Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

Ταράξακος: Ἡ ὑπερτροφὴ τοῦ Θησέα· ἀπὸ τὴν καλύβα τῆς Ἑκάλης στὸν Μινωικὸ Λαβύρινθο

Συγγραφῇ καὶ ἔρευνα: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης

 Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν θεῶν ἕως τὴν ἐποχὴ τῶν ἡμιθέων καὶ τῶν ἡρώων, οἱ ἀρχαῖες παραδόσεις διασώζουν πολύτιμες μαρτυρίες γιὰ τὴ διατροφὴ τῶν ἐπιφανῶν μορφῶν τοῦ μυθικοῦ παρελθόντος τῆς ἑλληνικῆς γῆς. 
 Στὴ δίαιτά τους κυριαρχοῦσαν ἐκλεκτοὶ καρποὶ καὶ βότανα τῆς φύσης, ποὺ σήμερα θὰ κατατάσσαμε στὴν κατηγορία τῶν ὑπερτροφῶν. Ἀνάμεσά τους ξεχωρίζει ἡ πικραλίδα, γνωστὴ καὶ ὡς ταράξακος.
 Ἡ πικραλίδα (Taraxacum officinale), τὸ ταπεινὸ ἀλλὰ ἀνθεκτικὸ αὐτὸ φυτό, κατεῖχε ἀνέκαθεν μιὰ ξεχωριστὴ θέση στὴν ἑλληνικὴ φύση. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες βοτανολόγοι, μὲ πρῶτο τὸν Θεόφραστο, παρατήρησαν τὴ μορφολογία του καὶ τὴν ἔντονα πικρή του γεύση, ἐνῶ ὁ Διοσκουρίδης ἀναγνώρισε τὶς ἰσχυρὲς ἀποτοξινωτικές του ἰδιότητες.
 Ἡ βαθύτερη, ὡστόσο, σύνδεση τοῦ φυτοῦ μὲ τὸν ἑλληνικὸ κόσμο κρύβεται στὴν ἴδια τὴν ἀρχαία κοσμολογία.
ΠΙΚΡΑΛΙΔΑ Ή ΤΑΡΑΞΑΚΟ

 Ἡ πικραλίδα εἶναι ἕνα κατεξοχὴν ἡλιοτροπικὸ βότανο: τὸ χρυσό της ἄνθος, ἢ ἄνθος τοῦ ἡλίου, ἀνοίγει διάπλατα μὲ τὶς πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ Ἥλιου καὶ κλείνει ἑρμητικὰ μὲ τὴ δύση του. Γιὰ τοὺς ἀρχαίους, αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα φυσικὸ φαινόμενο, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ ἐκδήλωση τῆς ἡλιακῆς ἐνέργειας καὶ τοῦ φωτός, ἐγκλωβισμένη σὲ ἕνα ἐπίγειο φυτό τοῦ ἀγροῦ. 
 Ἡ ἐτυμολογία τῆς ἐπιστημονικῆς του ὀνομασίας (ἀπὸ τὴ λέξη τάραξις καὶ τὴ λέξη ἄκος, ποὺ σημαίνει ἴαση) μαρτυρᾶ ὅτι ὁ ταράξακος θεωροῦνταν τὸ ἀντίδοτο στὶς διαταραχὲς τοῦ σώματος, ἕνας φορέας κάθαρσης.
 Ἡ μυθολογικὴ διαδρομὴ τοῦ ταραξάκου διασταυρώνεται μὲ τὸν ἥρωα Θησέα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πορείας του πρὸς τὸν Μαραθῶνα. 
 Ὁ Ἀλεξανδρινὸς ποιητὴς Καλλίμαχος, στὸ ἀποσπασματικὰ σωζόμενο ἔργο του «Ἑκάλη», διασώζει τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ νεαρὸς ἥρωας, κυνηγημένος ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ καταιγίδα, βρίσκει καταφύγιο στὴν καλύβα μιᾶς φτωχῆς καὶ ἡλικιωμένης γυναίκας, τῆς Ἑκάλης.
 Μὴν ἔχοντας πλούτη ἢ ἐκλεκτὰ ἐδέσματα νὰ προσφέρει στὸν μελλοντικὸ βασιλιὰ τῆς Ἀθήνας, ἡ Ἑκάλη μαζεύει ἄγρια χόρτα ἀπὸ τοὺς γύρω ἀγροὺς καὶ τοῦ προσφέρει ἕνα ἁπλό, λιτὸ γεῦμα. 
 Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ «λιτὴ σαλάτα ἀγριόχορτων», ἡ μεταγενέστερη λαογραφία τῶν βοτάνων —μὲ χαρακτηριστικὴ τὴν καταγραφὴ τοῦ John Evelyn τὸ 1699— ἀπομόνωσε τὴν πικραλίδα ὡς τὸ κυρίαρχο συστατικό. 
 Αὐτὴ ἡ πράξη φιλοξενίας μετατρέπεται σὲ τελετουργικό. Τὸ «χρυσάφι τῶν ἀγρῶν» μεταγγίζει στὸν ἥρωα τὴν ἀνθεκτικότητα τοῦ ἐδάφους καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἥλιου, προετοιμάζοντας τὸ σῶμα του γιὰ τὶς μεγάλες δοκιμασίες ποὺ ἕπονται.
 Ἄλλωστε, ὁ Θησέας θεωρεῖται ἕνας ἡλιακὸς ἥρωας, ἕνας ἡμίθεος ἐφάμιλλος μὲ τὸν Ἡρακλῆ. Ὁπλισμένος μὲ τὴ σωματικὴ ρώμη καὶ τὴν πνευματικὴ διαύγεια ποὺ τοῦ χάρισε ἡ ἀγροτικὴ διατροφὴ τῆς Ἑκάλης, ὁ Θησέας ταξιδεύει στὴν Κρήτη γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπόλυτη προσωποποίηση τοῦ τρόμου τὸν Μινώταυρο. 
 Ὁ Μινωικὸς Λαβύρινθος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα οἰκοδόμημα, ἀλλὰ ἕνα σύμβολο τοῦ ἀπόλυτου σκότους, τῆς σύγχυσης καὶ τοῦ θανάτου.
 Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸν Ἥλιο καὶ τὸν Λαβύρινθο γίνεται δοκιμιακὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐμφανής. Ὁ Θησέας κουβαλάει μέσα του τὴν «ἡλιακὴ» ἐνέργεια τοῦ ταραξάκου —ἑνὸς βοτάνου ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὸ φῶς— γιὰ νὰ καταδυθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἐκεῖ ὅπου τὸ φῶς δὲν φτάνει ποτέ. 
 Τὸ γεῦμα τῆς Ἑκάλης λειτουργεῖ ὡς ἐσωτερικὸ φυλαχτό. Ἡ ἐπικράτηση τοῦ Θησέα ἐπὶ τοῦ Μινωταύρου σηματοδοτεῖ τὴ νίκη τοῦ φωτὸς ἔναντι τοῦ σκότους, τῆς λογικῆς ἔναντι τοῦ κτηνώδους ἐνστίκτου, καὶ τῆς ζωογόνου δύναμης τῆς φύσης ἔναντι τῆς ἀπομόνωσης τοῦ Λαβυρίνθου.
Ο ΘΗΣΕΑΣ ΦΟΝΕΥΕΙ ΤΟΝ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟ

 Ἡ ἱστορία τῆς πικραλίδας, ἀπὸ τὴν καλύβα τῆς Ἑκάλης μέχρι τὴ νίκη στὸν Λαβύρινθο, ἀναδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἔντυνε τὶς παρατηρήσεις τῆς φύσης μὲ τὸν μανδύα τοῦ μύθου. 
 Αὐτὸ ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν «ἡλιακὴ δύναμη» καὶ «ἀντοχὴ τοῦ ἥρωα», ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη τὸ μεταφράζει σὲ ὑψηλὴ περιεκτικότητα βιταμινῶν, καλίου, ἀντιοξειδωτικῶν καὶ ἰσχυρῶν ἀποτοξινωτικῶν στοιχείων ποὺ θωρακίζουν τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό.
 Ὁ ταράξακος παραμένει ἕνας διαχρονικὸς συνδετικὸς κρίκος ἀνάμεσα στὴ μυθολογία, τὴν ἱστορία καὶ τὴ θεραπευτική. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι, συχνά, τὰ πιὸ ἰσχυρὰ ὅπλα ἀπέναντι στοὺς δικούς μας καθημερινοὺς «Λαβυρίνθους» δὲν κρύβονται σὲ περίπλοκες λύσεις, ἀλλὰ στὰ πιὸ ταπεινά, ἡλιόλουστα στοιχεῖα ποὺ φυτρώνουν ἐλεύθερα δίπλα μας.
 Ἡ πικραλίδα (ταράξακος) ἦταν γνωστὴ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες βοτανολόγους, καὶ ὑπάρχουν καταγεγραμμένες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεόφραστο, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ «Πατέρας τῆς Βοτανικῆς».
 Ἡ χρήση καὶ ἡ μελέτη τοῦ φυτοῦ στὴν ἀρχαιότητα παρουσιάζει μερικὰ πολὺ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα:
Ἰδοὺ καὶ οἱ ἀναφορὲς τοῦ Θεόφραστου καὶ τῶν ἀρχαίων ἰατρῶν:
 Α) Θεόφραστος: Στὰ συγγράμματά του (ὅπως τὸ «Περὶ φυτῶν ἱστορία»), ὁ Θεόφραστος περιέγραψε τὴ μορφολογία τῆς πικραλίδας. Μάλιστα, σημείωσε ὅτι ἡ γεύση της ἦταν πολὺ πικρὴ γιὰ νὰ ἀποτελεῖ μιὰ εὐχάριστη καθημερινὴ τροφή, ἀλλὰ ἀναγνώρισε τὴ βοτανική της ἀξία.
 Β) Διοσκουρίδης καὶ Γαληνός: Ἀργότερα, ὁ σπουδαῖος φαρμακολόγος Διοσκουρίδης καὶ ὁ γιατρὸς Γαληνὸς μελέτησαν ἐκτενῶς τὸ φυτό. Τὸ συνιστοῦσαν κυρίως ὡς γιατρικὸ γιὰ τὶς παθήσεις τοῦ ἥπατος (συκωτιοῦ), τῆς χολῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ δερματικὲς παθήσεις.
 Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν ἐτυμολογία τῆς ἐπιστημονικῆς ὀνομασίας τοῦ βοτάνου μὲ τὸ ὁποῖο τράφηκε ὁ Θησέας.
 Ἡ ἐπίσημη ἐπιστημονικὴ ὀνομασία τοῦ φυτοῦ, Taraxacum officinale, ἔχει βαθιὲς ἑλληνικὲς ρίζες. Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαῖα λέξη Τάραξις ποὺ σήμαινε διαταραχὴ - φλεγμονή, κυρίως τῶν ματιῶν, καὶ ἄκος (ποὺ σήμαινε φάρμακο / θεραπεία).
 Συνεπῶς, τὸ ὄνομα «ταράξακος» μεταφράζεται οὐσιαστικὰ ὡς «τὸ φάρμακο γιὰ τὶς διαταραχές».
  Στὴ μυθολογία καὶ τὴ λαογραφία, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, εἶχαν συνδέσει τὴν πικραλίδα μὲ τὸν ἥλιο καὶ τὸ φῶς, καθὼς τὸ κίτρινο ἄνθος της ἀνοίγει μὲ τὴν ἀνατολὴ καὶ κλείνει μὲ τὴ δύση. 
 Σύμφωνα μὲ ἕναν μῦθο, ἡ θεὰ Ἑκάτη ἔδωσε στὸν Θησέα νὰ τρέφεται μὲ πικραλίδες γιὰ 30 ἡμέρες, ὥστε νὰ ἀποκτήσει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀντοχὴ ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Μινώταυρο.
 Ὁ μῦθος αὐτός, ὅπως εἴδαμε, προέρχεται ἀρχικὰ ἀπὸ τὸ ἀποσπασματικὰ σωζόμενο ἔργο «Ἑκάλη» τοῦ σπουδαίου Ἀλεξανδρινοῦ ποιητῆ Καλλίμαχου (3ος αἰώνας π.Χ.), ἀλλὰ ἡ συγκεκριμένη ἀναφορὰ ποὺ συνέδεσε τὸ γεῦμα μὲ τὴν πικραλίδα διασώθηκε καὶ ἔγινε εὐρύτερα γνωστὴ μέσα ἀπὸ μεταγενέστερους συγγραφεῖς.
 Ἐπιπλέον, ἡ ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ μύθου ἔχει ὡς ἑξῆς:
 Πρῶτον, ὁ Καλλίμαχος θεωρεῖται ἡ πρωταρχικὴ πηγή. Στὸ ποίημά του, ὁ Θησέας πηγαίνει στὸν Μαραθῶνα γιὰ νὰ πιάσει τὸν περιβόητο ταῦρο. Στὸν δρόμο τὸν πιάνει καταιγίδα καὶ βρίσκει καταφύγιο στὴν καλύβα μιᾶς φτωχῆς, φιλόξενης γριᾶς, τῆς Ἑκάλης (τὴν ὁποία οἱ μεταγενέστεροι μῦθοι καὶ ἡ λαογραφία τῶν βοτάνων συχνὰ μπέρδεψαν ἢ συγχώνευσαν μὲ τὴ θεὰ Ἑκάτη). Ἡ Ἑκάλη, μὴν ἔχοντας πλούτη, τοῦ προσέφερε ἕνα ἁπλό, φτωχικὸ γεῦμα ἀπὸ ἄγρια χόρτα τοῦ ἀγροῦ (σαλάτα) γιὰ νὰ πάρει δυνάμεις.
 Δεύτερον, σημαντικὴ θεωρεῖται ἡ καταγραφὴ τοῦ John Evelyn (1699). Ἡ σύνδεση τοῦ γεύματος αὐτοῦ μὲ τὴ θεὰ Ἑκάτη καὶ συγκεκριμένα μὲ τὴν πικραλίδα (ταράξακος) καταγράφεται ρητὰ στὸ περίφημο βιβλίο κηπουρικῆς καὶ σαλατῶν «Acetaria: A Discourse of Sallets» τοῦ Ἄγγλου συγγραφέα John Evelyn. Ἐκεῖ ἀναφέρει ἐπὶ λέξει: «...καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ταπεινὴ σαλάτα [τὴν πικραλίδα], ἡ καλὴ οἰκοδέσποινα Ἑκάτη φιλοξένησε τὸν Θησέα» ("and 'twas with this homely Sallet, the Good-Wife Hecate entertain'd Theseus").
 Τρίτον, ἡ σύγχρονη ἀναπαραγωγή τοῦ μύθου. Στὴ σύγχρονη βοτανολογία, ἡ ἱστορία αὐτὴ διαδόθηκε ξανὰ τὸ 1989 μέσα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ Ἀμερικανοῦ βοτανολόγου Larry W. Mitich, «Common Dandelion – the Lion's Tooth», τὸ ὁποῖο ἀναδημοσιεύτηκε σὲ ἐπιστημονικὰ περιοδικὰ καὶ ἔκτοτε υἱοθετήθηκε εὐρέως ἀπὸ τὴ λαογραφία τῶν βοτάνων, φτάνοντας στὴ μορφὴ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα (ὅτι ἡ Ἑκάτη τὸν ἔτρεφε ἐπὶ 30 ἡμέρες μὲ πικραλίδες πρὶν ἢ μετὰ τὸν Μινώταυρο).
ΘΗΣΕΥΣ ΗΜΙΘΕΟΣ · ΗΡΩΣ · ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΘΗΝΩΝ

 Κλείνοντας λοιπὸν αὐτὴ τὴν μικρὴ διαδρομὴ,  ἀνάμεσα στὸν μῦθο καὶ τὴ βοτανική, ὁ ταράξακος ἀναδεικνύεται σὲ κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ φυτό τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου· γίνεται ὁ φορέας μιᾶς ἀρχέγονης σοφίας. 
 Ὅπως ὁ χρυσὸς δίσκος του ἀκολουθεῖ πιστὰ τὴν πορεία τοῦ Ἥλιου, ἔτσι καὶ ὁ Θησέας, ὁπλισμένος μὲ τὴ λιτὴ φιλοξενία τῆς Ἑκάλης, μετέφερε τὸ φῶς τῆς φύσης στὰ ἔγκατα τοῦ Μινωικοῦ Λαβυρίνθου. 
 Σὲ κάθε ἐποχή, τὸ «χρυσάφι τῶν ἀγρῶν» παραμένει ἐκεῖ γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ μεγαλύτερες δοκιμασίες ἀντιμετωπίζονται μὲ ὅπλα ταπεινά, καθαρὰ καὶ βαθιὰ ριζωμένα στὴ φύση.
ΧΑΙΡΕΤΕ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Καλλίμαχος ὁ Κυρηναῖος (3ος αἰ. π.Χ.): Ἑκάλη (Ἀποσπάσματα). Loeb Classical Library, Callimachus: Hecale. (Ἡ βασικὴ ποιητικὴ πηγὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Θησέα ἀπὸ τὴν ἡλικιωμένη Ἑκάλη καὶ τὸ σερβίρισμα τῶν ἄγριων χόρτων τοῦ ἀγροῦ).
•Θεόφραστος (4ος-3ος αἰ. π.Χ.): Περὶ φυτῶν ἱστορία (De Historia Plantarum). (Ἡ θεμελιώδης καταγραφὴ γιὰ τὴ μορφολογία, τὴν ταξινόμηση καὶ τὴν πικρὴ γεύση τῶν ἄγριων ραδικιῶν καὶ τῶν συναφῶν ἡλιοτροπικῶν φυτῶν τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου).
•Πλούταρχος (1ος-2ος αἰ. μ.Χ.): Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς, Κεφάλαιο 14. ToposText: Hecale. (Ἱστορικὴ καὶ μυθολογικὴ ἀναφορὰ στὴ γιορτὴ τῶν «Ἑκαλησίων» πρὸς τιμὴν τῆς Ἑκάλης καὶ τοῦ Δία, καθὼς καὶ στὴ σχέση τοῦ ἥρωα μὲ τὸν Μαραθώνιο Ταῦρο).
•Διοσκουρίδης ὁ Πεδάνιος (1ος αἰ. μ.Χ.): Περὶ ὕλης ἰατρικῆς (De Materia Medica). (Ἡ κύρια πηγὴ φαρμακολογίας τῆς ἀρχαιότητας, ὅπου περιγράφονται οἱ ἀποτοξινωτικές, διουρητικὲς καὶ θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν πικρῶν χόρτων γιὰ τὸ ἧπαρ καὶ τὰ μάτια).
•Evelyn, John (1699): Acetaria: A Discourse of Sallets. London: B. Tooke. Ψηφιακὸ ἀντίγραφο διαθέσιμο στὸ The Project Gutenberg: Acetaria. (Τὸ πρῶτο αὐτόνομο βιβλίο στὴν ἱστορία ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο ἀποκλειστικὰ στὶς σαλάτες καὶ τὰ βότανα. Στὴ σελίδα ποὺ ἀφορᾶ τὸ Dandelion / Πικραλίδα, ὁ Evelyn συνδέει ρητὰ τὸ φυτό μὲ τὸν μῦθο: "and 'twas with this homely Sallet, the Good-Wife Hecate entertain'd Theseus").
•Grieve, Maud (1931): A Modern Herbal. New York: Harcourt, Brace & Company. (Μνημειῶδες ἔργο γιὰ τὴ λαογραφία καὶ τὴν παραδοσιακὴ χρήση τῶν βοτάνων, μὲ ἐκτενῆ ἀνάλυση γιὰ τὴ διαδρομὴ τοῦ Taraxacum ἀπὸ τὴ δυτικὴ Εὐρώπη πίσω στὴν ἀρχαία Μεσόγειο).
•Mitich, Larry W. (1989): "Common Dandelion – the Lion's Tooth". Weed Technology, Vol. 3, No. 4, pp. 699-705. Cambridge University Press. Διαθέσιμο μέσω Cambridge Core. (Τὸ ἄρθρο-σταθμὸς τῆς σύγχρονης βοτανολογίας ποὺ ἀναβίωσε τὸν μῦθο τοῦ Θησέα καὶ τῆς πικραλίδας, ἀναλύοντας τὴν ἱστορική, πολιτισμικὴ καὶ γλωσσολογικὴ ἐξέλιξη τοῦ φυτοῦ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες).
•Hollis, Adrian S. (1990): Callimachus: Hecale. Oxford: Clarendon Press. (Ἡ κορυφαία ἀκαδημαϊκὴ ἀνάλυση καὶ ἀνασύνθεση τῶν διασωθέντων ἀποσπασμάτων τῆς «Ἑκάλης» τοῦ Καλλίμαχου, μὲ σχολιασμὸ γιὰ τὰ βότανα καὶ τὰ φαγητὰ τῆς ἀγροτικῆς Ἀττικῆς).
•Byars, Oraleze D. (2010): The Nature of the Hero in Callimachus' Hecale. University of South Florida. Διαθέσιμο στὸ USF Digital Commons. (Διατριβὴ ποὺ ἐξετάζει τὴν ἀποδόμηση τοῦ παραδοσιακοῦ ἐπικοῦ ἥρωα καὶ τὴ στροφὴ τοῦ Καλλίμαχου πρὸς τὴν καθημερινότητα, τὴ φύση καὶ τὰ ταπεινὰ στοιχεῖα τῆς ὑπαίθρου).
•Schütz, K., Carle, R., & Schieber, A. (2006): "Taraxacum—a review on its phytochemical and pharmacological profile". Journal of Ethnopharmacology, 107(3), 313-323. (Ἐπιστημονικὴ ἀνασκόπηση ποὺ ἀναλύει τὴ χημικὴ σύσταση τοῦ ταραξάκου, ἐπιβεβαιώνοντας μὲ ἐργαστηριακὰ δεδομένα τὶς τονωτικὲς ἰδιότητες ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ἀπέδιδαν μεταφορικὰ ὡς «ἡλιακὴ δύναμη»).
•Clare, B. A., Conroy, R. S., & Spelman, K. (2009): "The Diuretic Effect in Humans of an Extract of Taraxacum officinale Folium over a Single Day". The Journal of Alternative and Complementary Medicine, 15(8), 929-934. (Μελέτη ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἔντονη διουρητικὴ δράση τοῦ φυτοῦ, δικαιώνοντας τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ὀνομασία «ἄκος»/ἴαση τῶν ἐσωτερικῶν συσσωρεύσεων ὑγρῶν καὶ τοξινῶν).

 

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΜΙΚΡΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ: Περὶ τῆς καλλιφωνίας καὶ μουσικῆς παιδείας τοῦ Μάρκου Βότσαρη. Ἕνας ὁμηρικὸς ἥρως, ὁμότιμος τοῦ Θησέως καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, εἰς τὰ λημέρια τῆς Ἐπαναστάσεως.
Συγγραφῇ καὶ ἔρευνα: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης

 Στην ἐθνικὴ συλλογικὴ μνήμη, ὁ Μάρκος Βότσαρης [κατὰ τὴν δυτικότροπον ἐρασμιακὴν διαλεκτικὴν "Μπότσαρης"] ἔχει καταγραφεῖ ὡς ἡ ἀρχετυπικὴ μορφὴ τοῦ ἀδάμαστου πολεμιστῆ, ἑνὸς ἥρωος προορισμένου νὰ ἐνσαρκώσει τὸ θυσιαστικὸ ἰδεῶδες τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας. 
 Ἡ ἱστοριογραφικὴ ὅμως ἐμμονὴ στὴ στρατιωτική του ἰδιοφυΐα καὶ στὸ τραγικό, μὰ ἔνδοξο τέλος του στὸ Κεφαλόβρυσο, συχνά ἐπισκιάζει μιὰ βαθύτερη, σχεδὸν μεταφυσικὴ πτυχὴ τῆς προσωπικότητάς του: τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς ἔμφυτης μουσικότητάς του. 
 Ὁ Βότσαρης δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας ἄνδρας τῶν ὅπλων, ἀλλὰ ἕνας ἐκλεκτὸς τῆς Μούσας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς πολεμικὲς ἀνάπαυλες μετέτρεπε τὴν τραχύτητα τοῦ λημεριοῦ σὲ πεδίο καλλιτεχνικῆς μυσταγωγίας, ψάλλοντας μὲ φωνὴ ἐξαιρετικῶς μελωδικὴ τὰ δημοτικὰ ᾄσματα τῆς πατρίδος του, συχνὰ ὑπὸ τοὺς ἤχους τοῦ ταμπουρᾶ.
 Ἡ διττὴ αὐτὴ ὑπόσταση τοῦ Σουλιώτη ὁπλαρχηγοῦ - ὅπου ἡ πολεμικὴ ρώμη συνυπάρχει ἁρμονικὰ μὲ τὴν πνευματικὴ εὐαισθησία - δὲν ἀποτελεῖ ἱστορικὴ παραδοξότητα, ἀλλὰ τὸν συνδέει ἀπευθείας μὲ τὰ ὑψηλότερα πρότυπα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος. 
 ΜΑΡΚΟΣ ΒΟΤΣΑΡΗΣ

 Ὁ Μάρκος Βότσαρης ἀναδεικνύεται ἔτσι ὁμότιμος τοῦ Θησέως, ὁ ὁποῖος συνδύαζε τὴν ἡγεμονικὴ πυγμὴ μὲ τὴν ἵδρυση θρησκευτικῶν καὶ μουσικῶν ἀγώνων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, τοῦ κατεξοχὴν ὁμηρικοῦ ἥρωος, τὸν ὁποῖο οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συνάντησαν στὴ σκηνή του νὰ κατευνάζει τὸν θυμό του παίζοντας τὴν «λιγεῖαν φόρμιγγα» καὶ τραγουδώντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν. 
 Ὅπως ὁ Ἀχιλλεὺς στὴν Ἰλιάδα, ἔτσι καὶ ὁ Βότσαρης στὴν ἐθνική μας ἐποποιία, χρησιμοποιεῖ τὸ ᾄσμα ὄχι ὡς μέσο φυγῆς, ἀλλὰ ὡς πηγὴ ἐσωτερικῆς ἐξάγνισης καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας γὰρ τὸ ἐπερχόμενο πεπρωμένο.
  Τὸ παρὸν δοκίμιο ἐπιχειρεῖ νὰ ἰχνηλατήσει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μουσικὴ αὔρα τοῦ ἥρωος, ὅπως αὐτὴ διασώθηκε μέσα ἀπὸ τὶς καταγραφὲς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ τὴν προφορικὴ παράδοση. 
  Ἐξετάζοντας τὴ φωνητική του τέχνη ὄχι ὡς μιὰ ἁπλὴ δεξιότητα, ἀλλὰ ὡς μιὰ βαθιά πολιτισμικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη, σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναδειχθῆ πῶς ἡ μελωδία τοῦ ὑπαίθριου παραδοσιακοῦ ᾄσματος λειτούργησε ὡς τὸ πνευματικὸ ἀντίβαρο στὸ ξίφος, καθιστώντας τὸν Μάρκο Βότσαρη μιὰ ὁλοκληρωμένη, κλασικὴ μορφὴ τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ. 
 Ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε ἐξαιρετικῶς μελωδικήν, καλλίφωνον φωνὴν καὶ τραγουδοῦσε δημοτικὰ τραγούδια (συχνὰ παίζοντας ἔγχορδον ὄργανον - ταμπουρᾶν ἢ θαμπούραν - κατὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάπαυλας) διασώζεται κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν καὶ τὰς καταγραφὰς τῶν ἀπομνημονευματογράφων καὶ βιογράφων τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ μεταγενεστέρων ἱστορικῶν μελετητῶν ποὺ συγκέντρωσαν τὰς μαρτυρίας τῶν συμπολεμιστῶν του.
 Συγκεκριμένως, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης συνδύαζε μίαν φωνὴν «στεντόρειον» (ἀπαραίτητον διὰ νὰ δίνῃ παραγγέλματα καὶ νὰ καθοδηγῇ τοὺς πολεμιστὰς μέσα εἰς τὴν βοὴν τῆς μάχης) μὲ μίαν ἰδιαιτέρως μελωδικὴν χροιάν, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦσε διὰ νὰ ψυχαγωγῇ καὶ νὰ ἐμψυχώνῃ τὰ παλικάρια του εἰς τὰ λημέρια.
 Ἀντιστοίχως, οἰκεῖος μὲ τὴν μουσικὴν καὶ καλλίφωνος τῆς ἐποχῆς, μὲ πολὺ πλέον ἐκτεταμένην καὶ ῥητὴν ἀναφορὰν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματά του διὰ τὸ τραγούδι, ἦτο καὶ ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, ὁ ὁποῖος ἔχει μείνει εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὴν ἀγάπην του νὰ ἑρμηνεύῃ δημοτικὰ καὶ κλέφτικα τραγούδια εἰς τοὺς συντρόφους του (ὅπως εἰς τὴν γνωστὴν σκηνὴν μὲ τὸν Γκούραν).
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ Μάρκος Βότσαρης διέθετε μίαν ἐξαιρετικῶς μελωδικὴν φωνήν, ἀγαποῦσε τὸ δημοτικὸν τραγούδι καὶ ἔπαιζε θαμπούραν (ἔγχορδον ὄργανον τῆς ἐποχῆς) κατὰ τὰς ἀνάπαυλας τῶν μαχῶν.   
 Ἡ πτυχὴ αὐτὴ τῆς προσωπικότητός του διασώθηκε κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προφορικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς γραπτὰς μαρτυρίας ἀγωνιστῶν καὶ βιογράφων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
 Ἡ καλλιφωνία καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἥρωος διὰ τὴν μουσικὴν ἀναδεικνύουν μίαν πλέον εὐαίσθητον, ἀνθρωπίνην πλευρὰν πίσω ἀπὸ τὴν σκληρὰν εἰκόνα τοῦ πολεμιστοῦ.
 Ἂν καὶ ἡ παράδοσις συχνὰ ἀναφέρει γενικῶς «ἔγχορδα ὄργανα» ἢ λύραν, αἱ περισσότεραι ἱστορικαὶ πηγαὶ τῆς ἐποχῆς διὰ τοὺς κλέφτας καὶ τοὺς ἀρματολοὺς ἀναφέρουν τὸν ταμπουρᾶν (ἢ πανδουρίδα), ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ κατεξοχὴν ὄργανον ποὺ μετέφεραν μαζί των οἱ πολεμισταί.

Theodore LeBlanc (1800-1837), «Οἱ Μουσικοί», 1833. Μουσεῖον Μπενάκη, Ἀθῆναι. Ὁ Γάλλος καλλιτέχνης ἀποτυπώνει ζωντανὰ τὴν εἰκόνα τῶν Ἑλλήνων πολεμιστῶν νὰ ᾄδουν δημοτικὰ ᾄσματα μὲ τὴ συνοδεία θαμπούρας. Ἡ εἰκονιζομένη σκηνὴ μετουσιώνει ἐναργῶς τὴν ἰδέαν τοῦ κιθαρωδοῦ Θησέως καὶ τοῦ φορμιγγαοιδοῦ Ἀχιλλέως στὰ νεώτερα χρόνια, ἀποτελοῦσα τὸ τέλειον ἐκφραστικὸν ἀνάλογον διὰ τὴν καλλιφωνικὴν μορφὴν τοῦ Μάρκου Βότσαρη.

  Στα διαλείμματα τῶν συγκρούσεων ἢ γύρω ἀπὸ τὴν φωτιὰν εἰς τὰ λημέρια, ὡς ἄλλος φορμιγγαοιδὸς Ἀχιλλεύς,[1] ὁ Βότσαρης συνήθιζε νὰ μαζεύῃ τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ νὰ τραγουδῇ κλέφτικα τραγούδια, ἀνυψώνων τὸ ἠθικόν των.
 Ὁ ἀγωνιστὴς καὶ συγγραφεὺς Χριστόφορος Περραιβός, ποὺ γνώρισε καλὰ τοὺς Σουλιώτας, ἐξαίρει εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του τὸ ἦθος, τὴν εὐγένειαν ἀλλὰ καὶ τὰς καλλιτεχνικὰς τάσεις τοῦ Μάρκου.
 Ἐν τούτοις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπωνύμιον τοῦ ἥρωος, ἡ γραφὴ μὲ -Β- (Βότσαρης) εἶναι γλωσσολογικῶς καὶ ἱστορικῶς πλησιεστέρα στὴν αὐθεντικὴν ἑλληνικὴν προφορὰν τῆς ἐποχῆς, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰς συμβάσεις τῆς δυτικῆς/ἐρασμιακῆς μεταγραφῆς.
Ἡ διαφοροποίησις αὐτὴ ὀφείλεται στοὺς ἑξῆς παράγοντας:
 α)Ἡ φύσις τοῦ δίψηφου «μπ»: Στην παραδοσιακὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὸ «μπ» χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸν ἦχον /b/, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν ὡς αὐτόνομον γράμμα στὰ νέα ἑλληνικά (ἀφοῦ τὸ «Β» εἶχε ἤδη ἐξελιχθῆ στὸν ἦχον /v/). Κατά μίαν ἀρβανίτικην ἐκδοχὴν ἐτυμολογήσεως: Τὸ ὄνομα τῆς φάρας τῶν Μποτσαραίων συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν λέξιν «μπότσα» (bocë),[2] ποὺ σημαίνει τὸ μικρὸν ξύλινον βαρέλιον ἢ φλασκί, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑποκοριστικὸν ὄνομα Μπότσιος. Στὴν καθημερινὴν λαλιὰν καὶ προφορὰν τῶν Σουλιωτῶν[3] τὸ ἀρχικὸν σύμφωνον ἀκουγόταν καθαρὰ ὡς B (Bocaris).
 β) Ἡ δυτικὴ / ἐρασμιακὴ ἐπίδρασις: Ὅταν οἱ ξένοι περιηγηταί, διπλωμάται (ὅπως ὁ Πουκεβὶλ) καὶ οἱ φιλέλληνες κατέγραψαν τὸ ὄνομα στὰ λατινικά, τὸ ἔγραψαν ὡς Botzaris ἢ Bozzaris. Ὅταν οἱ γραφιάδες τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους χρειάστηκε νὰ μεταγράψουν τὸ ξενικὸν "B" πίσω στὰ ἑλληνικά, ἐπέλεξαν τὴν λόγιαν σύμβασιν τοῦ «Μπ», καθιερώνοντες τὸ «Μπότσαρης» στὰ ἐπίσημα κρατικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ σχολικὰ βιβλία. Σὲ παλαιότερα κείμενα, τοπικὰς μαρτυρίας καὶ σὲ πολλὰ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου, ἡ φωνητικὴ ἀπόδοσις «Βότσαρης» (ἢ «Μπότζαρης» μὲ βαρεῖαν προφοράν) ἀποτυπώνει μὲ πολὺ μεγαλύτεραν ἀκρίβειαν τὸ πῶς φώναζαν τὸν ἥρωα οἱ σύγχρονοί του στὰ λημέρια τοῦ Σουλίου.
 Ἂς μιλήσωμεν ὅμως καὶ διὰ τὴν εὐρυτέραν καλλιέργειαν τοῦ ἥρωος. Ὁ Μάρκος Βότσαρης δὲν ἦτο ἕνας ἁπλούς, ἀγράμματος ὁπλαρχηγός. Διέθετε ἀξιοσημείωτον πνευματικὴν καλλιέργειαν διὰ τὴν ἐποχήν του. Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ συνέθεσε τὸ περίφημον «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» (1809) διὰ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν προσέγγισιν τῶν δύο λαῶν.
 Ἡ εὐγένεια τῶν τρόπων του καὶ ἡ μελωδικὴ φωνή του εἶχον ἐντυπωσιάσει ἀκόμη καὶ τοὺς ξένους Φιλέλληνας ποὺ τὸν συνάντησαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον.
 Τὸ ὅτι εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὴν Κέρκυραν, τοῦτο προκαλεῖ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, καθὼς θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ διδαχθῆ καὶ τὴν ᾠδικήν, βελτιώνων τὴν καλλιφωνικήν του τέχνην.
  Ὡστόσο, δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικότροπον μουσικὴν παιδείαν τῶν κανταδόρων [παρότι τὰ δημώδη ποιητικὰ κείμενα ἀναφέρουν μίαν ψιλὴν χροιὰν φωνῆς τῶν Ἑλλήνων ἡρώων τοῦ ἐθνικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος καὶ δὴ τοῦ Βότσαρη, ἐν εἴδει καλοφωνικοῦ μπελκάντο], ἀλλὰ παρέμεινε πιστὸς στὰ πάτρια τῆς ἠπειρωτικῆς γῆς καὶ τῆς μονοφωνικῆς ἰδιαιτερότητος τοῦ ὑπαιθρίου παραδοσιακοῦ ᾄσματος.
 Ἡ σκέψις αὐτὴ ἐμφανίζει μίαν βαθεῖαν τοποθέτησιν τῆς πολιτισμικῆς γεωγραφίας τῆς ἐποχῆς. Ὡστόσο, δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἱστορικῶς ὅτι ὁ Μάρκος Βότσαρης διδάχθηκε τὴν δυτικότροπον ᾠδικὴν τῶν κανταδόρων ἢ ὅτι ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸ ἑπτανησιακὸν ὕφος διὰ νὰ τὸ μεταφέρῃ στὸ παραδοσιακὸν δημοτικὸν τραγούδι τῆς Ἠπείρου.
 Ἡ πραγματικότης ὅμως γύρω ἀπὸ τὴν διαμονήν του εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν μουσικήν του ταυτότητα κινεῖται σὲ ἕνα διαφορετικόν, ἀλλὰ ἐξίσου ἐνδιαφέρον πλαίσιο.
 Μετὰ τὴν πτώσιν τοῦ Σουλίου τὸ 1803, ἡ οἰκογένεια τῶν Βοτσαραίων κατέφυγε στὰ ῥωσοκρατούμενα (καὶ ἀργότερα γαλλοκρατούμενα) Ἑπτάνησα. Ὁ Μάρκος ἔζησε εἰς τὴν Κέρκυραν ἀπὸ τὴν ἐφηβείαν του μέχρι περίπου τὸ 1820.
  Εἰς τὴν Κέρκυραν ἦλθε σὲ ἐπαφὴν μὲ τὸν λόγιον Ἰωάννην Βηλαρᾶν καὶ τὸν μετέπειτα Καποδιστριακὸν κύκλον. Ἐκεῖ ἔμαθε νὰ γράφῃ σωστά, μελέτησε ἀρχαίους συγγραφεῖς καὶ συνέθεσε τὸ «Ἑλληνοαλβανικὸν Λεξικόν» ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Γάλλου προξένου Φρανσουὰ Πουκεβίλ.
 Ἂν καὶ τὰ Ἑπτάνησα εἶχον ἤδη ἀναπτύξει μίαν πλουσίαν ἰταλοκρατουμένην μουσικὴν παιδείαν —μὲ ῥίζας εἰς τὴν ναπολιτάνικην καντσονέταν, ἡ ὁποία, ὅπως ἔχομεν ὑποδείξει, ἥλκυε τὰς ῥίζας της εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀθηναϊκὴν μουσικὴν τέχνην (ὅπου ἀργότερα μέλλει νὰ γεννηθῇ ἡ Ἑπτανησιακὴ Σχολὴ καὶ τὸ τοπικόν εἶδος τῆς καντάδας)— οἱ Σουλιῶται εἰς τὴν Κέρκυραν ζοῦν ὡς πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ πρόσφυγες.
 Μάλιστα, φαίνεται νὰ ὑπηρέτησαν στὸν γαλλικὸν στρατόν (εἰς τὸ λεγόμενον «Ἀλβανικὸν Σύνταγμα») καὶ παρέμειναν μία κλειστή, συντηρητικὴ κοινότης προσηλωμένη στὰ δικά της ἔθη καὶ ἔθιμα.
 Συνελόντι εἰπεῖν, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη, παρὰ τὴν οἱανδήποτε ἐπιρροήν, δὲν ἦτο προϊόν δυτικῆς φωνητικῆς ἐκπαιδεύσεως (solfège ἢ bel canto), ἀλλὰ πήγαζε ἀπὸ τὸ ὕφος τοῦ αὐθεντικοῦ ὑπαιθρίου δημοτικοῦ ᾄσματος τῆς Ἠπείρου.
 Οἱ Σουλιῶται εἶχον τὴν δικήν των, μακρὰν παράδοσιν στὰ κλέφτικα τραγούδια. Τὸ τραγούδι των ἦτο μονοφωνικὸν ἢ πολυφωνικὸν (ἀναλόγως μὲ τὴν ἠπειρωτικὴν καταγωγήν των) καὶ χαρακτηρίζετο ἀπὸ ἔντονον συναίσθημα, λαρυγγισμούς (τσακίσματα) καὶ ἐλεύθερον ῥυθμόν, στοιχεῖα ἐντελῶς ἀντίθετα μὲ τὴν δυτικὴν ἁρμονίαν τῆς καντάδας.
 Ἐν κατακλείδι, ὅταν αἱ πηγαὶ ἀναφέρουν ὅτι ὁ Βότσαρης εἶχε «γλυκεῖαν καὶ μελωδικὴν φωνήν», ἐννοοῦν ὅτι ἀπέδιδε τὰ κλέφτικα τραγούδια μὲ μοναδικὴν καθαρότητα καὶ ἐκφραστικότητα, κάτι ποὺ μάγευε τοὺς συμπολεμιστάς του καὶ ἀπάλυνε τὴν σκληρότητα τοῦ πολέμου, ἴδιον τῆς ὁμηρικῆς ἀπωτάτης λιγυροφωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πρόγονος τοῦ καλοφωνικοῦ ᾄσματος, ἤτοι καὶ μπελκάντο, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸν προσδιορισμόν.
 Συνοψίζοντας, ἡ καλλιφωνία τοῦ Μάρκου Βότσαρη δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν, διακοσμητικὴν πτυχὴν τοῦ βίου του, ἀλλὰ τὸν συνεκτικὸν ἱστὸν ποὺ συνέδεε τὴν πολεμικὴν ἀρετὴν μὲ τὴν πνευματικήν του εὐαισθησίαν. 
 Ὁ Σουλιώτης ἥρως, ψάλλοντας τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν στὰ ὀρεινὰ λημέρια τῆς Ἠπείρου ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς θαμπούρας, μετουσίωνε τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα σὲ πρᾶξιν πολιτισμικῆς ἐξαγνίσεως. 
 Ἡ μελωδική του φωνή, ὡς ἀπόηχος τῆς ὁμηρικῆς λιγυροφωνίας, γεφυρώνει τὴν ἀρχαίαν ἐποποιίαν μὲ τὸ νεώτερον δημοτικὸν ᾄσμα.  
 Ἀποδεικνύει, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι ὁ Βότσαρης ὑπῆρξε μία ολοκληρωμένη κλασικὴ μορφή, ὅπου τὸ ξίφος καὶ ἡ Μοῦσα συνυπάρχουν ἁρμονικῶς, καταλείποντας εἰς τὴν συλλογικὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνισμοῦ μίαν αὔραν πνευματικῆς εὐγενείας καὶ ἀθανάτου δόξης.
 Ἡ εἰρωνεία τῆς Ἱστορίας συντελέστηκε τὰ ἑπόμενα ἔτη τοῦ ἰδίου αἰῶνος, ὅταν ὁ Βότσαρης, παραδόξως, συναντᾷ τὸ Μελόδραμα.
 Ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἀσπάστηκε τὴν δυτικὴν μουσικὴν ὅσο ζοῦσε, ὅπως ἤδη προείπαμεν, ἡ μορφή του ἔγινε τελικὰ ἔμπνευσις δι’ αὐτήν!
 Τὸ 1861, ὁ Ζακυνθινὸς συνθέτης Παῦλος Καρρὲρ παρουσίασε τὸν «Μάρκον Βότσαρην», ποὺ θεωρεῖται ἡ πρώτη ὁλοκληρωμένη ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ὄπερα.  Ἐκεῖ, ὁ Σουλιώτης ἥρως ἐτραγούδησε πλέον μὲ τὸ δυτικότροπον ὕφος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ δική μας σκέψις τόσο ὄμορφα ταξίδευσε.

ΧΑΙΡΕΤΕ!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἰλιάδα (ραψ. Ι στιχ. 186-190). Ἐκεῖ, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἀγαμέμνονος συναντοῦν τὸν Ἀχιλλέα στὴ σκηνή του νὰ τέρπεται παίζοντας τὴ «λιγεῖαν φόρμιγγα» (ἔγχορδο ὄργανο τῶν ἀοιδῶν) καὶ νὰ ψάλλει τὰ κλέα τῶν ἀνδρῶν (τὰ ἡρωικὰ κατορθώματα).
[2]Ἡ Λατινική/Βυζαντινὴ Κοινὴ Ρίζα εἶναι ἐνδεικτικὴ στὸ ἐπίθετο Βότσαρης. Ἂν τὸ ὄνομα συνδέεται μὲ τὴ λατινικὴ γλῶσσα τῆς Ρωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς περιόδου, ἡ προφανὴς σύνδεση εἶναι μὲ τὸ ρῆμα voco / vocare (καλῶ, φωνάζω) καὶ τὴ λέξη vox / vocis (φωνή). Δηλαδή, Βόκαρης / Βότσαρης = Ὁ καλλίφωνος, ὁ διαλαλητής, αὐτὸς ποὺ ἔχει δυνατὴ ἢ καθαρὴ φωνὴ (vox). Παράλληλα, ἡ ἑλληνική του ρίζα ἐντοπίζεται στὸ λατινικὸ voco/vox > βοὴ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ξένο πρὸς τὴν ἑλληνική, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνάμα ὁμόρριζο (cognate) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξεως ἔπος (λόγος), τοῦ ρήματος εἶπον (εἶπα) καὶ τῆς ρίζας ϝεπ- (vep-) ἢ ὄψ (φωνή, ὅπως στὸ Καλλιόπη). Ἡ γλωσσολογία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ λατινικὸ v- καὶ τὸ ἑλληνκὸ ἀρχαϊκὸ δίγαμμα (f/v) μοιράζονται τὴν ἴδια πρωτοελληνικὴ ρίζα. Συνεπῶς, ἡ ἔννοια τῆς «φωνῆς» (Βόκαρης) εἶναι ἐτυμολογικῶς ἀδελφὴ μὲ τὴν ἑλληνκὴ ρίζα τοῦ βοῶ καὶ τοῦ ἔπους.
Ἐπιπλέον, ὁ Βυζαντινὸς Παραγωγικὸς Μηχανισμὸς τῆς καταλήξεως (-αρης) ἀνιχνεύεται σὲ ἀρκετὰ ἐπίθετα τοῦ Βυζαντινοῦ παρελθόντος. Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ρίζα μιᾶς λέξεως εἰσήλθη στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὴ λατινική (καθὼς ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἦταν δίγλωσσος), ἡ κατάληξις -αρης εἶναι καθαρὰ ἑλληνικὸς παραγωγικὸς μηχανισμὸς τῆς Μέσης καὶ Νέας Ἑλληνικῆς. Τούτη προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ ἐπίθημα -arius, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀφομοιώθηκε πλήρως στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γὰ νὰ δηλώσῃ ἐπαγγελματίες ἢ ἀνθρώπους μὲ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (π.χ. Βαρκάρης, Καραβοκύρης, Λογαριάτης).
Ἔτσι, τὸ Βόκαρης ἢ Βότσαρης ἀναλύεται ὡς Βοκ- (ρίζα φωνῆς/λόγου) + -αρης (ἑλληνικὴ ἰδιωματικὴ κατάληξις προσώπου), ἀποκτώντας ἀμιγῶς ἑλληνικὴ μορφολογία. Κατ' οὐσίαν τὸ ἐπίθετο τοῦ ἥρωος συνδέεται μὲ τὴν δυνατὴ φωνὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὶς ἡγετικὲς προσταγὲς πρὸς τοὺς πολεμιστὲς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του.
[3]Ὁ Μάρκος Μπότσαρης δὲν ἦταν Ἀρβανίτης ἀλλὰ Ἕλληνας Σουλιώτης, τεράστια διαφορά. Οἱ Σουλιῶτες ἦσαν ἀκραιφνεῖς Ἕλληνες Ἠπειρῶτες, μὲ βαθειὰ ἑλληνική, χριστιανικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδηση, τὴν ὁποία ἀπέδειξαν ἔμπρακτα μὲ τὸ αἷμά τους, πρωτοστατοῦντες στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Ἡ ἑλληνικὴ ταυτότητα τῶν Σουλιωτῶν ὑπῆρξε δεδομένη. Οἱ Σουλιῶτες ἔνιωθαν, πολεμοῦσαν καὶ πέθαιναν ὡς Ἕλληνες (ἢ «Ρωμιοί», ὅπως αὐτοπροσδιορίζονταν τότε καὶ ὅπως τοὺς κατέγραφαν ἀκόμα καὶ οἱ ἐχθροί τους, ὅπως ὁ γιὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, Βελῆ). Ἡ πολιτική, πολιτισμικὴ καὶ ἐθνική τους σύμπλευση μὲ τὸ ὑπόδουλο γένος ἦταν ἀπόλυτη. Ὡς ἀναφορὰ τὸ ζήτημα τῆς διγλωσσίας, ἡ χρῆσις τῆς ἀρβανίτικης (μιᾶς ἑλληνοαλβανικῆς διαλέκτου τῆς ἐποχῆς) ἀπὸ ὁρισμένες σουλιώτικες φάρες, παράλληλα μὲ τὴν ἑλληνική, ἦταν καθαρὰ ἕνα γλωσσικὸ ἰδίωμα ἐπικοινωνίας τῆς γεωγραφικῆς περιοχῆς τῆς Ἠπείρου. Στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση. Ἄλλωστε, τὸ «Ἑλληνο-Ἀλβανικὸν Λεξικόν» ποὺ συνέγραψε ὁ ἴδιος ὁ Μάρκος Μπότσαρης στὴν Κέρκυρα τὸ 1809 εἶχε ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπό: νὰ βοηθήσῃ στὴ συνεννόηση καὶ τὴ μύηση τῶν ἀλβανοφώνων πληθυσμῶν στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ τὸν ἐπικείμενο Ἀγῶνα. Ἡ προσπάθεια ὁρισμένων σύγχρονων ξένων ἱστοριογραφιῶν νὰ χαρακτηρίσουν τοὺς Σουλιῶτες ὡς «Ἀρβανίτες» μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ξένης ἐθνότητος, παραγνωρίζει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Σουλιῶτες δὲν εἶχαν καμία ἐθνικὴ ἢ πολιτικὴ συγγένεια μὲ τοὺς μουσουλμάνους Τουρκαλβανούς. Ἀντίθετα, ἀποτελοῦσαν μsound ἰδιότυπη, αὐτόνομη ἑλληνικὴ πολεμικὴ κοινότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἀπομνημονεύματα Πολεμικά, διαφόρων μαχῶν συγκροτηθεισῶν μεταξύ Ἑλλήνων καί Ὀθωμανῶν κατά τε τό Σούλιον καί Ἀνατολικήν Ἑλλάδα ἀπό τοῦ 1820 μέχρι τοῦ 1829 ἔτους, Ἐν Ἀθήναις, Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρέου Κορομηλᾶ, 1836.
•Περραιβός, Χριστόφορος. Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας, περιέχουσα τὴν χρονολογίαν καὶ τοὺς ἡρωικοὺς αὐτῶν πολέμους, Ἐν Βενετίᾳ, Παρὰ Νικολάῳ Γλυκεῖ τῷ ἐξ Ἰωαννίνων, 1815.
• Pouqueville, François. Voyage dans la Grèce, Paris, Firmin Didot, 1820-1821 (περιλαμβάνει πολύτιμα στοιχεία διά τὴν διαμονὴν τῶν Βοτσαραίων εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν σχέσιν τοῦ Μάρκου μὲ τὸν Γάλλον πρόξενον).
•Βότσαρης, Μάρκος. Λεξικόν τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Ἀρβανητηκῆς Ἁπλῆς (Χειρόγραφον Κώδικος τοῦ 1809, Supplement Grec 251, Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων).
•Γιοχάλας, Τῖτος Π. Ἑλληνο-Αλβανικόν Λεξικόν τοῦ Μάρκου Μπότσαρη (Φιλολογικὴ ἔκδοσις ἐκ τοῦ αὐτογράφου), Ἀθῆναι, Ἀκαδημία Ἀθηνών, 1980.
•Μακρυγιάννης, Ἰωάννης. Ἀπομνημονεύματα, (ἔκδ. Γιάννη Βλαχογιάννη), Ἀθῆναι, 1907 (διὰ τὴν συγκριτικὴν μελέτην τῆς καλλιφωνίας καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τὸ δημοτικὸν ᾄσμα).
•Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς
•Ὁμήρου Ἰλιάς, (ραψ. Ι στιχ. 186-190)


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: Ο ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΥΜΝΩΔΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

  Ἐτησίως, τὴν 4ην Ὀκτωβρίου, ἑορτάζουμε ἕναν φωστῆρα τῆς ἑλληνορθόδοξης πίστεως, τὸν Ἅγιο Ἰερόθεο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος, ὢν πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἔζησε κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, τοὺς πρώτους δηλαδὴ χρόνους τῆς Ἐκκλησίας.
  Ὁ Ἰερόθεος καταγράφεται ὡς καλλίφωνος ὑμνωδὸς καὶ μελωδός, ἐκ τῶν πρωιμότερων, προικισμένος μὲ πολλὰ χαρίσματα πνευματικῆς παρακαταθήκης, τὰ ὁποῖα, μερικῶς, διέσωσε ὁ θεῖος αὐτοῦ καὶ ἐξ αἵματος συγγενής, ὁ ἐπίσης ἐπιφανὴς ἀνδρας τῆς πόλεως τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, Διονύσιος. 
  Ἡ ἰδιότητά του αὐτὴ δὲν ἦταν τυχαία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε τὸν ὥριμο καρπὸ τῆς κλασικῆς ἀθηναϊκῆς μουσικῆς παιδείας, τῆς λυρωδικῆς καὶ κιθαρωδικῆς τέχνης, τὴν ὁποία εἶχε λάβει κατὰ τὸν πρότερο βίο του.
 Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ ἰδιαίτερο ἠχόχρωμα καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς του, καθὼς γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἡ ἔννοια τῆς λέξεως "καλλίφωνος" συνεπαγόταν ἕνα ἀνώτατο ἐπίπεδο ἐπαγγελματικῆς φώνησης. 
 Ἡ φωνή του διακρινόταν γιὰ τὴν ὀξύφωνη καὶ σύντονη τονικότητά της, ἕναν συνδυασμὸ ὑψηλῆς συχνότητος καὶ ἀπόλυτης ἀκουστικῆς εὐθυγραμμίσεως, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν προκαλοῦσε ἔνταση, ἀλλὰ συνδυαζόταν ἁρμονικὰ μὲ ἕναν θεόληπτο ἡσυχασμό.
 Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ μουσικὴ δὲν ἦταν ἁπλὴ διασκέδαση, ἀλλὰ ὕψιστο μέσο παιδαγωγίας, ἐναρμόνισης τῆς ψυχῆς καὶ προσέγγισης τοῦ θείου.
 Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὑψηλὴ μουσικὴ κατάρτιση καὶ τὴν αἰσθητικὴ τελειότητα, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος τὴ μετακένωσε καὶ τὴ μετεβίβασε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς ἐπιτάφιες ὑμνωδίες ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε[1].   Ἡ κορυφαία στιγμὴ αὐτῆς τῆς θεοπνεύστου δημιουργίας ἐκδηλώθηκε κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στὴ Γεσθημανή. Ἐκεῖ, παριστάμενος μαζί με τὸν ἀνεψιό του, Ἅγιο Διονύσιο, καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ Ἱερόθεος ἐξέστη καὶ βγήκε ἐκτὸς ἑαυτοῦ ἀπὸ θεῖο ἔρωτα.
Ὑμνώδησε τὴν Παναγία Μητέρα μὲ τέτοιο πνευματικὸ βάθος, ὥστε, ὅπως διασώζει ὁ Διονύσιος, ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι τὸν ἄκουγαν ἐμβρόντητοι νὰ γίνεται ὁ ἴδιος «θεόληπτος ὑμνωδός», μετατρέποντας τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσικὴ παιδεία σὲ ἕναν αἰώνιο, οὐράνιο χριστιανικὸ θρῆνο καὶ δοξολογία.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Α' ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

 Στὸν πρότερο βίο του, ὑπῆρξε μύστης καὶ ἱερεὺς τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, ὅπως παραλλήλως καὶ Πλατωνικὸς φιλόσοφος.   Παραταῦτα, ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐνδυθεῖ τὸν χριστιανικὸ χιτῶνα τῆς πίστεως ἐλήφθη ἀβίαστα, ὑπὸ τὴν κρίση τῆς βιωματικῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν φιλοσοφικῶν διδαγμάτων τόσο τοῦ Πλάτωνος ὅσο καὶ ἑτέρων Ἑλλήνων φιλοσόφων.
 Ἄμεσα κρίθηκε ἄξιος ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ ἀδελφότητα, ὥστε νὰ κατασταθεῖ πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τὰ ἔτη 50 μὲ 55 μ.Χ. Οἱ περιγραφὲς τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφάνισης τοῦ Ἁγίου σπανίζουν στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία.
 Ἐν τούτοις, συγκλονιστικὴ εἶναι ἡ μεταγενέστερη μαρτυρία ἀνθρώπων τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, μιὰ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου διέσωσε τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴν μανία τῶν Ναζὶ Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοὶ τὸ εἶχαν κυκλώσει.
  Ἡ ζωντανὴ αὐτὴ μαρτυρία περιγράφει τὸν Ἅγιο ὡς ἀνάστημα ὑψηλόν, λεπτὸν στὸ σῶμα, μὲ κάτασπρα μαλλιά, μακριὰ λευκὰ γένια καὶ ἕνα βαθύτατα γαλήνιο πρόσωπο, ἀποτυπώνοντας ἔτσι τὴν αἰώνια πνευματική του παρουσία καὶ προστασία. 
 Ἑορτὴ λοιπὸν σήμερον τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν κατὰ τὸν 1ον αἰώνα μ.Χ.
 Εὐελπιστῶ ὅτι δὲν σᾶς κουράζω, φίλτατοι ἀναγνῶστες, μὲ τὶς διαρκεῖς ὑπενθυμίσεις, καθὼς τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζω ἔχουν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τόσο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου τους, ὅσο καὶ μετὰ τὴ μετάβασή τους εἰς τοὺς οὐρανούς.
 Ὁ Ἅγιοs Ἱερόθεος, ὅπως ἀναδεικνύουν τὰ χρονικά, ἦταν γόνος εὐγενικῆς οἰκογενείας τῶν Ἀθηνῶν. Σπούδασε φιλοσοφία —ὅπως ἐξάλλου τονίζει καὶ τὸ Ἀπολυτίκιό του, ὡς «ἱεροφαντῶν τὰ ἀπόρρητα»— καὶ ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς προπάτωρ τῆς σχολῆς τῶν χριστιανῶν φιλοσόφων τῆς πόλεως, ὅπως τοῦ μετέπειτα Ἁγίου Ἀριστείδους τοῦ Φιλοσόφου.
  Ὡς Πλατωνιστής, μυήθηκε στὰ μεγάλα Ἐλευσινία Μυστήρια καὶ ἀπέκτησε γνώσεις γιὰ τὰ θεῖα μυστήρια τῆς ἐποχῆς του, τὰ ὁποῖα εἶχαν τὶς ρίζες τους στὸν ἐνοθεϊσμό.   Στὸν ἐνοθεϊστικὸ αὐτὸν πυρήνα ἐμπεριείχετο ἡ ἔννοια τοῦ «Ὄντως Ὄντος», ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὶς βαθιὲς πρωτοελληνικὲς θεολογικὲς ὀνοματοθεσίες· ὀνοματοθεσίες τὶς ὁποῖες, κατὰ παρόμοιο τρόπο, υἱοθέτησαν καὶ ἄλλοι ὅμοροι λαοί, ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Σουμέριοι.
 Δεδομένης αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας, δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ σύγχρονο ἱερατεῖο μας νὰ διακηρύττει ἀπροϋπόθετα ὅτι ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Διονύσιος ὑπῆρξαν εἰδωλολάτρες. Δὲν ἦταν εἰδωλολάτρες, διότι εἰδωλολάτρης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προσκυνᾶ εἴδωλα, κοινῶς ὁ πιστεύων στὴ θεωρία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἐπὶ τὸ πλεῖστον λάτρης τῶν κοσμοειδώλων. Ἐκεῖνοι, ἀντιθέτως, ἦσαν ἀναζητητὲς τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ.
 Ἐν ὀλίγοις, οἱ δύο αὐτοὶ Ἀθηναῖοι ἄνδρες, ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηνῶν, πρὸ τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπῆρξαν ἀναζητητὲς τῆς "οὐράνιας ἀλήθειας", ἡ ὁποία δὲν εἶχε ἀκόμη φανερωθεῖ καὶ ἐνσαρκωθεῖ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον.
 Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ φιλόσοφοι καὶ ἐπιστήμονες μὲ βαθύτατες γνώσεις, πίστεψαν παραυτίκα στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου.   Ὀξύμωρον θὰ ἔλεγε κανείς...ὡστόσο, εἶναι προφανές ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀτόμων τῆς λαϊκῆς μάζας, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἄγνοια παρασύρονται στὰ ξενόφερτα θρησκευτικὰ ρεύματα τῆς ἑκάστοτε περιόδου. Ἄρα, εἶδαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀλήθεια τόσο διὰ φωτίσεως ὅσο καὶ διὰ τῆς ἐπιστημοσύνης τους. Τὸ δεύτερο ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ θεολογικὰ συγγράμματα ποὺ παρέθεσε, πρωτίστως, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν σώζονται ἢ κάπου κρύπτονται... 
 Αὐτὰ θὰ ἠδύναντο νὰ λύσουν πολλὲς ἀπορίες τῶν σύγχρονων μελετητῶν καὶ δὴ τῶν Θεολόγων. Ἐκτὸς αὐτοῦ, οἱ ἐμφανίσεις τῶν Ἁγίων καὶ μετὰ θάνατον εἰς τὸν ὑλικὸ κόσμο, διὰ τὴν βοήθεια τῆς ἀδελφότητος τῶν χριστιανῶν, ἀναδεικνύουν τὴν μέγιστη ὠφέλεια ποὺ ἀποκομίζουμε ἀπὸ τὴν ἀμέριστη γενναιοδωρία τους!
 Ἐν κατακλεῖδι, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου παραμένει ἕνα ἀνεξερεύνητο βάθρον, ἐπάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ πνευματικὴ βάσις τοῦ δόγματος τῆς Ἀληθινῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. 
 Ἡ θεόληπτος καλλιφωνία καὶ μουσουργία τῶν πρώτων ἐκείνων ὕμνων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος συνέθεσε, δυστυχῶς ὅμως δὲν διεσώθησαν αὐτούσιοι στὴν πρωτογενῆ τους καταγραφή. 
 Πόση, ἀλήθεια, πνευματικὴ ἀγαλλίαση θὰ προσέφερε στοὺς σύγχρονους μελετητὰς ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν τῶν πρωτοχριστιανικῶν μελῶν! 
 Ὡστόσο, βάσει τῆς ἐσωτερικῆς παραδόσεως τῆς ψαλτικῆς τέχνης, εἶναι βάσιμος ἡ ἐκτίμησις ὅτι τὰ ἀρχέγονα ἐκεῖνα μουσικὰ μέλη θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιβιώνουν, ἐνσπαρμένα μὲ τὴ μορφὴ ἀπηχημάτων, στοὺς βαθυτάτους θρήνους καὶ τὰ τροπάρια τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς τὸ πρωί, ἐκεῖ ὅπου τὸ ἐκκλησιαστικὸ μέλος ἀγγίζει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου καὶ τῆς θείας ἐκστάσεως.
 Ὁ πρῶτος Ἱεράρχης τῶν Ἀθηνῶν δὲν ὑπῆρξε μόνον ἕνας μύστης τοῦ θείου κάλλους, ἀλλὰ καὶ μία προσωπικότης ὑψηλῆς διανοήσεως καὶ ἀπαραμίλλου ἐπιστημοσύνης, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ γεφυρώσει τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. 
  Ἡ πνευματική του καθαρότης ἦταν τέτοια, ὥστε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου του, ἀξιώθηκε συχνῶν συναντήσεων μὲ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦντο μὲ θαυματουργικόν τρόπον. 
 Ὁ Ἅγιος μεταφερόταν ὑπερφυῶς, ἐπὶ νεφελῶν, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, γινόμενος κοινωνὸς τῆς χάριτος τῆς Παναγίας πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἔνδοξη Κοίμησή Της.
  Ἡ ἐν γένει προσφορά του δὲν περιορίζεται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐποχῆς του· ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ἔθεσε τὶς ἀδιάσειστες φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς βάσεις, ὥστε ἡ χριστιανικὴ πίστις νὰ μὴν θεωρηθεῖ μία ἁπλὴ λαϊκὴ δοξασία, ἀλλὰ ἡ πλήρωσις τῆς πανανθρώπινης ἀναζητήσεως γιὰ τὴν Ἀλήθεια, τὸ Φῶς καὶ τὴν Αἰώνιο Ζωή. 
  Ἡ Τιμία αὐτοῦ Κάρα, ἀδιάψευστος μάρτυς δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορίας, συνεχίζει νὰ εὐωδιάζει, ὑπενθυμίζουσα εἰς τοὺς φιλτάτους ἀναγνώστας ὅτι ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἐπιστήμη ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.
Ἀπόμνημα εὐλαβείας ἀπὸ τὸ καλοκαιρινό μου ταξίδι στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ, εὐώδους καὶ ἀδιαλώβητης στοὺς αἰῶνες Θείας Κάρας του, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ 2.000 ἔτη ἱστορίας.

Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Ἱεροθέου
 Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου ἠλίευσαι, ταὶς θεηγόροις πλοκαίς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῶ, σοφὲ Ἰερόθεε, σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοὺς ὑποφήτης, δι' ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:  

[1]Ἡ ἐπαγγελματικὴ αὐτὴ φώνησις τῆς ἀθηναϊκῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μετεκένωσε στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσουργία, διέγραψε μίαν ἀόρατον ἀλλὰ σαφῆ ἱστορικὴν πορείαν πρὸς τὴ Δύση, ἀποτελοῦσα τὸν μακρινὸν ἀλλά γνήσιον πρόγονον τοῦ μεταγενεστέρου Bel Canto (καλλιφωνίας) τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς. Βάσει τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς προσφορᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος θὰ ἠδύνατο δικαίως νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ πρῶτος μουσουργὸς ὅστις ἔθεσε τοὺς καλλιφωνικοὺς κανόνας στὸ χριστιανικὸ μέλος, γενόμενος ἀκουσίως νομοθέτης τῆς χριστιανικῆς καλλιφωνίας. Ὁ συνδετικός κρίκος αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ἐντοπίζεται στὴ μεταμόρφωση τῆς θείας ἐρωτικῆς ὑμνωδίας —αὐτοῦ τοῦ ἐκστατικοῦ "θείου ἔρωτος" ποὺ βίωσε ὁ Ἅγιος στὴ Γεσθημανή— σὲ κοσμικὴν πλέον ἔκφραση. Κατά τὴν περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως, οἱ Ἕλληνες λόγιοι καὶ μουσικοὶ μετέφεραν στὴν Ἰταλία τὴν παράδοση τῆς σύντονης καὶ καθαρᾶς φωνήσεως, ἡ ὁποία ἐκεῖ συναντήθηκε μὲ τὸ ᾆσμα τῆς καντάδας καὶ τῆς σερενάτας (serenata). Ἡ καντάδα, ὡς ἐξέλιξις τοῦ ὑπαιθρίου λυρικοῦ ἐρωτικοῦ θρήνου, δανείστηκε ἀσυνειδήτως τὴν τονικότητα, τὸ πάθος καὶ τὴν ἀκουστικὴ εὐθυγράμμιση τῆς ἀρχέγονης ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας, μετατρέποντας τὸν ἔρωτα πρὸς τὸ Θεῖον σὲ ἔρωτα πρὸς τὸ κάλλος τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Ἔτσι, τὸ ἰταλικὸ Bel Canto γεννήθηκε ὡς ἀπότοκος αὐτῆς τῆς ἐπιμειξίας: ἀφ' ἑνὸς τῆς τεχνικῆς τῆς ὀξυφώνου τονικότητος ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ λυρωδικὴ παιδεία, καὶ ἀφ' ἑτέρου τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τοῦ θεολήπτου ἡσυχασμοῦ, ὁ ὁποῖος στὴ Δύση μεταφράστηκε ὡς τὸ περίφημο legato (ἡ ἀδιάκοπος ῥοὴ τῆς φωνῆς) καὶ ἡ ἀπόλυτος κυριαρχία ἐπὶ τῆς ἀναπνοῆς. Οἱ ἐπιτάφιοι θρῆνοι τοῦ 1ου αἰῶνος, ποὺ δόνησαν τὴν Γεσθημανὴ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἱεροθέου, ἀντηχοῦν αἰῶνας μετά, μετασχηματισμένοι, στὶς πιὸ ὑψηλὲς καὶ κατανυκτικὲς στιγμὲς τῆς δυτικῆς ὄπερας, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἡ ἀληθὴς τέχνη τῆς φωνῆς ἔχει πάντοτε κοινὴν τὴν οὐράνιον ἀπαρχήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Ψευδο-Διονύσιος), Περὶ Θείων Ὀνομάτων (De Divinis Nominibus). [Ιδιαίτερα το Κεφάλαιο 3, όπου εξαίρεται ο Άγιος Ιερόθεος ως «θεόληπτος υμνωδός» και περιγράφεται η έκστασή του κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου].
• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Περὶ Μυστηριακῆς Θεολογίας (De Mystica Theologia).
• Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὰ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου συγγράμματα (Scholia in corpus Dionysiacum), Patrologia Graeca (PG), τόμος 4.
• Μιχαὴλ ὁ Σύγγελος, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην (εκτενείς αναφορές στον Άγιο Ιερόθεο ως συγγενή και διδάσκαλό του), PG 4.
• Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (4η Ὀκτωβρίου - Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν).
• Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἱεροθέου (2008). Ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ὁ Ἀρεοπαγίτης: Ὁ Βίος, τὰ Θαύματα καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Μεγάρων. Μέγαρα: Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
• Μουρτζοῦκος, Χ. (2015). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Βοιωτίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς (1941-1944): Ἀνθρωπιστικὴ προσφορὰ καὶ ἐθνικὴ ἀντίσταση. Ἀθήνα: Ἐπτάλοφος.
• Χατζηφώτης, Ἰ. Μ. (1984). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ προσφορά τους στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἱστορία. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Κάρλος
• Παπαδόπουλος, Στ. (1990). Πατρολογία, Τόμος Α': Εἰσαγωγή, Α' καὶ Β' αἰώνας. Ἀθήνα: Ἰδιωτικὴ Ἔκδοση.
• Στεφανίδης, Β. (1995). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι σήμερον. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Παπαδημητρίου.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Wilton 65.
• Rorem, P. (1993). Pseudo-Dionysius: A Commentary on the Texts and an Introduction to Their Influence. Oxford: Oxford University Press.
• Suchla, B. R. (2008). Dionysius Areopagita: Leben - Werk - Wirkung. Freiburg: Herder.



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: ΕΛΑΣΣΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

 Σήμερον ἑορτάζει ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἑλλήνων, ἡ Ἀθήνα, μετὰ τοῦ Πολιούχου αὐτῆς Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπικράτεια φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. 
 Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ ἥρωος Κανθάρου [διὰ τοῦτο καὶ Λιμὴν Κανθάρου].
 Ἕν ὀλίγοις ἕνας Ἅγιος φωστήρας τῶν Ἀθηνῶν ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος Διονύσιος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου ποὺ ἑορτάζει τὴν ἐπαύριον, ἑορτάζει τὴ σήμερον.
 Ὁ Ἅγιος Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρξε γόνος μιᾶς εὐγενοῦς, ἀρχοντικῆς καὶ αὐτόχθονος οἰκογένειας τῶν Ἀθηνῶν, γεγονὸς ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ λάβει τὴν ὕψιστη μόρφωση τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ ἀνέλθει στὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστῆ τοῦ Ἀρείου Πάγου. 
 Ἡ βαθιά του ἐξοικείωση μὲ τὸν Πλατωνισμὸ καὶ τὴν κλασικὴ φιλοσοφία ἀποτέλεσε τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο, πάνω στὸ ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἡ μετέπειτα ὑψηλὴ θεολογική του σκέψη.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὁ Ἅγιος Διονύσιος συνδεόταν μὲ στενὴ συγγένεια μὲ τὸν Ἅγιο Ἱερόθεο, τὸν πρῶτο Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἦταν θεῖος του. 
 Ὁ Ἱερόθεος, ὡς θεῖος καὶ πνευματικὸς καθοδηγητής, στήριξε τὸν ἀνηψιό του Διονύσιο στὰ πρῶτα του βήματα στὴ χριστιανικὴ πίστη, σφυρηλατώντας μιὰ μοναδικὴ σχέση μαθητείας καὶ πνευματικοῦ δεσμοῦ. 
 Ἱερόθεος καὶ Διονύσιος, ἄξιοι συνεχιστὲς τῶν Ἀθηναίων κλασικῶν φιλοσόφων, κατάφεραν νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια, αὐτὴν ποὺ ἀναζητοῦσαν ἀρειμανίως οἱ προγόνοι τους... κι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός...τὰ ὑπόλοιπα θεμιτὰ ἀλλὰ ὑποδεέστερα.

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

  Ἡ Ἁγία Γραφή, στὸ κεφάλαιο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἐξιστορεῖ τὴν ἔλευση τοῦ Παύλου στὴν Ἀθήνα, ὅπου κηρύττοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὁ πρῶτος ποὺ πίστεψε δημοσίως ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα ἄρχοντες ἀρεοπαγίτες μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος. Μαζί του, στὸ ἱστορικὸ ἐκεῖνο κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, βρισκόταν καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ἀτθίδα Ἁγία Δάμαρις.
 Ἡ Δάμαρις, γυναίκα εὐγενικῆς καταγωγῆς μὲ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα, συμπορεύθηκε ἀμέσως μὲ τὸν σύζυγό της καὶ κατέστη ἡ πρώτη Ἀθηναία ποὺ πίστεψε δημοσίως στὸν Χριστό, ἀποτελώντας τὴν πρώτη γυναικεία πνευματικὴ κοιτίδα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.  
  Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Δάμαρις τιμᾶται ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν σύζυγό της Ἅγιο Διονύσιο τὴν 3η Ὀκτωβρίου. Τὸ ὄνομα φέρεται νὰ προέρχεται ἀπὸ ἑλληνικὴ ρίζα, ὅπως Δάμαρ = σύζυγος [ἐπεξήγηση τοῦ ἐτυμολογικοῦ λεξικοῦ Magnum], Δάμαλις = ἀγελάδα, σύμβολο τοῦ Διονύσου [ὁ Κίρχνερ στὴν Ἀττικὴ Προσωπογραφία καταγράφει τὸ ὄνομα μιᾶς Ἀθηναίας τοῦ 4ου αἰώνα π.Χ. μὲ τὸ ὄνομα Δάμαλις > ρωτακισμὸς τοῦ λάμδα: Δάμαρις] καὶ Δῆμος + ἄριστος = ἀρίστη ἐν δήμῳ.
 Ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ περισσότερο ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ἦταν οἱ εὐφυΐες τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Ὑπῆρξαν πολυπράγμονες καὶ πανεπιστήμονες κι ὅμως πίστεψαν στὸν Χριστό.
  Ἡ πνευματικὴ ἐπικράτεια καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ Ἀθηναίου ἥρωος Κανθάρου, διὰ τοῦτο καὶ ὁ κεντρικὸς λιμένας ὀνομαζόταν Λιμὴν Κανθάρου. 
 Πρόκειται γὰ τὸν ἱστορικὸ Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἀρχαιότερο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς πόλης.
 Κατὰ τὴ μελέτη τοῦ Κωνσταντίνου Κοντογόνου, καθηγητῆ τῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ὄθωνος καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ριζάρειο Σχολή, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ταξίδεψε, ἔπειτα, στὴ Γαλλία γιὰ τὴ διάδοση τῆς πίστεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Βίοι τῶν Ἁγίων, ἐν ἔτει 1851).
 Ἐκεῖ, μαζί μὲ τοὺς Ἀθηναίους συναθλητές τῆς πίστεως Ἐλευθέριο καὶ Ρούστικο, λαμβάνει τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἔπειτα ἀπὸ τὸν διατεταγμένο ἀποκεφαλισμό του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους...
  Σήμερα, στὴν περιοχὴ αὐτὴ τοῦ Παρισιοῦ, πρὸς τιμὴν τοῦ μαρτυρήσαντος ἁγίου, ὑπάρχει τὸ προάστιο μὲ τὴν ὀνομασία Σαὶντ Ντενί (Saint-Denis), ὅπου καὶ ὁ καθεδρικὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐξ Ἀθηνῶν. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ ἐν λόγω προαστίου ὀνομάζονται τιμητικῶς Dionysiens...
  Κάτωθι, οἱ εἰκόνες ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά... ἐπίσης ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ καὶ τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι.
  Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν...μετὰ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου Παναγίας Ἀθηνιώτισσας, τῆς ἀπ' αἰῶνος προστάτιδας τῆς πόλης.

 Χρόνια πολλά!!










Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου [1936–1939] καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά.
Ὁ καλλιτέχνης συνδύασε μὲ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ τόλμη τὴν κύρια σκηνὴ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν Γολγοθᾶ μὲ τὸ θεολογικὸ γεγονὸς τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ τοπικὴ προσαρμογή της (contextualization): ὁλόκληρο τὸ θεολογικὸ αὐτὸ δράμα ἐξελίσσεται κάτω ἀπὸ τὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιλογή, ὁ Βασιλείου συνέδεσε ὁπτικὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μὲ τὸ οἰκουμενικὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐντάσσοντας τὴν ἴδια τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν μέσα στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]


Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ 
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]
Ὁ καθεδρικὸς ναὸς Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι. 

Ἀπολυτίκιον (Ἦχος γ΄) 
(ποίημα Αποστόλου Βαλληνδρά):
«Χαίρει ἔχουσα Ἀθηνῶν πόλις ἀντιλήπτορα καὶ πολιοῦχον τὸν πρωτεπίσκοπον αὐτῆς Διονύσιον, Ἀρχιερέων λαμπρὸν ἐγκαλλώπισμα καὶ τῶν μαρτύρων σεμνὸν ἐπικόσμημα. Ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε τηρεῖν ἡμᾶς καὶ πόλιν σου ἀπείραστον.»

Μεγαλυνάριον (Ἦχος πλ. δ΄)
Το κλασικό μεγαλυνάριο του Αγίου που ψάλλεται κατά την Παράκληση ή τον Όρθρο:
«Τὸν τῆς Ἀθηναίων πόλεως κλέος σεπτόν, καὶ τῆς οἰκουμένης τὸν μεγάλο φωταγωγόν, τὸν ἐν ἀρεοπάγω πιστεύσαντα τῷ Παύλω, Διονύσιο τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοντογόνος, Κ. (1851). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος μέχρι τῶν καθ' ἡμᾶς χρόνων (Τόμος Α΄). Ἐν Ἀθήναις: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως. (Η πηγή για το ταξίδι και το μαρτύριο στη Γαλλία).
• Μπαλάνος, Δ. Σ. (1930). Πατρολογία: Οἱ πατέρες καὶ συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Παπαδόπουλος, Χ. Α. (1935). Ἡ Ἐκκλησία Ἀθηνῶν. Ἐν Ἀθήναις: Φοῖνιξ. (Ιστορία της τοπικής Εκκλησίας και των πρώτων Επισκόπων, Ιεροθέου και Διονυσίου).
• Φιλιππίδης, Λ. Ἰ. (1954). Ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀθῆναι.
• Migne, J.-P. (1857–1866). Patrologia Graeca (PG), Τόμοι 3 & 4: Dionysius Areopagita. Paris. (Περιλαμβάνει το πρωτότυπο κείμενο των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων: Περὶ θείων ὀνομάτων, Περὶ τῆς οὐρανίας ἱεραρχίας, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, Περὶ μυστικῆς θεολογίας).
• Τατάκης, Β. Ν. (1977). Ἡ Βυζαντινὴ Φιλοσοφία. Ἀθήνα: Ἑταιρεία Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καὶ Γενικῆς Παιδείας.
• Τσέλλερ, Ἐ. - Μπαλάνος, Δ. (1920). Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Dodds, E. R. (1963). The Greeks and the Irrational. Berkeley: University of California Press.
• Gersh, S. (1978). From Iamblichus to Eriugena: An Investigation of the Prehistory and Evolution of the Pseudo-Dionysian Tradition. Leiden: E. J. Brill.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Geoffrey Chapman. (Εξαιρετική ανάλυση για τη σχέση του Αγίου με τη φιλοσοφική σκέψη της ύστερης αρχαιότητας).  
•Καμπούρογλου, Δ. Γ. (1922). Ἱστορία τῶν Ἀθηναίων (Τόμοι Α΄-Γ΄). Ἀθῆναι: Ἐκδοτικὸς Οἶκος Γ. Βασιλείου. (Αναφορές για την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα και τις παλιές παραδόσεις της πόλης).
• Μαλτέζος, Γ. (1933). Μνημεῖα τῶν Ἀθηνῶν: Ἱστορικὴ καὶ ἀρχαιολογικὴ περιγραφή. Ἀθῆναι.
• Ἀγγελόπουλος, Ἠ. Ἰ. (1898). Περὶ Πειραιῶς καὶ τῶν λιμένων αὐτοῦ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Ἐν Ἀθήναις: Ἐκ τῶν καταστημάτων «Παλιγγενεσίας».
• Συλλογικό Ἔργο. (2002). Σπῦρος Βασιλείου: Ὁ ἁγιογράφος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Κολωνακίου. Ἀθήνα: Ἔκδοση Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Διονυσίου.
• Crosby, S. M. (1987). The Royal Abbey of Saint-Denis. New Haven: Yale University Press. (Η ιστορία του Καθεδρικού Ναού στο Παρίσι και η σύνδεση της λατρείας του Denis με τον Διονύσιο τον Αθηναίο).
• Harnack, A. von (1924). The Mission and Expansion of Christianity in the First Three Centuries. London: Williams and Norgate. (Αναφορές για τη μεταστροφή των ευγενών Αθηναίων, όπως του Διονυσίου και της Δαμάριδος).
 • Γαϊσφόρδος, Θ. / Gaisford, T. (1848). Etymologicon Magnum seu verius lexicon saepissime vocabulorum origines indagans. Oxonii: Academicus Typographus. (Ἡ βασικὴ πηγὴ γιὰ τὴ λέξη «δάμαρ = σύζυγος» καὶ τὴν ἀνάλυση τῶν ὁμορρίζων παραγώγων).
• Κίρχνερ, Ἰ. / Kirchner, J. (1901–1903). Prosopographia Attica (Τόμοι 1-2). Berolini: Typis et impensis G. Reimeri. (Τὸ μνημειῶδες ἔργο ὅπου καταγράφονται τὰ ἀττικὰ ὀνόματα τῆς κλασικῆς περιόδου, περιλαμβανομένης τῆς ἐξέλιξης τῆς ρίζας «Δάμαλις > Δάμαρις» μέσω τοῦ φαινομένου τοῦ ρωτακισμοῦ).