Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ_ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΩΤΙΑ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Σήμερον, τὴν 13ην Σεπτεμβρίου, τελεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδου τοῦ Ἀθηναίου, τοῦ καὶ φιλοσόφου ὀνομαζομένου, τοῦ ἀσκήσαντος ἐν Λυκαβηττῷ.
 Θεωρεῖται ἀπολογητής, ἰσαπόστολος καὶ ὁσιομάρτυς· καὶ ὅμως, σχεδὸν κανεὶς δὲν τὸν ξέρει...
 Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ γοητευτικές, ἂν καὶ λιγότερο προβεβλημένες, προσωπικότητες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. 
Τὸ ἔργο του γεφυρώνει μὲ μοναδικὸ τρόπο τὸν κλασικὸ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμὸ μὲ τὴ χριστιανικὴ θεολογία.

Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἢ ὁ Φιλόσοφος

 Εἰς τὴν ἄνωθεν εἰκόνα, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Γαργαρέττας, στὸ Κουκάκι, ἀποτυπώνεται μὲ ὑποδειγματικὸ τρόπο ἡ διπλὴ ἰδιότητα τοῦ Ἀθηναίου λογίου. 
 Ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται ὡς «ὁ φιλόσοφος», φέροντας τὸν χαρακτηριστικὸ χιτώνα τῶν λογίων τῆς ἐποχῆς του, ἐνῶ στὸ δεξί του χέρι κρατεῖ ἕναν λιτὸ ξύλινο σταυρό, τὸ κατεξοχὴν σύμβολο τῆς μαρτυρικῆς του ὁμολογίας.
 Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ ἀνοιχτὸ εἰλητάριο (πάπυρος) ποὺ κρατεῖ στὸ ἀριστερό του χέρι. 
 Σὲ αὐτὸ ἀναγράφεται ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ περίφημο ἀπολογητικό του ἔργο: «Ὁ Πατὴρ γόνος, καὶ ὁ Γόνος, Πατὴρ ἀσάρκως, σαρκικῶς τέ, γόνος Θεὸς ὑπάρχων»
 Πρόκειται γιὰ μία πρώιμη, πυκνὴ θεολογικὴ διατύπωση γιὰ τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἡ ὁποία γεφυρώνει τὴν ἀθηναϊκὴ διαλεκτικὴ μὲ τὴ χριστιανικὴ δογματική.
 Ἂς ἐντρυφήσουμε ὅμως πρῶτα στὸ Ἀπολογητικό του Ἔργο ποὺ θεωρεῖται μία Ἱστορικὴ Πρωτιὰ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Θεολογίας.
«Ἀπολογία» τοῦ Ἀριστείδη, ἡ ὁποία ἀπευθύνθηκε στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ γύρω στὸ 125 μ.Χ., θεωρεῖται ἡ ἀρχαιότερη σωζομένη χριστιανικὴ ἀπολογία.
 Κατ' ἀρχὰς ὁ Ἀθηναῖος Ἀπολογητὴς ἔθεσε τὸ ἐπιχείρημα τῆς Κοσμικῆς ἉρμονίαςὩς ἐκ τούτου δὲν ξεκινᾶ μὲ ἀναφορὲς στὶς Γραφές (κάτι ποὺ δὲν θὰ συγκινοῦσε ἕναν Ρωμαῖο ἡγεμόνα), ἀλλὰ μὲ τὴ φιλοσοφικὴ παρατήρηση τοῦ σύμπαντος. 
 Ὑποστηρίζει δὲ ὅτι ἡ κίνηση καὶ ἡ ἁρμονία τοῦ κόσμου προϋποθέτουν ἕναν «Ἀκίνητο Κινητή», - υἱοθετώντας τὴν ἀριστοτελικὴ ἔκφραση «τὸ ἀκίνητο κινοῦν» - ἕναν Θεὸ ἄναρχο, ἀκατάληπτο καὶ μόνο ἀληθινό.
 Μετέπειτα θέτει ὡς ἀρχὴ τὴν ταξινόμηση τῆς ἀνθρωπότητας, δηλαδὴ χωρίζοντας τὴν ἀνθρωπότητα σὲ τρία «γένη» βάσει τῆς θεοσεβείας τους. Φερ' εἰπεῖν, τοὺς Εἰδωλολάτρες (Χαλδαίους, Ἕλληνες, Αἰγυπτίους), τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Χριστιανούς.
 Τέλος χρησιμοποιεῖ τὴν κριτικὴ καὶ τὴν ὑπεροχή, ἀσκώντας αὐστηρὴ κριτικὴ στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τῶν θεῶν της, ἐνῶ ἀντίθετα, προβάλλει τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ἐκείνους ποὺ βρῆκαν τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἀποδεικνύοντάς την ὄχι μὲ θεωρίες, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐξαίρετο, ἠθικὸ καὶ ἀλληλέγγυο τρόπο ζωῆς τους.
Ἄρα ἡ σύνδεση τοῦ ἀπολογητικοῦ του λόγου μὲ τὸ ἀθηναϊκὸ φιλοσοφικὸ παρελθὸν τοῦ χάρισε περήφανα τὸν τίτλο τοῦ «Φιλοσόφου», διατηρώντας μάλιστα τὸν φιλοσοφικό του τρίβωνα (τὸν μανδύα τῶν φιλοσόφων) ἀκόμη καὶ μετὰ τὴ βάπτισή του. Ἡ σύνδεση τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν κλασικὴ Ἀθήνα στὸ ἔργο του ἐντοπίζεται σὲ τρία σημεῖα:
Α') Ἡ συνέχεια τῆς Ἀρεοπαγιτικῆς παράδοσης: Ὁ Ἀριστείδης ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου. Συνεχίζει οὐσιαστικὰ τὴ γραμμὴ ποὺ χάραξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο, ἐπιχειρώντας νὰ «ἐκχριστιανίσει» τὰ ἐργαλεῖα τῆς ἑλληνικῆς διανόησης.
Β') Ὁ Χριστιανισμὸς ὡς ἡ «Ἀληθινὴ Φιλοσοφία»: Γιὰ τὸν Ἀριστείδη, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μια «ξένη δεισιδαιμονία» (ὅπως τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ρωμαῖοι), ἀλλὰ ἡ πλήρωση καὶ ἡ κορύφωση τῆς ἀναζήτησης τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων. Ὅ,τι οἱ πλατωνικοὶ ἢ οἱ στωικοὶ ψιθύριζαν ὡς λογικὴ πιθανότητα, ὁ Χριστιανισμὸς τὸ φανέρωσε ὡς ἱστορικὴ ἀλήθεια.
Γ') Ἡ χρήση τῆς Λογικῆς: Χρησιμοποιεῖ τὴ δομή, τὴ διαλεκτικὴ καὶ τὴν ὀρολογία τῆς κλασικῆς φιλοσοφίας γιὰ νὰ ἀποδομήσει τὴν πολυθεΐα. 
 Ἐν τέλει, μὲ καθαρὰ ἀθηναϊκό, ὀρθολογικὸ πνεῦμα ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι παράλογο νὰ λατρεύονται στοιχεῖα τῆς φύσης ἢ θεοὶ μὲ ἀνθρώπινα ἐλαττώματα.
  Αὐτὴ ἡ λεπτὴ ἰσορροπία καθιστᾶ τὸν Ἅγιο Ἀριστείδη ἕναν ἀπὸ τοὺς πρώτους «χτίστες» τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας, ποὺ χρησιμοποίησε τὸ ἀθηναϊκὸ παρελθὸν γὰ νὰ δώσει παγκόσμια καὶ διαχρονικὴ ἐμβέλεια στὸ χριστιανικό μήνυμα.
 Ἐν συνεχείᾳ βλέπουμε πῶς ὁ Ἀριστείδης ἀποδομεῖ τὴ λατρεία τῶν ἀρχαίων θεῶν. Στὴν οὐσία δὲν ἐπιτίθεται στὴν ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία μὲ τυφλὸ φανατισμό, ἀλλὰ μὲ ὅπλο τὴ λογικὴ τῆς κλασικῆς φιλοσοφίας. Χρησιμοποιεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἔξυπνο σκεπτικὸ ποὺ λέει: ἂν ὁ Θεὸς ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι τέλειος, ἄφθαρτος καὶ αὐτάρκης, τότε οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεοί.
 Ἔπειτα χωρίζει τὴν κριτική του σὲ δύο ἄξονες. Κατὰ πρῶτον στὴ λατρεία τῶν στοιχείων τῆς φύσης, δηλαδή, ἐξηγεῖ ὅτι ἡ γῆ, τὸ νερό, ὁ ἥλιος καὶ οἱ ἄνεμοι εἶναι κτίσματα ποὺ φθείρονται, μεταβάλλονται καὶ ὑπακούουν σὲ νόμους. 
 Εἶναι παράλογο, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ λατρεύει τὸ δημιούργημα ἀντὶ γιὰ τὸν Δημιουργό.
 Κατὰ δεύτερον ἐντοπίζει τὰ ἀνθρώπινα πάθη τῆς Μυθολογίας, στρέφοντας τὰ βέλη του στὴν ἴδια τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία.       Ἀναφέρει τὸν Δία, τὸν Ἥφαιστο, τὸν Ἄρη ἢ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ ἐπισημαίνει ὅτι παρουσιάζονται νὰ μοιχεύουν, νὰ ὀργίζονται, νὰ κλέβουν, νὰ πληγώνονται, ἀκόμη καὶ νὰ πεθαίνουν.
 Μὲ ἕναν καθαρὰ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμό, καταλήγει στὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Ἂν οἱ θεοί σας δὲν μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὰ δικά τους πάθη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνοῦν τὸ σύμπαν καὶ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀνθρώπους;».
 Μὲ τοῦτον τὸν τρόπο, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ μόνοι πραγματικὰ «λογικοί», καθὼς λατρεύουν τὸν ἕναν, πνευματικό, ἄναρχο καὶ ἀπαθῆ Θεό.
Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης μὲ ὑπόβαθρον τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸν Παρθενῶνα κρατάει στὰ χέρια του ἕνα εἰλητάριο ποὺ γράφει: Οὗτος δὲ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου ὁμολογεῖται ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἀπ᾿ οὐρανοῦ καταβὰς διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

 Ἐν τούτοις μεταφερόμαστε εἰς τὴν μυθιστορηματικὴ διάσωση τοῦ ἀπολογητικοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδους καὶ τὴν περιπέτεια τῆς ἐπιβιώσεώς του.
 Ἡ ἱστορία τῆς ἐπιβιώσεως τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ συναρπαστικὲς ἐξιστορήσεις τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας καὶ παλαιογραφίας. Γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, τὸ κείμενο θεωροῦνταν ὁλοκληρωτικὰ χαμένο.
 Οἱ μόνοι ποὺ γνώριζαν τὴν ὕπαρξή του ἦταν οἱ ἱστορικοί, ἐπειδὴ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Εὐσέβιος Καισαρείας (4ος αἰ.) εἶχε ἀναφέρει στὰ γραπτά του ὅτι ὁ Ἀριστείδης εἶχε παραδώσει μία ἀπολογία στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανό. Τὸ ἴδιο τὸ κείμενο, ὅμως, εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ προσώπου γῆς.
 Ἡ ἀπίστευτη ἀποκάλυψη ἔγινε σὲ τρία στάδια κατὰ τὸν 19ο αἰώνα:
Α')Τὸ πρῶτο ἴχνος σημειώνεται ἀκραιφνῶς ἐν ἔτει 1878 ἀπὸ τοὺς Μεχιταριστὲς Καθολικοὺς Μοναχοὺς τῆς Βενετίας, ὅταν ἐκεῖνοι ἀνακάλυψαν καὶ δημοσίευσαν ἕνα ἐκτενὲς ἀπόσπασμα τῆς Ἀπολογίας μεταφρασμένο στὰ Ἀρμενικά. 
 Πολλοὶ δυτικοὶ σκεπτικιστές (ὅπως ὁ διάσημος Ἐρνὲστ Ρενὰν) ἀμφισβήτησαν ἔντονα τὴ γνησιότητά του, θεωρώντας το πλαστό.
Β') Κατὰ τὴν πορεία ἦλθε ἡ μεγάλη ἀνακάλυψη στὸ Σινᾶ ἐν ἔτει 1889, δηλαδὴ ἕντεκα χρόνια μετά. Ὁ Ἄγγλος θεολόγος καὶ λόγιος J. Rendel Harris ἐρευνοῦσε τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινᾶ. 
 Ἐκεῖ, μέσα σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 7ου αἰώνα, ἀνακάλυψε ἔκπληκτος ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἀριστείδη, μεταφρασμένο στὴ Συριακὴ γλώσσα. Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἔργου πλέον δὲν μποροῦσε νὰ ἀμφισβητηθεῖ.
Γ') Ἡ «κρυμμένη» ἑλληνικὴ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε πλήρως ὅταν τὸ συριακὸ κείμενο βρισκόταν πρὸς ἔκδοσιν, καὶ ἕνας ἄλλος ἐρευνητής, ὁ J. Armitage Robinson, παρατήρησε κάτι τὸ συγκλονιστικό. Συνειδητοποίησε ὅτι τὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας δὲν εἶχε χαθεῖ ποτέ· βρισκόταν μπροστά στὰ μάτια τῶν ἐπιστημόνων γιὰ χίλια χρόνια!
 Ἕνας μεσαιωνικὸς συγγραφέας (κατὰ τὴν παράδοση ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός) εἶχε ἐνσωματώσει αὐτούσια τὴν Ἀπολογία τοῦ Ἀριστείδη μέσα στὸ πασίγνωστο χριστιανικὸ μυθιστόρημα «Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ»
 Ὁ συγγραφέας εἶχε βάλει τὴν Ἀπολογία στὸ στόμα ἑνὸς εἰδωλολάτρη σοφοῦ (τοῦ Ναχώρ), ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι προσπαθοῦσε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ νὰ πείσει ἕναν βασιλιά!   Τελικὰ χάρη σὲ αὐτὴ τὴν πονηριὰ τοῦ μεσαιωνικοῦ λογοτέχνη, τὸ ἑλληνικὸ κείμενο διασώθηκε ἀνέπαφο, «μεταμφιεσμένο» σὲ θεατρικὸ λόγο μέσα σὲ ἕνα παραμύθι. 
 Ἡ σύγκριση τοῦ ἑλληνικοῦ μυθιστορήματος μὲ τὸ συριακὸ χειρόγραφο τοῦ Σινᾶ ἐπέτρεψε στοὺς ἐπιστήμονες νὰ ἀποκαταστήσουν πλήρως τὸ ἀρχαῖο κείμενο τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου.
  Τὸ συγκριτικὸ δεῖγμα ἀπὸ τὴν Ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη, ὁ ὁποῖος ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη ξεκινᾶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «Ἀκινήτου Κινοῦντος», ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς λογικῆς.
 Ὡς ἐκ τούτου, ἐπισυνάπτουμε καὶ ἕνα ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ χειρογράφου τῆς Ἀπολογίας. Τὸ ἐν λόγῳ ἀπόσπασμα εἶναι τὸ πιὸ ἐμβληματικὸ καὶ συγκλονιστικὸ χωρίο τῆς Ἀπολογίας. Ἀποτελεῖ τὴν ἀκράδαντη ἀπόδειξη γιὰ τὸ πῶς ἡ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη («πᾶν τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου») ἐπιστρατεύεται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Θεολογίας. Ἰδού:
Πρωτότυπο Κείμενο:
«Ἐγὼ γάρ, βασιλεῦ, προνοίᾳ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον εἰσελθών, καὶ θεωρήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ τὰ λοιπά, ἐθαύμασα τὴν διακόσμησιν τούτων. Ἰδὼν δὲ τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα, ὅτι κινήσει ἀνάγκης κινεῖται, συνῆκα τὸν κινοῦντα καὶ κρατοῦντα εἶναι Θεόν· πᾶν γὰρ τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου, καὶ τὸ κρατοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κρατουμένου ἐστίν.».
Νεοελληνικὴ Ἀπόδοση:
[Ἐγώ, βασιλιά, ἀφοῦ μπήκα στὸν κόσμο μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ παρατήρησα τὸν οὐρανό, τὴ γῆ, τὴ θάλασσα, τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ὑπόλοιπα, θαύμασα τὴν τάξη τους. Βλέποντας τὸν κόσμο καὶ ὅλα ὅσα εἶναι μέσα του, ὅτι κινούνται ἀπὸ ἀνάγκη, κατάλαβα ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τὰ κινεῖ καὶ τὰ ἐξουσιάζει εἶναι ὁ Θεός. Γιατί κάθε τι ποὺ κινεῖ εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κινεῖται, καὶ αὐτὸ ποὺ ἐξουσιάζει εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξουσιάζεται.]
 Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του στὸν Λυκαβηττὸ εἶναι τὰ πιὸ σημαντικὰ στιγμιότυπα τοῦ ἁγιολογικοῦ βίου τοῦ πρώτου ἀπολογητῆ τῆς χριστιανοσύνης.
 Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ Φιλοσόφου ξεκινᾶ ἐν Λυκαβηττῷ. Ὁ Ἀριστείδης, παρὰ τὴ βαθιά του μόρφωση καὶ τὴν κοινωνική του θέση στὴν Ἀθήνα, ἐπέλεξε τὴν ἀπομόνωση.     Ἀσκήτευσε σὲ μία σπηλιά, στὸν λόφο τοῦ Λυκαβηττοῦ, συνδυάζοντας τὴ χριστιανικὴ ἄσκηση μὲ τὴ φιλοσοφικὴ μελέτη. Ἔπειτα ἦλθε ἡ δίωξη ἀπὸ τὴ θηριώδη καὶ ἀντίχριστη αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων.   Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἀδριανὸς ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα (γύρω στὸ 124–125 μ.Χ.), ὁ Ἀριστείδης εἶχε τὸ θάρρος νὰ τοῦ παραδώσει αὐτοπροσώπως τὴν Ἀπολογία του γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τοὺς διωκομένους Χριστιανούς. 
     Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πράξεώς του αὐτῆς, ὑπέστη ἀτιμωτικὸ μαρτύριο, καθὼς προκάλεσε τὴν ἔντονη ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Συνελήφθη καὶ βασανίστηκε σκληρά. 
 Τελικά, μεταφέρθηκε στὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου καὶ βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο δι' ἀγχόνης στὶς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 120 ἢ 134 μ.Χ. (ἡ ἀκριβὴς χρονιά παραμένει ὑπὸ συζήτηση).   
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ φέρει τὸν τριπλὸ τίτλο τοῦ Ἀπολογητῆ (γιὰ τὸ σύγγραμμά του), τοῦ Ἰσαποστόλου (γιὰ τὴ διάδοση τῆς πίστης) καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρος (γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὸ μαρτυρικὸ τοῦ τέλος).
 Σήμερον τὸ ἐπίκεντρο τῆς λατρείας τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη ἐντοπίζεται στὸ ἱερὸ σπήλαιό του στὴν Ἀθήνα.
 Ἀλλαχοῦ στὴν Ἀθήνα δὲν ὑπάρχει μεγάλος, αὐτόνομος ἐνοριακὸς ναὸς ἀφιερωμένος ἀποκλειστικὰ στὸν Ἅγιο Ἀριστείδη πέραν αὐτοῦ (ἀντιθέτως, περικαλλεῖς ναοί του ἔχουν ἀνεγερθεῖ στὶς Κυκλάδες, ὅπως στὴ Σαντορίνη καὶ τὴν Τῆνο).
  Ὡστόσο, στὴν Ἀθήνα σώζεται αὐτούσιο τὸ Ἱερὸ καὶ Κατανυκτικὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη.  Ἡ τοποθεσία του βρίσκεται στὴ νοτιοδυτικὴ πλαγιά τοῦ λόφου τοῦ Λυκαβηττοῦ, κρυμμένο ἀκριβῶς δίπλα στὸν γνωστό, σπηλαιώδη Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἰσιδώρων.
 Ἡ ἱστορικὴ σημασία τοῦ χώρου ξεκίνησε νὰ γίνεται δημοφιλὴς ὅταν λειτούργησε ὡς τὸ προσωπικό ἡσυχαστήριο καὶ ὡς τόπος προσευχῆς τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου κατὰ τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ.
 Κάθε χρόνο στὶς 13 Σεπτεμβρίου, τὸ σπήλαιο ἀνοίγει γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη του.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλα τοῦτα ἐπιχειροῦμε μία βαθύτερη προσέγγιση τῆς γέφυρας μεταξὺ τοῦ Κλασικοῦ Ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς Χριστιανικῆς «Ἀπολογίας». Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ γέφυρα ποὺ ἔστησε ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης, πρέπει νὰ δοῦμε πῶς ἡ κλασικὴ ἀθηναϊκὴ φιλοσοφία προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Ὁ Ἀριστείδης δὲν ἀπέρριψε τὴν ἀθηναϊκή του ταυτότητα· ἀντίθετα, χρησιμοποίησε τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρχαίων προγόνων του γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴ νέα πίστη.Ἡ φιλοσοφική αὐτὴ ὤσμωση βασίζεται σὲ δύο μεγάλους πυλῶνες τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας:
Α΄) Ἡ Σωκρατικὴ Ἀμφισβήτηση τῶν Μύθων: Πρὶν ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων εἶχαν ἤδη ἀσκήσει δριμεῖα κριτικὴ στοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου. Στὴν Πολιτεία του, ὁ Πλάτων ἐξορίζει τοὺς ποιητὲς (ὅπως τὸν Ὅμηρο) ἐπειδὴ παρουσίαζαν τοὺς θεοὺς νὰ λένε ψέματα, νὰ μοιχεύουν καὶ νὰ μάχονται.
 Σὲ ἀπόλυτη σύνδεση μὲ τὶς ἀπόψεις τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Πλάτωνος, ὅταν ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης γράφει στὴν Ἀπολογία του ὅτι «οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀνήθικοι καὶ ἀδύναμοι», οὐσιαστικὰ συνεχίζει τὴ γραμμὴ τοῦ Σωκράτη. Χρησιμοποιεῖ τὴν ἴδια τὴν ἀθηναϊκὴ λογικὴ γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἡ παραδοσιακὴ θρησκεία εἶχε καταρρεύσει ἐσωτερικά, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό.
Β΄) Ὁ ὅρος «Ἀκίνητο Κινοῦν» τοῦ Ἀριστοτέλη: Ὁ Ἀριστοτέλης στὰ Μετὰ τὰ Φυσικὰ εἰσήγαγε τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ Πρώτου Κινοῦντος Ἀκινήτου. Ὑποστήριξε ὅτι ὁτιδήποτε κινεῖται στὸν κόσμο παίρνει τὴν κίνηση ἀπὸ κάτι ἄλλο. Γιὰ νὰ μὴν προχωρᾶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἁλυσίδα στὸ ἄπειρο, πρέπει νὰ ὑπάρχει μία Πρώτη Αἰτία, ἕνα Ὄν πανίσχυρο ποὺ κινεῖ τὰ πάντα χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ κινεῖται.
 Ὅπως εἴδαμε στὸ πρωτότυπο ἀπόσπασμα, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου εἶναι καθαρὰ ἀριστοτελική: «συνῆκα τὸν κινοῦντα καὶ κρατοῦντα εἶναι Θεόν· πᾶν γὰρ τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου»
 Ὁ Ἀριστείδης παίρνει τὴν ἀφηρημένη φιλοσοφική ἔννοια τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῆς δίνει πρόσωπο, ταυτίζοντάς την μὲ τὸν ζωντανὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης.
Γ΄) Ἡ συμπαντικὴ τάξη τῶν Στωικῶν: Οἱ Στωικοί φιλόσοφοι (ποὺ δίδασκαν στὴν Ποικίλη Στοὰ τῆς Ἀθήνας) πίστευαν ὅτι τὸ σύμπαν κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν «Λόγο», μία συμπαντικὴ λογικὴ καὶ τάξη ποὺ διαπερνᾶ τὰ πάντα. Ἡ σύνδεση τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη μὲ τὴ στωικὴ σκέψη εἶναι βαθύτατη. Ἡ χριστιανικὴ θεολογία (ἤδη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» υἱοθέτησε αὐτὴ τὴν ὀρολογία. Ὁ Ἀριστείδης ἐξηγεῖ στὸν αὐτοκράτορα ὅτι ἡ «διακόσμησις» (ἡ τέλεια δομὴ καὶ ἁρμονία) τοῦ κόσμου δὲν εἶναι τυχαία, ἀλλὰ προϊόν αὐτοῦ τοῦ Θείου Λόγου.
Συμπερασματικὰ καταλήγουμε στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἀποτελεῖ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε «σπέρμα τοῦ Λόγου» «σπερματικὸς Λόγος» [Logos Spermatikos   Seminal Reason].
 Ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι φιλόσοφοι εἶχαν δεῖ ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας μέσω τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς, ἀλλὰ ὁ Χριστιανισμὸς ἔφερε τὴν πλήρη καὶ φανερωμένη Ἀλήθεια. 
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, δὲν πέταξε τὸν φιλοσοφικό του μανδύα, ἀλλὰ τὸν φόρεσε μέχρι τὸ μαρτυρικὸ τοῦ τέλος στὴν Ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας.
 Μὲ ποιὸν τρόπο, ὅμως, συνέχισαν αὐτὸν τὸν ἀπολογητικὸ διάλογο οἱ ἄλλοι μεγάλοι Ἀθηναῖοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;
 Ἡ Ἀθήνα, ἂν καὶ σταδιακὰ ἔχανε τὴν πολιτική της ἰσχὺ κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους, παρέμεινε τὸ παγκόσμιο κέντρο τῆς παιδείας καὶ τῆς φιλοσοφίας.
 Μετὰ τὸν Ἅγιο Ἀριστείδη, μία σειρὰ ἀπὸ σπουδαίους Ἀθηναίους Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς συνέχισαν τὸν διάλογο (καὶ τὴ σύγκρουση) μεταξὺ χριστιανικῆς πίστης καὶ ἑλληνικῆς διανόησης.
 Οἱ κυριότεροι ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς «Ἀθηναϊκῆς Σχολῆς» τῆς πρώιμης Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ἑξῆς:
Α') Ἅγιος Κοδράτος ὁ Ἀθηναῖος (2ος αἰώνας μ.Χ.) Σύγχρονος τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη καί, κατὰ τὴν παράδοση, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πουπλίου. Θεωρεῖται ὁ πρῶτος ἐπίσημος Χριστιανὸς Ἀπολογητής. Ὅπως καὶ ὁ Ἀριστείδης, ἐπέδωσε μία Ἀπολογία στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ τελευταίου στὴν Ἀθήνα (γύρω στὸ 125 μ.Χ.). 
 Στὸ μοναδικὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἔχει διασωθεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του (μέσω τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου), ὁ Κοδράτος χρησιμοποιεῖ μία καθαρὰ ἐμπειρικὴ καὶ ἱστορικὴ μέθοδο. Προκαλεῖ τοὺς ἐθνικοὺς φιλοσόφους νὰ ἐξετάσουν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, τονίζοντας ὅτι οἱ θεραπευμένοι καὶ οἱ ἀναστημένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν «φαντάσματα», ἀλλὰ ἔζησαν γιὰ πολλὰ χρόνια μετά, φτάνοντας μέχρι τὶς ἡμέρες τῶν πατέρων τους.
Β΄) Ἀθηναγόρας ὁ Ἀθηναῖος (περ. 133 – 190 μ.Χ.). Ὁ Ἀθηναγόρας ὑπῆρξε πλατωνικὸς φιλόσοφος στὴν Ἀθήνα. Λέγεται ὅτι ἄρχισε νὰ διαβάζει τὶς χριστιανικὲς Γραφὲς μὲ σκοπὸ νὰ τὶς κατηγορήσει καὶ νὰ τὶς ἀποδομήσει, ἀλλὰ ἀντ' αὐτοῦ γοητεύτηκε καὶ βαπτίστηκε Χριστιανός. Συνέχισε, ὡστόσο, νὰ φέρει τὸν τίτλο τοῦ φιλοσόφου. Ἔγραψε τὴν «Πρεσβείαν περὶ Χριστιανῶν» (γύρω στὸ 177 μ.Χ.) πρὸς τοὺς αὐτοκράτορες Μάρκο Αὐρήλιο (ἐπίσης στωκὸ φιλόσοφο) καὶ Κόμμο. Ὁ Ἀθηναγόρας εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ κάνει μία βαθιά φιλοσοφικὴ θεμελίωση τοῦ Δόγματος τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιώντας τὴν πλατωνικὴ ὀρολογία.Ἐπιπλέον, στὸ ἔργο του «Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν», χρησιμοποιεῖ καθαρὰ ὀρθολογικὰ καὶ φυσικὰ ἐπιχειρήματα (καὶ ὄχι θεολογικὰ) γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματος εἶναι λογικὰ δυνατὴ καὶ ἀναγκαία γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὀντότητας.
Γ΄) Ἅγιος Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (περ. 150 – 215 μ.Χ.). Ἂν καὶ ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς «Ἀλεξανδρεύς» λόγω τῆς δράσεώς του στὴν περίφημη Κατηχητικὴ Σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Κλήμης γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔλαβε κλασικὴ φιλοσοφικὴ παιδεία. Ὁ Κλήμης πῆγε τὸν διάλογο ἕνα βῆμα παραπέρα ἀπὸ τοὺς προηγουμένους. Διατύπωσε τὴν περίφημη θεωρία ὅτι ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦταν γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὅ,τι ἦταν ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, δηλαδή, ἕνας «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν». Ἔγραφε ὅτι ἡ φιλοσοφία δόθηκε στοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς μία «ὑποθήκη» δικαιοσύνης, προετοιμάζοντας τὸν νοῦ τους νὰ δεχθεῖ τὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
 Καὶ καταλήγουμε στὴν τελικὴ κορύφωση τοῦ διαλόγου στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (4ος αἰώνας) φοιτοῦν εἰς τὴν Ἀκαδημία τῆς μεγάλης πανεπιστημιακῆς πόλεως.
 Ἂν καὶ δὲν ἦταν Ἀθηναῖοι στὴν καταγωγή, ἡ Ἀθήνα ὑπῆρξε ὁ τόπος ὅπου σφυρηλατήθηκε ἡ σκέψη τῶν δύο αὐτῶν κορυφαίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.   Σπούδασαν στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν γιὰ πάνω ἀπὸ τέσσερα χρόνια (περ. 351–355 μ.Χ.), ἔχοντας δασκάλους σπουδαίους φιλοσόφους, ὅπως τὸν Χριστιανὸ Προαιρέσιο καὶ τὸν Ἱμέριο.   Ἐκεῖ, οἱ δύο Καππαδόκες Πατέρες ἀπέδειξαν ὅτι ἕνας Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ κατέχει τὴν κορυφὴ τῆς ἑλληνικῆς διαλεκτικῆς, ρητορικῆς καὶ φιλοσοφίας, χωρὶς νὰ χάνει τὴν πίστη του.  
 Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε ἀργότερα τὸ περίφημο ἔργο του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», τὸ ὁποῖο ἀποτέλεσε τὸ μανιφέστο τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας  τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία. 
 Παρομοίασε τοὺς Χριστιανοὺς μὲ τὶς μέλισσες, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ πετοῦν πάνω ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ νὰ παίρνουν μόνο τὸ μέλι (τὶς ἠθικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἀλήθειες), ἀφήνοντας πίσω τὸ κεντρί, δηλαδὴ τὴν τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία.
 Συνοψίζοντας, ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία λησμονημένη μορφὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ἀλλὰ τὸν θεμελιωτὴ μιᾶς ἰσχυρῆς πνευματικῆς γέφυρας τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία.  
 Τὸ ἀπολογητικό του ἔργο καταγράφεται ὡς "μία ἱστορικὴ πρωτιά", καθὼς εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ ἐπιστράτευσε τὸν κλασικὸ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμὸ καὶ τὴν ἀριστοτελικὴ ἔννοια τοῦ «Ἀκινήτου Κινοῦντος» γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει τὸ χριστιανικὸ δόγμα.
 Ἡ μυθιστορηματικὴ διάσωση τοῦ κειμένου του, "μεταμφιεσμένου" ἐπὶ αἰῶνες μέσα στὸ ἔργο Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ θεία Πρόνοια διατήρησε αὐτὴ τὴν ἑλληνικὴ ἀλήθεια ἀνέπαφη, ἕως ὅτου ἡ παλαιογραφικὴ σκαπάνη τοῦ 19ου αἰώνα τὴν ἀποκαλύψει ἐκ νέου στὸ Σινᾶ καὶ στὴ Βενετία.
 Αὐτὴ ἡ πρωτοπόρος προσέγγιση τοῦ Ἀθηναίου Φιλοσόφου ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἀθηναϊκὴ Σχολὴ τῆς Ἐκκλησίας. 
 Ἀπὸ τὸ ἐμπειρικὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἁγίου Κοδράτου καὶ τὴν τριαδολογικὴ πλατωνικὴ θεμελίωση τοῦ Ἀθηναγόρου, μέχρι τὴ θεωρία τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος γιὰ τὴ φιλοσοφία ὡς «παιδαγωγὸ εἰς Χριστόν», ἡ Ἀθήνα παρέμεινε τὸ ἐργαστήριο τῆς χριστιανικῆς διανοήσεως.
 Ἡ πορεία αὐτὴ κορυφώθηκε τὸν 4ο αἰώνα μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, οἱ ὁποῖοι ὡς μέλισσες τρύγησαν τὸ «μέλι» τῆς κλασικῆς παιδείας, ἀπορρίπτοντας τὸ κεντρὶ τῆς εἰδωλολατρίας.
 Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης, φέροντας τὸν φιλοσοφικό του τρίβωνα μέχρι τὸ μαρτυρικὸ τέλος του στὴν Ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὑπῆρξε τὸ πρῶτο «σπέρμα τοῦ Λόγου»
 Τὸ δὲ Ἱερὸ Σπήλαιό του στὸν Λυκαβηττὸ παραμένει ἕως σήμερον ἕνας διαχρονικὸς φάρος, ποὺ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν κατήργησε τὴν ἀθηναϊκὴ λογική, ἀλλὰ τὴν ἐξύψωσε στὴν τέλεια μορφή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος, Ἀπολογία ὑπὲρ Χριστιανῶν. Harris, J. Rendel & Robinson, J. Armitage (eds.). The Apology of Aristides on Behalf of the Christians: From a Syriac MS. Preserved on Mount Sinai. Texts and Studies 1, No. 1. Cambridge: Cambridge University Press, 1891 (2nd ed. 1893).Volk, Robert (ed.). Die Schriften des Johannes von Damaskos, VI/2: Historia Animae Utilis de Barlaam et Ioasaph (Spuria). Patristische Texte und Studien, Bd. 60. Berlin: Walter de Gruyter, 2006 (Περιλαμβάνει τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας). 
•Ἀθηναγόρας ὁ Ἀθηναῖος, Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν καὶ Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν. Κείμενο καὶ Μετάφραση, Ἔκδοση «Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας» (ΕΠΕ), Θεσσαλονίκη.
•Ἀριστοτέλης, Μετὰ τὰ Φυσικά (Βιβλίον Λ, 1072a–1074b). [Κριτικὴ ἔκδοση Oxford Classical Texts, W. D. Ross].
•Βασίλειος ὁ Μέγας (Καισαρείας), Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων. Patrologia Graeca (PG) 31, 563–590.
•Εὐσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία (Βιβλίον IV, 3).
•Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, Ἀπολογία Β΄ ὑπὲρ Χριστιανῶν (13, 3: Περὶ τοῦ Σπερματικοῦ Λόγου). PG 6, 441–470. 
•Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς (Βιβλίον Ι, 5: Περὶ τῆς φιλοσοφίας ὡς παιδαγωγοῦ εἰς Χριστόν). PG 8, 717–728.
•Πλάτων, Πολιτεία (Βιβλία ΙΙ & ΙΙΙ: Κριτικὴ στοὺς μύθους περὶ τῶν θεῶν). [Έκδοση Burnet, Oxford Classical Texts].
•Θεοδώρου, Ἀνδρέας. Ἱστορία τῶν Δογμάτων. Τόμος Α΄: Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Γραμματεία τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων. Ἀθήνα: Ἀποστολικὴ Διακονία, 1993.
•Παπαδόπουλος, Στυλιανός. Πατρολογία, Τόμος Α΄: Εἰσαγωγὴ – Β΄ καὶ Γ΄ αἰώνας. Ἀθήνα: Παρουσία, 2000 (Εἰδικό κεφάλαιο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους Ἀπολογητές).
•Τατάκης, Βασίλειος. Ἡ Ἑλληνικὴ Πατρολογικὴ Σκέψη. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἀστήρ, 1980.
•Φειδᾶς, Βλάσιος. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Τόμος Α΄: Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τὴν Εἰκονομαχία. Ἀθήνα, 2002. 
•Χρήστου, Παναγιώτης. Ἑλληνικὴ Πατρολογία. Τόμος Β΄: Γραμματεία τῆς περιόδου τῶν διωγμῶν. Θεσσαλονίκη: Κυρομάνος, 2005. 
•Altaner, Berthold. Patrology. Translated by Hilda C. Graef. New York: Herder and Herder, 1960.
•Daniélou, Jean. Gospel Message and Mythical Culture: A History of Early Christian Doctrine Before the Council of Nicaea. Vol. 2. London: Darton, Longman and Todd, 1973.
•Grant, Robert M. Greek Apologists of the Second Century. Philadelphia: Westminster Press, 1988.
•Jaeger, Werner. Early Christianity and Greek Paideia. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1961.
•Quasten, Johannes. Patrology, Vol. 1: The Beginnings of Patristic Literature. Utrecht: Spectrum, 1950 (Λεπτομερὴς ἀνάλυση τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἀριστείδη).

 
 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΓΛΑΥΚΟΣ Ή ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ: ΟΡΜΟΝΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗΝ ΩΔΙΚΗΝ – ΗΤΟ Ο ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ;
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Ὁ ἀρχαῖος ἀοιδὸς καὶ κιθαρῳδός (ὁ ὁποῖος ἐν τῇ μυθολογίᾳ ἀναφέρεται ὡς ΓλαῦκοςἈργεῖος, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν ὀνομάτων ΧαριάδηςΔημόδοκος), εἶναι ἐκεῖνος ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει, ὑπὸ τοῦ Ἀγαμέμνονος, τὴν φύλαξιν τῆς Κλυταιμνήστρας
 Ὅπως μαρτυροῦσιν αἱ κλασικαὶ ἀγγειογραφίαι, ὁ ἐπαγγελματίας ἀοιδός/κιθαρῳδὸς τῆς ἡρωικῆς ἐποχῆς ἐμφανίζεται μετὰ μακροῦ, πτυχωτοῦ χιτῶνος (ἱματίου), κρατῶν ξυλίνην ἑπτάχορδον φόρμιγγα ἢ κιθάραν.
 Εἰς τὰς ἐπισήμους ἐμφανίσεις αὐτῶν ἐν τοῖς ἀνακτόροις, οἱ ἀοιδοὶ ἵσταντο συχνάκις ὑπερυψωμένοι ἐπὶ εἰδικοῦ βάθρου (βήματος) ἢ Βάθρου τῆς Ἀπαγγελίας, ἵνα βλέπῃ καὶ ἀκούῃ αὐτοὺς τὸ ἀκροατήριον τῶν εὐγενῶν. 
 Ὁ συγκεκριμένος "Ἀργεῖος" ἀοιδός, εἴτε ὀνομάσωμεν αὐτὸν Γλαῦκον εἴτε Δημόδοκον, ἀντιπροσωπεύει τὸν σοφόν, σεβάσμιον καὶ πιστὸν σύμβουλον. 
  Ἡ στάσις τοῦ σώματος αὐτοῦ ἐκπέμπει τὴν ἠθικὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ὁ ρόλος του ὡς θεματοφύλακος τοῦ παλατίου τῶν Μυκηνῶν.
  ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΑΠΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΑΓΓΕΙΟ
 Ἡ ὁμηρικὴ ἀναφορὰ στὴν Ὀδύσσεια καὶ ἡ ἐτυμολογικὴ σύνδεση ποὺ ἐπιχειρεῖ τὸ κείμενο παρουσιάζουν μεγάλο ἱστορικὸ καὶ φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον. 
 Πρῶτον, ἔχουμε τὴν Ὁμηρικὴ ναφορὰ στὴν (Ὀδύσσεια, ράψ. γ 267-272) ὅπου ὁ Ἀγαμέμνονας, ὅταν ἀναχώρησε γιὰ τὴν Τροία, γνώριζε τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρα καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπιστίας. 
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἄφησε πίσω του ἕναν πιστὸ ἀοιδὸ (τυφλό, σύμφωνα μὲ μεταγενέστερες παραδόσεις) στὸν ὁποῖο ἔδωσε ρητὴ ἐντολὴ νὰ προστατεύει καὶ νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν Κλυταιμνήστρα, λειτουργῶντας ὡς φύλακας τῆς ἠθικῆς της. 
 Ποιός ἦταν ὅμως πραγματικὰ ὁ ρόλος τοῦ ἀοιδοῦ; Στὴν ὁμηρικὴ ἐποχή, οἱ ἀοιδοὶ δὲν ἦταν ἁπλοῖ διασκεδαστές. Ἦταν φορεῖς τῆς θείας σοφίας, τοῦ δικαίου καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξης. 
 Μὲ τὰ τραγούδια του, ὁ ἀοιδὸς θύμιζε συνεχῶς στὴν Κλυταιμνήστρα τὶς συζυγικές της ὑποχρεώσεις καὶ τὶς ἀρετὲς τῶν ἡρώων. Ὅσο ὁ ἀοιδὸς ἦταν παρών, ἡ Κλυταιμνήστρα ἠδύναντο νὰ ἀποκρούσει τὶς προτάσεις του Αἰγίσθου. 
 Ὁ Αἴγισθος, καταλαβαίνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὴ διαφθείρει ὅσο ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ἠθικὸς θεματοφύλακας, μὲ δόλιο τρόπο μετέφερε τὸν ἀοιδὸ σὲ ἕνα ἐρημικὸ νησὶ καὶ τὸν ἄφησε ἐκεῖ νὰ πεθάνει, γενόμενος «οἰώνων ἔλμωρ», δηλαδὴ βορὰ τῶν ἁρπακτικῶν πουλιῶν). 
 Μόνο μετὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ ἀοιδοῦ κατάφερε ὁ Αἴγισθος νὰ παρασύρει τὴν Κλυταιμνήστρα στὸ παλάτι του καὶ νὰ ἐπέλθει ἡ πτώση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν τῆς βασίλισσας. 
 Στὸ κάτωθι κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ ἀναφέρεται μιὰ θεωρία ὁρισμένων ἀρχαίων σχολιαστῶν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἀοιδὸς αὐτὸς ὁ Γλαύκων ἢ Δημόδοκος ὁ Ἀργεῖος ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ βασίστηκε σὲ μιὰ κλασικὴ παρετυμολογία (λογοπαίγνιο) τῶν λέξεων: ἀοιδὸς → προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀείδω (τραγουδῶ). αἰδοία τὰ γεννητικὰ ὄργανα (ἀπὸ τὸ αἰδὼς = ντροπή, σεβασμός). 
 Ὁρισμένοι μεταγενέστεροι γραμματικοὶ ἰσχυρίστηκαν ὅτι ἡ λέξη «ἀοιδὸς» σήμαινε μεταφορικὰ τὸν εὐνοῦχο, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ στερητικὸ α- καὶ τὴ λέξη αἰδοῖα (α-ἰδὸς = αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει γεννητικὰ ὄργανα). Ἰδοὺ ὅλο τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ: «ΕΥΝΟΥΧΟΣ, Δ. Εὐνοῦχος; Ἑλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, Θλιβίας, Θλαδίας, καὶ Σπάδων, Ἑλλ. (castra), τοῦτο διαφέροντες κατὰ τὰ Γλ. «Οἱ εὐνοῦχοι τρισσῶς, λέγονται· οἱ μὲν καλοῦνται Σπάδωνες, οἵτινες διὰ πάθος ἢ  ψύξιν ἐνόχλησαν (γρ. ἐνοχλήσασαν) τοῖς γονίμοις μορίοις παιδοποιεῖν κωλύονται· οἱ δέ, Θλιβίαι, οἵτινες ὑπὸ τῆς τροφοῦ ἢ τῆς μητρὸς τυχὸν ἔκθλιψιν τοῖς διδύμοις ὑπέστησαν· οἱ δέ, Καστράτοι, οἷς γέγονεν ἐκτομὴ τῶν γεννητικῶν μορίων». Ἀπὸ τὴν Ἀσίαν ἤρχισεν ὁ Εὐνουχισμός· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες αἰχμαλωτιζόμενοι εἰς πόλεμον εὐνουχίζοντο, καὶ ἐτάσσοντο εἰς τοὺς οἴκους τῶν Ἀσιανῶν δεσποτῶν, ἀξιωματικῶν, καὶ ἁπλῶς τῶν ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τρέφωσι πολλὰς γυναῖκας ἢ παλλακίδας, τῶν ὁποίων τὴν φυλακὴν ἐμπιστεύοντο εἰς εὐνούχους. Πολλάκις ὁ πόλεμος δὲν εἶχεν ἄλλην αἰτίαν, πλὴν τὴν κατάκτησιν εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὡς ἦσαν μάλιστα οἱ Τρωγλοδύται. Ἡ εἰς τούτους ἐκστρατεία ὡμοίαζε τὴν εἰς τὰ ἄγρια θηρία κυνηγεσίαν. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς ἐπωλοῦσαν, ὡς καὶ πᾶσαν, ἄλλην πραγματείαν. Εἰς τὴν συνήθειαν ταύτην ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅτε προλέγει εἰς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν ὅσα κακὰ ἔμελλε νὰ πάθῃ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου ὧν γεννήσεις λήψονται,  καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ Βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων ἔτρεφαν εὐνούχους, μαθόντες ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς δεσπότας, ὡς ἐδιδάχθησαν καὶ ἄλλα πολλὰ ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ τοὺς αὐτούς. Αἱ ἑπτακόσιαι γυναῖκες ἄρχουσαι, καὶ παρὰ ταύτας τριακόσιαι παλλακαὶ τοῦ Σαλομῶντος (Βασιλ. Γ΄, ια΄, 3) ἐχρειάζοντο ἀναλόγως καὶ πολλοὺς εὐνούχους. Ἀπὸ τούτους πολλοὶ ἐπρόβαιναν εἰς τόσην δύναμιν καὶ δόξαν, ὥστε νὰ κυβερνῶσι τὰ ἐντὸς τοῦ δεσποτικοῦ παλατίου, καὶ νὰ δείχνωσι καὶ εἰς τὰ ἔξω τὴν ἐξουσίαν των, ὡς γίνεται ἔτι σήμερον εἰς τὰς Ἀσιανὰς αὐλάς. Τοιοῦτος εἶναι εἰς τοῦ Σουλτάνου τὴν αὐλὴν ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ Τουρκιστὶ λεγόμενος Κισλαραγάς, ὁποῖος ἦτον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Φαραὼ ὁ Πεπεφρῆς. Ἀφοῦ ἡ Ῥώμη, ἀπολέσασα τὴν ἐλευθερίαν της, ὑπεζυγώθη εἰς δεσπότας αὐτοκράτορας, δὲν ἤργησε νὰ τοὺς ἴδῃ καὶ περικυκλωμένους ἀπὸ Εὐνούχους. Οἱ διαδεξάμενοι τοὺς Ῥωμαίους Γραικορωμαῖοι αὐτοκράτορες, μ' ὅλον ὅτι χριστιανοί, ἤγουν πρεσβευταὶ θρησκείας ἀποστρεφομένης τοιαῦτα ἀσεβήματα, δὲν ἔπαυσαν ὅμως νὰ τρέφωσιν εὐνούχους, καὶ νὰ δεσπόζωνται πολλάκις ἀπ' αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι καὶ παλαιά, ὡς καὶ σήμερον, ἐχρησίμευαν ἀκόμη νὰ τέρπωσι τοὺς δεσπότας των τραγῳδοῦντες μὲ τὴν φωνήν των· διότι ὁ εὐνουχισμὸς παρὰ τὰς πολλὰς ἄλλας σωματικὰς μεταβολάς, μεταβάλλει καὶ τὴν φωνήν των εἰς τὸ γυναικεῖον. Διὰ τοῦτο τὄνομα Ἀοιδὸς ἔγινε συνών. τοῦ Εὐνοῦχος. Μάρτυς ὁ Ἡσύχιος: «Ἀοιδοὶ...εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων» ὡς καὶ εἰς τοὺς Ἰταλοὺς τὸ Musico συνωνυμεῖ σχεδὸν μὲ τὸ Castrato. Οἱ Ἰταλοὶ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ἐφύλαξαν τὸν εὐνουχισμόν, διὰ νὰ ἔχωσι ψάλτας, χρησίμους ὄχι μόνον εἰς τὰ Θέατρα, ἀλλὰ τὸ παραδοξότερον καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας των. Τὸ ἐπισημότερον δημόσιον ἐργαστήριον τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀκάκων νηπίων ἦτον εἰς τὴν Νεάπολιν. Ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς Γάλλους! ἡ ἔφοδος αὐτῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμόν, ὡς καὶ πολλάς ἄλλας ἀνομίας. Οἱ εὐνοῦχοι ἐκαταφρονήθησαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴν δόξαν, ὡς φυσικὰ δειλοί, κακοήθεις καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ τωόντι ἐφάνησαν ὡσεπιπολύ. Δὲν πταίουν ὅμως οἱ ταλαίπωροι αὐτοί, ἀλλ' οἱ τολμήσαντες νὰ βιάσωσι τὴν δομένην εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν δημιουργὸν φύσιν. Αὐτὴ ἡ κοινὴ παρὰ πάντων καταφρόνησις συνήργησεν ἀκόμη νὰ τοὺς κάμῃ ἀληθῶς ἀξίους καταφρονήσεως. Ἀντὶ νὰ καταφρονῶνται εἶχαν δίκαιον νὰ προσμένωσιν ἔλεον καὶ συμπάθειαν. Ἡ ἱστορία μᾶς ἐφύλαξε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ ὀλίγα, εὐνούχων ἐνδόξων κατὰ τὴν σωματικὴν καὶ κατὰ τὴν ψυχικὴν δύναμιν· τοιοῦτος ἐχρημάτισεν ὁ περιβόητος Ναρσῆς, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὄχι ὑποδεέστερος τοῦ Βελισαρίου· τοιοῦτος, μετὰ τρεῖς ἑκατονταετηρίδας ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Παρατρέχω τὸν πολὺ ἀρχαιότερον καὶ πολὺ σοφώτερον τοῦ Φωτίου Ὠριγένην, ὅστις ἀμαύρωσε τὴν σοφίαν του, τολμήσας νὰ εὐνουχίσῃ αὐτὸς ἑαυτόν, διότι ἐξήγησε κακὰ τοῦ εὐαγγελίου (Ματθ. ιθ΄, 12) τὸ «Εἰσὶν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»».
Μετάφραση:
[ΕΥΝΟΥΧΟΣ, [Βλέπε] Εὐνοῦχος· Γάλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, θλιβίας, θλαδίας καὶ σπάδων, στὰ ἑλληνικὰ (castra), διαφέροντας σὲ αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὰ Γλωσσικά: «Οἱ εὐνοῦχοι χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: ἄλλοι ὀνομάζονται Σπάδωνες, οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰτίας κάποιας ἀσθένειας ἢ ψύξης ὑπέστησαν βλάβη στὰ γόνιμα μόριά τους καὶ ἐμποδίζονται νὰ κάνουν παιδιὰ· ἄλλοι ὀνομάζονται Θλιβίαι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν σύνθλιψη στοὺς διδύμους (ὄρχεις) ἀπὸ τὴν παραμάνα ἢ τὴ μητέρα τους· καὶ ἄλλοι Καστράτοι, στοὺς ὁποίους ἔχει γίνει πλήρης ἀποκοπὴ τῶν γεννητικῶν ὀργάνων». Ἀπὸ τὴν Ἀσία ξεκίνησε ὁ εὐνουχισμὸς· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες, ὅταν αἰχμαλωτίζονταν στὸν πόλεμο, εὐνουχίζονταν καὶ τοποθετοῦνταν στὰ σπίτια τῶν Ἀσιατῶν ἡγεμόνων, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ γενικὰ ὅσων εἶχαν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ συντηροῦν πολλὲς γυναῖκες ἢ παλλακίδες, τὴν φύλαξη τῶν ὁποίων ἐμπιστεύονταν σὲ εὐνούχους. Πολλὲς φορὲς ὁ πόλεμος δὲν εἶχε ἄλλη αἰτία παρὰ τὴν κατάκτηση εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὅπως ἦταν κυρίως οἱ Τρωγλοδύτες. Ἡ ἐκστρατεία ἐναντίον τους ἔμοιαζε μὲ κυνήγι ἄγριων θηρίων. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσία τους, τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς πουλοῦσαν σὰν ὁποιοδήποτε ἄλλο ἐμπόρευμα. Σὲ αὐτὴ τὴ συνήθεια ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅταν προλέγει στὸν βασιλιᾶ Ἐζεκία ὅσα δεινὰ ἔμελλε νὰ πάθει ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ θὰ πάρουν ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, ποὺ θὰ γεννήσεις, καὶ θὰ τοὺς κάνουν εὐνούχους στὸ παλάτι τοῦ βασιλιᾶ τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ προκάτοχοί του βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων συντηροῦσαν εὐνούχους, ἔχοντας μάθει αὐτὴ τὴν τακτικὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες (Ἐθνικοὺς) ἡγεμόνες, ὅπως ἀκριβῶς διδάχθηκαν καὶ πολλὰ ἄλλα ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ αὐτούς. Οἱ ἑπτακόσιες ἐπίσημες σύζυγοι καὶ οἱ ἐπιπλέον τριακόσιες παλλακίδες τοῦ Σολομῶντος (Βασιλειῶν Γ΄, ἰα΄, 3) ἀπαιτοῦσαν, ὅπως εἶναι φυσικό, καὶ ἀνάλογο ἀριθμὸ εὐνούχων. Ἀπὸ αὐτούς, πολλοὶ ἀποκτοῦσαν τόσο μεγάλη δύναμη καὶ δόξα, ὥστε νὰ διοικοῦν τὰ ἐνδότερα τοῦ ἡγεμονικοῦ παλατιοῦ καὶ νὰ ἐπιδεικνύουν τὴν ἐξουσία τους καὶ πρὸς τὰ ἔξω, ὅπως συμβαίνει ἀκόμη καὶ σήμερα στὶς αὐλὲς τῆς Ἀσίας. Τέτοιος εἶναι στὴν αὐλὴ τοῦ Σουλτάνου ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ ὁποῖος στὰ τουρκικὰ ὀνομάζεται Κισλὰρ Ἀγᾶς, καὶ ὁ ὁποῖος ἦταν ὅ,τι καὶ ὁ Πετεφρὴς στὴν αὐλὴ τοῦ Φαραώ. Ἀφ' ὅτου ἡ Ρώμη ἔχασε τὴν ἐλευθερία της καὶ ὑποδουλώθηκε σὲ αὐταρχικοὺς αὐτοκράτορες, δὲν ἄργησε νὰ τοὺς δεῖ περιτριγυρισμένους ἀπὸ εὐνούχους. Οἱ Βυζαντινοὶ (Γραικορωμαῖοι) αὐτοκράτορες ποὺ διαδέχθηκαν τοὺς Ρωμαίους, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν χριστιανοί —δηλαδὴ πιστοὶ μιᾶς θρησκείας ποὺ ἀποστρέφεται τέτοιες ἀσέβειες— δὲν σταμάτησαν ὡστόσο νὰ συντηροῦν εὐνούχους καί, μάλιστα, πολλὲς φορὲς νὰ ἐξουσιάζονται ἀπὸ αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι, τόσο στὸ παρελθὸν ὅσο καὶ σήμερα, χρησίμευαν ἐπίσης στὸ νὰ ψυχαγωγοῦν τοὺς ἀφέντες τους τραγουδῶντας· κι αὐτὸ γιατί ὁ εὐνουχισμός, πέρα ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες σωματικὲς ἀλλαγές, μεταβάλλει καὶ τὴ φωνή τους σὲ γυναικεία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ λέξη Ἀοιδὸς (τραγουδιστὴς) ἔγινε συνώνυμη τοῦ Εὐνουχισμένου. Μάρτυρας γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Ἡσύχιος ποὺ γράφει: «Ἀοιδοί... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ὠδός, κιθαρωδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων (εὐνοῦχος)». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στοὺς Ἰταλούς, ὅπου ἡ λέξη Musico εἶναι σχεδὸν συνώνυμη μὲ τὴ λέξη Castrato (καστράτος). Οἱ Ἰταλοὶ ἦταν οἱ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ποὺ διατήρησαν τὸν εὐνουχισμό, γιὰ νὰ ἔχουν ψάλτες χρήσιμους ὄχι μόνο στὰ θέατρα, ἀλλά —τὸ πιὸ παράδοξο ἀπ' ὅλα— καὶ στὶς ἐκκλησίες τους. Τὸ πιὸ ὀνομαστὸ δημόσιο ἐργαστήριο εὐνουχισμοῦ ἀθώων νηπίων βρισκόταν στὴ Νεάπολη (Νάπολη). Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ (χάρη) στοὺς Γάλλους! Ἡ εἰσβολή τους στὴν Ἰταλία κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμό, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες ἀνομίες. Οἱ εὐνοῦχοι περιφρονήθηκαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴ γνώμη, ὡς ἐκ φύσεως δειλοί, κακόβουλοι καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ πράγματι φάνηκαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Δὲν φταῖνε ὅμως αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τόλμησαν νὰ παραβιάσουν τὴ φύση ποὺ τοὺς δόθηκε ἀπὸ τὸν δημιουργό. Αὐτὴ ἡ καθολικὴ περιφρόνηση ἀπὸ ὅλους συνέβαλε μάλιστα στὸ νὰ τοὺς καταστήσει πραγματικὰ ἄξιους περιφρόνησης. Ἀντὶ νὰ περιφρονοῦνται, εἶχαν κάθε δίκιο νὰ προσδοκοῦν ἔλεος καὶ συμπάθεια. Ἡ ἱστορία μᾶς διέσωσε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ λίγα, ἔνδοξων εὐνούχων ὡς πρὸς τὴ σωματικὴ καὶ τὴν πνευματική τους δύναμη. Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ περιβόητος Ναρσής, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ, καθόλου κατώτερος ἀπὸ τὸν Βελισάριο. Τέτοιος ἦταν ἐπίσης, μετὰ ἀπὸ τρεῖς αἰῶνες, ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Προσπερνῶ τὸν πολὺ ἀρχαιότερο καὶ πολὺ σοφότερο ἀπὸ τὸν Φώτιο, τὸν Ὠριγένη, ὁ ὁποῖος ἀμαύρωσε τὴ σοφία του, καθὼς τόλμησε νὰ εὐνουχίσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ ἑρμήνευσε λανθασμένα τὸ ρητὸ τοῦ Εὐαγγελίου (Μάτθ. ἰθ΄, 12): «Ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, οἱ ὁποῖοι εὐνούχισαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».].
 Ποιά θεωρεῖται σήμερα ὡς φιλολογικὴ πραγματικότητα καὶ ποιά ἀλήθεια κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸν μῦθο;
  Οἱ φιλόλογοι ἀποφάνθηκαν ὅτι πρόκειται ξεκάθαρα γιὰ μιὰ ψευδοετυμολογία (ἢ παρετυμολογία). Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ὅμηρος δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ φύλακας ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ θεωρία αὐτὴ γεννήθηκε αἰῶνες ἀργότερα, ὅταν οἱ ἀνατολικὲς αὐλὲς (ὅπου οἱ εὐνοῦχοι εἶχαν πράγματι τὸν ρόλο τῶν φυλάκων των γυναικωνίτων) ἐπηρέασαν τὴ σκέψη τῶν σχολιαστῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ προβάλουν αὐτὴ τὴ μεταγενέστερη πρακτικὴ πάνω στὸ ὁμηρικὸ κείμενο μέσῳ τῆς γλωσσικῆς σύμπτωσης τῶν λέξεων. 
  Ἐν συνεχείᾳ αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ διαβάζουμε στὸ λεξικό του Εὐστάθιου Θεσσαλονίκης μιὰ ἐπιπλέον σημαντικὴ παραπομπή: «ἀοιδός, ὅτι τοὺς περὶ μουσικὴν καὶ ποιητικὴν ἀοιδοὺς ἐν μοίρᾳφιλοσόφων ἔταττον οἱ παλαιοί, καὶ ὅτι ἀπολύτως ἀοιδοὶ οἱ τοιοῦτοι λέγονται πρὸς διαστολὴν τῶν περὶ θρήνους καὶ γάμους καὶ τοιούτων ἄλλων ἀοιδῶν, καὶ ὅτι τὸν τῆς παρ' Ὁμήρῳ Κλυταιμνήστρας ἀοιδὸν εὐνοῦχον ἐνόησάν τινες λεχθῆναι παρὰ τὸ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, ἱστορία διεξοδική.»
Μετάφραση:
[ἀοιδὸς (τραγουδιστής): [ἀναφέρεται] ὅτι οἱ ἀρχαῖοι κατέτασσαν στὴν ἴδια μοῖρα μὲ τοὺς φιλοσόφους ἐκείνους τους ἀοιδοὺς ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴν ποίηση, καθὼς καὶ ὅτι αὐτοὶ ὀνομάζονται ἁπλῶς «ἀοιδοὶ» γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τραγουδοῦσαν σὲ θρήνους (μοιρολόγια), σὲ γάμους καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες περιστάσεις. Ἐπίσης, [ἀναφέρεται] μιὰ διεξοδικὴ ἱστορία γιὰ τὸ ὅτι ὁρισμένοι θεώρησαν πὼς ὁ ἀοιδὸς τῆς Κλυταιμνήστρας, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Ὅμηρο, ἦταν εὐνοῦχος, ἑρμηνεύοντας τὴ λέξη «ἀοιδὸς» ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν εἶχε γεννητικὰ ὄργανα (παρὰ τὸ «αἰδοῖα μὴ ἔχειν»).]
 Ἐν τούτοις τὸ ἀκριβὲς ἀρχαῖο κείμενο τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὶς Παρεκβολὲς εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν (τόμος 1, σχόλια στὴ ραψωδία γ, στίχοι 267–268), ὅπου διασώζει την παρετυμολογία καὶ τὴν ἑρμηνεία περὶ εὐνουχισμοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν, στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον· καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος δὲ, παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν.»[1
 Εἰσερχόμενοι στὸν σχολιασμὸ τοῦ κειμένου «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν» ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ὁ Εὐστάθιος ξεκαθαρίζει ἐξ ἀρχῆς πὼς τούτη ἡ ἰδέα δὲν εἶναι δική του, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγον παλαιότεροι μελετητές («τινές»). Ἤτοι, «στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον»
  Περαιτέρω ὁ σχολιαστὴς ἐξηγεῖ τὸν λογικὸ συνειρμὸ τῶν σχολιαστῶν: Ἐπειδὴ ὁ Ἀγαμέμνονας τὸν ἄφησε ὡς φύλακα γυναίκας, ὑπέθεσαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐνοῦχος, καθὼς αὐτὴ ἡ πρακτικὴ (τῆς φύλαξης τοῦ γυναικωνίτη ἀπὸ εὐνουχισμένους ὑπηρέτες) ἦταν οἰκεία στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο. 
 Στὴν φράση «παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν», ἀναφέρει τὴν φράση «κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν»
 Τροποτινὰ ὁ Εὐστάθιος μὴ ἀποδεχόμενος αὐτὴ τὴν θεωρία σπεύδει ἀμέσως νὰ τὴν ἀπορρίψει χαρακτηρίζοντάς την ὡς «ἐπίπλαστον» (δηλαδὴ πλαστή, τεχνητή, ψευδοετυμολογία). 
  Ἐν τούτοις διαφαίνεται ξεκάθαρα, εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ κιθαρῳδοῦ ποιητοῦ, ἓν βασικὸν ἐλάττωμα. 
 Ὁ Γλαῦκος ὁ Ἀργεῖος ἢ Δημόδοκος – ὅστις δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν Δημόδοκον τὸν Φαίακα – εἶναι τυφλός.[1] Αὕτη ἡ παράμετρος ἴσως νὰ ὑποκρύπτῃ τὴν λεπτομέρειαν μιᾶς ἀσθενείας, ἥτις ἐκδηλοῦται ἐνίοτε ἄνευ ἐμφανοῦς αἰτίας.
   Φαίνεται ὅτι ὁ εὐνουχισμὸς ἑνὸς νεαροῦ ἄρρενος δύναται νὰ προκαλέσῃ σοβαρὰς ὁρμονικὰς διαταραχὰς καὶ δυσλειτουργίαν τοῦ παγκρέατος. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ὁδηγοῦν εἰς ἰνσουλινοαντίστασιν, ἥτις μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου προκαλεῖ βλάβας, αἱ ὁποῖαι ἐπιδροῦν μακροχρονίως εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς ὁράσεως.
 Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ αἴτιον τῆς παρετυμολογίας εἰς τὴν ὀνοματοθεσίαν ἀοιδὸς - κιθαρῳδός, ἀπὸ μίαν μερίδα φιλολόγων λεξικογράφων. Πιστεύσαντες εἰς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Γλαύκου - Δημοδόκου, ἐθεώρησαν ὅτι συνολικῶς ἡ ἔκφρασις αὐτὴ προέκυψεν ἀπὸ τὴν τακτικὴν τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀοιδῶν κιθαρῳδῶν, κάτι τὸ ὁποῖον ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὸ ἐπιβεβαιώνει ὡς λάθος. Οἱ κιθαρῳδοὶ ἦσαν παράλληλα καὶ μεγάλοι ἐρασταί, παρὰ τὴν ἐγκράτειαν ἡ ὁποία τοὺς ἐπεβάλλετο πρὸ τῆς ἐμφανίσεώς των εἰς τὸ κοινόν.
 Ἄρα, ἡ περίπτωσις τοῦ συγκεκριμένου προσώπου πιθανὸν νὰ εἶναι μοναδικὴ ἢ νὰ συνδέεται μὲ κατάλοιπα τῆς χρήσεως τοιούτων ἀτόμων εἰς τὴν Μυκηναϊκὴν ἐποχήν, ὅπου οἱ ἄνακτες (βασιλεῖς) δὲν ἐνδιεφέροντο διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα λειτουργοῦντες χειριστικῶς.
 Παράλληλα, ἡ ὑψηλὴ τέχνη τὴν ὁποίαν παρῆγον οἱ Καστράτοι - εὐνοῦχοι ἀοιδοί (οἱ ἐπονομαζόμενοι καὶ ἀγγελόφωνοι) ἦτο τόσο ἡδονικὴ διὰ τοὺς ἄνακτας καὶ τοὺς αὐλικούς, ὥστε νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα καὶ ἀπὸ τὸ κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.
 Ἐν συμπεράσματι, ἡ μοναδικὴ περίπτωσις τοῦ Ἀργείου ἀοιδοῦ Γλαύκου ἢ Δημοδόκου φωτίζει μὲ ἰδιαίτερον τρόπον τὴν πολυπλοκότητα τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅπου οἱ ἄνακτες ἐλειτούργουν χειριστικῶς, μακρὰν οἱασδήποτε μερίμνης διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. 
 Ἡ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεώς του, ἥτις ἐκ τῶν ὑστέρων διαφαίνεται ὅτι ὑποκρύπτει τὰς μεταβολικὰς παρενεργείας ἑνὸς εὐνουχισμοῦ εἰς νεαρὰν ἡλικίαν, κατὰ τὸ σύνηθες τῆς ᾠδικῆς τεχνικῆς τῶν καστράτο, συνδέει τὸν Δημόδοκον καθὼς καὶ ἄλλους τυφλοὺς ἀοιδοὺς ὅπως τὸν Ὅμηρον, μὲ τὴν σκληρὰν τακτικὴν τῶν Καστράτων.


Αἱ τρεῖς εἰκόνες ἀποτελοῦν ἓν δεῖγμα γραφῆς τῆς παραδοσιακῆς ἀντιλήψεως τῶν συγχρόνων συγγραφέων - ἐρευνητῶν - φιλολόγων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται –συμφώνως πρὸς τὰς ἱστορικὰς πηγὰς– περὶ τῆς διὰ βίου ἀπωλείας τῆς ὁράσεως τῶν ἐπικῶν ἀοιδῶν - κιθαρῳδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὰ ὁμηρικὰ ἔπη. Εἰς τὰς εἰκόνας αὐτάς, πρῶτος μὲν ἐμφανίζεται ὁ Ὅμηρος, δεύτερος ὁ Φήμιος καὶ τρίτος ὁ Δημόδοκος ὁ Φαίαξ...τυφλοὶ καὶ οἱ τρεῖς!

 Καθὼς ὑποστηρίζει καὶ ὁ Κοραῆς, ἡ συνήθεια τῶν μεγάλων ἡγεμόνων συμπεριελάμβανε τὸ ἔθος τοῦ εὐνουχισμοῦ εἰς ἀγόρια νεαρᾶς ἡλικίας διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ὑψηλὴν φωνήν των, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε μὲ τὸν Πετεφρῆν εἰς τὴν Αἴγυπτον.
 Ἄρα, ἡ παρουσία τῶν εὐνούχων ὑπῆρχεν ἐξίσου καὶ εἰς τὸν ἑλλαδικὸν χῶρον. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης[2] ἐχρησιμοποίησεν εἰς μίαν ἀπὸ τὰς τραγωδίας τοῦ ἕναν εὐνοῦχον τραγουδιστὴν καὶ ὑποκριτὴν φρυγικῆς καταγωγῆς.
 Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. 
 Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὥστε ἡ φωνή των νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ γλυκύτατον κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἡ παρατήρησις διὰ τὴν τύφλωσιν τῶν ἀρχαίων ἀοιδῶν ὡς “παράμετρον μιᾶς ἀσθενείας” εἶναι ἐξαιρετικῶς βαθεῖα. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι, ἡ τύφλωσις τῶν ποιητῶν (ὅπως τοῦ Ὁμήρου ἢ τοῦ Δημοδόκου) ἐθεωρεῖτο συχνάκις “θεία δίκη” ἢ “θεϊκὸν δῶρον”· αἱ Μοῦσαι τοὺς ἀπεστέρουν τὴν ἐξωτερικὴν ὅρασιν διὰ νὰ τοὺς χαρίσουν τὴν ἐσωτερικήν, πνευματικὴν ὅρασιν (τὴν μαντικὴν καὶ τὴν ποιητικὴν ἔμπνευσιν). Ἐξ ἰατρικῆς ἀπόψεως, ἡ αἰφνίδιος ἢ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεως χωρὶς προφανὲς τραῦμα (ὅπως ἀπὸ γλαύκωμα ἢ καταρράκτην) ἐφάνταζε τοῖς ἀρχαίοις ὡς μυστήριον, ὡς συμβὰν “ἄνευ ἐμφανούς αἰτίας”, ἐπιτεῖνον τὸν ἱερὸν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου των.
[2] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὸν «Ὀρέστην» (στ. 1366–1368) ἕναν εὐνοῦχον ἀκολούθον τῆς Ἑλένης, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ὡς τραγουδιστὴς καὶ ὑποκριτὴς φρυγικῆς καταγωγῆς, ἐξιστορῶν ἔντρομος τὰ συμβάντα: «...τύραννοι δόμοι· σιγάτε· Φρύξ τις γὰρ οὗτος ἐκ περαιούται δόμων,οὗ πευσόμεσθα τἀν δόμοις ὅπως ἔχει.» Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην τῶν ἀγγελοφώνων καὶ οὐρανίων θείων πλασμάτων, τῶν παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐρωτιδέων - ἤτοι παρόμοιον μὲ τοὺς σημερινοὺς κόντρα τενόρους [counter-tenor] τῆς λυρικῆς σκηνῆς. Εἷς ἐπαγγελματίας counter-tenor (ὁ ὁποῖος φυσιολογικῶς εἶναι μπάσος, βαρύτονος ἢ τενόρος εἰς τὴν φυσικήν του φωνήν) γυμνάζει τὸ φαλτσέτο του τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν δύναμιν, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν ἀντήχησιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς. Ἐξαλείφει τὴν “διαρροὴν” τοῦ ἀέρος, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ φαλτσέτο του νὰ ἀκούηται ὡς μία ἰσχυρά, γεμάτη καὶ καλλιεργημένη γυναικεία φωνή (άλτο ἢ μέτζο-σοπράνο). Συνεπῶς, ὁ counter-tenor εἶναι εἷς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος τραγουδεῖ εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ φαλτσέτου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴν τεχνικὴν ὑποστήριξιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς διὰ νὰ παραγάγῃ τὸ ἰσχυρὸν ὀπερατικὸν ἀποτέλεσμα. Δὲς τὸ κείμενο στὴν σελίδα Ὀδυσσέως παῖδε μὲ τίτλο "ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΣΕ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ (Ἡ ἀπαρχὴ τῶν ὀπερατικῶν εὐνούχων-καστράτο)"  19/09/2019.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοραῆς, Ἀδαμάντιος (1835). Ἄτακτα, Τόμος Πέμπτος, Μέρος Πρῶτον, Ἀλφάβητον Τρίτον. Ἐν Παρισίοις: Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Κ. Ἐβεράρτου (Λήμματα: «Ἀοιδός» καὶ «Εὐνοῦχος», σελ. 80–82).
•Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχοι 1366–1368 (Εἰσαγωγὴ καὶ ἐμφάνισις τοῦ Φρυγὸς εὐνούχου-ὑποκριτοῦ).
•Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν, Τόμος 1, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Σχολιασμὸς διὰ τὸν ἀοιδὸν-φύλακα τῆς Κλυταιμνήστρας καὶ τὴν ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν τοῦ εὐνουχισμοῦ).
•Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἀοιδὸν τοῦ Άργους).
•Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, Λεξικόν (Λήμματα: «Ἀοιδοὶ... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων»).
•Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, Βασιλειῶν Γ΄, κεφ. ια΄, 3 (Αἱ γυναῖκες καὶ οἱ εὐνοῦχοι τοῦ Σολομῶντος)· Προφήτης Ἠσαΐας, κεφ. λθ΄, 7 (Ἡ προφητεία πρὸς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν διὰ τοὺς σπάδοντας τῶν Βαβυλωνίων).
•Grafiati Academic Database (2025). Bibliographies: "Castrati" - Comprehensive Scholar Selections. Διαθέσιμον εἰς: Grafiati Platform
•NCBI Bookshelf (2021). The Instrumental Body: Castrati - Surgery and Selfhood in Early Modern England. Διαθέσιμον εἰς: NCBI Bookshelf
•ResearchGate Medical History (2026). The Lost Voice: A History and Endocrinology of the Castrato. Διαθέσιμον εἰς: ResearchGate PublicationWikipedia, The Free Encyclopedia. Castrato - History, Vocal Physiology, and Metabolic/Endocrine Anomalies.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ
•https://odysseospaide.blogspot.com/2019/09/i.html?m=0

 

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΑΙΓΙΔΙΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ

Έρευνα και συγγραφή: Ιωάννης Γ. Βαφίνης

 

 Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια τῆς Ἀειπαρθενίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς πυλῶνες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. 
 Μέσα στὴν ἁγιολογικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κύριος οἰκονόμησε θαυμαστὰ σημεῖα γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀκαταλήπτου αὐτοῦ μυστηρίου, προβάλλοντας Ἁγίους ὡς ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς θείας βουλῆς.
  Στὸ πλούσιο συναξάριο τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ξεχωρίζει γιὰ τὴν ἀσκητικὴ χάρη καὶ τὴν παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ θαυματουργικὴ μαρτυρία περὶ τοῦ Ἀειπαρθένου τῆς Θεοτόκου. [Σημειωτέον ὅτι ὁ πρῶτος ποὺ συνέγραψε θεολογικῶς περὶ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἐπίσης Ἀθηναῖος Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὡς ἴσως ἐκθέσωμεν σὲ ἕτερον κεφάλαιον].
 Τὸ ἰδιαίτερο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα, τὸ ὁποῖο συνδέθηκε μὲ τὸ πρόσωπό του, διασώζει μιὰ συγκλονιστικὴ πνευματικὴ μαρτυρία ποὺ γεφυρώνει τὴν Ἀνατολὴ μὲ τὴ Δύση.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ὁ Ἀθηναῖος (περ. 650 – 710 μ.Χ.) ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς. Μετὰ τὸν θάνατόν τους μοίρασε τὴν περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς καὶ ταξίδευσε στὴ Γαλλία, ὅπου ἔζησε ὡς ἐρημίτης σὲ μιὰ σπηλιά.
 Ἂν καὶ ἀνήκει στὴν περίοδον πρὶν ἀπὸ τὸ Σχίσμα (ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἑνιαία), ἡ μνήμη του εἶναι ἐξαιρετικὰ δημοφιλὴς στὴ Δύση, ἐνῷ στὴν Ἑλλάδα τὸ συγκεκριμένο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα ἀποτυπώθηκε κυρίως σὲ μεταβυζαντινὲς θρησκευτικὲς εἰκόνες.


    
  Ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου (γνωστοῦ στὴ Δύση ὡς Saint GilesAegidius) εἶναι μιὰ συναρπαστικὴ ἱστορία ποὺ γεφυρώνει τὴν ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ παράδοση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανικὴ γραμματεία τῆς πρώτης χιλιετίας. 
 Ἡ ζωή του, ὅπως διασώζεται ἀπὸ τὰ συναξάρια, χωρίζεται σὲ δύο μεγάλους σταθμούς: τὴν Ἀθήνα καὶ τη Νότια Γαλλία.
  Ὁ Αἰγίδιος ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα γύρω στὸ 640-650 μ.Χ., σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ πόλη εἶχε χάσει τὴν ἀρχαία της αἴγλη ἀλλὰ παρέμενε πνευματικὸ κέντρο.
 Ὅπως γνωρίζουμε, ὁ Αἰγίδιος ὑπῆρξε γόνος μιᾶς ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ πιὸ ἐπιφανεῖς ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες τῶν Ἀθηνῶν. 
 Σύμφωνα μὲ τὴ δυτικὴ παράδοση, οἱ εὐσεβεῖς Ἀθηναῖοι γονεῖς του ὀνομάζονταν Θεόδωρος καὶ Πελαγία
 Ἐν τούτοις, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σημεῖα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ μεταστροφή του. Ὅταν οἱ γονεῖς του πέθαναν, ὁ Αἰγίδιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἀπώλεια καὶ ἀρνούμενος τὰ πλούτη καὶ τὴν κοσμικὴ δόξα, μοίρασε ὁλόκληρη τὴν τεράστια περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς τῆς Ἀθήνας.  
 Ἡ ἐνάρετη ζωή του ἔφερε πολὺ νωρὶς καὶ τὴν ἐπίτευξη τοῦ πρώτου θαύματος. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι στὴν Ἀθήνα θεράπευσε ἕναν ζητιάνο προσφέροντάς του ἁπλῶς τὸν μανδύαν του. 
 Ἔπειτα προτίμησε τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Ἐπειδὴ οἱ Ἀθηναῖοι ἄρχισαν νὰ τὸν τιμοῦν ὑπερβολικὰ γιὰ τη φιλανθρωπία καὶ τὰ θαύματά του, ὁ Αἰγίδιος, ἀναζητώντας τὴν ταπεινότητα, ἐπιβιβάστηκε κρυφὰ σὲ ἕνα πλοῖο γιὰ τὴ Δύση. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ, ἡ προσευχή του ἔσωσε τὸ πλήρωμα ἀπὸ ἕνα βέβαιο, σφοδρὸ ναυάγιο.
 Ὁ Ἅγιος ἀπεβιβάσθη στὴ Μασσαλία καὶ κινήθηκε πρὸς τὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ῥοδανοῦ, στὴ Νότια Γαλλία. Ἐκεῖ παραδόθηκε στὴν ἀπόλυτον ἄσκησιν.   Ἀναζητώντας πλήρη ἀπομόνωση, ἐγκαταστάθηκε σὲ μιὰ ἄγρια, ἀπρόσιτη σπηλιά μέσα σὲ ἕνα πυκνὸ δάσος κοντὰ στὴ Νὶμ (Nîmes). Ἐκεῖ ζοῦσε μὲ ἀπόλυτη νηστεία, τρεφόμενος μόνο μὲ ρίζες, ἄγρια βότανα καὶ νερό.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση, ἕνας εὐσεβὴς Δομινικανὸς μοναχὸς βασανιζόταν ἀπὸ ἕναν μεγάλο πνευματικὸ πειρασμὸ καὶ δὲν μπορούσε νὰ κατανοήσει καὶ νὰ πιστέψει πῶς ἡ Παναγία παρέμεινε Παρθένος πρίν, κατὰ τὴ διάρκεια καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ (τὸ δόγμα τοῦ Ἀειπαρθένου). 
 Ὁ μοναχός, ἀπελπισμένος ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες του, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν φημισμένο γιὰ τὴν ἁγιότητά του γέροντα Αἰγίδιο, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν πνευματική του καθοδήγηση.
 Ὅταν ὁ μοναχὸς πλησίασε τὸν Ἅγιο, ὁ Αἰγίδιος – καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ διορατικό του χάρισμα – γνώριζε ἤδη τὸν λογισμόν του χωρὶς ὁ μοναχὸς νὰ προλάβει νὰ μιλήσει. 
 Ἀντὶ γιὰ μιὰ μακροσκελὴ θεολογικὴ ἀνάλυση, ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος προτίμησε νὰ τοῦ δώσει μιὰ «ζωντανὴ» ἀπάντηση μέσω τῆς φύσεως. 
 Ὁ Ἅγιος στὸ πρῶτο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του στὸ ξηρὸ χῶμα εἶπε: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου». Ἀμέσως, μέσα ἀπὸ τὸ ξερὸ ἔδαφος, βλάστησε καὶ ἄνθισε ἕνας πανέμορφος, κάτασπρος κρίνος.
Στὸ δεύτερο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του ξαναλέει: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος ἐν τῷ τόκῳ». Ἀμέσως, ἕνας δεύτερος κρίνος ξεπήδησε δίπλα στὸν πρῶτο.
 Στὸ τρίτο χτύπημα στὸ ἔδαφος ξαναεῖπε: «Ἡ Μαρία παρέμεινε Παρθένος καὶ μετὰ τὸν τόκο». Τότε, ἕνας τρίτος κρίνος ἄνθισε πλάι στοὺς ἄλλους δύο.
 Ἡ θαυμαστή αὐτή φανέρωση ἔλυσε ἀμέσως τὶς ἀμφιβολίες τοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος γονάτισε καὶ δόξασε τὸν Θεόν. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ χριστιανικὴ τέχνη, κυρίως τὴν Ἁγιογραφίαν.
 Σὲ πολλὲς δυτικὲς ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὲς ἀπεικονίσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἢ ἕνα βάζο ἀνάμεσα σὲ ἐκεῖνον καὶ τὴν Παναγία φέρει τρεῖς κρίνους σὲ ἕνα κοινὸ στέλεχος. Κάθε κρίνος (ἢ μπουμπούκι) συμβολίζει μία ἀπὸ τὶς τρεῖς φάσεις τῆς ἁγνότητος τῆς Θεοτόκου (πρό, ἐν καὶ μετὰ τόκον).
 Παρόλο ποὺ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος δὲν περιλαμβάνεται στὰ τυπικὰ καθημερινὰ ὀρθόδοξα συναξάρια (καθὼς ἡ τιμή του ἀναπτύχθηκε ῥαδιαῖα στὴ Γαλλία καὶ τὴ Σκωτία), ἡ σκηνὴ τοῦ θαύματος μὲ τὰ τρία κρινάκια ἔχει ζωγραφιστεῖ σὲ ναοὺς τῆς Βόρειας καὶ Δυτικῆς Ἑλλάδος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν Ὀρθόδοξη ἀποδοχή.   Οἱ ὀρθόδοξοι ἁγιογράφοι συχνὰ παρέλειπαν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ κρατοῦσαν τη σκηνὴ τῶν κρίνων ὡς μιὰ θαυμαστὴ ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.
Ἕνα ἀκόμη θαυμαστὸ γεγονὸς στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε τὸ θαῦμα μὲ τὸ Ἐλάφι. Ὁ Θεός, θέλοντας νὰ απαλύνει τὶς κακουχίες του, τοῦ ἔστειλε μιὰ ἥμερη ἐλαφίνα (ἢ ζαρκάδι). Τὸ ζῶο αὐτὸ ἐπισκεπτόταν καθημερινὰ τὸν Ἅγιο στὴ σπηλιά του καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸ γάλα της. Ἡ ἐλαφίνα ἐγένετο ὁ μοναδικός του σύντροφος στὴν ἐρημιά.
 Μιὰ μέρα, ὁ βασιλιάς τῶν Βησιγότθων (ἢ Φράγκων), Βάμπα (Wamba) ἢ κατ᾽ ἄλλους Φλάβιος [Φλάβιος Βάμβα] βγῆκε γιὰ κυνήγι στὸ δάσος μὲ τοὺς ἄνδρες του. Οἱ κυνηγοὶ ἐντόπισαν τὴν ἐλαφίνα καὶ τὴν καταδίωξαν. Τὸ ἔντρομο ζῶο κατέφυγε στὴ σπηλιά τοῦ Ἁγίου γιὰ προστασία. 
 Ὅμως ἕνας ἀπὸ τοὺς κυνηγοὺς ἔριξε ἕνα βέλος στὰ τυφλὰ μέσα στοὺς θάμνους τῆς εἰσόδου. Ὅταν ὁ βασιλιάς καὶ οἱ κυνηγοὶ μπῆκαν στὴ σπηλιά, ἀντίκρισαν ἕνα συγκλονιστικὸ θέαμα: ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος καθόταν αἱμόφυρτος, ἔχοντας δεχθεῖ τὸ βέλος στὸ πόδι του, ἐνῷ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά του προστατευμένη τὴν ἐλαφίνα. 
 Ὁ βασιλιάς Βάμπα ἢ Φλάβιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἐρημίτη καὶ γεμάτος τύψεις γιὰ τὸν τραυματισμό του, ζήτησε συγχώρεση. Τοῦ πρόσφερε γιατροὺς καὶ πλούτη, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε τὰ πάντα, ζητώντας μόνο νὰ μείνει στὴν ἡσυχία του.
 Ὡστόσο, ὁ βασιλιάς ἐπέμεινε νὰ τιμήσει τὸν Ἅγιο καὶ τελικὰ ἔχτισε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἕνα μοναστήρι. Ὁ Αἰγίδιος δέχθηκε νὰ γίνει ὁ πρῶτος ἡγούμενος (Abbot) τῆς μονῆς, ἡ ὁποία ἀκολουθοῦσε τοὺς κανόνες τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ γύρω στὸ 720-725 μ.Χ. Γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἀναπτύχθηκε μιὰ ὁλόκληρη πόλη ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του (Saint-Gilles-du-Gard), ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἀποτελέσε ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος στὴν Εὐρώπη.
 Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ἔμεινε χωλὸς γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ (καθὼς ἀρνήθηκε νὰ θεραπευτεῖ γιὰ νὰ θυμᾶται τὴν ταπεινότητα), θεωρεῖται στὴ χριστιανικὴ παράδοση ὁ προστάτης ἅγιος τῶν ἀτόμων μὲ ἀναπηρία, τῶν μητέρων ποὺ θηλάζουν (λόγω τῆς ἐλαφίνας) καὶ τῶν μοναχικῶν ἀνθρώπων. 
 Στὴν ἁγιογραφία ἀπεικονίζεται σχεδὸν πάντα ὡς μοναχὸς ποὺ κρατᾶ ἕνα ῥαβδί, ἔχοντας ἕνα βέλος καρφωμένο πάνω του ἢ μιὰ ἐλαφίνα νὰ ἀκουμπᾶ στὰ πόδια του.

  Σήμερα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἐπιβιώνει μὲ ἕναν ἐντυπωσιακό, παγκόσμιο τρόπο, φανερούμενη τόσο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς διπλωματίας, ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ κορυφαῖα ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς Εὐρώπης.
 Ἡ πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐπιδραστικὴ «κληρονομιά» τοῦ Ἁγίου στὶς μέρες μας εἶναι ἡ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (Community of Sant'Egidio). Ἱδρύθη τὸ 1968 στὴ Ῥώμη ἀπὸ τὸν Andrea Riccardi ὡς μιὰ κίνηση λαϊκῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν.
  Τὸ 1973, ἡ κοινότης ἀπέκτησε ὡς ἕδρα της ἕνα παλιὸ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Αἰγίδιο (Sant'Egidio) στὴν ἱστορικὴ συνοικία Trastevere τῆς Ῥώμης.
 Ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου (ποὺ μοίρασε τὴν περιουσίαν του καὶ ἔζησε στὴν ἀπομόνωση προστατεύοντας τοὺς ἀδυνάμους), ἡ κοινότης ἑστιάζει στὴν καταπολέμηση τῆς φτώχειας, τὴ φροντίδα τῶν ἀστέγων, τῶν προσφύγων καὶ τῶν ἡλικιωμένων.
 Ἡ κοινότης ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἕναν παγκόσμιο ἀνθρωπιστικὸ ὀργανισμὸ μὲ παρουσία σὲ πάνω ἀπὸ 70 χῶρες. Εἶναι παγκοσμίως γνωστὴ γιὰ τὶς μεσολαβήσεις της σὲ εἰρηνευτικὲς διαπραγματεύσεις (μάλιστα πέτυχε τὸν τερματισμὸ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου στὴ Μοζαμβίκη τὸ 1992, ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχει προταθεῖ γιὰ Νόμπελ Εἰρήνης).
  Παρότι ὁ Ῥωμαιοκαθολικισμὸς καὶ οἱ ἄλλες ἑτερόδοξες χριστιανικὲς ὁμολογίες τῆς Εὐρώπης θεωροῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς αἱρέσεις, ἡ αἴγλη τῶν Ἁγίων – τῶν πρὸ τοῦ Σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν – παραμένει ἐναργής.
 Σημάδι ἐτούτης τῆς ὁρατότητος εἶναι ὁ Καθεδρικὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (St. Giles' Cathedral) στὸ Ἐδιμβοῦργο, καθὼς ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ πολιοῦχος τῆς πρωτευούσης τῆς Σκωτίας. 
 Μάλιστα, στὴν καρδιά τῆς πόλεως, πάνω στὸ περίφημο Royal Mile, δεσπόζει τὸ ἐμβληματικὸ αὐτὸ οἰκοδόμημα, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα θρησκευτικὰ καὶ ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς χώρας, μὲ ἱστορία ποὺ ξεπερνᾶ τὰ 900 χρόνια.
 Παράλληλα, ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ προσκύνημα στὸ Saint-Gilles-du-Gard τῆς Γαλλίας. Ἡ πόλη ποὺ σχηματίστηκε γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος στὴ Νότια Γαλλία παραμένει κέντρο τῆς μνήμης του. 
 Τὸ ἀβαεῖο τοῦ Saint-Gilles ἀποτελεῖ Μνημεῖο Παγκοσμίας Κληρονομιᾶς τῆς UNESCO, καθὼς εἶναι βασικὸς σταθμὸς τοῦ ἱστορικοῦ προσκυνηματικοῦ δρόμου «Camino de Santiago» (Δρόμος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου).
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος σήμερα θεωρεῖται προστάτης σὲ Πόλεις καὶ Νοσοκομεῖα τῆς Εὐρώπης. 
 Κατὰ τὸν Μεσαίωνα, συμπεριλήφθηκε στους «Δεκατέσσερις Ἁγίους Βοηθούς» (Fourteen Holy Helpers) τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. 
 Ἦταν ὁ μοναδικός μὴ-μάρτυρας τῆς λίστας, καὶ οἱ πιστοὶ προσεύχονταν σὲ αὐτὸν γιὰ προστασία ἀπὸ τὴν πανώλη, τὴν κατάθλιψη καὶ τοὺς παιδικοὺς φόβους.     
 Ἐκτός ἀπὸ τὸ Ἐδιμβοῦργο, εἶναι προστάτης καὶ πολιοῦχος σὲ μεγάλες εὐρωπαϊκὲς πόλεις ὅπως τὸ Γκράτς (Αὐστρία), ἡ Νυρεμβέργη, τὸ Ὄσναμπρουκ καὶ τὸ Μπράουνσβαϊγκ (Γερμανία)
 Ἐπιπλέον, λόγω τῆς ἐπελθούσης χωλότητός του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ, ἑκατοντάδες νοσοκομεῖα, ἄσυλα, θεραπευτήρια καὶ ἱδρύματα γιὰ ἄτομα μὲ ἀναπηρία ἢ λέπρα σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν κεντρικὴ Εὐρώπη φέρουν τὸ ὄνομά του (St. Giles).
 Τὸ βιογραφικό του ἀναφέρει ὅτι μὲ τὰ θαύματα καὶ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή του προσηλύτισε πολλούς κοσμικούς, ἐνῷ ταυτόχρονα στερέωσε τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν.
 Λίγο ἀργότερα, ὁ Αἰγίδιος – Τζάιλς (Giles)Ζὴλ (Gilles), ὅπως ἀναφέρεται στὴ Δύση – μετέβη στὴ Ῥώμη, στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, γιὰ νὰ ἀποτίσει φόρο τιμῆς στον τότε Ὀρθόδοξο Πάπα Ῥώμης καὶ νὰ ἐξασφαλίσει προνόμια γιὰ τὸ μοναστήρι του. 
 Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τη Ῥώμη, ἀνακοίνωσε τὴν ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του στοὺς πνευματικούς του ἀδελφοὺς καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ἀνάμεσά τους.
  Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἑορτάζεται εὐλαβῶς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ἐπίσης τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Στυλίτου τὴν σύναξιν τῶν Ἁγίων Σαράντα Γυναικῶν Μαρτύρων καὶ Ἀσκητριῶν, τοῦ Ἁγίου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Νέου, καθὼς καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων[1].

Απολυτίκιον Ἦχος α΄. 
Τῆς ἐρήμου πολίτης. «Τῶν Ἀθηνῶν τὸν βλαστόν καὶ τῆς Γαλλίας τὸ καύχημα, τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἀσκήσει θαυμαστῶς ἐκλάμψαντα, Αἰγίδιον τὸν θεῖον ὑμνήσωμεν πιστοί, τὸ θαῦμα τῶν κρίνων ὁρῶντες εὐσεβῶς, δι᾿ οὗ ἐτράνωσε δόγμα τὸ ἱερόν, τῆς Ἀειπαρθένου κράζων· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ βεβαιούντι διὰ σοῦ, πίστην τὴν Ὀρθόδοξον.»

Μεγαλυνάριον: 
«Χαίροις Ἀθηναίων θεῖος βλαστός,καὶ τῆς ἐρημίας ὁ οὐράνιος ὁδηγός· ὁ διὰ τῶν κρίνων, τρισσῶς φανερώσας, τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, μυστήριον, Αἰγίδιε.»

ΧΑΙΡΕΤΕ 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Στὴν ἡμέρα αὐτὴ ὀφείλεται καὶ ἡ τεράστια ὀνομαστικὴ ἑορτὴ πολλῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ὀνομάτων, ὅπως Ἀθηνᾶ, Ἀντιγόνη, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Κλειώ, Πηνελόπη κ.ά., λόγῳ τῶν Σαράντα Παρθενομάρτυρων...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνὰ (1853), Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης. (Ἀναφορὲς στὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τῶν τριῶν κρίνων σὲ κοινὸ στέλεχος στὶς μεταβυζαντινὲς παραστάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὡς ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ Ἀειπαρθένου). 
•Λαμπάκης, Γ. (1906), «Οἱ κρίνοι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἡ δογματικὴ σημασία τοὺς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση», Δελτίον Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (ΔΧΑΕ), Ἀθήνα. 
Συναξαριστὴς Μεγάλου Βασιλείου & Μηναία Ἐκκλησίας: Ἂν καὶ ὁ Ἅγιος δὲν ἔχει πλήρη ἀσματικὴ ἀκολουθία στὰ τυπικὰ ἑλληνικὰ Μηναία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου (λόγῳ τῆς σύμπτωσης μὲ τὴν Ἀρχή της Ἰνδίκτου καὶ τὸν Ἅγιο Συμεῶν τον Στυλίτη), ἡ μνήμη του καταγράφεται σὲ δυτικοελληνικὰ χειρόγραφα τῆς προ-σχισματικῆς περιόδου. 
•Vita Sancti Aegidii (10ος αιώνας): Τὸ ἀρχαιότερο λατινικὸ κείμενο ποὺ διασώζει τὸν πλήρη βίο, τὴ γέννησή του στὴν Ἀθήνα, τὴ φυγὴ στὴ Γαλλία, τὸ θαῦμα της ἐλαφίνας καὶ τὸ θαῦμα τῶν κρίνων. 
•Jacobus de Voragine (1260), Legenda Aurea (The Golden Legend): Ἡ διάσημη μεσαιωνικὴ «Χρυσῆ Θρῦλος» (Κεφάλαιο γιὰ τὸν Sancti Aegidii), ἡ ὁποία διέδωσε εὐρύτατα στὴ δυτικὴ Εὐρώπη τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου καὶ τὴ συνάντησή με τὸν βασιλιᾶ των Βησιγότθων Βάμπα. 
•Acta Sanctorum (Antwerp, 1746): Στὸν τόμο September I (1η Σεπτεμβρίου), περιλαμβάνεται ἡ πλήρης κριτικὴ ἔκδοση τῶν μεσαιωνικῶν χειρογράφων καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου. 
•Jones, E. C. (1914), Saint Gilles: Essai d'histoire littéraire, Paris: Champion. (Ἡ κλασικὴ καὶ πιὸ λεπτομερὴς ἱστορικὴ μονογραφία γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς λατρείας τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση). 
Remensnyder, A. G. (1995), Remembering Kings Past: Monastic Foundation Legends in Medieval Southern France, Cornell University Press. (Ἐξετάζει τὴν ἱστορία τῆς ἵδρυσης τοῦ Ἀβαείου Saint-Gilles-du-Gard καὶ τὴ σχέση τοῦ Ἁγίου μὲ τὴ βασιλικὴ ἐξουσία). 
•Fliche, A. (1920), L'Ami des pauvres: Saint Gilles, Avignon. (Μελέτη ἑστιασμένη στὸ κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου στὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Γαλλία). 
•Riccardi, Andrea (2006), Sant'Egidio: Rome and the World, London: Saint Austin Press. (Ἡ ἱστορία τῆς ἵδρυσης τῆς παγκόσμιας Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου στὸ Trastevere τῆς Ρώμης καὶ πῶς ἡ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη ἐνέπνευσε τὴ σύγχρονη χριστιανικὴ διπλωματία καὶ φιλανθρωπία). 
•Cameron, N. et al. (1993), Dictionary of Scottish Church History and Theology, Edinburgh: T&T Clark. (Ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ St. Giles στὸ Ἐδιμβοῦργο καὶ τὴν ἀνακήρυξη τοῦ Ἀθηναίου Ἁγίου ὡς πολιούχου της Σκωτίας).