), κατὰ τὴν γέννησιν (ἀφθόρως) καὶ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου.
 Ἡ ἀειπαρθενία διατρανώνει ὅτι ὁ γεννηθεὶς εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός, ὅστις δὲν ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς ἀκολουθίας τῆς πτώσεως (τῆς γεννήσεως ἐκ θελήματος σαρκός).
  Ὡς ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἐπλάσθη ἐκ παρθένου καὶ ἀδιαφθόρου γῆς, οὕτως καὶ ὁ Νέος Ἀδὰμ (ὁ Χριστός) ἔπρεπε νὰ σαρκωθῇ ἐκ Παρθένου Μήτρας, ἐγκαινιάζων τὴν καινὴν κτίσιν, ὅπου ὁ θάνατος καὶ ἡ φθορὰ καταργοῦνται.
 Ἡ Θεοτόκος ὡς Νέα Εὔα ἀποκαθιστᾷ τὴν γυναικείαν φύσιν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος. Διὰ τῆς ἁγνότητος, τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀειπαρθενίας Αὐτῆς, ἀνοίγει τὰς πύλας τοῦ Παραδείσου, τὰς ὁποίας ἡ πρώτη Εὔα εἶχε κλείσει.   Καθίσταται οὕτως ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς, ἡ Ὁδηγήτρια πρὸς τὴν Θέωσιν καὶ ἡ μεσίτρια ὅλης τῆς κτίσεως πρὸς τὸν Θρόνον τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Αὐτῆς.
Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ Παναγία δὲν εἶναι θεότης, ἀλλ᾽ ἄνθρωπος, διατύπωσις ἥτις ἀποδίδει μετ᾽ ἀπολύτου ἀκριβείας τὸ ἑλληνορθόδοξον δόγμα.
 Ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἡ Θεοτόκος τιμᾶται ὡς τὸ ὑψηλότερον καὶ ἁγιώτερον ἀνθρώπινον ὄν, πλὴν ὅμως παραμένει αὐστηρῶς κτιστή (ἄνθρωπος) καὶ οὐχὶ ἄκτιστος (Θεός). Ἡ θέσις Αὐτῆς ἐν τῷ δόγματι συνοψίζεται εἰς τὰ ἑξῆς κύρια σημεῖα:
Α) Θεοτόκος (Οὐχὶ Χριστοτόκος): Τὸ δόγμα τοῦτο καθωρίσθη ὁριστικῶς ἐν τῇ Γ΄ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ (Ἔφεσος, 431 μ.Χ.). Ἡ Μαρία ὀνομάζεται «Θεοτόκος» ἐπειδὴ ἐγέννησε τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, Ὅστις εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Δὲν ἐγέννησε μόνον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸν ἴδιον τὸν σεσαρκωμένον Λόγον τοῦ Θεοῦ.
Β) Ἡ Θέωσις τῆς Παναγίας: Ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τὸ ἀπόλυτον πρότυπον τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς προανεφέρθη, ἐγκολπώθη (ἐκυοφόρησε) τὸν Θεὸν ἐν τοῖς σπλάχνοις Αὐτῆς. Λόγῳ τῆς ἀπολύτου καθαρότητος Αὐτῆς, τῆς ἐλευθέρας ὑπακοῆς Εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ («ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου») καὶ τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔφθασεν εἰς τὸν μέγιστον δυνατὸν βαθμὸν ἁγιότητος καὶ ἐθεώθη ὑπ᾽ Αὐτοῦ.
Γ)Ὑπερτέρα τῶν Ἀγγέλων, ἀλλ᾽ ἀεὶ ἄνθρωπος: Ἡ Ἐκκλησία ἐξυμνεῖ Αὐτὴν ὡς «τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ».   Παρὰ τὴν μοναδικὴν ταύτην πνευματικὴν ἀνύψωσιν ὑπεράνω τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, ἡ Θεομήτωρ οὐδέποτε ἐκλαμβάνεται ὡς θεά, ἀλλὰ παραμένει ἡ κορυφαία ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ «μετὰ Θεὸν τὸ θεῖον».
  Ἐν ὀλίγοις, ἡ Παναγία δὲν λατρεύεται. Ἡ λατρεία ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα (τὸν Θεόν), ἀλλὰ τιμᾶται καὶ ὑπερτιμᾶται. Εἰς τὸ πρόσωπον Αὐτῆς ἀπονέμεται «τιμητικὴ προσκύνησις» καὶ «ὑπέρτιμος» εὐλάβεια ὡς μεσίτριας πρὸς τὸν Υἱὸν Αὐτῆς.
 Ὅλως συντόμως, ποία εἶναι ἡ σπουδαία προσφορὰ τῆς Παναγίας πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα;
  Ἡ Παναγία δάνεισε τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα εἰς τὸν Θεόν, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Χριστοῦ καί, διὰ ταύτης, ἡ σωτηρία παντὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἶναι ἡ “Γέφυρα” ἡ ἑνώσασα τὴν γῆν μετὰ τοῦ οὐρανοῦ. Κατά μίαν πατερικὴν / ὑμνολογικὴν ἀπόδοσιν: «Αὕτη τυγχάνει ἡ “Γέφυρα” ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν»
 Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διαφωνεῖ πρὸς δύο βασικὰ δογματικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθέσπισεν, μετὰ τὸ Σχίσμα, ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς νεωτέρους αἰῶνας:
α) Τὸ δόγμα τῆς Ἀσπίλου Συλλήψεως (Immaculate Conception - 1854): Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ πιστεύουσιν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἀπηλλάγη τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς οἰκείας αὐτῆς συλλήψεως ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός της (τῆς Ἁγίας Ἄννης).
β) Ἡ Ὀρθόδοξος θέσις: Ἡ Ὀρθοδοξία ἀπορρίπτει τὸ δόγμα τοῦτο. Ἡ Μαρία ἐγεννήθη μετὰ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος (τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου) ὡς σύμπαντες οἱ ἄνθρωποι. Εἰ εἶχεν γεννηθῆ ἄνευ αὐτοῦ, θὰ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν ἐκ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ σάρξ, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν Χριστόν, δὲν θὰ ἦτο ἡ πραγματική, κοινὴ ἀνθρωπίνη σάρξ. Ἡ Παναγία ἐνίκησε τὴν ἁμαρτίαν διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτῆς ἐλευθέρας βουλήσεως καὶ ἐκαθαρίσθη πλήρως ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
γ) Τὸ δόγμα τῆς Ἐνσωμάτου Ἀναλήψεως (Assumption - 1950): Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἐδογμάτισαν ὅτι ἡ Παναγία ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανοὺς μετὰ τοῦ σώματος αὐτῆς, ἄνευ τῆς ἀναγκαίας διελεύσεως ἐκ τῆς διαδικασίας τοῦ σωματικοῦ θανάτου.
δ) Ἡ Ὀρθόδοξος θέσις (Ἡ Κοίμησις): Ἡ Ὀρθοδοξία τονίζει ὅτι ἡ Παναγία, ὡς πραγματικὸς ἄνθρωπος, ὑπέστη τὸν σωματικὸν θάνατον (Κοίμησις). Τρεῖς ἡμέρας μετά, ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ σῶμα αὐτῆς καὶ μετέστησεν αὐτὸ εἰς τοὺς οὐρανούς (Μετάστασις). Ὁ θάνατος αὐτῆς ἀποδεικνύει τὴν ἀληθῆ ἀνθρωπίνην φύσιν της.
 Ἕπεται τούτων ἡ ἐξήγησις περὶ τῆς σημασίας τοῦ ὅρου «Ἀειπάρθενος», ὅστις καθιερώθη διὰ τοῦ δόγματος τοῦ Ἀειπαρθένου ἐν τῇ Ε΄ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ (Κωνσταντινούπολις, 553 μ.Χ.) καὶ σημαίνει ὅτι ἡ Μαρία παρέμεινε παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον.
 Ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἁγιογραφίᾳ, τὸ δόγμα τοῦτο συμβολίζεται παραστατικῶς διὰ τῶν τριῶν ἀστέρων, οἵτινες ὑπάρχουσιν πάντοτε ἐπὶ τοῦ μαφορίου (τοῦ ἐνδύματος) τῆς Θεοτόκου: ἑνὸς ἐπὶ τοῦ μετώπου καὶ δύο ἐπὶ τῶν ὤμων.
Α) Πρὸ τόκου: Ἡ σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἐγένετο «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», ἄνευ ἀνθρωπίνου σπέρματος.
Β) Ἐν τόκῳ: Ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἐπραγματοποιήθη κατὰ τρόπον θαυμαστὸν καὶ ἀνώδυνον, ἄνευ παραβιάσεως τῆς παρθενίας αὐτῆς (ὥσπερ ὁ ἀναστάς Χριστὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπερῷον «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων»).
Γ) Μετὰ τόκον: Ἡ Παναγία οὐδέποτε ἀπέκτησεν ἕτερα τέκνα μετὰ τοῦ Ἰωσήφ. Τί ὅμως ἰσχύει περὶ τῶν «ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου», ὡς ἀναφέρει ἡ Καινὴ Διαθήκη;
 Συμφώνως πρὸς τὴν ὀρθόδοξον παράδοσιν, τὰ πρόσωπα τὰ ἀναφερόμενα ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ὡς «ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ» (ὡς ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος) ἦσαν τέκνα τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ προηγουμένου γάμου αὐτοῦ μετὰ τῆς Σαλώμης, καθότι ὁ Ἰωσὴφ ἐτύγχανεν ἐν προκεχωρηκυίᾳ ἡλικίᾳ ὅτε ἀνέλαβε τὴν προστασίαν τῆς Μαρίας.
 Ἐν τῷ παλαιστινιακῷ καὶ δὴ ἰουδαϊκῷ ἔθει τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὅρος «ἀδελφὸς» ἐχρησιμοποιεῖτο εὐρέως καὶ διὰ τοὺς ἑτεροθαλεῖς ἀδελφοὺς ἢ τοὺς πρώτους ἐξαδέλφους. 
 Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου (ὅτι εἶναι δηλαδὴ μία κεχαριτωμένη καὶ θεωθεῖσα γυνὴ καὶ Ἀειπάρθενος) ἀποτυποῦται μετὰ μοναδικῆς ποιητικῆς καὶ θεολογικῆς ἀκριβείας τόσον ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ὑμνολογίᾳ ὅσον καὶ ἐν τοῖς κειμένοις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
 Ἡ τοιαύτη Δογματικὴ Θεολογία τῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἐκκλησίας παραδίδεται εὐκρινὴς εἰς τοὺς στίχους τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.
 Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕν ποιητικὸν ἀριστούργημα, ἀλλὰ συμπυκνωμένον δογματικὸν ἐγχειρίδιον. Διὰ τῶν «Χαιρετισμῶν», ὁ ποιητὴς ἐξαίρει ἀκριβῶς τὸ προανεφερθέν, ἤτοι τὴν γεφύρωσιν τοῦ κτιστοῦ (ἄνθρωπος) μετὰ τοῦ ἀκτίστου (Θεὸς) καὶ τὸ θαῦμα τοῦ Ἀειπαρθένου. Ἰδοὺ τὰ ἐν λόγῳ χωρία:
Α)Ἡ Παναγία ὡς «Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου»: «Χαῖρε, δοχεῖον τῆς τοῦ Θεοῦ ἀχωρησίας...» (σημ. ἡ αὐθεντικὴ φράση) «Χαῖρε, στῦλε πυρός, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει...». Ὁ Ὕμνος τονίζει ὅτι μία ἀνθρωπίνη κοιλία ἐχώρησεν Ἐκεῖνον, ὅστις δὲν χωρεῖται ὑπὸ σύμπαντος τοῦ κόσμου. Ἡ Μαρία δὲν ἀποθεοῦται, ἀλλὰ καθίσταται τὸ «δοχεῖον» καὶ ἡ «γέφυρα» («Χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν»).
Β) Ἡ ἀνατροπὴ τῶν νόμων τῆς φύσεως (Ἀειπάρθενος): «Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου...» (Βλέποντες τὴν παράδοξον γέννησιν, ἂς ἀποξενωθῶμεν τῶν γηΐνων). Ἐν τῷ Κοντακίῳ καὶ τοῖς Οἴκοις, ὁ ποιητὴς μεταχειρίζεται ἀντιθέσεις ἵνα καταδείξῃ ὅτι ἡ παρθενία οὐδόλως ἐφθάρη ὑπὸ τοῦ τόκου: «Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλονται τῇ γῇ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύουσι οὐρανοῖς».
Γ) Ἡ ἧττα τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας: «Χαῖρε, τῶν φιλοσόφων τοὺς ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τῶν τεχνολόγων τοὺς ἀλόγους ἐλέγχουσα». Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἐπιστήμονες (οἱ «τεχνολόγοι» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) ἀδυνατοῦσιν νὰ ἑρμηνεύσωσι λογικῶς πῶς μία παρθένος τίκτει καὶ παραμένει παρθένος. Ἡ Παναγία ὑπερβαίνει τὴν λογικήν, οὐχὶ καταργοῦσα τὴν ἀνθρωπίνην αὐτῆς φύσιν, ἀλλ' ἀνυψοῦσα αὐτὴν εἰς τὸ πεδίον τοῦ θαύματος.
 Ὁδηγούμεθα, ἑπομένως, μετὰ ταῦτα, εἰς τὴν Πατερικὴν Γραμματείαν, ἔνθα ἡ Παναγία, ὡς προελέχθη, κατονομάζεται «Νέα Εὔα»
 Ἡ παράλληλος ἐξέτασις τῆς Εὔας καὶ τῆς Μαρίας ἀποτελεῖ ἕν ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ βαθιέρων θεμάτων τῆς χριστιανικῆς θεολογίας (ἀνιχνευόμενον ἤδη ἀπὸ τοῦ β΄ αἰῶνος παρὰ τῷ Ἁγίῳ Ἰουστίνῳ τῷ Μάρτυρι καὶ τῷ Ἁγίῳ Εἰρηναίῳ, ἐπισκόπῳ Λουγδούνου [Λυῶνος]).
 Οἱ Πατέρες διετύπωσαν ἕν σχῆμα «ἀντιθέσεως καὶ ἀποκαταστάσεως», ἤτοι ὅ,τι κατέστρεψεν ἡ πρώτη Εὔα, τοῦτο ἐθεράπευσεν ἡ Νέα Εὔα (ἡ Παναγία). 
 Καὶ καταλήγομεν εἰς τὴν θεολογικὴν σημασίαν τῆς «Συγκαταθέσεως»Οἱ Πατέρες (ὡς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς) τονίζουσί τι συγκλονιστικόν· ὁ Θεὸς οὐδόλως ἐξηνάγκασε τὴν Μαρίαν, ἀλλὰ περιέμενε τὴν οἰκείαν αὐτῆς ἐλευθέραν συγκατάθεσιν.
 Εἰ ἡ Μαρία εἶχεν ἀρνηθῆ, ἡ ἐνανθρώπησις δὲν θὰ εἶχε πραγματοποιηθῆ τότε. 
 Ἑπομένως, ἡ Θεοτόκος ὡς «Νέα Εὔα» ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐλευθερίαν συμπάσης τῆς ἀνθρωπότητος. Διὰ τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς ἀποδοχῆς, ἔλυσε τὸν δεσμὸν τῆς παρακοῆς τῆς πρώτης Εὔας. 
 Ὡς γράφει χαρακτηριστικῶς ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Καὶ οὕτως ὁ τῆς Εὔας τῆς παρακοῆς δεσμὸς ἔλυσε τὴν λύσιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τῆς Μαρίας».
 Ὁλοκληροῦντες τὴν θεματικὴν ἑνότητα ἐγκύπτομεν εἰς τὴν ἀπεικόνισιν τῆς Παναγίας ὡς «Νέας Εὔας», ἡ ὁποία ἀποτυποῦται ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἁγιογραφίᾳ οὐχὶ ὡς ἁπλῆ τις εἰκονογράφησις, ἀλλ' ὡς βαθὺ θεολογικὸν μάθημα διὰ σχημάτων, χρωμάτων καὶ λεπτομερειῶν, αἵτινες κρύπτουσι μεγάλους συμβολισμούς.
 Ἐν ταῖς δύο μεγάλαις θεομητορικαῖς σκηναῖς, τῷ Εὐαγγελισμῷ καὶ τῇ Κοιμήσει, οἱ ἁγιογράφοι ἐπέτυχον νὰ καταδείξωσιν ὁρατῶς τὴν ἀνατροπὴν τῆς πτώσεως τῆς πρώτης Εὔας.
 Ἡ Νέα Εὔα / Παναγία Θεοτόκος στὴν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ παρουσιάζεται τὴ χρονικὴ στιγμὴ ὅπου διορθώνεται τὸ λάθος τῆς πρώτης γυναίκας - Εὔας. Ἡ Παναγία ἀπεικονίζεται ἀπὸ τὴν ἁγιογραφικὴ Θεολογία σχεδὸν πάντα νὰ κρατᾷ στὸ χέρι της ἕνα ἀδράχτι μὲ κόκκινο νῆμα (πορφύρα). 
 Συμφώνως μὲ τὴν Παράδοση, ἔγνεθε τὸ καταπέτασμα (τὴν κουρτίνα) τοῦ Ναοῦ. Θεολογικῶς, ὅμως, αὐτὸ συμβολίζει ὅτι ἡ Νέα Εὔα «ὑφαίνει» [1] μέσα στα σπλάχνα της τὴν ἀνθρώπινη σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου.
 Ἡ πρώτη Εὔα, μετὰ τὴν ἁμαρτία, ἔπλεξε φύλλα συκῆς γιὰ νὰ κρύψῃ τὴ γύμνια καὶ τὴν ντροπή της· ἡ Νέα Εὔα ὑφαίνει τὸ ἔνδυμα τῆς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος.
 Ἔπειτα, ἡ κίνηση τῶν χεριῶν της δηλώνει τὴν ὑπακοή. Ἂν προσέξῃ κανεὶς τὸ χέρι τῆς Παναγίας, συχνὰ εἶναι στραμμένο μὲ τὴν παλάμη πρὸς τὰ ἔξω ἢ ἀκουμπᾷ στὸ στῆθος της. Αὐτὴ ἡ χειρονομία δείχνει ἀποδοχὴ καὶ συγκατάθεση («ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου»). Ἔρχεται σὲ ἀπόλυτη ἀντίθεση μὲ τὸ χέρι τῆς πρώτης Εὔας, τὸ ὁποῖο ἁπλώθηκε μὲ ἐγωισμὸ καὶ ἀπειθαρκία γιὰ νὰ ἁρπάξῃ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό.
 Ὁ Κλειστός Κῆπος (Hortus Conclusus) παρουσιάζεται ὡς ὑπόβαθρο πίσω ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ συχνὰ περιλαμβάνει ἕναν τοῖχο ἢ μία πύλη[2]. Συμβολίζει τὸν Παράδεισο ποὺ ἔκλεισε μὲ τὴν παρακοὴ τῆς Εὔας, ὁ ὁποῖος τώρα γίνεται ξανά προσβάσιμος, καθὼς ἡ ἴδια ἡ Παναγία εἶναι ἡ «Πύλη» ἀπὸ τὴν ὁποία εἰσέρχεται ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο.
 Ἡ Νέα Εὔα στὴ σκηνὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ ὁρατὴ κορύφωση τῆς νίκης πάνω στὶς συνέπειες τῆς πτώσεως τῆς πρώτης Εὔας (τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο).
 Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι τῆς Παναγίας, στέκει ὁ Χριστὸς μέσα σὲ δόξα. Στὰ χέρια Του κρατᾷ μία μικρὴ μορφὴ φασκιωμένου βρέφους μὲ λευκὰ ροῦχα· αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Μητέρας Του. 
Ὁ συμβολισμὸς εἶναι συγκλονιστικός: ἡ πρώτη Εὔα γέννησε τέκνα γὰ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἐνῷ ἡ Νέα Εὔα «γεννᾶται» ἀπὸ τὸν Υἱό Της στὴν αἰώνια ζωή. 
 Ὁ Χριστὸς παραλαμβάνει τὴν ψυχὴ τῆς Μαρίας, ἀποδεικνύοντας ὅτι ὁ θάνατος δὲν ἔχει πλέον ἐξουσία πάνω στὴ θεωμένη ἀνθρώπινη φύση. 
 Ἀκολούθως, παρουσιάζεται ἡ Μετάστασις (τὸ Σῶμα τῆς Παναγίας στὸν Οὐρανό). Στὸ ἐπάνω μέρος πολλῶν εἰκόνων τῆς Κοιμήσεως, ἡ Παναγία εἰκονίζεται νὰ ἀνέρχεται στοὺς οὐρανοὺς μέσα σὲ μία φωτεινὴ σφαῖρα (ἀμυγδαλωτὴ δόξα). 
 Ἡ πρώτη Εὔα ἄκουσε τὴν καταδίκη «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»· ἡ Νέα Εὔα, ἀν καὶ πεθαίνει ὡς ἄνθρωπος, δὲν γνωρίζει τὴ σῆψιν τοῦ τάφου. Τὸ σῶμά της ἀνίσταται καὶ μετατίθεται στὸν οὐρανό, προεικονίζοντας τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. 
Ἕνας ἀκόμη κεκρυμμένος συμβολισμὸς εἶναι τὸ Μαφόριο, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ ἐνδύματα τῆς Παναγίας στὴν ἁγιογραφία διηγοῦνται αὐτὴν τὴν ἱστορία.
  Ἡ Θεοτόκος φορεῖ πάντοτε ἕνα σκοῦρο κόκκινο/πορφυρὸ ἐξωτερικὸ ἔνδυμα (μαφόριο) καὶ ἕνα μπλέ ἢ πράσινο ἐσωτερικὸ ἔνδυμα. Τὸ μπλέ/πράσινο συμβολίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση (τὸ κτιστό, τὴ γῆ), ἐνῷ τὸ κόκκινο συμβολίζει τὴ θεία χάρη καὶ τὴ δόξα μὲ τὴν ὁποία ἐντύθηκε.
  Ἡ πρώτη Εὔα γεννήθηκε καθαρή, ἀλλὰ ἐντύθηκε τὴ φθορά. Ἡ Νέα Εὔα, ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση (μπλέ), «ἐνδύθηκε» τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ (κόκκινο) λόγω τῆς θεώσεώς Της. (Στον Χριστό, ἀντιθέτως, τὰ χρώματα εἶναι ἀντίστροφα: φορεῖ κόκκινο ἐσωτερικῶς ὡς Θεὸς καὶ μπλέ ἐξωτερικῶς, καθὼς ἐντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση).
 Ἐν τούτοις, ἡ Λύτρωση τῆς Πρώτης Εὔας στὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως («Εἰς Ἅδου Κάθοδος») στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία, δὲν δεικνύει τὸν Χριστὸ νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ μνῆμα, ἀλλὰ τὴν «Εἰς Ἅδου Κάθοδον». Ἐκεῖ πραγματοποιεῖται ἡ συγκλονιστικότερη ὁρατὴ συνάντηση τῆς πρώτης Εὔας μὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θυσίας τῆς Νέας Εὔας.   Βλέπουμε, λοιπὸν νὰ ἀπεικονίζεται ἡ ἔγερσις ἐκ τῶν τάφων. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται ἕτοιμος νὰ συντρίψῃ τὶς πύλες τοῦ Ἅδου καὶ νὰ κρατῇ σφιχτὰ ἀπὸ τοὺς καρποὺς (ὄχι ἀπὸ τὰ χέρια, δεικνύοντας ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀποκλειστικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ) δύο πρόσωπα, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα.
 Παράλληλα, ἡ μορφὴ τῆς Εὔας εἰκονίζεται συνήθως στὰ ἀριστερὰ τοῦ Χριστοῦ, μέσα ἀπὸ τὸ δικό της μνῆμα. Φορεῖ ἕνα κόκκινο ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο συμβολίζει ὅτι, παρὰ τὴν πτώση της, παραμένει ἡ «μήτηρ πάντων τῶν ζώντων» καὶ τώρα ἐνδύεται ξανά τὴ χαμένη θεία χάρη.
 Ἡ Εὔα κοιτάζει τὸν Χριστὸ μὲ βλέμμα λυτρωμένο μετὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀποκαταστάσεως. Τὸ χέρι ποὺ κάποτε ἁπλώθηκε γὰ νὰ φέρῃ τὸν θάνατο, τώρα ἐκτείνεται σὲ στάση δεήσεως καὶ εὐχαριστίας. 
 Ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἔγινε ἐφικτὴ ἐπειδὴ ἡ Νέα Εὔα (Παναγία) προσέφερε τη σάρκα Της, ἔφθασε μέχρι τὰ βάθη τοῦ Ἅδου γὰ νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ ἐκεῖ τὴν πρώτη γυναῖκα ποὺ ἁμάρτησε.
 Παρομοίως καὶ εἰς τὰ ὑμνολογικὰ Κείμενα, τὸ θεολογικὸν Δόγμα τῆς Ἀποκαταστάσεως εὑρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ποιητικοῦ εἱρμοῦ.
 Ἡ ὀρθόδοξη ὑμνολογία, ἰδιαιτέρως κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές, χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση Εὔας - Μαρίας γὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ δόγμα. Ἀκολουθοῦν δύο χαρακτηριστικὰ παραδείγματα:
Α) Ἀπὸ τὸν Κανόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Ὠδὴ γ'). Στὸν διάλογο μεταξὺ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ καὶ τῆς Παναγίας, ὁ ὑμνογράφος θέτει στὸ στόμα τῆς Θεοτόκου τὸν φόβο μήπως πάθῃ ὅ,τι ἔπαθεν ἡ πρώτη Εὔα: «Ἡ Εὔα ἐξ ἐμοῦ τὴν κατάκρισιν δέξατο, τοῦ θείου νόμου παρακούσασα...» Μετάφραση: (Ἡ Εὔα ἔφερε τὴν κατάκριση σὲ ὅλο τὸ γένος μου ἐπειδὴ παρακούστηκε τὸν νόμο... φοβοῦμαι μήπως ἡ δική σου ἀπατηλὴ ὑπόσχεση μὲ σύρῃ σὲ πλάνη). Καὶ ὁ Ἀρχάγγελος τῆς ἀπαντᾷ, διασαφηνίζων τὸν ρόλο Της ὡς Νέας Εὔας: «Ὁ Θεὸς δι' ἐμοῦ σοι κραυγάζει... Χαῖρε, ἡ λύσις τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς, καὶ τῆς προμήτορος Εὔας ἡ ἐπανόρθωσις!» Μετάφραση: (Ὁ Θεὸς μέσῳ ἐμοῦ σοῦ φωνάζει... Χαῖρε ἐσύ, ποὺ εἶσαι ἡ λύση τῆς ἀρχαίας κατάρας καὶ ἡ ἐπανόρθωση τῆς προμήτορος Εὔας).
Β) Ἀπὸ τὸ Δοξαστικὸ τῶν Θεοφανείων (Ἦχος β΄). Ἕνας ἄλλος ὑπέροχος ὕμνος συνδέει τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἀνατροπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Παραδείσου: «Εὔα μὲν, διὰ τῆς παρακοῆς, τὴν κατάραν εἰσωκίσατο· ἡ δὲ Θεοτόκος, διὰ τῆς κυοφορίας, τῷ κόσμῳ τὴν εὐλογίαν ἐξήνθησε». Μετάφραση: (Ἡ Εὔα, μὲ τὴν παρακοή της, εἰσήγαγεν ἐντὸς τοῦ οἴκου τῆς ἀνθρωπότητος τὴν κατάραν· ἡ Θεοτόκος ὅμως, μὲ τὸ νὰ κυοφορήσῃ τὸν Χριστόν, ἔκανε νὰ ἀνθίσῃ στὸν κόσμο ἡ εὐλογία).
 Μὲ αὐτὰ τὰ κείμενα καὶ τὶς εἰκόνες, ἡ Ἐκκλησία δεικνύει ὅτι ἡ Παναγία δὲν εἶναι μία ἀπόμακρη θεότης, ἀλλὰ ἡ δική μας ἐκπρόσωπος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ πέτυχε τὸν σκοπὸ γὰ τὸν ὁποῖο ἐπλάσθη ἐξαρχῆς ἡ Εὔα: τὴ θέωση.
 Μὲ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ αὐτῆς τῆς ἑνότητος, εἴδομεν πῶς ἡ Παναγία, μέσα ἀπὸ τὸ ἑλληνορθόδοξο δόγμα, τὴν πατερικὴ γραμματεία καὶ τὴν ἁγιογραφία, δὲν προβάλλεται ὡς μία ἀνεξάρτητη θεότης, ἀλλὰ ὡς ἡ «Νέα Εὔα». Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴν ἐλεύθερη ὑπακοή Της ἐθεράπευσε τὴν παρακοὴ τῆς πρώτης γυναικός, δάνεισε τη σάρκα Της στὸν Θεὸ καὶ ἐγένετο ἡ γέφυρα γὰ τὴ σωτηρία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος.
 Παράλληλα, μέσα ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἐπίσης Ἀθηναίου Ἁγίου Αἰγιδίου [μετὰ τοῦ θείου θελήματος μέλλομεν νὰ συγγράψωμεν πόνημά τι δι' αὐτὸν] καὶ τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον, ἐφωτίσθη τὸ μυστήριο τοῦ Ἀειπαρθένου Της, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ βασικὸν πυλῶνα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.   Εἰς τὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ Ἀθήνα καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ Ἀθηναῖοι, ἐμβαθύναντες εἰς τὴν δογματικὴν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (διὸ καὶ ἡ Θεολογία αὕτη ὠνομάσθη Ἑλληνορθόδοξος), ἐτοποθέτησαν τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, τὴν Νέαν Εὔαν, εἰς τὴν κορυφὴν τῆς πόλεως αὐτῶν, ἐπὶ τῆς ἱερᾶς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν.
 Ἡ μετατροπὴ τοῦ Παρθενῶνος εἰς ναὸν τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας δὲν ἀπετέλεσε μίαν ἁπλῆν ἱστορικὴν μεταβολήν, ἀλλὰ τὴν ὁρατὴν δικαίωσιν τῆς ἀνθρωπίνης ἀναζητήσεως. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀρχαῖος κόσμος ἐλάτρευε τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ τὴν παρθενίαν στὸ πρόσωπο τῆς Ἀθηνᾶς, ἡ Ἑλληνορθόδοξος Παράδοσις ἐγκαθίδρυσε τὴν ὄντως “Γέφυραν” τῆς σωτηρίας. 
 Ἡ Νέα Εὔα, ὡς ἡ Κεχαριτωμένη Μητέρα τοῦ Λόγου, στέκει ἔκτοτε νοητῶς ὑπεράνω τῆς πόλεως, ἐπιβεβαιοῦσα ὅτι ἡ ἄφθορος Θεία Σοφία ἐνίκησε τὸν θάνατον καὶ ἀπεκατέστησε τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος.

ΧΑΙΡΕΤΕ

Ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας
  ἐν τῷ Παρθενῶνι ἐπανηγύριζε τῇ ιε΄ Αὐγούστου, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Σὲ μία δημιουργικὴ ἀναλογία μὲ τὴν Ἐργάνη Ἀθηνᾶ τῶν Ἀθηναίων, ὅπου ἡ ὑφαντικὴ τέχνη συμβόλιζε τὴ σοφία καὶ τὴν τάξη, ἐδῶ ὅμως ἡ ὕφανση ἀφορᾶ τὸ θαῦμα τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως.
[2]Λειτουργώντας ὡς μία πνευματικὴ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν «Ἀφροδίτην ἐν Κήποις» τῶν Ἀθηναίων· ἐκεῖ ὅπου ὁ κῆπος συμβόλιζε τὴ φυσικὴ γονιμότητα καὶ τὸν ἐπίγειο ἔρωτα, ἐδῶ μεταμορφώνεται στὸν κλειστὸ κῆπο τῆς ἀπόλυτης ἁγνότητας καὶ τῆς ὑπερφυοῦς Θείας Γονιμότητος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα, Κεφάλαιον 100 (Ἡ πρώτη σαφὴς ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ Εὔας καὶ Μαρίας).
•Εἰρηναῖος Λουγδούνου (Λυῶνος), Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως (Adversus Haereses), Βιβλίον ΙΙΙ, 22, 4 (Ἡ θεολογία τῆς «Νέας Εὔας» καὶ ἡ λύσις τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀπειθείας).
•Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Βιβλίον IV, Κεφάλαιον 14: «Περὶ τῆς Θεοτόκου, ὅτι αὕτη ἐστὶ Θεοτόκος» (Ἡ κλασικὴ δογματικὴ διατύπωσις γιὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύση καὶ τὸ Ἀειπάρθενον).
•Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ὁμιλία εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (Ἀνάλυσις τῆς θεώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπεροχῆς Της ἔναντι τῶν Ἀγγέλων).
•Ἀνδρούτσος, Χρῆστος, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1907 (κλασικὸ ἔργο γιὰ τὴ διάκριση λατρείας καὶ ὑπερδουλείας).
•Ματσούκας, Νικόλαος, Δογματικὴ καὶ Συμβολὴ Θεολογία Β΄: Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985 (Ἐξαιρετικὴ ἀνάλυσις γιὰ τὴν κτιστότητα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴ σάρκωση).
•Τρεμπέλας, Παναγιώτης, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος Β΄, Ἀθῆναι 1959 (Λεπτομερὴς ἀνάλυσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Γ΄ καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
•Lossky, Vladimir, Ἡ Μυστικὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, Ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1974 (Κεφάλαια πὲρὶ τῆς Παναγίας ὡς τῆς ἤδη θεωθείσης ἀνθρωπότητος). 
•Bulgakov, Sergius, The Orthodox Church (Chapter on "The Veneration of Our Lady"), St Vladimir's Seminary Press, 1988 (Θεολογικὴ ἀνάλυσις τῆς τιμῆς τῆς Θεοτόκου). 
•Schmemann, Alexander, The Celebration of Faith, Vol. 3: The Virgin Mary, St Vladimir's Seminary Press, 1995 (Βιωματικὴ καὶ λειτουργικὴ προσέγγιση τῆς Νέας Εὔας). 
•Florovsky, Georges, "The Ever-Virgin Mother of God", ἐν Creation and Redemption, Nordland Publishing, Belmont 1976 (Δοκίμιο γιὰ τὸ χριστολογικὸ νόημα τοῦ Ἀεἰπαρθένου).