ЭIЄ
ΤΟ ΜΠΕΛΚΑΝΤΟ ΗΤΟΙ ΚΑΛΛΙΦΩΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑΤΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
Στὰ μουσικὰ δρώμενα τῶν παλαιοτάτων ἐκείνων χρόνων, εἰσάγω τὴν τοιαύτη μελέτη, ἐνισχύοντας τὴν ἄποψη ὅτι, ὁ πολιτισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία συνεχεῖς καὶ ἀλλεπάλληλη ἀνακύκλησης.
Τὸ κύριο θέμα ἀφορᾶ τὴν ὑψηλὴ τέχνη του τραγουδίσματος στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ποὺ ἀποδίδεται μὲ τὴν φράση καλλιφωνία.
Ὡς ἐκ τούτου, στὸ ἔργο τοῦ Πλουτάρχου «Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς - Ρωμύλος», καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴν ἑνότητα ποὺ περιγράφει τὴν ἄφιξη τοῦ Θησέα στὴν Ἀθήνα καὶ τὴ διήγηση τῆς ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὴν Κρήτη ἐπισημαίνετε τὸ πέρασμα του ἀπὸ τὴν νῆσο Δῆλο.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀποβίβασης εἰς Δῆλον, ὁ βιογράφος τοῦ ἥρωος, παραδίδει λεπτομερῶς τὴν τελετουργικὴ μυσταγωγία ποὺ ἐξετέλεσε ὁ Θησεὺς μετὰ τῶν ἀπελευθερωθέντων Ἀθηναίων.
Στὸ ἐδάφιο αὐτό, ἐκ τῆς περιγραφῆς, φαίνεται ὅτι, συντελεῖτε μουσικὴ ἐκτέλεσης τοῦ ὁμίλου χοροστατοῦντος τοῦ ἡγήτορα κιθαρωδοῦ Θησέως κατὰ τὴν ἔξοδο τοὺς ἐκ τοῦ πλεουμένου.
Τὸ χωρίο λέγει: «...ἐκ δὲ τῆς Κρήτης ἀποπλέων εἰς Δῆλον κατέσχε... καὶ τοῖς νέοις ἐχόρευσεν, ἣν καὶ νῦν ἔτι χορεύουσιν Ἀθηναῖοι, τὴν τοῦ γεράνου ... καὶ φὰσὶν ἐπιφανεῖς αὐτὸν τῇ ὥρᾳ καὶ τῇ καλλιφωνὶᾳ γενέσθαι...»(Θησεὺς, κεφ. 22).
Ἡ περιγραφή της «καλλιφωνίας» καὶ τῆς ἐντυπωσιακῆς ἐμφάνισης τῶν Ἀθηναίων νέων ἐμφανῶς δεικνύει τὴν ὑψηλὴ τέχνη του χοροδράματος τοῦ ὁποίου τὴν σύνθεση πραγματοποίησε ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου τῆς Ἀθήνας, Θησέας.
Ἰδοὺ ἡ πλευρὰ Β' τοῦ ἀγγείου Φρανσουὰ(francois) τοῦ 630 π.Χ. Παρουσιάζει
τὴν ἀπόβαση τοῦ Θησέως εἰς τὴν ἱερὰ νῆσο Δῆλο μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν ἑπτὰ νέων καὶ ἑπτὰ νεανίδων παρθένων. Ἀρχηγὸς τῆς πομπῆς ὁ ἥρωας ἐμφανιζόμενος, ὄχι ὅμως ὡς μαχητῆς, ἀλλά, ὡς ἱερέας κιθαρωδός. Πίσω του ἀκολουθεῖ ὁ χορὸς τῶν καλλιφώνων ἰηθέων[Παρθένων] ἤτοι καὶ Μπελκάντο ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση.
Ἡ ἀγγειογραφία, τοῦ ἀγγείου Φρανσουὰ(francois) 630 π.Χ. παρ' ὅτι εἶναι κατὰ αἰῶνες ἀρχαιότερη, τῆς περιγραφῆς τοῦ Πλουτάρχου, ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὴν πραγματικὸ στιγμιότυπο τοῦ ἐλλιμενισμοῦ του Θησέως στὴν Δῆλο.
Μὲ τὴν παραπομπὴ τοῦ ἐν λόγῳ ἐδαφίου, ὁ Πλούταρχος, γνωστοποιεῖ ὅτι, ὁ Θησέας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κρήτη, σταμάτησε γιὰ λίγο χρόνο στὴ Δῆλο.
Ἐκεῖ, εἰσήγαγε ἕναν χορὸ ἢ χορόδραμα (τὸν «γέρανο»)[1] ποὺ χόρευαν οἱ νέοι καὶ οἱ νέες. Ποιός όμως είχε μυήση τον Θησέα στη μουσική και ιδίως στην κιθαρωδική τέχνη;
Ὁ Ἀθηναῖος, στρατηγὸς ἀλλὰ καὶ συγγραφέας, Ξενοφῶν στὸ βιβλίο του «κυνηγετικὸς» ἐπισημαίνει τὴν μετάβαση τοῦ ἥρωος εἰς Πήλιον εἰς νεαρὰν ἡλικίαν περισπουδάζοντας πολεμικὲς τέχνες (στρατηγικὴ καὶ σωματικὴ ἀντοχή), περὶ ἠθικῆς καὶ ἀρετῆς, ἰατρικὴ καὶ μουσικὴ ἁρμονία.
Βεβαιώνεται δὲ, ἡ κλίση του πρὸς τὰ μουσικὴ καὶ τὴν κιθαρωδία ἀφοῦ ὁ παπποῦς του Ἐρεχθέας ὑπῆρξε διαγωνιζόμενος καὶ ἐπιβραβευθεὶς τῆς τέχνης τοῦ Ἀπόλλωνος.
Ἐπιπλέον ἐπισημαίνετε ὅτι, οἱ Ἀθηναῖοι διασωθέντες(οἱ ἑπτὰ νέοι καὶ ἑπτὰ νέες) ξεχώριζαν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους (τῇ ὥρᾳ) καὶ τὴν καλλιφωνία τους, δηλαδὴ τὴν ἐξαιρετική ὡραία φωνή τους.
Αὐτὴ ἡ καλλιφωνία συνδέεται μὲ τὴν δοξασία τοῦ κιθαρωδοῦ Θεοῦ Ἀπόλλωνος στὴ Δῆλο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνδειξη τῆς προπορεύσεως τῶν Ἀθηναίων ἔναντι τῶν Κρητῶν καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἑλλήνων.
Ὁ Πλούταρχος, σὲ ὅλο τὸν βίο τοῦ Θησέα, τονίζει τὴν εὐγένεια, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν σωματική - πνευματικὴ ρώμη τῶν νέων Ἀθηναίων ποὺ καθοδηγεῖ ὁ Θησέας.
Ἐν τούτοις, κάνοντας μία ἑτεροχρονικὴν παρεμβολήν, ἐπισημαίνω ὅτι, ἡ καλλιφωνικὴ ὑμνωδία δείχνει νὰ ἐπηρέασε κατὰ πολὺ τὸν κόσμο τῆς μουσικῆς, εἰς τὴν πορεία τῶν αἰώνων, ἐπανερχόμενη ὡς κυρίαρχο στοιχεῖο τῆς ὠδικῆς τέχνης, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20ου αἰῶνα, ὑπὸ τὸν θεωρητικὸ μουσικὸ ὅρο Μπελκάντο.
Τὸ Μπελκάντο, (Ἰταλιστὶ = τὸ ὄμορφο τραγούδι), θεωρεῖται μιὰ μουσικὴ ὁρολογία τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐκρινεῖς τέχνης τῶν καλλιφώνων ἀοιδῶν - τραγουδιστῶν.
Πρόκειται γιὰ ἕνα ὕφος τραγουδιοῦ ποὺ ἐμφανίζεται κυρίως στὴν ἰταλικὴ ὄπερα τοῦ 17ου ἕως 19ου αἰῶνα. Στόχος τοιαύτης φωνητικῆς τέχνης θεωρεῖται ἡ ἰσορροπημένη φωνητικὴ τεχνικὴ καὶ ἡ τονικὴ ὀμορφιά.
Τα ίδια ακριβώς και κάτι περισσότερο παραθέτει και η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica στο λήμμα μπὲλ κάντο: «(bel canto) (Μούσ.)· τέχνη τοῦ τραγουδιοῦ ποὺ βασίζεται στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἤχου καὶ τὴ δεξιοτεχνία (ἰταλ. bel canto = ὄμορφο τραγούδι). Τὸ μπὲλ κάντο (ὅρος ποὺ χρησιμοποιήθηκε κυρίως τὸν 19ο αἰῶνα) συνεχίζει τὴν παράδοση τοῦ ἰταλικοῦ μπουὸν κάντο τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα. Εἶδος κληρονομημένο ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα, διαιωνίστηκε κατὰ τὸν Μεσαίωνα στὸ λειτουργικὸ μέλος καὶ κωδικοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Ὀρτὶζ (1552), Κατσίνι (1601-1602), Τόζι (1723), Τζ.Μπ. Μαντσίνι (1774), Ροσίνι, Γκαρθία κ.ἄ. Ἔδινε τὸ προβάδισμα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἤχου καὶ τὴν ποιότητα τοῦ τραγουδιοῦ εἰς βάρος τῆς προσωδίας τοῦ κειμένου καὶ προϋπέθετε μεγάλη ἐλευθερία στὴν ἑρμηνεία, ποὺ βασιζόταν στὴν πολὺ αὐστηρὴ φωνητικὴ καὶ μουσικὴ ἐκπαίδευση. Τὸ μπὲλ κάντο ἀπαιτοῦσε ἐξαιρετικὴ μαεστρία τῆς ἀναπνοῆς, βασιζόταν κυρίως στὴν τέχνη τῶν ποικιλμάτων καὶ τοῦ αὐτοσχεδιασμοῦ καὶ ἔφτασε στὸ ἀπόγειό του μὲ τοὺς καστράτι καὶ τὶς τραγουδίστριες ὄπερας τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα».
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ 18ου αἰῶνα, τὸ δεξιοτεχνικό - διακοσμητικὸ τραγούδι (αὐτοσχέδιες κολορατοῦρες, "roulades") ἔρχεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸ προσκήνιο ὡς μέσο αὐτοέκφρασης γιὰ τοὺς τραγουδιστές.
Τελικά, ὅμως, τὸν 19ο αἰῶνα, τιθέμενο ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἀναδείξεως τοῦ νέου μουσικοῦ ὕφους τοῦ ἐπιλεγόμενου Βερισμοῦ ἐπικρίθηκε ὡς ἐπιφανειακό σβήνοντας μὲ ἐτοῦτο τὸν τρόπο ἡ αἴγλη του ἀργά - ἀργά.
Οἱ πιὸ διάσημες Μπελκάντο ἄριες ποὺ ἀκούγονται μέχρι σήμερα εἶναι ἡ Casta diva (Μπελίνι, Νόρμα) καὶ ἡ "τρελὴ ἄρια" Eccola! Oh giusto cielo (Ντονιτσέτι, Λουτσία ντὶ Λάμερμουρ).
Ἡ ὀνομασία ἔχει ρίζες βαθιὰ ἑλληνικὲς ἀφοῦ τόσο, ἡ λατινικὴ λέξη Μπέλα = ὄμορφη προέρχεται ὡς ἔκφραση ἀπὸ τὸν Βῆλο - Κρόνο ποὺ ἔζησε στὴν πιὸ ὄμορφη ἐποχὴ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ὁμοιάζον μὲ τοῦ Παραδείσου, ὅσο καὶ τὸ κάντο ποὺ σημαίνει στὰ λατινικὰ τραγούδι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα ἀείδω = τραγουδῶ. Πρόκειται γιὰ εἶδος κληρονομημένο ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα, δηλαδὴ, ἐκ τῆς μητέρας Ἑλλάδος. Κλείνοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν μελέτη μας στὸ ἦθος τῆς καλλιφωνίας τῶν ἀρχαίων μας προγόνων Ἑλλήνων καὶ τὴν μετέπειτα πορεία καὶ ἐξέλιξη, γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι: Ἡ φωνητικὴ τέχνη ὡς καλλιτεχνικὴ ἀρχὴ τῆς ἐξ ουρανοῦ φωνῆς αὔρας λεπτῆς τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου Τοῦ Θεοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετασχηματισθῆσα σὲ καλλιφωνία τῶν Ἀπολλωνίων ὠδῶν μετέβησε πολὺ ἀργότερα ὡς σότο βότσε του ὀπερατικοῦ Μπελκάντο των ἀγγελοφώνων Καστράτι.
Ἐν κατακλεῖδι, ὁ Θησέας μὲ τὴν χορωδία τῶν νέων - παρθένων ἀγγελοφώνων (συνδυαζόμενοι μὲ τὴν τονικότητα τῶν σοπράνο, κοντράλτο καὶ καστράτι) καὶ οἱ ἀρχαϊκὴ καὶ κλασσικὴ - λυρικοὶ ποιητὲς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, οἱ Ἀθηναῖοι ψαλτωδοὶ τῆς βυζαντινὴς καὶ ὀθωμανικῆς περιόδου, ἀλλά, καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι ὀπερατικοὶ τοῦ Μπελκάντο, μὲ γνώμονα τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ὠδικὴ τέχνη των φωνασκῶν, πατοῦσαν στὰ χνάρια μίας οὐράνιας φωνητικῆς ἑρμηνείας ποὺ συμβαδίζει μὲ τὴν χροιὰ τῆς θεότητος ποὺ ἀκούστηκε, σύμφωνα μὲ τὶς βιβλικὲς ἀναφορές - ἐκ τῶν Πελασγικῶν ἀπολεσθέντων κειμένων - ὡς φωνὴ αὔρας λεπτῆς, στὰ αὐτιὰ τῶν προφητῶν.
Αὐτή ἡ φωνὴ ταυτίζεται μὲ τὴν μεταγενέστερη ἰταλικοῦ τύπου φωνητικὴ ὁρολογία, sotto voce, δηλαδή, ἑλληνιστὶ σιγαλὴ βοή. Ἔτσι ἀποκαλύπτεται ποιό εἶναι τὸ ἄκουσμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καλλιφωνίας!
~
ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΤΑΞΙΔΕΥΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΩΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΏΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΦΩΝΙΑ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥ ΜΠΕΛΚΑΝΤΟ ΉΤΟΙ ΚΑΙ ΦΩΝΗΣ ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗ
Ἐπανερχόμενοι ἐπὶ τοῦ θέματος, παραθέτουμε τὶς μαρτυρίες τῶν Εὐρωπαίων ταξιδευτῶν, ὅπου περιηγήθηκαν τὴν σκλαβωμένη Ἑλλάδα τὸν καιρό της Ὀθωμανοκρατίας καὶ δηλώνοντας τὸν θαυμασμόν τους γιά τὴν μελωδικότητα τῶν ἑλληνικῶν - Ἀθηναϊκῶν τραγουδιῶν.
Ταξιδεύοντας, λοιπὸν, στὴν σκλαβωμένη Ἀθήνα ἐντόπισαν ἔξαφνα μιὰ καθαρὰ τοπικὴ ἰδιαιτερότητα· τὴν καλλιφωνία τῶν Ἀθηναίων τραγουδιστῶν. Ἐντυπωσιασμένοι ἐρεύνησαν λεπτομερῶς τὸ αἴτιο αὐτῆς τῆς ἰδιαιτερότητας ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους ἑλληνικοὺς τόπους. Τὰ συμπεράσματα ἀναφέρονται εἰς τὸ κάτωθι συμπληρωματικὸ κεφάλαιο σύμφωνα μὲ τὴν πολύτομο μελέτη τοῦ Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιῶτες».
Στὴν μελέτη αὐτὴν κατατίθενται σημαντικὲς καταγραφὲς τῶν περιηγητῶν τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου μὲ στοιχεῖα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἰδιομορφίας ποὺ τοὺς περιέβαλε.
Ἐπὶ παραδείγματι, τὸ 1575 ὁ Ζυγομαλὰς σὲ ἐπιστολή του, περιγράφοντας τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, παραθέτει μερικὰ ἀρχαιολογικὰ στοιχεῖα, ὅπως, τὴν παρουσία θεραπευτικῶν βοτάνων στὸν Ὑμηττό, τὸ ἐξαίσιο κλίμα τῆς περιοχῆς καὶ τὰ πηγαῖα καὶ καθαρὰ ὕδατα.
Ὅσο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους γράφει ἐπὶ λέξη ὅτι ἔχουν γερὴ μνήμη καὶ εἶναι καλλίφωνοι.
Τὸ αὐθεντικὸ κείμενο λέει τὰ ἑξῆς: «Θεάσασθαί τε καὶ ἄλλα θαύματα ἄξια. Οὐ λέγω τον βουνὸν τὸν καταντίκρυ βοτάνη πᾶσαν(ειπείν ἰατρείας ἁπάσης πρόξενον) ἐμπεριέχοντα, ὀν κῆπον Ἀδώνιδος ὀνομάζω, ἢ ἀέρων εὔπνοιαν ἢ ὑδάτων πότιμον ἢ ἀγαθῶν ἄλλων ἐξ ὧν συμβαίνει, τοὺς νῦν Ἀθηναίους, ἤδη βαρβαρωθέντας, φύσει μνήμονος καὶ εὔφωνος εἶναι. Μέλεσι διαφόροις θέλγειν, ὡς Σειρήνων μέλη, τοὺς ἀκούοντας».
Σημαντικὲς λεπτομέρειες, περὶ τῆς μουσικῆς καλαισθησίας τῶν Ἀθηναίων ἰθαγενῶν ἐπὶ ὀθωμανικῆς κατοχῆς, ἀποκομίζομαι ἐκ τῆς περιγραφῆς τοῦ νεαροῦ Γερμανοῦ περιηγητοῦ Reinhold Lubenau ἐν ἔτει 1589 μ.Χ.
Ὁ Lubenau, ποὺ διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐρυμάθειά του, ἐνῷ εἶχε σπουδάσει φαρμακοποιὸς γνώριζε πολὺ καλὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους καὶ τοὺς ἀρχαίους ἱστορικούς. Ὅμως, τὸ ἐνδιαφέρον του ἑστιάζονταν περισσότερο στὶς περιοχές, τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ποὺ ἐπισκέπτονταν.
Ἐπιγραμματικά, στὶς καταγραφὲς του γιὰ τὴν σκλαβωμένη πόλη τῶν Ἀθηνῶν, λέγεται ὅτι: «...παντοῦ (στὴν Ἀθήνα) ἀκούει μουσικὴ καὶ τραγούδια. Ὁ Lubenau ἐγκωμιάζει τὴ μελωδία τῶν ἀθηναϊκῶν τραγουδιῶν ὅπως καὶ ὁ Ζυγομαλὰς στὶς ἐπιστολές του πρὸς τὸν Κρούσιο»[Κυριάκος Σιμόπουλος].
Ἐν ὀλίγοις, ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς διατηροῦσε στὸ ἔθος του, μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῶν ξένων περιηγητῶν, τὴν καλλιφωνικότητα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μελῶν τοῦ Θησέως καὶ τῶν μεγάλων τραγικῶν καὶ λυρικῶν τους ποιητῶν καὶ αὐτὸ βοήθησε στὴν μετέπειτα ἀνάδειξη τοῦ κανταδώρικου τραγουδιοῦ τῆς καλῆς ἐποχῆς ἤτοι καὶ μπέλε πόκ, ἀφ' ὅτου ἡ Ἑλλὰς εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἀνάλγητο καὶ αἱμοσταγῆ ὀθωμανικὸ ζυγό.
ΧΑΙΡΕΤΕ
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στὸν ὕμνο εἰς Δῆλον του Καλλιμάχου γίνεται λόγος γιὰ τὸ πέρασμα τοῦ Θησέως στὸ ἱερὸ νησὶ τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὅτι ἐκτέλεσε ὄρχηση μετὰ τῶν ἀπελευθερωθέντων νέων, καθώς, ὁ ἴδιος ἡγοῦνταν μὲ τὴν κιθάρα του τὸ λαβυρινθιακὸ σχῆμα του χοροδράματος. Ἰδοὺ καὶ τὰ λεχθέντα: «Κύπριδος ἀρχαίης ἀριήκοον, ἥν ποτε Θησεύς εἵσατο, σὺν παίδεσσιν, ὅτε Κρήτηθεν ἀνέπλει· οἳ χαλεπὸν μύκημα καὶ ἄγριον υἷα φυγόντες 310 Πασιφάης καὶ γναμπτὸν ἕδος σκολιοῦ λαβυρίνθου, πότνια, σὸν περὶ βωμὸν ἐγειρομένου κιθαρισμοῦ κύκλιον ὠρχήσαντο, χοροῦ δ᾽ ἡγήσατο Θησεύς». Μετάφραση: [(Τὸ ἱερὸ ἄγαλμα) τῆς ἀρχαίας Ἀφροδίτης ποὺ εἰσακούει εὔκολα τὶς προσευχές, τὸ ὁποῖο κάποτε ὁ Θησέαςαφιέρωσέ μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ (τοὺς νέους τῆς Ἀθήνας), ὅταν ἐπέστρεφε πλέοντας ἀπὸ τὴν Κρήτη·αυτοί, ἀφοῦ γλίτωσαν ἀπὸ τὸ τρομερὸ μουγκρητὸ καὶ τὸν ἄγριο γιὸ τῆς Πασιφάης (τὸν Μινώταυρο)καὶ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ κρησφύγετο τοῦ ἑλικοειδοῦς λαβυρίνθου, σεβάσμια θεά, γύρω ἀπὸ τὸν δικό σου βωμό, καθὼς ξεσηκωνόταν ὁ ἦχος τῆς κιθάρας, χόρεψαν κυκλικὸ χορό, καὶ ὁ Θησέας ὁδηγοῦσε τὸν χορό].
Ὁ ἀρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης στὴν μελέτη τοῦ «L' ancienne Athenes: ou La description des antiquites d' Athenes et de ses environs», διασώζει τὴν ἐκτέλεση ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ δρωμένου ποὺ ὀνομάζονταν Λαβύρινθος καὶ ἐκτελοῦνταν μέχρι καὶ τὴν ἐποχή του (ἐν ἔτει 1835). Ἰδοὺ καὶ τὰ σχόλια μεταφρασμένα ἐκ τῆς γαλλικῆς: «Οἱ παραδόσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ναὸ τοῦ Θησέα δὲν ἔχουν σβηστεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν λαό. Ὁ κόσμος ἔρχεται ἀκόμα τὴν τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα (τὴν Τρίτη τοῦ Πάσχα) γιὰ νὰ χορέψει στὸν περίβολό του. Χορεύουν τὸν χορὸ ποὺ παλαιότερα ὀνομαζόταν «Λαβύρινθος». Αὐτὸν τὸν χορὸ τὸν χόρευαν οἱ νεαροὶ Ἀθηναῖοι τὴν ὄγδοη ἡμέρα τοῦ μῆνα Πυανεψιώνα. Τὸν εἶχε χορέψει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θησέας κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Κρήτης. Οἱ Ἀθηναῖοι ἀπέδιδαν στὸν ναὸ τοῦ Θησέα τὴ δύναμη νὰ θεραπεύει τὶς ἀρρώστιες».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι: Θησεύς - Ρωμύλος»
•Ὕμνοι Καλλιμάχου, εἰς Δῆλον
•Ξενοφῶντος, Κυνηγετικὸς
•Ξένοι ταξιδιώτες, Κυριάκου Σιμόπουλου, Αθήνα 1981
•Das kleine Lexikon, Musikalische Fachbegriffe kurz erklärt
•Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 37


















