Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

 


ЭIЄ
Ὁ κύκλος του Μέτωνα καθορίζει τὴν ἡμερομηνία τοῦ Ὀρθόδοξου Πάσχα
(σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο)

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

 Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, παρὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς προοδευτικῆς τάσης τοῦ σύγχρονου κόσμου, διαπιστώνεται ὅτι, ἀκολουθεῖτε πιστὰ ἕνα πάγιο ἡμερολογιακὸ χρονοδιάγραμμα τῶν κινητῶν ἑορτῶν εἰς τὸ ἑλληνορθόδοξο χριστιανικὸ καλεντάρι. 
 Μιὰ ταχύρρυθμος ἔρευνα μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι, τὸ Χριστιανικὸ Πάσχα, προκύπτει ἐτησίως, ἡμερολογιακά, ἀπὸ τὴν μαθηματική - ἀστρονομικὴ μέθοδο τοῦ ἀρχαίου Ἀθηναίου ἀστρονόμου Μέτωνα
 Γίνεται λοιπόν, εὐκόλως κατανοητὸς ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς φιλοσοφίας μὲ τὸ χριστιανικὸ πνεῦμα καθ` ὅτι ἡ εὕρεση τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα στηρίζεται, μέχρι τὴ σήμερον, εἰς τὴν μέθοδο μετρήσεως τοῦ ἀθηναίου ἀστρονόμου - μαθηματικοῦ Μέτωνα ποὺ ὀνομάστηκε κύκλος του Μέτωνα
Στὸν Μηχανισμό των Ἀντικυθήρων, ὁ κύκλος του Μέτωνα ἀπεικονίζεται ὡς μιὰ σπεῖρα 5 στροφῶν μὲ 235 ὑποδιαιρέσεις (μῆνες). Ἡ εἰκόνα  ποὺ βλέπετε, μὲ τὴν Μετωνικὴ σπεῖρα, εἶναι προϊὸν ἀπὸ δεδομένα ἀκτίνων Χ μικροεστίασης ἐκ τοῦ Ὑπολογιστοῦ  τωνἈντικυθήρων
 καὶ βρίσκεται στὸ Ἐθνικὸ Μουσεῖο τῆς Ἀθήνας. Ἐρυθρὸ χρῶμα = διατηρημένα γράμματα. ἰῶδες χρῶμα = συμπληρώματα. Σύνθετο σχέδιο P. Iversen. Ἔργο Ἔρευνας Μηχανισμοῦ Ἀντικυθήρων 

  Ὁ Μέτων, ὅπου φαινομενικὰ ἤκμασε στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸ 430 π.Χ. ἔθεσε τὸν θεμέλιο λίθο γιὰ ἕνα καινοτόμο σύστημα ἡμερολογιακῆς μετρήσεως ἐπινοῶντας τὸν γνωστὸ ἡμερολογιακό Ἡλιοτρόπιον. Σύμφωνα μὲ τὴν ἱστορία τῶν διαφόρων πολιτισμῶν, ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸν πλανήτη, ὁρισμένες μετρήσεις βασίζονταν στὸ ἡλιακὸ σύστημα ἐνῷ ἄλλες στὸ σεληνιακό. 
 Τὸ σεληνιακὸ ἡμερολόγιο ποὺ συνηθίζονταν στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα σύντομα θεωρήθηκε ὡς ἐλλιπὲς καὶ δέχτηκε πολλὲς μεταρρυθμίσεις. Τὴν ὁλοκλήρωση αὐτοῦ τοῦ πεδίου μεθόδευσε ὁ Μέτων διορθώνοντας τὸ ὅποιο σφάλμα προσθέτωντας ἕναν ἐμβόλιμο μῆνα τῶν τριάντα ἡμερῶν. 
 Τὸ λεξικό του Πάπυρος Laroysse Britannica μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι: «Μεγαλύτερη βελτίωση τοῦ σφάλματος ἐπέφερε ὁ Μέτων, καθορίζοντας ἀνὰ περίοδο 19 ἐτῶν παρεμβολὴ ὁρισμένου ἀριθμοῦ ἡμερῶν: κατένειμε χρονικὸ διάστημα 235 συνοδικῶν μηνῶν σὲ 19 συναπτὰ ἔτη, μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ 12 ἔτη νὰ ἔχουν 12 μῆνες τὸ καθένα καὶ 7 ἔτη ἀπὸ 13 μῆνες τὸ καθένα. Ἀπὸ τοὺς 235 μῆνες κάθε περιόδου 19 ἐτῶν οἱ 125 εἶχαν ὁ καθένας ἀπὸ 30 ἡμέρες καὶ οἱ ὑπόλοιποι 110 μῆνες ἀπὸ 29 ἡμέρες. Ἡ περίοδος τῶν 19 ἐτῶν ὀνομάστηκε «κύκλος τῆς Σελήνης» ἢ «κύκλος του Μέτωνος». Ὁ «κύκλος του Μέτωνος»  δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον γιὰ τὸν καθορισμὸ τοῦ ἡμερολογίου. Ἐφαρμόζεται ὅμως γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, ἐπειδὴ κάθε 19 ἔτη ἐπαναλαμβάνονται οἱ ἴδιες ἡμερομηνίες τῶν φάσεων τῆς Σελήνης».
 Κατ' οὐσίαν ὁ κύκλος του Μέτωνος ἐξισώνει 19 τροπικὰ ἔτη μὲ 235 συνοδικοὺς μῆνες (περίπου 6940 ἡμέρες) συγχρονίζοντας σεληνιακὸ καὶ ἡλιακὸ ἡμερολόγιο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων.                                Ἀνακεφαλαιώνοντας λοιπὸν, ἐξηγοῦμε ὅτι τὰ 19 ἔτη = 235 σεληνιακοὶ μῆνες (περίπου 19 ἡλιακὰ ἔτη). Γιὰ νὰ συγκλίνουν τὰ ἔτη προστίθενται ἐμβόλιμοι μῆνες (7 ἔτη στοὺς 19 εἶχαν 13 μῆνες ἀντὶ γιὰ 12). 
 Τὸ σύστημα τοῦτο χρησιμοποιήθηκε εὐρύτερα γιὰ τὴν εὕρεση τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα ἀλλὰ πρωτίστως εἶχε ἐφαρμοστεῖ, πρὸ Χριστοῦ, στὸν Μηχανισμό των Ἀντικυθήρων γιὰ τὰ ἀστρικὰ διαπλανητικὰ ταξίδια. Ἡ τελειοποίηση τοῦ Μετώνιου κύκλου ἐπῆλθε ἀργότερα ἀπὸ τὸν Κάλλιππο (Καλλίππειος κύκλος)
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ κύκλος του Μέτωνος ἤτοι καὶ ἡλιοτρόπιον εἶναι ἐκεῖνος ὅπου χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς «νομικῆς»«ἐκκλησιαστικῆς» πανσελήνου ἕως τὴ σήμερον. 
 Συμφώνως λοιπόν μὲ τὴν Α' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ (325 μ.Χ.) τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων πρέπει νὰ ἑορτάζεται τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν πρώτη πανσέληνο καὶ μετὰ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία. 
 Γιὰ νὰ προβλεφθεῖ τὸ πότε μέλλει νὰ συμβεῖ αὐτὴ ἡ πανσέληνος ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ, ὅπως ἀναφέρθημεν καὶ πρότερον, μέχρι τώρα τὴ σταθερὰ τοῦ Ἀθηναίου ἀστρονόμου - γεωμέτρη Μέτωνα. 
 Δηλαδή, λεπτολογῶντας, τὰ δεκαεννέα (19) ἡλιακὰ ἔτη ἰσοῦνται σχὲδὸν ἀκριβῶς μέσα διακόσιους τριάντα πέντε (235) σεληνιακοὺς μῆνες. 
 Τὸ δεκαεννέα (19), ὡς πάγιος μετωνικὸς ἀριθμὸς, θεωρεῖτε ἔκτοτε ὡς χρυσὸς ἀριθμὸς ὅπου ὁρίζει τὴ θέση κάθε ἔτους μέσα στὸν δεκαενναετὴ κύκλο. Μὲ βάση αὐτὸν τὸν ἀριθμό - ὅπου πυθμενικὸς ἀριθμὸς εἶναι τὸ ἕνα 1+9=10 >1+0=1 - οἱ φάσεις τὶς Σελήνης θεωρητικὰ ἐπιστρέφουν στὶς ἴδιες ἡμερομηνίες κάθε δεκαεννέα (19) χρόνια. 
 Ὡστόσο, κατὰ τὴν πρόοδο τῆς ἐξελίξεως διαπιστώθηκε ἕνα μικρὸν σφάλμα ἂν καὶ ὁ κύκλος του Μέτωνος ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ ἀκριβὴς γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἡ τοιαύτη ἀπόκλιση ἀναφέρεται ὡς χρονικὴ ὑστέρηση, τοὐτέστιν, ὁ κύκλος του Μέτωνα εἶναι περίπου 2 ὧρες μεγαλύτερος ἀπὸ δεκαεννέα (19) τροπικὰ ἔτει. 
 Στὴν σύγχρονη ἐποχὴ ἡ ἐν λόγῳ διαφορὰ ἔχει συσσωρευτή, μὲ τοὺς αἰῶνες, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν μετάβαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πανσελήνου σὲ τέσσερις μὲ πέντε ἡμέρες ἀργότερα ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ἀστρονομικὴ πανσέληνο. 
 Σήμερα γιὰ νὰ βρεθεῖ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πανσελήνου χρησιμοποιοῦνται ἀλγόριθμοι, ὅπως λόγου χάρη τοῦ Gauss, κατὰ τοὺς ὁποίους πραγματοποιεῖται ἡ μετατροπὴ τοῦ Χρυσοῦ Ἀριθμοῦ σὲ συγκεκριμένη ἡμερομηνία.            Παράλληλα, ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀλγορίθμων βασίζονται στὸν συνδυασμὸ, ποὺ ἐπινόησε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μεταξὺ τοῦ Μετωνικοῦ κύκλου καὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου γιὰ τὸν προσδιορισμό της ἰσημερίας. 
 Ἡ ἰσημερία ὑπολογίζεται, πλέον, σταθερὰ στὶς εἰκοσιμία (21) Μαρτίου μὲ τὸ Παλαιὸ ἡμερολόγιο κατὰ τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν τρίτην (3ην) Ἀπριλίου. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς μεταθέτει τὸ Ὀρθόδοξον Πάσχα ἀργότερα ἀπὸ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. 
  Τὸ ὑπολογισμό της ἰσημερίας καὶ πάλιν κατὰ τὴν προχριστιανικὴ ἀρχαιότητα ὀριοθέτησε, ὁ Μέτων, μὲ τὴν παρατήρηση τῆς διχοτόμησης τοῦ τόξου τῶν 60° μοιρῶν εἰς τὸν ἀνατολικὸ ὁρίζοντα τῶν Ἀθηνῶν, προσανατολιζόμενος ἐκ τοῦ λόφου τῆς Πνυκός. Ἐκεῖ, καθιστῶντας τὸ ἀστρονομικόν του παρατηρητήριον ἔθεσε τὰ φυσικὰ ὁρόσημα τῆς Ἀττικῆς
 Ἐκ τοῦ σημείου ὅπου ὁ Μέτων εἶχε τοποθετήσει τὸ ἡλιοτρόπιον τοῦ στὴν Πνύκα, ἡ ἀνατολὴ τοῦ Ἡλίου μετατοπίζονταν, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους, σὲ δύο ἀκραῖα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, τὸ Θερινὸ καὶ τὸ Χειμερινὸ Ἡλιοστάσιο
 Παρατήρησε δέ, ὅτι, στὸ Θερινὸ Ἡλιοστάσιο, ὁ Ἥλιος ἀνατέλλει εὐθυγραμμισμένος μὲ τὴν κορυφὴ τοῦ Λυκαβηττοῦ ἐνῷ στὸ Χειμερινὸ Ἡλιοστάσιο, ἕξι μῆνες ἀργότερα, ἀνέτειλλε πάνω ἀπὸ τὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ὑμηττοῦ. Δηλαδή, πρὸς νότιοανατολικα τοῦ Λυκαβηττοῦ. 
 Τὸ γωνιακὸ εὗρος (τόξο) ἀνάμεσα σ' αὐτὰ τὰ δύο σημεῖα ἀνατολῆς, ὅπως παρατηρεῖτε ἀπὸ τὴν Πνύκα, εἶναι στὶς ἑξῆντα μοῖρες 60°. Στὸ κέντρο ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ τόξου, στὶς τριάντα 30° μοῖρες, τέμνει τὸν ὁρίζοντα ὁ ἱερὸς βράχος τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν
 Δηλαδὴ, μιὰ νοητὴ γραμμὴ διχοτομεῖ τὸ τόξο τῶν ἡλιοστασίων,  τὸ ὁποῖον περνᾶ ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη καὶ πιὸ συγκεκριμένα πραγματοποιεῖται μιὰ εὐθυγράμμιση μὲ τὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Παρθενῶνα
 Τοῦτο, ὑποδηλώνει μιὰ συνειδητὴ γεωμετρικὴ σύνδεση τοῦ ἀστρονομικοῦ παρατηρητηρίου του Μέτωνος μὲ τὸ θρησκευτικὸ καὶ πολιτικὸ κέντρο τῆς πόλης τῆς Ἀθήνας
 Αὐτὴ ἡ γεωμετρικὴ ἀνάλυση βοήθησε τὸν Μέτωνα νὰ ὑπολογίσει μὲ ἀκρίβεια τὴ διάρκεια τοῦ τροπικοῦ ἔτους καὶ τῶν ἐποχῶν ἀνακαλύπτωντας ὅτι δὲν εἶναι ἴσιες μεταξύ τους. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν θείαν ἔμπνευση κατέληξε στὴν δημιουργία τοῦ Μετωνικοῦ κύκλου. 
 Ἂς δοῦμε, λοιπόν, βῆμα πρὸς βῆμα πὼς ὁ κύκλος του Μέτωνος - σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο - καθορίζει τὴν ἡμερομηνία τοῦ Ὀρθόδοξου Πάσχα τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἑορταστεῖ την δωδεκάτην (12ην) Ἀπριλίου.  
 Πρῶτα ἀπὸ ὅλα βρίσκουμε σὲ ποιό ἔτος τοῦ δεκαενναετοὺς κύκλου βρισκόμαστε. Ἔπειτα ἀναζητᾶμε τὸν χρυσὸν ἀριθμὸ τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Γιὰ νὰ βρεθεῖ ὁ χρυσὸς ἀριθμὸς, γιὰ κάθε ἕνα ἔτος, πρέπει νὰ προσθέσουμε τὸν ἀριθμὸ ἕνα (1) στὸ τρέχον ἔτος. Μετὰ διαιροῦμε τὸ ἀποτέλεσμα μὲ τὸ 19. Τὸ ὑπόλοιπο τῆς διαίρεσης εἶναι ὁ χρυσὸς ἀριθμὸς (ἂν τὸ ὑπόλοιπο εἶναι 0, ὁ χρυσὸς ἀριθμὸς εἶναι 19). 
  Ἐπὶ παραδείγματι: Γιὰ τὸ ἔτος 2026: 2026 + 1 = 2027 : 19 = 106,6842105263 μὲ ὑπόλοιπο 11. Ὁ χρυσὸς ἀριθμὸς εἶναι ἕντεκα (11). 
Ἀφοῦ βροῦμε τὸ ἄθροισμα ἀφαιροῦμε τα δεκαδικά, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς ἀκέραιης διαίρεσης(modulo)[1] καὶ κρατᾶμε ἀκέραιο τὸν ἀριθμό, δηλαδή, ἑκατὸν ἕξι (106). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ 19 χωράει ἀκριβῶς 106 φορὲς μέσα στὸ 2025. 
 Τώρα πολλαπλασιάζουμε τὸ ἀριθμό, ποὺ βρίσκουμαι γιὰ τὸ ἐπιλεχθέντα ἔτος, μὲ τὸν χρυσὸ ἀριθμό. Δηλαδή, 106 × 19=2014.
 Τέλος ἀφαιρεῖς αὐτὸ τὸ γινόμενο ἀπὸ τὸν ἀρχικό σου ἀριθμό: 2027 - 2014=13. Ἀποτέλεσμα, ὁ χρυσὸς ἀριθμὸς γιὰ τὸ 2026 εἶναι ὁ δεκατρία (13).
 Μὲ τὸν χρυσὸ ἀριθμὸ 13 ἡ ἐκκλησιαστικὴ πανσέληνος πέφτει, ἐν συναρτήσῃ τοῦ Παλαιοῦ ἡμερολογίου, στὶς 28 Μαρτίου. Ἂν προσθέσουμε τὶς δεκατρεῖς ἡμέρες διαφορᾶς τοῦ παλαιοῦ μὲ τοῦ νέου ἡμερολογίου βρίσκουμε τὴν ἡμέρα τῆς δέκατης (10) Ἀπριλίου. 
 Ἐν τούτοις, ὁ κανόνας τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν νομική ἤ ἐκκλησιαστικὴ Πανσέληνος, τὸ Πάσχα πρέπει νὰ πέφτει τὴν ἑπομένη Κυριακὴ ἀπό τοῦ μαθηματικοῦ ἀθροίσματος
 Ἄρα δηλαδή, ἡ δεκάτη (10) Ἀπριλίου πέφτει τὴν Μεγάλη Παρασκευή, ὁπότε ἡ πρώτη Κυριακή, μετὰ ἀπό αὐτήν, εἶναι  δωδεκάτην (12) Ἀπριλίου[2]. 
Ἐν κατακλεῖδι, γίνεται γιὰ μία ἀκόμη φορὰ σαφὲς καὶ κατανοητὸ ἡ συνύπαρξις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας - ἐπιστημονικότητας, μὲ τὸ ἀπ' αἰῶνος σχέδιο τοῦ Θεοῦ νὰ ἀγκαλιάσει τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ τὴν παιδαγωγήσει πρὸς εὕρεσιν Σωτηρίας... γένοιτο! 
ΥΓ: Ὁ Ἀθηναῖος Μέτων ὑπῆρξε θεοφόρος καὶ παρατηρητὴς θείων ἐμπνευσμάτων... αἰωνία ἡ μνήμη τῶν χριστιανῶν καὶ πρὸ Χριστοῦ προγόνων μας... Ἀμήν! 

ΧΑΙΡΕΤΕ 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Στοὺς ἡμερολογιακὸ ὑπολογισμούς, χρησιμοποιοῦμε συχνὰ μιὰ πράξη ποὺ ὀνομάζεται ἀκέραιη διαίρεση. Ἐπὶ παραδείγματι τὸ 14 διαιρούμενο μὲ τὸ 5 ἀθροίζει τὸν δεκαδικὸ ἀριθμὸ 2,8. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀκέραιη διαίρεσης ἀπορρίπτουμε τὸ δεκαδικὸ κλάσμα καὶ δηλώνουμε τὸ ἀκέραιο 2. Ἔτσι, 14: 5= 2 ἀντὶ 2,8. 
[2]Τὸ ρωμαιοκαθολικὸ Πάσχα πέφτει πάντα νωρίτερα γιατί ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴν πραγματικὴ ἀστρονομικὴ πανσέληνο καὶ τὴν ἡμερομηνία της ἰσημερίας μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πάπυρος Laroysse Britannica
Νεότερον ἐγκυκλιπαιδικὸν Λεξικὸν τοῦ ΗΛΙΟΥ 
ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΜΨΑ


Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

 

ЭIЄ

Ο ΚΡΥΠΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΗΤΟΡ ΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ ΗΤΟΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
ΕΡΕΥΝΑ & ΣΥΓΓΡΑΦΗ: ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ

  Σὲ μιὰ ἐποχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου, ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φιλοσοφίας εἶχε φτάσει στὸ ἀπόγειο καὶ ἤρχετο ἡ παρακμή της ἐμφανίζεται ὡς διάδοχος σκυταλοδρόμος ὁ χριστιανικὸς κόσμος ἐπανακκινῶντας μιὰ νέα περίοδο πνευματικῆς ἄνθησης κι ἀναζήτησης.
  Ἐν τούτοις, γιὰ νὰ στηρίξει τὴν βάση τῆς δογματικῆς ἀλήθειας τῆς Πίστεως, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν ἐπιστημονικότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας ἀρχῆς γενομένης τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν. 


 Ὁ ραψωδὸς Ὅμηρος δημιουργὸς τῶν δύο μεγάλων ἐπικῶν ποιημάτων, Ἰλιάδος καὶ Ὀδύσσειας, ἀποτελεῖ τὸν κορυφαῖο θησαυρὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου καὶ τῶν ἀπόλυτων ἐννοιῶν τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης πάνω στὸν πλανήτη. Οἱ λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ ἔχουν βαθύτατο νόημα καὶ ἐμπεριστατωμένη ἐπιστημονικότητα.
 Ἡ πρώτη σοβαρὴ λεκτικὴ ἐπιστημονικὴ ἀπόδοση, τοῦ ἐπικοῦ ποιητοῦ, εἶναι ἡ λέξη ἦτορ ποὺ σημαίνει καρδιὰ ἤτοι καὶ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ λέξη ὅπως καὶ τὸ κέαρ, ἐπίσης ὁμηρικὴ λέξη, ἐπισημαίνουν τὴν ὕπαρξη μιᾶς βαθιᾶς ἔννοιας ὡς πρὸς τὴν διττὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου διαχωριζόμενη σὲ σῶμα καὶ ψυχὴ ὅπου ἐπικοινωνοῦν διὰ μέσου του ἦτορ ἢ κέαρ δηλαδὴ τὴν καρδιά. Ἐκεῖ, ὅπως εἴδομεν στὴν κάτωθι ἀνάλυση τοποθετεῖτε ὁ χῶρος τῶν συναισθημάτων, τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν. 
 Οἱ Ἀθηναιοπαῖδες, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς σχολικῆς τοὺς θητείας ἐκπαιδεύονταν σὲ διάφορους τομεῖς μὲ βασικὸ ἄξονα τὴν ποίηση, κυρίως στὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου.
 Οἱ Ἀθηναῖοι ἄρρενες ἀποστήθιζαν ἑκατοντάδες ὁμηρικοὺς στίχους καὶ οἱ λέξεις τοῦ ποιητῆ γίνονται μέρος τῆς σκέψης του καὶ τοῦ τρόπου συμπεριφορᾶς.
  Τὰ ὁμηρικὰ κείμενα θεωροῦνταν ἡ βίβλος γιὰ τοὺς μαθητευόμενους νέους τῆς Ἀθήνας. Ἐκ τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν λάμβαναν γνώσεις γενικοῦ περιεχομένου ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὸ κέντρο τῆς ἀνθρώπινης δυνάμεως ποὺ θεωροῦνταν ἡ καρδιά. Αὐτὴ ἡ ἔννοια περικλύονταν στὶς λέξεις κλειδιά, ἦτορ καὶ κέαρ ὅπως προαναφέρθην. 
 Στὸ Λεξικὸν Ὁμηρικὸν τοῦ Ι. Πανταζίδου γίνεται περαιτέρω ἀνάλυση τῆς λέξης ἦτορ ἀποκωδικοποιῶντας την ἐτυμολόγηση τῆς βαθύτατη καὶ κρισίμου ἔννοιας της: «Ἦτορ, ΟΡΟΣ, το, ἐπικ. καὶ λύρ. 1)ἡ καρδιά, ὡς μέλος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος (ἐνοικοῦσα κατὰ τὸν Ὅμηρο «ἐν στήθεσσιν» Α 188 κ.α, «ἑνὶ φρεσὶν» Θ 413 κ.α., ἔτι δὲ καὶ «ἐν καρδίῃ» Υ 169 Χ 452. 2)καρδία, ὡς ἕδρα· α')της ζωτικῆς δυνάμεως, τῆς ὑπὸ τῶν παλμῶν τῆς καρδίας ἀποδεικνυομένης, ὀθ. ζωή, «ἀνέρχονται φίλον ἦτορ» Ν 84, «φίλον ἦτορ ἀπηύρα» Φ 201· μάλιστα δὲ ἐν τῇ συχνῇ φράση «λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ» Ε 250, Λ 115 κ.α. β') τῆς χαρᾶς, τῆς λύπης, τῶν ἐπιθυμιῶν, τῶν ὀρέξεων κ.α. ψυχικῶν διαθέσεων, καρδιά, «ψυχὴ» Γ 31, Ε 529, Θ 413, 437, Ι 9, α 48, 114 κ.α. πλχ. γ') τῆς διανοητικῆς δυνάμεως, νοῦς, Α 188. (Πιθανῶς ἐκ τοῦ ἄημι, καὶ σημαίνει κυρίως τὴν ἀναπνοήν, ὡς τὸ λατινικὸ animus, πρβλ. Φ 386).» 
  Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι, ὁ Ὅμηρος κατὰ τὴν παλαιοτάτη ἐποχὴ τῶν Μυκηναϊκῶν χρόνων, ποὺ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὸ 1200 π.Χ., ἀποκαλύπτει μὲ τὴν φράση ἦτορ (οὐδέτερο, ἐλλειπτικὸ οὐσιαστικό /ἀνατομία) πὼς εἶναι ἡ καρδιά, ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, κέντρο τῶν αἰσθημάτων, τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τοῦ νοῦ.
 Ἕνα παράδειγμα εἶναι ἡ ἀναφορὰ ποὺ γίνεται στὴν Ἰλιάδα ποὺ φανερώνεται ὁ κόσμος τῶν συναισθημάτων τοῦ ἥρωος Ἀχιλλέως. Ἰδοὺ καὶ τὰ λεχθέντα: «Ὣς φάτο· Πηλεΐωνι δ᾽ ἄχος γένετ᾽, ἐν δέ οἱ ἦτορ|στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν»  Ἰλιάς στίχ. 188 (188-189) Ἔμμετρη μετάφραση  Ἰάκωβος Πολυλᾶς(1922)[Τὰ λόγια τοῦτα ἐπλήγωσαν τὰ σπλάχνα τοῦ Ἀχιλλέως / κι ἔστρεψε δύο στοχασμοὺς μὲς στὰ δασιά του στήθη·] 
 Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν ὅτι, τὰ πάντα, σύμφωνα μὲ τὸν Ὅμηρο ἑδράζονται εἰς τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς ὅπου εἶναι τὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ. Ὁμοίως ἡ καρδιὰ καταλογίζεται ἀπὸ τὸν σοφὸ ποιητὴ καὶ μὲ τὴν δισύλλαβο λέξη κέαρ, ἡ ὁποία παρουσιάζει ἰδιαιτέρα ἐτυμολόγηση ποὺ δικαιολογεῖ τὴν παρουσία της. 
  Ἂς ἀναγνώσουμε καὶ πάλι ἀπὸ τὸ Λεξικόν του Πανταζίδου τὰ ἑξῆς περὶ τῆς λέξεως: «ΚΗΡ γεν. ΚΗΡΟΣ, το, κατὰ συναίρεσιν ἐκ τοῦ ΚΕΑΡ, ὀπ. ἴδε 1) ἡ καρδία, ἰδίως ὡς ἕδρα τῶν αἰσθημάτων καὶ παθῶν, π.χ. τῆς ὀργῆς, Ι 555, Π 585 κ.α., τοῦ μίσους Δ 46, τῶν φροντίδων, τῆς μερίμνης, τ 516, τῆς λύπης, Λ 274 (συχνὴ ἡ φράση «ἀχνύμενος κήρ»), τῆς χαρᾶς, Δ 272, Σ 557, δ 259, τῆς τόλμης, Κ 16, Μ 45, Σ 33, τῆς λυσσώδους παραφορᾶς, Φ 542 κ.α., τῶν ἐπιθυμιῶν, δ 539, μ 192· ὅθεν «μετὰ σὸν καὶ ἐμὸν κὴρ» κατὰ τὴν σύνδεση καὶ ἐμὴν καρδίαν, διάθεσιν, Ὁ 52· σπανιότερα ὡς ἕδρα τῆς διανοίας, τοῦ λογισμοῦ, «πολλὰ δὲ οἱ κὴρ ὤρμαινε» ἡ 82, σ 344, ψ 83 κ.α., ὅθεν συνάπταιτε μετά του «νοὸς» Ὁ 52. Ἑδρεύει δὲ τὸ κὴρ κατὰ τὸν Ὅμηρο «ἑνὶ στήθεσσιν», ἀλλὰ καὶ «ἐν θυμῷ» Ζ 523, καὶ «φρὲσὶν» σ 344. Πολλάκις τίθεται κατ' αἰτιατικὴν τοπικὴν ἢ τοῦ κατὰ τί, «κὴρ» ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ κατὰ δοτικὴ μὲ τὴν αὐτὴν σημασία, «κηρὶ» Ι 117, ἥτις λαμβάνει συνηθέστατα καὶ τὸ ἐπιβατικῶν «πέρι» πολὺ εἰς τὴν καρδίαν μου, ἐκ βάθους ψυχῆς, Δ 46, 53, Ν 119, 206, 430, Ω 61, ε 36 κ.α. (Ἐν ταύτῃ τὴ φράση κατὰ μέν τον Οὐόλφιον καὶ Πάσσωυον εἶναι ἐπίρρημα: πέρι· κατὰ δὲ τοὺς ἀρχαίους καὶ τὸν Σπίτζνερον εἶναι πρόθεσις «περὶ κηρὶ» κατ' ἀναλογίαν τῶν ὁμοίων Ὁμηρικῶν φράσεων «περὶ θυμῷ, περὶ φρεσὶν» Χ 70, Π 157. Τὴν τελευταίαν γνώμην ἀποδέχονται καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν νεωτέρων· τὴν δὲ πρώτην ὁ Δινδόρφ. καὶ Βαϋμλεῖνος). 2) χρησιμεύει εἰς περίφρασιν προσώπου τινος, ὡς τὸ «βίη», οἷον «Πυλαιμένεος λάσιον κὴρ»· Β 851, Π 554, πρβλ. δ 270 & λέξη ΛΑΣΙΟΣ.». 
 Τοῦτα ὅλα τὰ παραδείγματα ἀποδεικνύουν λεπτομερῶς περὶ τῆς ὁμηρικὴς γλωσσοπλασίας τῶν λέξεων, ἦτορ καὶ κὴρ ἢ κέαρ, ὡς ἀναφορὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀνατομία, ὅπου, ἡ καρδιά, ὡς ἡ ἕδρα τῆς ψυχῆς, τῆς ζωῆς τῶν συναισθημάτων (π.χ. χαρά, λύπη, ὀργή, δυσαρέσκεια) καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν διδάσκονταν εἰς τὴν διάπλαση τῶν παίδων εἰς τὴν ἄθληση ψυχῆς τε καὶ σώματος. 
 Ἐν τούτοις σημαντικὴ τομή, στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔθος τῆς παιδεύσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ ἐν γένει τῶν ἐνηλίκων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἐτέθη μετὰ τὴν ἔλευση καὶ Ἐνανθρώπιση τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΡΗΣ

Ὁ Χριστός, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος Τοῦ Θεοῦ, ἐρχόμενος ἐν σαρκί, χρίστηκε ὡς Μέγας Καθηγητὴς τῆς ἀνθρωπότητας, καθότι καὶ δημιουργὸς αὐτῆς, εἰσήγαγε τὴν κάθαρση ὅλης τῆς κακίας ποὺ ἑδρεύει στὴν καρδιὰ τοῦ μεταπτωτικοῦ ἄνθρωπου. 
Ἡ νηστεία ἢ ἀλλιῶς ἡ νηπτικότητα, δηλαδή, ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση ὅπως μᾶς ἐξηγεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία, τέθηκε ὡς κύριον στάδιον τοῦ ἀγῶνος πρὸς τὴν πνευματικὴ ἀνύψωση μετὰ τῆς καθάρσεως ἀπὸ τὰ πάθη, τὶς κακὲς κι ἁμαρτωλὲς πράξεις κι ἐπιθυμίες τοῦ νοὸς καὶ τῆς σαρκὸς ποὺ παρέκαμπταν τὸ νόμο Τοῦ Θεοῦ. 
  Οἱ νόμοι του Μωησὴ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους - Ἑβραίους, ἀλλά, καὶ τὰ Δελφικὰ παραγγέλματα γιὰ τοὺς Ἕλληνες εἶχαν ἐξαγγελθεῖ ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους χρόνους ὅπως παραλλήλως οἱ νόμοι τοῦ Σόλωνος ἀλλὰ καὶ νόμοι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἥρωος καὶ ἡμιθέου Θησέως (δὲς Βίοι παραλ. Πλουτάρχου)[1]. 
 Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο, ὁ ἄνθρωπος, δὲν κινοῦνταν ἀνεξέλεγκτα, ἀλλά, συσχετιζόμενος μὲ τὸν θεῖον, δέχονταν πάντα τὴν οὐράνια καθοδήγηση παρὰ τὴν παραχώρηση τοῦ αὐτεξούσιου καὶ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως ἀπὸ τὸν ἴδιον Δημιουργὸ Πατέρα. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη πρὸς ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ πάντα φρόντιζε γιὰ ἐμᾶς. 
 Ὁπότε, διὰ τὴν περαιτέρω νουθεσία ἀποστέλλει τοὺς ἐκλεκτοὺς Τοῦ Ἁγίους Ἀποστόλους γιὰ νὰ μᾶς κηρύξουν τὸν τρόπο διαχείρισης τῶν καρδιακῶν αἰσθημάτων εἰς τὸ κέντρο σύνδεσης ψυχῆς καὶ σάρκινου σώματος ποὺ διατηρεῖ στὸ κύτταρο τοῦ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. 
 Μὲ τὴν βάπτιση λύεται ἡ κατάρα τῆς πτώσεως καὶ ξεκινάει ὁ ἀγῶνας γιὰ τὸ σμίλευμα τοῦ ἦτορ ἢ κήρ- κέαρ, δηλαδὴ τῆς καρδιᾶς. Τὸ χάρισμα ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ τρόχισμα τῶν παθῶν εἶναι ἡ εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» & «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἡμᾶς».
 Παράλληλα, οἱ πρῶτοι Ἀπόστολοι μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνανεωμένοι ἀπὸ τὴν πνευματικὴ φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἔδραμαν πρὸς πᾶσα κατεύθυνση γιὰ νὰ κηρύξουν τὸν Λόγο Τοῦ Θεοῦ.
  Οἱ πρῶτοι Ἀπόστολοι προσπαθῶντας νὰ νουθετήσουν, πνευματικά, τὸ ποίμνιο, τῆς πρώτης χριστιανικῆς ἐκκλησίας, ὁδηγήθηκαν σὲ ἀσφαλεῖς θεωρήματα ἐξομοιώνοντας τοὺς λόγους τους ἀκουσίως μὲ τὰ ἔργα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων ποιητῶν[2]. 
 Ἔτσι, σὺν τῷ χρόνῳ δημιουργήθηκε ἡ ἀρχὴ τῆς πρώτης χριστιανικῆς διδαχῆς ὁδηγούμενης στὰ χνάρια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν ποὺ ὁμίλησαν περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας ἑδραζόμενες εἰς τὴν προδιάθεση τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου ἐκεῖ ὅπου ὁ χῶρος τῶν συναισθημάτων τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν εἶχαν ὡς ἐπίκεντρο τὴν καρδιά. 
 Ἐπάνω εἰς μίαν τοιαύτην πνευματικὴ ἐνδοσκόπηση ἐστηρίχθη ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, θέλοντας νὰ ἐπισημάνει τὸ καίριον σημεῖο τῆς πνευματικῆς ὀλίσθησης τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου, κηρύττοντας τὸν ἑξῆς ἐκκλησιαστικὸ λόγο: «ἀλλ’ ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος, ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέως καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές». ΠΕΤΡΟΥ Α' (3.4.).
  Ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος εἶναι ὁ κατ' ἐξοχὴν νηπτικὸς χριστιανὸς ἤτοι καὶ ἐγρήγορος ὅπου πάντα προετοιμασμένος ἀναμένων τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶσα ὥρα καὶ στιγμή.   Συμφώνως μὲ τὰ λεγόμενά του ἐντύπου τῆς Ἀποστολικὴ διακονίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ χριστιανικὴ ἄσκηση συνίσταται εἰς τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσφορὰ στὸν συνάνθρωπο. 
 Συνάμα προσεγγίζοντας τὴν ἀληθινὴ καὶ εὐάρεστη στὸν Θεὸ νηστεία ὁδηγούμεθα στὴν συντριβὴ τῶν παθῶν τοῦ συνολικοῦ ἐγώ μας καὶ μετανοούμενοι ἀπελευθερωνόμαστε ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴν πλεονεξία, τὴν συμφεροντολατρεία, ὡς πρὸς τοὺς ἐπίγειους θησαυρούς, καὶ στρεφόμεθα πρὸς τὸν θησαυρὸ τῆς καρδίας μας (τὸ ὁμηρικὸν κὴρ ἢ ἦτορ), τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. 
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ βιβλικὸς ὅρος «ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» ἀφορᾶ τὸν ἐσωτερικό, πνευματικὸ ἑαυτό του ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁρατὸς μόνο στὸν Θεό. 
Τὰ κύρια χαρακτηριστικά του εἶναι: 
•Ἡ Πνευματικὴ Ὑπόσταση, δηλαδή, αὐτὸ ποὺ δεικνύει τὸν ἐσωτερικὸ χαρακτηρα τοῦ κάθε ἄνθρωπου, τὴν ἀληθινὴ προσωπικότητα τοῦ ἐν συναρτήσει μὲ τὶς σκέψεις του καὶ τὶς προθέσεις του ποὺ ὑποκρύπτονται πίσω ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση. 
•Ἡ ἀφθαρσία, ἡ ὁποία, σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὸ γερασμένη καὶ φθαρτὴ σάρξ, ὁ κρυπτὸς ἄνθρωπος παραμένει ἄφθαρτος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀνανέωση. 
•Ἡ Ἀρετὴ ἢ οἱ ἀρετὲς τοῦ κάθε ἀτόμου ποὺ συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τὸ «πρᾶο καὶ ἡσύχιο πνεῦμα», κατὰ τὸ ὁποῖον ἀξιολογεῖτε ὡς «πολυτελές», δηλαδή, πολύτιμο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 
 Οἱ πρόγονοι ἡμῶν, οἱ ἐκ τοῦ πάλαι Ἕλληνες,  διδασκόμενοι ἀπὸ τοὺς θεόπνευστους ποιητές - φιλοσόφους,  ὑπῆρξαν πρωτοπόροι εἰς τὴν πίστη πρὸς τὸν ἐνσαρκωμένο Θεὸ Λόγο ἤτοι καὶ Ἰησοῦ Χριστὸν διότι ὡς φωστῆρες τῆς ὀρθῆς καὶ ἀληθοῦς γνώσης κατάλαβαν πιὸ εἶναι τὸ ὄφελος γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Μὲ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό ἔθεσαν τὶς νέες βάσεις τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἐξελικτικὴ πορεία τῆς ἐξομάλυνσης τῆς σχέσεως Θεοῦ κι ἀνθρώπου! 
ΧΑΙΡΕΤΕ 

ἦτορ ψυχὴ· Ὅμηρος [Λ 115] ὅπως τὸ 
ἐξέλαβαν οἱ Στωικοί: "ἁπαλόν τε σφ' ἦτορ ἀπηύρα." ὅπερ ἐκίνησε τοὺς στωικοὺς λέγειν ὅτι συναυξεται τῷ σώματι ἡ ψυχὴ καὶ συμμειοῦται πάλιν. [Λεξικὸν Σουΐδα(Σούδα)]

 κρ ἡ ψυχή καὶ ἡ θανατηφόρος μοῖρα. [Λεξικὸν Σουΐδα(Σούδα)]


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1Ὁ Πλούταρχος στὸν βίο τοῦ Θησέα ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξη νομοθετῶν στὴν Ἀθήνα ἐπὶ ἐποχῆς βασιλείας Θησέως. Μὲ τὰ ἑξῆς σχόλια περιγράφει ὅτι, χτίζοντας ὁ Θησέας τὴν Πυθόπολη στὴν Μ. Ἀσία τοποθέτησε νομοθέτας: «ἣν ἔκτισεν, ἀπὸ τοῦ θεοῦ Πυθόπολιν προσαγορεῦσαι, Σολόεντα δὲ τὸν πλησίον ποταμὸν ἐπὶ τιμῇ τοῦ νεανίσκου. καταλιπεῖν δὲ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, οἷν ἐπιστάτας καὶ νομοθέτας, καὶ σὺν αὐτοῖς Ἕρμον ἄνδρα τῶν Ἀθήνησιν εὐπατριδῶν». Ἐπίσης, ἀναφέρει στὸ ἴδιο βιβλίο του τοὺς νομοθέτας, Μίνωα καὶ Νουμά. Ὁ Μίνωας, βασιλιᾶς τῆς Κνωσοῦ καὶ ὁ ὀνομαζόμενος «ἐννέωρος» σύμφωνα μὲ τὸν Ὅμηρο, ἀνέβαινε κάθε ἐννέα ἔτει εἰς τὸ ὅρος την πόλεως Γορτυνίας καὶ λάμβανε τοὺς νόμους ἐκ θεοῦ Διός. Ὁ Πλάτωνας, στοὺς «Νόμους», ἀναφέρει ὅτι ὁ Μίνωας ἔπαιρνε ὁδηγίες ἀπὸ τὸν Δία. 
[2] Ὁ Πλάτων στὸ ἔργο του Φαίδων(Περί ψυχῆς· ἠθικὸς) ἀναφέρει ξεκάθαρα, διὰ στόματος Σωκράτους, περὶ τοῦ ἤθους ἑνὸς φιλοσόφου ὅπου ἡ στενή του συνάφεια μὲ τὸ ὀρθῶς φιλοσοφεῖν καὶ τοῦ ἀποθνήσκει καὶ τεθνάναι τὸν τοποθετεῖ σὲ μιὰ πνευματικὴ κατεύθυνση ὅπου οἱ φιλοσοφικές του ἀναζητήσεις τὸν ὁδηγοῦν στὴν ἄρνηση τῶν σωματικῶν ἀπολαύσεων καὶ τῶν καλλωπισμῶν ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἴαση τοῦ σώματος ἐλευθερώνοντάς το ἀπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ σάρκινου περιβλήματος. Ἰδοὺ καὶ τὰ γραφθέντα: «Εἰς δέ γε θεῶν γένος μὴ φιλοσοφήσαντι καὶ παντελῶς καθαρῷ ἀπιόντι οὐ θέμις ἀφικνεῖσθαι ἀλλ᾽ ἢ τῷ φιλομαθεῖ. ἀλλὰ τούτων ἕνεκα, ὦ ἑταῖρε Σιμμία τε καὶ Κέβης, οἱ ὀρθῶς φιλόσοφοι ἀπέχονται τῶν κατὰ τὸ σῶμα ἐπιθυμιῶν ἁπασῶν καὶ καρτεροῦσι καὶ οὐ παραδιδόασιν αὐταῖς ἑαυτούς, οὔ τι οἰκοφθορίαν τε καὶ πενίαν φοβούμενοι, ὥσπερ οἱ πολλοὶ καὶ φιλοχρήματοι· οὐδὲ αὖ ἀτιμίαν τε καὶ ἀδοξίαν μοχθηρίας δεδιότες, ὥσπερ οἱ φίλαρχοί τε καὶ φιλότιμοι, ἔπειτα ἀπέχονται αὐτῶν.»[82.c] ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ[Ὡστόσο, δὲν δύνανται νὰ φτάσει κάποιος φιλόσοφος τὸ γένος τῶν οὐράνιων θεῶν, μὴ ἔχοντας τελείως καθαρὴ στὴν ψυχὴ παρὰ μόνο τὴν ὑπεράσπιση τῆς δικαιοσύνης. Ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, ὦ φίλοι Σιμμία καὶ Κέβη οἱ ἀληθινοί - ὀρθοί [ἐξὸν καὶ ἡ δογματικὴ λέξη ὀρθόδοξος καὶ ὀρθοδοξία ἡ ὁποία προέκυψε μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Πλάτωνος καὶ τὰ λόγια τοῦ Σωκράτους] φιλόσοφοι ἀπέχουν ἅπαντες τὶς ἐπιθυμίες τοῦ σώματος καὶ μὲ καρτερία δὲν παραδίδονται σ' αὐτές, μὴ φοβούμενοι τὴν καταστροφὴ τῶν οἰκογενειακῶν εἰσοδημάτων καὶ περιουσίας μήτε τὴν φτώχεια ὅπως συμβαίνει σὲ πολλοὺς καὶ κυρίως σὲ φιλοχρήματους. Δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τιμὲς καὶ τὴν φήμη τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν δόξα τῶν τιμῶν καὶ τῆς ὑστεροφημίας.].
 Πρόκειται γιὰ μία προχριστιανικὴ ἀλλὰ ἄμεσα χριστιανικὴ θεώρηση τοῦ Σωκράτους περὶ τοῦ καθαρισμοῦ τῆς ψυχῆς ὥστε μετὰ τοῦ σαρκικοῦ θανάτου νὰ μεταβεῖ σὲ χῶρο φωτεινὸν, ὅπου ὁ Θεὸς ἢ οἱ ἐντολοδόχοι αὐτοῦ οὐράνιοι θεοί. 




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Λεξικὸν Σουΐδα(Σούδα) 
•Καινῆ Διαθήκη, Πέτρου Α'
Λεξικὸν Ὁμηρικὸν τοῦ Ι. Πανταζίδου
•ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ & ΟΔΥΣΣΕΙΑ
•ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ/ΘΗΣΕΑΣ
•ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, ΕΤΟΣ 74ον 22 Φεβρουαρίου 2026
Ὁ ΚΡΥΠΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας (Ζαχάρου), ἐκδ. Κυριακίδη Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 
•Πλάτων, Φαίδων(Περί ψυχῆς· ἠθικὸς)