Τὸ ἀπόκρυφον κείμενον τῶν «Πράξεων τοῦ Φιλίππου»[4] συνεγράφη κατὰ τὸν δ΄ ἢ ε΄ αἰῶνα μ.Χ. ὑπὸ ἀγνώστου συγγραφέως.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν συμπεριέλαβεν αὐτὸ εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μολόνον ὅτι παρέχον πλοῦτον ἱστορικῶν πηγῶν, ἕνεκα δογματικῶν ἀποκλίσεων. Ἰδοὺ τὸ κείμενον εἰς τὸ πρωτότυπον καὶ τὴν μετάφρασιν:
6 | (1) Πρᾶξις β΄ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν Ἀθηνῶν. Ἐγένετο δὲ ὅτε εἰσῆλθεν Φίλιππος εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν τὴν καλουμένην Ἑλλάδα, συνήχθησαν παρ’ αὐτῷ τριακόσιοι φιλόσοφοι λέγοντες· Ἀπελθόντες ἴδωμεν τις ἡ σοφία αὐτοῦ. λέγουσιν γὰρ περὶ τῶν σοφῶν τῆς Ἀσίας ὅτι μεγάλη αὐτῶν ἐστιν ἡ σοφία. Ἔδοξαν γὰρ τὸν Φίλιππον εἶναι φιλόσοφον, ἐπειδὴ ἦν ὁδεύων σχήματι ἀποτακτικοῦ, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ὅτι ἀπόστολός ἐστιν Χριστοῦ. τὸ γὰρ ἔνδυμα ὅπερ ἔδωκεν τοῖς ἀποστόλοις ὁ Ἰησοῦς ἐπενδύτης μόνον ἦν καὶ λέντιον· οὕτως οὖν ἦν περιοδεύων ὁ Φίλιππος. διὰ τοῦτο οὖν ὅτε ἐθεάσαντο αὐτὸν οἱ φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδος ἐφοβήθησαν· συνήχθησαν οὖν εἰς ἕνα τόπον καὶ ἐλάλησαν εἰς ἑαυτούς· Δεῦτε ἐπισκεψώμεθα τὰς βίβλους ἡμῶν, μή πως νικήσῃ ἡμᾶς ὁ ξένος οὗτος καὶ αἰσχύνῃ ἡμᾶς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
[6 | (1)Πράξη Β΄ ὅταν εἰσῆλθε στὴν Ἑλλάδα τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἔγινε ὅταν ὁ Φίλιππος μπήκε στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ποὺ ὀνομάζεται Ἑλλάδα, συγκεντρώθηκαν κοντά του τριακόσιοι φιλόσοφοι λέγοντας: «Ἀς πᾶμε νὰ δοῦμε ποιά εἶναι ἡ σοφία του· γιατὶ λένε γιὰ τοὺς σοφούς τῆς Ἀσίας ὅτι ἡ σοφία τους εἶναι μεγάλη». Γιατὶ νόμισαν ὅτι ὁ Φίλιππος εἶναι φιλόσοφος, ἐπειδὴ ταξίδευε ἔχοντας ἐμφάνιση ἀσκητῆ (ἀποτακτικοῦ), καὶ δὲν γνώριζαν ὅτι εἶναι ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Διότι τὸ ἔνδυμα τὸ ὁποῖο ἔδωσε στοὺς ἀποστόλους ὁ Ἰησοῦς ἦταν μόνο ἕνας ἐπενδύτης (πανωφόρι) καὶ ἕνα λέντιο (ζώνη/πετσέτα)· ἔτσι λοιπὸν περιόδευε ὁ Φίλιππος. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο λοιπόν, ὅταν τὸν εἶδαν οἱ φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδας φοβήθηκαν· συγκεντρώθηκαν λοιπὸν σὲ ἕναν τόπο καὶ εἶπαν μεταξὺ τους: «Ἐλᾶτε νὰ ἐξετάσουμε τὰ βιβλία μας, μήπως τυχὸν μᾶς νικήσει αὐτὸς ὁ ξένος καὶ μᾶς ντροπιάσει».
7|(2) Καὶ οὕτως ποιήσαντες συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτό· καὶ λέγουσι τῷ Φιλίππῳ ὅτι Ἡμεῖς ἔχομεν μαθήματα τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐν οἷς ἀρκούμεθα φιλοσοφοῦντες· εἰ δέ τι καινότερον ἔχεις ὦ ξένε, ἐπίδειξον ἡμῖν ἀφθόνως μετὰ παρρησίας· οὐδενὸς γὰρ ἄλλου χρείαν ἔχομεν ἢ μόνον ἀκούειν τι καινότερον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
7|(2) Καὶ ἀφοῦ ἔκαναν ἔτσι, συγκεντρώθηκαν στὸ ἴδιο μέρος· καὶ λένε στὸν Φίλιππο: «Ἐμεῖς ἔχουμε τὶς διδασκαλίες τῶν πατέρων μας, μὲ τὶς ὁποῖες εἴμαστε ἱκανοποιημένοι φιλοσοφώντας· ἂν ὅμως ἔχῃς κάτι πιὸ καινούριο, ξένε, δεῖξε το σ' ἐμᾶς ἀπλόχερα καὶ μὲ θάρρος· διότι δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα ἄλλο, παρὰ μόνο νὰ ἀκοῦμε κάτι πιὸ καινούριο».
8|(3) Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Φίλιππος εἶπεν αὐτοῖς· Ὦ ἄνδρες φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδος, εἰ βούλεσθε καινοτέρου πράγματος ἀκοῦσαι καὶ ἐστε ποθοῦντες τι καινότερον, ὀφείλετε ἀπορρῖψαι ἀφ’ ἑαυτῶν τὸν νοῦν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου· ὡς εἶπεν ὁ κύριός μου ὅτι Οὐ δυνατόν ἐστιν βαλεῖν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς, ἐπεὶ ῥήγνυται ὁ ἀσκὸς καὶ ἐκχύνεται ὁ οἶνος, καὶ ὁ ἀσκὸς ἀπολεῖται· ἀλλ’ οἶνον νέον βάλλουσιν εἰς ἀσκοὺς καινούς, ἵνα ἀμφότερα φυλαχθῶσιν. Ταῦτα δὲ εἶπεν ὁ κύριος ἐν παραβολαῖς, διδάσκων ἡμᾶς ἐν τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ σοφίᾳ ὅτι πολλοὶ ἀγαπήσουσιν τὸν νέον οἶνον μὴ ἔχοντες ἀσκὸν καινὸν καὶ νέον. ὑμᾶς μὲν ἀγαπῶ ὦ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος καὶ μακαρίζω ὑμᾶς εἰρηκότας ὅτι Ἀγαπῶμέν τι καινότερον. Καὶ γὰρ παιδείαν ὄντως νέαν καὶ καινὴν ἤνεγκεν ὁ κύριός μου εἰς τὸν κόσμον, ἵνα πᾶσαν ἐξαλείψῃ κοσμικὴν παίδευσιν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
8|(3) Ἀποκρίθηκε τότε ὁ Φίλιππος καὶ τοὺς εἶπε: «Ὦ ἄνδρες φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδας, ἂν θέλετε νὰ ἀκούσετε κάτι πιὸ καινούριο καὶ ἐπιθυμεῖτε κάτι τὸ νεότερο, ὀφείλετε νὰ ἀποβάλετε ἀπὸ πάνω σας τὸν νοῦ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου· ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βάλῃ κανεὶς νέο κρασὶ σὲ παλιά ἀσκιά, ἐπειδὴ σκίζεται τὸ ἀσκὶ καὶ χύνεται τὸ κρασί, καὶ τὸ ἀσκὶ καταστρέφεται· ἀλλὰ βάζουν νέο κρασὶ σὲ καινούρια ἀσκιά, γιὰ νὰ προστατευτοῦν καὶ τὰ δύο. Καὶ αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ Κύριος μὲ παραβολές, διδάσκοντάς μας μὲ τὴν ἁγία Του σοφία ὅτι πολλοὶ θὰ ἀγαπήσουν τὸ νέο κρασὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ἀσκὶ καινούριο καὶ νέο. Ἐσᾶς βέβαια σᾶς ἀγαπῶ, ὦ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδας, καὶ σᾶς μακαρίζω ποὺ εἴπατε ὅτι "Ἀγαπᾶμε κάτι πιὸ καινούριο". Διότι πράγματι μιὰ διδασκαλία νέα καὶ καινούρια ἔφερε ὁ Κύριός μου στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἐξαλείψῃ κάθε κοσμικὴ ἐκπαίδευση».
9|(4) Λέγουσιν οἱ φιλόσοφοι· Τίς ἐστιν ὃν λέγεις κύριός σου; Λέγει ὁ Φίλιππος ὅτι Ὁ κύριός μού ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ἐν οὐρανοῖς. Οἳ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δεῖξον ἡμῖν αὐτὸν ἐν συνέσει χωρὶς φθόνου, ἵνα καὶ ἡμεῖς πιστεύσωμεν. Ὁ δὲ Φίλιππος εἶπεν ὅτι Ὃν μέλλω γνωρίζειν ὑμῖν κύριον ὑπεράνω ἐστὶν παντὸς ὀνόματος ὅπερ οὐκ ἔστιν ἄλλο. τοῦτο δὲ μόνον λέγω ὅτι καθὼς εἰρήκατέ μοι Μὴ φθονήσῃς ἡμῖν, μὴ γένοιτό μοι φθονῆσαι ὑμῖν· ἀλλὰ μᾶλλον ἐν μεγάλῃ ἀγαλλιάσει καὶ ἐν μεγάλῃ χαρᾷ ἀποκαλύψαι ὑμῖν ἔχω τὸ ὄνομα ἐκεῖνο· ἄλλο γὰρ ἔργον οὐκ ἔχω ἐν τούτῳ τῷ κόσμῳ εἰ μὴ τὸ τοιοῦτον κήρυγμα. ὅτε γὰρ ἦλθεν ὁ κύριός μου εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, ἐξελέξατο ἡμᾶς ὄντας τὸν ἀριθμὸν δώδεκα, πληρώσας ἡμᾶς πνεύματος ἁγίου ἀπὸ τοῦ φωτὸς αὐτοῦ ἐποίησεν ἡμᾶς γνωρίζειν αὐτὸν τίς ἐστιν, καὶ ἐνετείλατο ἡμῖν εὐαγγελίζεσθαι πᾶσι τὴν παρ’ αὐτοῦ σωτηρίαν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἕτερον ὄνομα ὀνομασθὲν ἐξ οὐρανοῦ εἰ μὴ τοῦτο. διὰ τοῦτο ἦλθεν ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς πληροφορῆσαι ὑμᾶς οὐκ ἐν λόγῳ μόνον ἀλλὰ καὶ ἐν ἀποδείξει θαυμασίων ἔργων ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
9|(4) Λένε οἱ φιλόσοφοι: «Ποῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ λὲς Κύριό σου;» Λέει ὁ Φίλιππος: «Ὁ Κύριός μου εἶναι ὁ Ἰησοῦς ποὺ βρίσκεται στοὺς οὐρανούς». Ἐκεῖνοι δὲ τοῦ εἶπαν: «Δεῖξε τον σ' ἐμᾶς μὲ σύνεση καὶ χωρὶς φθόνο, γιὰ νὰ πιστέψουμε καὶ ἐμεῖς». Καὶ ὁ Φίλιππος εἶπε: «Ὁ Κύριος ποὺ πρόκειται νὰ σᾶς γνωρίσω εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ὄνομα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο (σὰν κι αὐτό). Αὐτὸ μόνο λέω, ὅτι καθὼς μοῦ εἴπατε "Μὴ μᾶς φθονήσῃς", εἴθε νὰ μὴ μοῦ συμβῇ ποτὲ νὰ σᾶς φθονήσω· ἀλλὰ μᾶλλον μὲ μεγάλη ἀγαλλίαση καὶ μὲ μεγάλη χαρὰ ἔχω σκοπὸ νὰ σᾶς ἀποκαλύψω ἐκεῖνο τὸ ὄνομα· διότι ἄλλο ἔργο δὲν ἔχω σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο παρὰ μόνο ἕνα τέτοιο κήρυγμα. Γιατὶ ὅταν ἦρθε ὁ Κύριός μου σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐξέλεξε ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε δώδεκα στὸν ἀριθμὸ καί, ἀφοῦ μᾶς γέμισε μὲ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τὸ φῶς Του, μᾶς ἔκανε νὰ γνωρίσουμε ποῖος εἶναι, καὶ μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κηρύττουμε σὲ ὅλους τὴ σωτηρία ποὺ προέρχεται ἀπὸ Αὐτόν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα ποὺ νὰ δόθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο αὐτό. Γι' αὐτὸ ἦρθα ἐγὼ σὲ ἐσᾶς, γιὰ νὰ σᾶς πείσω ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξη θαυμαστῶν ἔργων στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ».
10|(5) Ταῦτα δὲ ὅτε ἤκουσαν οἱ φιλόσοφοι, λέγουσιν τῷ Φιλίππῳ ὅτι Τοῦτο τὸ ὄνομα τὸ ἀκουσθὲν ἐν ἡμῖν νῦν παρὰ σοῦ οὐδέποτε εὕραμεν ἐν ταῖς βίβλοις τῶν πατέρων ἡμῶν· νῦν οὖν πῶς δυνάμεθα γνῶναι περὶ τῶν ῥημάτων σου; Ἔτι δὲ προσθέντες λέγουσιν αὐτῷ ὅτι Ἔασον ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας, ἵνα συμβουλευσώμεθα μετ’ ἀλλήλων περὶ τοῦ ὀνόματος τούτου. οὐ γὰρ μικρῶς εἰς τοῦτο κεκινήμεθα ἀποστῆναι ἀπὸ τῆς πατρικῆς ἡμῶν δεισιδαιμονίας. Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Φίλιππος· Βουλεύσασθε ὡς θέλετε· οὐ γὰρ δόλιον πρᾶγμά ἐστιν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
10|(5) Ὅταν λοιπὸν οἱ φιλόσοφοι ἄκουσαν αὐτά, λένε στὸν Φίλιππο: «Αὐτὸ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο ἀκούστηκε τώρα σὲ ἐμᾶς ἀπὸ ἐσένα, ποτὲ δὲν τὸ βρήκαμε στὰ βιβλία τῶν πατέρων μας· τώρα λοιπόν, πῶς μποροῦμε νὰ καταλάβουμε (νὰ γνωρίσουμε) τὰ λόγια σου;» Καὶ προσθέτοντας ἀκόμη (περισσότερα λόγια) του λένε: «Ἄφησὲ μᾶς τρεῖς ἡμέρες, γιὰ νὰ συμβουλευτοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σχετικὰ μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα. Διότι δὲν ἔχουμε ὑποκινηθεῖ λίγο σὲ αὐτό, (δηλαδὴ) στὸ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν πατροπαράδοτη θρησκεία μας (δεισιδαιμονία)». Λέει λοιπὸν σὲ αὐτοὺς ὁ Φίλιππος: «Σκεφτεῖτε καὶ ἀποφασίστε ὅπως θέλετε· διότι (αὐτὸ) δὲν εἶναι δόλιο πρᾶγμα».
11|(6) Οἱ δὲ φιλόσοφοι ἀλλήλους συναθροίσαντες οἱ τριακόσιοι ἐλάλησαν μετ’ ἀλλήλων λέγοντες· Οἴδατε ὅτι ὁ ἀνὴρ οὗτος ξένην φιλοσοφίαν ἤγαγεν, καὶ οἱ λόγοι οἱ παρ’ αὐτοῦ εἰρημένοι εἰς ἔκστασιν ἡμᾶς φέρουσιν· τί οὖν ποιήσωμεν περὶ αὐτοῦ ἢ περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ λεγομένου Ἰησοῦ τοῦ βασιλέως τῶν αἰώνων ὃν λέγει; Καὶ ἔτι εἰς ἀλλήλους φησὶν ὅτι Τάχα ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα πρὸς αὐτὸν διαλέγεσθαι, εἰ μὴ ὁ ἀρχιερεὺς τῶν Ἰουδαίων. εἰ οὖν δοκεῖ, ἀποστείλωμεν πρὸς αὐτὸν ὅπως αὐτὸς ἀντιστῇ τῷ ξένῳ τούτῳ, καὶ ἀκριβῶς μάθωμεν τὸ εὐαγγελιζόμενον ὄνομα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
11|(6) Οἱ φιλόσοφοι δέ, ἀφοῦ συγκέντρωσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, οἱ τριακόσιοι (μαζί), μίλησαν μεταξύ τους λέγοντας: «Γνωρίζετε ὅτι ὁ ἄνδρας αὐτὸς ἔφερε μιὰ ξένη φιλοσοφία, καὶ τὰ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ αὐτόν μας προκαλοῦν ἔκπληξη (ἔκσταση)· τί λοιπὸν νὰ κάνουμε γι' αὐτὸν ἢ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ λεγόμενου Ἰησοῦ, τοῦ βασιλιᾶ τῶν αἰώνων, τὸν ὁποῖο ἀναφέρει;» Καὶ ἐπιπλέον ἔλεγαν μεταξύ τους: «Ἴσως ἐμεῖς νὰ μὴν μποροῦμε νὰ συζητήσουμε (νὰ ἀντιπαρατεθοῦμε) μαζί του, παρὰ μόνο ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων. Ἂν λοιπὸν σᾶς φαίνεται καλό, ἂς στείλουμε (μήνυμα) πρὸς αὐτόν, ὥστε αὐτὸς νὰ ἀντισταθεῖ σὲ αὐτὸν τὸν ξένο, καὶ νὰ μάθουμε μὲ ἀκρίβεια τὸ ὄνομα ποὺ κηρύττεται».
12|(7) Ἔγραψαν οὖν εἰς Ἱερουσαλὴμ τὸν τρόπον τοῦτον· Οἱ φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδος Ἁνανίᾳ τῷ μεγάλῳ ἀρχιερεῖ τῶν Ἰουδαίων τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ. Μεγάλης οὔσης μετὰ σοῦ τε καὶ ἡμῶν ἐν παντὶ τῷ καιρῷ, ὡς ὅτι ἡμεῖς οἱ φιλοσοφούμενοι οἱ Ἀθηναῖοι γινώσκεις. ἦλθέν τις ἀνὴρ ξένος κατὰ τὴν Ἑλλάδα, Φίλιππος ὀνόματι, καὶ ἁπλῶς ἐτάραξεν ἡμᾶς σφόδρα ἔν τε λόγοις καὶ δυνάμεσιν ἐξαισίοις, καὶ εἰσφέρει ὄνομα ἐπίδοξον Ἰησοῦν, μαθητὴν ἐκείνου ἑαυτὸν ὁμολογῶν. ποιεῖ δὲ καὶ θαυμάσια ἅπερ γράφομέν σοι, ὅτι ἐξέβαλεν δαίμονας ἐγκεχρονικότας ἐν τοῖς ἀνθρώποις, καὶ κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν, τυφλοὺς βλέπειν· καὶ τὸ θαυμαστότερον, ὅπερ ἔδει καὶ πρῶτον σημᾶναι, ὅτι ἀνθρώπους ἴσως πεπληρωκότας τὸν ἀριθμὸν τοῦ βίου ἀποθανόντας ἀνέστησεν. ἡ δὲ φήμη αὐτοῦ διῆλθεν εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα καὶ Μακεδονίαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τῶν κύκλῳ πόλεων φέροντες τοὺς κεκακωμένους ποικίλαις νόσοις, καὶ πάντας ἰᾶται διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. διὰ τοῦτο τοίνουν ἄνευ πάσης φειδοῦς ἐλθὲ πρὸς ἡμᾶς, ἵνα αὐτὸς ἡμῖν ἀπαγγείλῃς τὸ τί βούλεται εἶναι τὸ ὄνομα τι τῷ διδάσκει τὸν Ἰησοῦν. διὰ τοῦτο γὰρ καὶ ἀπεστείλαμέν σοι τήνδε τὴν ἐπιστολήν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
12|(7) Ἔγραψαν λοιπὸν στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: «Οἱ φιλόσοφοι τῆς Ἑλλάδας πρὸς τὸν Ἀνανία, τὸν μεγάλο ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει μεγάλη (σχέση/ἐκτίμηση) ἀνάμεσα σὲ ἐσένα καὶ σὲ ἐμᾶς ἀνὰ πᾶσα στιγμή, γνωρίζεις ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς οἱ Ἀθηναῖοι ποὺ φιλοσοφοῦμε. Ἦρθε κάποιος ξένος ἄνδρας στὴν Ἑλλάδα, Φίλιππος στὸ ὄνομα, καὶ ἁπλῶς μᾶς τάραξε πάρα πολὺ τόσο μὲ τὰ λόγια τοῦ ὅσο καὶ μὲ ἐξαιρετικὲς (ὑπερφυσικὲς) δυνάμεις, καὶ εἰσάγει ἕνα ἔνδοξο ὄνομα, τὸν Ἰησοῦ, ὁμολογῶντας ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μαθητὴς ἐκείνου. Κάνει μάλιστα καὶ θαυμαστὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα σοῦ γράφουμε, διότι ἐξέβαλε δαιμόνια ποὺ εἶχαν χρονίσει μέσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ κάνει τοὺς κωφοὺς νὰ ἀκοῦν καὶ τοὺς τυφλοὺς νὰ βλέπουν· καὶ τὸ πιὸ θαυμαστό, τὸ ὁποῖο ἔπρεπε καὶ πρῶτο νὰ σημειώσουμε, ὅτι ἀνέστησε ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἴσως εἶχαν συμπληρώσει τὸ προκαθορισμένο ὅριο τῆς ζωῆς τους καὶ εἶχαν πεθάνει. Ἡ δὲ φήμη του διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴ Μακεδονία, καὶ εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις φέρνοντας ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ ποικίλες ἀσθένειες, καὶ τοὺς θεραπεύει ὅλους μέσῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο λοιπόν, χωρὶς κανέναν δισταγμὸ (καμία φειδώ), ἔλα σὲ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς φανερώσεις ἐσὺ ὁ ἴδιος τί θέλει νὰ σημαίνει αὐτὸ τὸ ὄνομα καὶ τί διδάσκει σχετικὰ μὲ τὸν Ἰησοῦ. Διότι γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο σοῦ στείλαμε αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἐπιστολή».
13|(8) Ἐγένετο δὲ ὡς ἐδέξατο τὴν ἐπιστολὴν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ὡς ἀνέγνω, ὀργῆς μεγάλης ἐπλήσθη, καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ διέρρηξεν καί φησιν· Ἆρα ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος καὶ ἐν Ἀθήναις ἐν τοῖς φιλοσόφοις ἐχώρησεν ἀπατῆσαι αὐτούς; Ὁ δὲ Μανσημάτ, τοῦτ’ ἔστιν ὁ Σατανᾶς, ὑπεισῆλθεν εἰς τὸν Ἀνανίαν καὶ ἐπλήρωσεν αὐτὸν θυμοῦ καὶ ὀργῆς· καὶ εἶπεν ὅτι Ἐὰν ἐάσω αὐτόν τε ἐκεῖνον τὸν Φίλιππον καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ζῆσαι, πάντως ὁ νόμος λυθήσεται, καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν ἴσως πληρώσει τὴν γῆν ὅλην. Καὶ εἰσῄει ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ἑαυτοῦ καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι καὶ οἱ Φαρισαῖοι, καὶ συνεβουλεύσαντο μετ’ ἀλλήλων λέγοντες· Τὶ ποιήσωμεν περὶ τούτων; Καὶ λέγουσιν τῷ ἀρχιερεῖ· Ἀνανία ἀναστὰς ὅπλισον σεαυτὸν καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ πεντακοσίους δυνατοὺς ἄνδρας, καὶ ἄπελθε εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ πάντως ἀνάλισκε τὸν Φίλιππον, καὶ τὴν διδαχὴν αὐτοῦ οὕτως ἀνατρέψεις.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
13|(8) Καὶ συνέβη, μόλις ὁ ἀρχιερέας ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴ καὶ μόλις τὴ διάβασε, γέμισε μὲ μεγάλη ὀργή, καὶ ἔσκισε τὰ ἴματιά (ροῦχα) του καὶ λέει: «Ὥστε λοιπὸν ἐκεῖνος ὁ λαοπλάνος (ἀπατεῶνας) κατάφερε καὶ στὴν Ἀθήνα, ἀνάμεσα στοὺς φιλοσόφους, νὰ τοὺς ἐξαπατήσει;» Ὁ δὲ Μανσημάτ, δηλαδὴ ὁ Σατανᾶς, μπῆκε κρυφὰ μέσα στὸν Ἀνανία καὶ τὸν γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ· καὶ εἶπε (ὁ ἀρχιερέας) ὅτι: «Ἂν ἀφήσω καὶ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο τόν Φίλιππο καὶ ὅσους εἶναι μαζί του νὰ ζήσουν, ὁπωσδήποτε ὁ νόμος θὰ καταλυθεῖ, καὶ ἡ διδασκαλία τους ἴσως γεμίσει ὁλόκληρη τὴ γῆ». Καὶ μπῆκε ὁ ἀρχιερέας στὸ δικό του σπίτι, καθὼς καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι καὶ οἱ Φαρισαῖοι, καὶ συμβουλεύτηκαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον λέγοντας: «Τί νὰ κάνουμε γιὰ αὐτὰ τὰ ζητήματα;» Καὶ λένε στὸν ἀρχιερέα: «Ἀνανία, σήκω ἐπάνω, ἐξόπλισε τὸν ἑαυτό σου καὶ πάρε μαζί σου πεντακόσιους δυνατοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὸν λαό, καὶ πήγαινε στὴν Ἀθήνα, καὶ ὁπωσδήποτε ἐξόντωσε τὸν Φίλιππο· καὶ ἔτσι θὰ ἀνατρέψεις τὴ διδασκαλία του».
14|(9) Καὶ ἐνδυσάμενος τὸ ἔνδυμα τὸ ἀρχιερατικὸν παρεγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν μεγάλῃ φαντασίᾳ μετὰ τῶν πεντακοσίων ἀνδρῶν. ὁ δὲ Φίλιππος ἦν ἐν οἰκίᾳ πρώτου τινὸς τῆς πόλεως μετὰ τῶν πεπιστευκότων ἀδελφῶν. ὁ δὲ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ καὶ οἱ τριακόσιοι φιλόσοφοι ἀνῆλθον εἰς τὸ προπύλαιον τῆς οἰκίας ἔνθα ἦν ὁ Φίλιππος. καὶ ἐμηνύθη τῷ Φιλίππῳ ἑστάναι αὐτοὺς ἔξω· καὶ ἀναστὰς ἐξῆλθεν. καὶ ὡς εἶδεν αὐτὸν ὁ ἀρχιερεύς, λέγει πρὸς αὐτόν· Ὦ Φίλιππε φαρμακὲ καὶ μάγε· γνωρίζω γάρ σε ὅτι εἰς Ἱερουσαλὴμ ὁ κύριός σου ὁ πλάνος ὠνόμασέν σε υἱὸν βροντῆς· οὐκ ἤρκεσεν ὑμῖν πᾶσα ἡ Ἰουδαία, ἀλλὰ καὶ ὧδε ἤλθατε πλανῆσαι Ἀθηναίους ἄνδρας φιλοσόφους; Καὶ ὁ Φίλιππος εἶπεν· Εἴθε ὦ Ἀνανία ἀφῄρητο τὸ κάλυμμά σου τῆς ἀπιστίας ἀπὸ τῆς καρδίας σου, ἵνα γνῷς τοὺς λόγους σου καὶ ἀπ’ αὐτῶν μάθῃς εἰ ἄρα πλάνος ἐγὼ ἢ σύ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
14|(9) Καὶ ἀφοῦ ντύθηκε τὴν ἀρχιερατικὴ στολή, ἔφτασε στὴν Ἑλλάδα μὲ μεγάλη μεγαλοπρέπεια (συνοδεία) μαζὶ μὲ τοὺς πεντακόσιους ἄνδρες. Ὁ δὲ Φίλιππος βρισκόταν στὸ σπίτι κάποιου προύχοντα (πρώτου) τῆς πόλης μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ εἶχαν πιστέψει. Ὁ δὲ ἀρχιερέας καὶ ὅσοι ἦταν μαζὶ του, καθὼς καὶ οἱ τριακόσιοι φιλόσοφοι, ἀνέβηκαν στὸ προαύλιο (προπύλαιο) τοῦ σπιτιοῦ ὅπου βρισκόταν ὁ Φίλιππος. Καὶ μηνύθηκε στὸν Φίλιππο ὅτι αὐτοὶ στέκονται ἔξω· καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε, βγῆκε. Καὶ μόλις τὸν εἶδε ὁ ἀρχιερέας, τοῦ λέει: «Ὦ Φίλιππε, λαοπλάνε (μάγε) καὶ γόη· διότι σὲ γνωρίζω, ἐπειδὴ στὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριός σου ὁ ἀπατεώνας σὲ ὀνόμασε γιὸ τῆς βροντῆς· δὲν σᾶς ἄρεσε (δὲν σᾶς ἔφτανε) ὅλη ἡ Ἰουδαία, ἀλλὰ ἤρθατε καὶ ἐδῶ γιὰ νὰ ἐξαπατήσετε Ἀθηναίους ἄνδρες φιλοσόφους;» Καὶ ὁ Φίλιππος εἶπε: «Εἴθε, ὦ Ἀνανία, νὰ εἶχε ἀφαιρεθεῖ τὸ κάλυμμα τῆς ἀπιστίας σου ἀπὸ τὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ καταλάβεις τὰ λόγια σου καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ μάθεις ἂν τελικὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀπατεώνας ἢ ἐσύ».
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
15|(10) Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ἀνανίας εἶπεν τῷ Φιλίππῳ· Ἀποκριθήσομαι τοῖς πᾶσιν. Καὶ εἶπεν ὁ Φίλιππος· Λάλησον. Λέγει ὁ ἀρχιερεύς· Ὦ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, οὗτος ὁ Φίλιππος πιστεύει εἰς ἄνθρωπον καλούμενον Ἰησοῦν, ὃς ἐγεννήθη ἐν ἡμῖν, ὃς καὶ ἐδίδαξεν τὴν αἵρεσιν ταύτην, καὶ τὸν νόμον καὶ τὸν ναὸν κατέλυσεν, καὶ τὸν καθαρισμὸν τὸν διὰ Μωσέως κατήργησεν καὶ τὰ σάββατα καὶ τὰς νεομηνίας, Ὅτι φησὶν οὐκ εἰσὶν ὑπὸ θεοῦ τεταγμέναι. Καὶ ὡς εἴδομεν ὅτι τὸν νόμον οὗτος καταλύει, ἐπαναστάντες ἐσταυρώσαμεν αὐτόν, ἵνα μὴ πληθυνθῇ ἡ διδαχὴ αὐτοῦ· ἐστράτευσεν γὰρ ὑπ’ αὐτῶν πλήθη πολλά, καὶ ἔδωκεν μαρτυρίαν οὐ καλήν, ἐσθίειν τε πάντα ἁπλῶς καὶ συμμιγεῖς εἶναι μετὰ τῶν ἐθνῶν. καὶ τοῦτον παραδόντες ἐφονεύσαμεν καὶ κατεθάψαμεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ· οὗτοι δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ κλέψαντες αὐτὸν διεκήρυξαν πανταχοῦ ὅτι ἠγέρθη ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπλάνησαν πολὺ πλῆθος, ὁμολογήσαντες αὐτὸν εἶναι ἐκ δεξιῶν τοῦ θεοῦ ἐν οὐρανοῖς ἀλλὰ δὲ καὶ αὐτοὶ οὗτοι τὴν περιτομὴν ἔχοντες ὡς καὶ ἡμεῖς· οὓς καὶ ἐδιώξαμεν, ἐπειδὴ πολλὰς δυνάμεις ἤρξαντο ποιεῖν ἐν Ἱερουσαλὴμ διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἐκβληθέντες ἐξ Ἱερουσαλὴμ περιέρχονται τὴν οἰκουμένην καὶ πάντας ἀπατῶσιν ἐν τῇ μαγείᾳ ἐκείνου τοῦ Ἰησοῦ, ὡς καὶ νῦν οὗτος ὁ Φίλιππος ἦλθεν πρὸς ὑμᾶς τῇ αὐτῇ τέχνῃ ἀπατῆσαι ὑμᾶς. ἀλλ’ ἐγὼ τοῦτον μεθ’ ἑαυτοῦ ἀποφέρω εἰς Ἱερουσαλήμ, ὅτι καὶ ζητεῖ αὐτὸν ὁ Ἀρχέλαος ὁ βασιλεὺς τοῦ ἀποκτεῖναι αὐτόν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
15|(10) Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἀνανίας, εἶπε στὸν Φίλιππο: «Θὰ ἀπαντήσω μπροστὰ σὲ ὅλους». Καὶ ὁ Φίλιππος εἶπε: «Μίλησε». Λέει τότε ὁ ἀρχιερέας: «Ὦ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδας, αὐτὸς ὁ Φίλιππος πιστεύει σὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὀνομάζεται Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀνάμεσά μας, ὁ ὁποῖος καὶ δίδαξε αὐτὴν τὴν αἵρεση, καὶ κατέλυσε τὸν νόμο καὶ τὸν ναό, καὶ κατήργησε τὸν καθαρμὸ ποὺ δόθηκε μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, καθὼς καὶ τὰ σάββατα καὶ τὶς γιορτὲς τῆς νέας σελήνης (νουμηνίες), ἐπειδὴ ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν εἶναι ὁρισμένα ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ἐπειδὴ εἴδαμε ὅτι αὐτὸς καταλύει τὸν νόμο, ξεσηκωθήκαμε ἐναντίον του καὶ τὸν σταυρώσαμε, γιὰ νὰ μὴν ἐξαπλωθεῖ ἡ διδασκαλία του· διότι συγκέντρωσε (στράτευσε) γύρω του πολλὰ πλήθη καὶ ἔδωσε κακὸ παράδειγμα (μαρτυρία), τὸ νὰ τρῶνε δηλαδὴ τὰ πάντα χωρὶς διάκριση καὶ νὰ ἀναμειγνύονται μὲ τοὺς ἐθνικοὺς (εἰδωλολάτρες). Καὶ ἀφοῦ τὸν παραδώσαμε, τὸν θανατώσαμε καὶ τὸν θάψαμε σὲ μνημεῖο· αὐτοὶ ὅμως οἱ μαθητές του, ἀφοῦ τὸν ἔκλεψαν, διακήρυξαν παντοῦ ὅτι ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, καὶ ἐξαπάτησαν πολὺ πλῆθος, ὁμολογώντας ὅτι αὐτὸς βρίσκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ στοὺς οὐρανούς. Ἐπιλέον δέ, καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν τὴν περιτομὴ ὅπως καὶ ἐμεῖς· τοὺς ὁποίους καὶ καταδιώξαμε, ἐπειδὴ ἄρχισαν νὰ κάνουν πολλὰ θαύματα (δυνάμεις) στὴν Ἱερουσαλὴμ μέσῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἀφοῦ διώχθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, περιέρχονται τὴν οἰκουμένη καὶ τοὺς ἐξαπατοῦν ὅλους μὲ τὴ μαγεία ἐκείνου τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τώρα αὐτὸς ὁ Φίλιππος ἦρθε σὲ ἐσᾶς γιὰ νὰ σᾶς ἐξαπατήσει μὲ τὴν ἴδια τέχνη. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ τὸν πάρω μαζί μου καὶ θὰ τὸν ὁδηγήσω πίσω στὴν Ἱερουσαλήμ, διότι τὸν ἀναζητᾶ καὶ ὁ βασιλιάς Ἀρχέλαος γιὰ νὰ τὸν θανατώσει».
16|(11) Ὡς δὲ ἤκουσαν ταῦτα τὸ περιεστὼς πλῆθος, οἱ μὲν ὑπὸ τῆς πίστεως ἐστηριγμένοι οὐκ ἐκινήθησαν οὐδὲ ἐδιψύχησαν· ᾔδεισαν γὰρ ὅτι Φίλιππος νικήσει ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Ἰησοῦ. ὁ οὖν Φίλιππος ἀπελογήσατο ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Χριστοῦ μετὰ μεγάλης παρρησίας ἀγαλλιῶν καὶ λέγων· Ἐγὼ ἄνδρες Ἀθηναῖοι καὶ οἱ ἐν ὑμῖν φιλόσοφοι ἦλθον πρὸς ὑμᾶς οὐ λόγοις διδάξαι ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει θαυμασίων, ὧν καὶ ἀπὸ μέρους τάχα ἐθεάσασθε δι’ ἐμοῦ γεγενημένων ἐν ἐκείνῳ τῷ ὀνόματι ᾧ οὗτος ὁ ἀρχιερεὺς ἀποβάλλεται ἰδοὺ οὖν βοήσω πρὸς τὸν θεόν μου καὶ διδάξω ὑμᾶς, καὶ ὑμεῖς δοκιμάσατε τοὺς τῶν ἀμφοτέρων λόγους.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
16|(11) Μόλις δὲ τὸ πλῆθος ποὺ ἦταν συγκεντρωμένο γύρω ἄκουσε αὐτά, ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν στηριγμένοι ἀπὸ τὴν πίστη δὲν κλονίστηκαν οὔτε ἀμφέβαλαν· διότι γνώριζαν ὅτι ὁ Φίλιππος θὰ νικήσει μὲ τὴ δόξα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Φίλιππος λοιπὸν ἀπολογήθηκε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, μὲ μεγάλο θάρρος, γεμάτος ἀγαλλίαση καὶ λέγοντας: «Ἐγώ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι καὶ οἱ φιλόσοφοι ἀνάμεσά σας, ἦρθα σὲ ἐσᾶς ὄχι γὰρ νὰ διδάξω μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπόδειξη θαυμαστῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν μέρει ἴσως εἴδατε ἤδη νὰ γίνονται μέσῳ ἐμοῦ σὲ ἐκεῖνο τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο αὐτὸς ἐδῶ ὁ ἀρχιερέας ἀπορρίπτει· ἰδοὺ λοιπόν, θὰ φωνάξω πρὸς τὸν Θεό μου καὶ θὰ σᾶς διδάξω, καὶ ἐσεῖς κρίνετε (δοκιμάστε) τὰ λόγια καὶ τῶν δύο μας».
17|(12) Ταῦτα ἀκούσας ὁ ἀρχιερεὺς ἔδραμεν ἐπὶ τὸν Φίλιππον μαστίξαι θέλων αὐτόν, καὶ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὅλη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἐξηράνθη καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐτυφλώθησαν· ὁμοίως δὲ καὶ οἱ πεντακόσιοι οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐτυφλώθησαν καὶ αὐτοί. καὶ ἐνύβριζον καὶ κατεθεμάτιζον τὸν ἀρχιερέα λέγοντες ὅτι ἐξερχόμενοι τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐλέγομέν σοι· Κατάστειλον· ἄνθρωποι γὰρ ὄντες θεῷ μάχεσθαι οὐ δυνάμεθα. Ἀλλὰ δεόμεθά σου ἀπόστολε τοῦ θεοῦ τοῦ Ἰησοῦ Φίλιππε, δὸς ἡμῖν τὸ δι’ αὐτοῦ φῶς, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἀληθῶς αὐτοῦ ἐσόμεθα δοῦλοι.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
17|(12) Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀρχιερέας, ἔτρεξε ἐναντίον τοῦ Φιλίππου θέλοντας νὰ τὸν μαστιγώσει, καὶ τὴν ἴδια ἐκείνη ὥρα ὁλόκληρο τὸ χέρι του ξεράθηκε (παρέλυσε) καὶ τὰ μάτια του τυφλώθηκαν· παρομοίως δὲ καὶ οἱ πεντακόσιοι ποὺ ἦταν μαζί του τυφλώθηκαν καὶ αὐτοί. Καὶ ἔβριζαν καὶ ἀναθεμάτιζαν τὸν ἀρχιερέα λέγοντας ὅτι: «Ὅταν βγαίναμε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σοῦ τὸ λέγαμε: "Συγκρατήσου (σταμάτα)· διότι ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι, δὲν μπορούμε νὰ πολεμᾶμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ". Ἀλλὰ σὲ παρακαλοῦμε, ἀπόστολε τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰησοῦ, Φίλιππε, δώσε μας τὸ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ Αὐτόν, γιὰ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς ἀληθινὰ δοῦλοι Του».
18|(13) Ὁ δὲ Φίλιππος ἰδὼν τὸ γενόμενον ἔλεγεν· Ὦ ἀσθενὴς φύσις, ἥτις ἐπαίρει μὲν ἑαυτὴν ἐφ’ ἡμᾶς, εὐθέως δὲ εἰς ἑαυτὴν καταταπεινουμένη· ὦ ἡ πικρὰ θάλασσα τὰ ἑαυτῆς κύματα εἰς ἡμᾶς ταράσσουσα καὶ ἐκφοβεῖν νομίζουσα, ἀλλὰ παρ’ ἑαυτῇ τὰ κύματα κοιμίζουσα. νῦν οὖν ὁ ἡμέτερος καλὸς οἰκονόμος, Ἰησοῦ, τὸ ἅγιον φῶς, οὐ παρεῖδες ἡμᾶς τὸ σύνολον κράζοντας ἄνω πρὸς σὲ ἐν πᾶσι τοῖς καλοῖς ἔργοις, ἀλλ’ ἦλθες τελέσαι αὐτὰ δι’ ἡμῶν. νῦν οὖν ἐλθὲ Ἰησοῦ κύριε, ἔλεγξον τὴν ἀπόνοιαν τούτων.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
18|(13) Ο δε Φίλιππος, βλέποντας αυτό που συνέβη, έλεγε: «Ω ασθενής ανθρώπινη φύση, η οποία αφενός εξυψώνει (υπερηφανεύεται) τον εαυτό της εναντίον μας, αφετέρου αμέσως ταπεινώνεται βαθιά μέσα της· ω πικρή θάλασσα, που ταράζει τα δικά της κύματα εναντίον μας και νομίζει ότι μας εκφοβίζει, αλλά τελικά μέσα της ηρεμεί (κοιμίζει) τα κύματα. Τώρα λοιπόν, ο δικός μας καλός οικονόμος, Ιησού, το άγιο φως, δεν μας αγνόησες καθόλου καθώς φωνάζουμε ψηλά προς εσένα για όλα τα καλά έργα, αλλά ήρθες να τα εκπληρώσεις μέσω εμών. Τώρα λοιπόν έλα, Κύριε Ιησού, φανέρωσε (έλεγξε) την ανοησία (παραφροσύνη) αυτών εδώ».
19|(14) Λέγει ὁ ἀρχιερεὺς τῷ Φιλίππῳ· Ἆρα μὴ νομίζεις ἀποστρέψαι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν παραδόσεων τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ τοῦ θεοῦ τῆς ἐρήμου τὸ μάννα καὶ Μωσέως, καὶ προσδοκᾷς ἐξακολουθῆσαι ἡμᾶς τῷ Ναζωραίῳ, τῷ Ἰησοῦ; Εἶτα λέγει αὐτῷ ὁ Φίλιππος· Ἰδοὺ δεηθήσομαι τοῦ θεοῦ μου ἵνα ἔλθῃ καὶ φανερώσῃ ἑαυτὸν ἔμπροσθέν σου καὶ τῶν πεντακοσίων καὶ ἐνώπιον τῶν ὧδε πάντων· ἴσως γὰρ πιστεύσεις μετανοήσας. ἐὰν δὲ μέχρι τέλους ἐπιμείνῃς τῇ ἀπιστίᾳ, ἔρχεται ἐπὶ σὲ παράδοξον πρᾶγμα, ὅπερ λαληθήσεται εἰς γενεὰς γενεῶν, ὥστε καὶ κατέλθῃς ζῶν κάτω εἰς τὸν ᾅδην ἐνώπιον πάντων τῶν ὁρώντων σε ὅτι ἔτι διαμένεις ἐν τῇ ἀπιστίᾳ, ὅτι καὶ ζητεῖς ἀποστρέψαι τὸ πλῆθος τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Καὶ ὁ Φίλιππος προσηύξατο λέγων· Ὦ πάτερ ἅγιε τοῦ ἁγίου υἱοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ χαρισάμενός μοι τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, πέμψον σου τὸν ἀγαπητὸν υἱὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐλέγξαι τὸν ἄπιστον ἀρχιερέα, ἵνα τὸ σὸν ὄνομα ἐν τῷ ἀγαπητῷ Χριστῷ δοξασθῇ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
19|(14) Λέγει ὁ ἀρχιερέας στὸν Φίλιππο: «Μήπως νομίζεις ὅτι θὰ μᾶς ἀποστρέψεις ἀπὸ τὶς παραδόσεις τῶν πατέρων μας καὶ τοῦ Θεοῦ τῆς ἐρήμου (ποὺ ἔδωσε) τὸ μάννα καὶ τοῦ Μωυσῆ, καὶ προσδοκᾶς νὰ ἀκολουθήσουμε ἐμεῖς τὸν Ναζωραῖο, τὸν Ἰησοῦ;» Ἔπειτα τοῦ λέει ὁ Φίλιππος: «Ἰδού, θὰ δεηθῶ στὸν Θεό μου γιὰ νὰ ἔρθει καὶ νὰ φανερώσει τὸν ἑαυτό Του μπροστά σου καὶ μπροστὰ στοὺς πεντακόσιους καὶ ἐνώπιον ὅλων ὅσοι βρίσκονται ἐδῶ· γιατὶ ἴσως, ἀφοῦ μετανοήσεις, πιστέψεις. Ἂν ὅμως μέχρι τὸ τέλος ἐπιμείνεις στὴν ἀπιστία, ἔρχεται πάνω σου ἕνα παράδοξο πράγμα, τὸ ὁποῖο θὰ συζητιέται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, ὥστε νὰ κατεβεῖς ζωντανὸς κάτω στὸν ᾅδη ἐνώπιον ὅλων ὅσοι σὲ βλέπουν ὅτι ἀκόμη παραμένεις στὴν ἀπιστία καὶ ὅτι ζητᾶς νὰ ἀποστρέψεις αὐτὸ τὸ πλῆθος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή». Καὶ ὁ Φίλιππος προσευχήθηκε λέγοντας: «Ὦ Πάτερ ἅγιε τοῦ ἁγίου υἱοῦ (Σου) Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐσὺ ποὺ μοῦ χάρισες τὸ νὰ πιστεύω σὲ Αὐτόν, στείλε τὸν ἀγαπητό Σου υἱὸ Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ νὰ φανερώσει τὸ σφάλμα (νὰ ἐλέγξει) τοῦ ἄπιστου ἀρχιερέα, ὥστε τὸ δικό Σου ὄνομα νὰ δοξαστεῖ μέσῳ τοῦ ἀγαπητοῦ Χριστοῦ».
20|(15) Ἔτι δὲ ταῦτα βοῶντος τοῦ Φιλίππου ἐξαίφνης ἠνεῴχθησαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἐφάνη ὁ Ἰησοῦς κατελθὼν ἐν τιμιωτάτῃ δόξῃ καὶ ἀστραπῇ, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἑπταπλάσιον λάμπον ὑπὲρ τὸν ἥλιον, καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λευκότερα χιόνος, ὡς καὶ πάντα τὰ εἴδωλα τῶν Ἀθηνῶν πεσεῖν ἐξαίφνης ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ὅλα συντριβῆναι· ἔφυγον δὲ καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς δαίμονες οἰκοῦντες ἐκβοῶντες· Ἰδοὺ καὶ ἡμεῖς φεύγομεν διὰ τὸν ἐπιφανέντα τῇ πόλει Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ. Εἶτα λέγει ὁ Φίλιππος τῷ ἀρχιερεῖ· Ἀκούεις τῶν δαιμόνων ἐκβοώντων διὰ τὸν ὀφθέντα, καὶ ἀπιστεῖς πρὸς τὸν παρόντα ὅτι αὐτὸς κύριος τῶν πάντων; Λέγει ὁ ἀρχιερεύς· Ἐγὼ οὐκ ἔχω ἄλλον θεὸν ἢ τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ δόντα τὸ μάννα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
20|(15) Καὶ ἐνῷ ὁ Φίλιππος ἀκόμα φώναζε αὐτά, ξαφνικά ἀνοίχτηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ φάνηκε ὁ Ἰησούς, ἀφοῦ κατέβηκε μὲ ἐνδοξότατη (πολύτιμη) δόξα καὶ ἀστραπή· καὶ τὸ πρόσωπό Του ἔλαμπε ἑπταπλάσια πάνω ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ ροῦχα Του ἦταν λευκότερα ἀπὸ τὸ χιόνι, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὅλα τὰ εἴδωλα τῶν Ἀθηνῶν νὰ πέσουν ξαφνικά στὴ γῆ καὶ ὅλα νὰ συντριβοῦν. Ἔφυγαν δὲ καὶ τὰ δαιμόνια ποὺ κατοικοῦσαν μέσα σὲ αὐτά, φωνάζοντας δυνατά: «Ἰδού, καὶ ἐμεῖς φεύγουμε ἐξαιτίας τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ φανερώθηκε στὴν πόλη». Ἔπειτα λέει ὁ Φίλιππος στὸν ἀρχιερέα: «Ἀκούεις τὰ δαιμόνια ποὺ φωνάζουν δυνατὰ γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ ἐμφανίστηκε, καὶ ἐσὺ ἀπιστεῖς μπροστὰ στὸν Παρόντα, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων;» Λέει ὁ ἀρχιερέας: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλον Θεὸ παρὰ μόνο ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε τὸ μάννα στὴν ἔρημο».
21|(16) Ἀνερχομένου δὲ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν ἐγένετο σεισμὸς μέγας σφόδρα, ὥστε σχισθῆναι τὸν τόπον ἐφ’ ὃν εἱστήκεισαν· καὶ δραμόντες οἱ ὄχλοι ἔκειντο πρὸς τοὺς πόδας τοῦ ἀποστόλου κράζοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς ὦ θεοῦ ἄνθρωπε. Ὁμοίως καὶ οἱ πεντακόσιοι ἄνδρες ἔκραξαν καὶ αὐτοὶ πάλιν· Ἐλέησον ἡμᾶς ὦ Φίλιππε, ἵνα σὲ ἴδωμεν καὶ διὰ σοῦ τὸν φωστῆρα τῆς ζωῆς Ἰησοῦν· ὅτι ἐλέγομεν τούτῳ τῷ ἀπίστῳ ἀρχιερεῖ ὅτι Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ ὄντες θεῷ μάχεσθαι οὐ δυνάμεθα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
21|(16) Καὶ ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ἀνέβαινε στὸν οὐρανό, ἐγένετο πολὺ μεγάλος σεισμός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σχιστεῖ ὁ τόπος πάνω στὸν ὁποῖο στέκονταν· καὶ οἱ ὄχλοι, ἀφοῦ ἔτρεξαν, ἔπεσαν (κείτονταν) στὰ πόδια τοῦ ἀποστόλου φωνάζοντας δυνατά: «Ἐλέησέ μας, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ». Παρομοίως καὶ οἱ πεντακόσιοι ἄνδρες φώναξαν καὶ αὐτοὶ πάλι δυνατά: «Ἐλέησέ μας, Φίλιππε, γιὰ νὰ δοῦμε ἐσένα καὶ μέσῳ ἐσοῦ τὸν Ἰησοῦ, τὸ φωτεινὸ ἄστρο (φωστήρα) τῆς ζωῆς· διότι λέγαμε σὲ αὐτὸν τὸν ἄπιστο ἀρχιερέα ὅτι "ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί, δὲν μπορούμε νὰ πολεμᾶμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ"».
22|(17) Τότε λέγει ὁ Φίλιππος· Οὐκ ἔστιν φθόνος ἐν ἡμῖν, ἀλλ’ ἡ τοῦ Χριστοῦ χάρις ἀναβλέψαι ὑμᾶς ποιήσει· πρότερον δὲ ὑμῶν τὸν ἀρχιερέα ἀναβλέψαι ποιήσω, ὅπως ἐπὶ τούτῳ πλέον ὑμεῖς πιστεύσητε. Καὶ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ ἠνέχθη τῷ Φιλίππῳ· Φίλιππε υἱὲ ποτὲ βροντῆς, νῦν δὲ πραότητος, εἴ τι ἂν αἰτήσῃ τὸν πατέρα μου, ποιήσει σοι. Καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔκθαμβος ἦν ἐπὶ τῇ φωνῇ· τὸ γὰρ ἦχος αὐτῆς μεῖζον βροντῆς ἐγένετο. Τότε λέγει ὁ Φίλιππος τῷ ἀρχιερεῖ· Ἐν τῷ ὀνόματι τῆς δυνάμεως τῆς φωνῆς τοῦ κυρίου μου Ἰησοῦ ἀνάβλεψον Ἀνανία. Καὶ εὐθέως ἀνέβλεψεν, καὶ περιβλεψάμενος εἶπεν· Ὦ φησιν τί ἐστιν τὸ τῆς μαγείας τοῦ Ἰησοῦ; ὅτι οὗτος ὁ Φίλιππος ἐν ὀλίγῳ με ἐτύφλωσεν, καὶ πάλιν ἐν ὀλίγῳ ἀναβλέψαι με ἐποίησεν. Τί οὖν; ἔφη ὁ Φίλιππος, πιστεύεις εἰς τὸν Ἰησοῦν; Λέγει ὁ ἀρχιερεύς· Μὴ γὰρ δύνασαί με μαγεύσαι καὶ πεῖσαι; Οἱ δὲ πεντακόσιοι οἱ μετ’ αὐτοῦ, ἀκούσαντες ὅτι ὁ ἀρχιερεύς αὐτῶν ἀναβλέψας ἔτι ἀπιστεῖ, ἔλεγον τοῖς παρεστῶσιν δεηθῆναι τοῦ Φιλίππου ὅπως αὐτοὺς ἀναβλέψαι ποιήσῃ, ἵνα τὸν ἄπιστον ἀρχιερέα τοῦτον ἀνέλωμεν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
22|(17) Τότε λέει ὁ Φίλιππος: «Δὲν ὑπάρχει φθόνος σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ θὰ σᾶς κάνει νὰ ξαναβρεῖτε τὸ φῶς σας (νὰ ἀναβλέψετε)· πρῶτα ὅμως θὰ κάνω τὸν ἀρχιερέα σας νὰ ἀναβλέψει, ὥστε ἐξαιτίας αὐτοῦ νὰ πιστέψετε ἐσεῖς περισσότερο». Καὶ φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μεταφέρθηκε στὸν Φίλιππο: «Φίλιππε, ποὺ κάποτε ὑπῆρξες γιὸς τῆς βροντῆς, τώρα ὅμως τῆς πραότητας, ὅ,τι κι ἂν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, θὰ σού το κάνει». Καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ἦταν κατάπληκτο ἀπὸ τὴ φωνή· διότι ὁ ἦχος της ἔγινε ἰσχυρότερος ἀπὸ βροντή. Τότε λέει ὁ Φίλιππος στὸν ἀρχιερέα: «Στὸ ὄνομα τῆς δύναμης τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ, ἀνάβλεψε Ἀνανία». Καὶ ἀμέσως ἐκεῖνος ἀνάβλεψε, καὶ ἀφοῦ κοίταξε γύρω του εἶπε: «Ὦ, τί πρᾶγμα εἶναι αὐτὸ τῆς μαγείας τοῦ Ἰησοῦ; Διότι αὐτὸς ὁ Φίλιππος σὲ λίγο χρόνο μὲ τύφλωσε, καὶ πάλι σὲ λίγο χρόνο μὲ ἔκανε νὰ ἀναβλέψω». «Τί λοιπόν;» εἶπε ὁ Φίλιππος, «πιστεύεις στὸν Ἰησοῦ;» Λέει ὁ ἀρχιερέας: «Μήπως τάχα μπορεῖς νὰ μὲ μαγέψεις καὶ νὰ μὲ πείσεις;» Οἱ δὲ πεντακόσιοι ποὺ ἦταν μαζί του, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ὁ ἀρχιερέας τους, παρόλο ποὺ ἀνάβλεψε, ἀκόμα ἀπιστεῖ, ἔλεγαν σὲ ὅσους στέκονταν ἐκεῖ κοντὰ νὰ παρακαλέσουν τὸν Φίλιππο ὥστε νὰ κάνει καὶ αὐτοὺς νὰ ἀναβλέψουν, «γιὰ νὰ ἐξοντώσουμε (νὰ σκοτώσουμε) αὐτὸν τὸν ἄπιστο ἀρχιερέα».
23|(18) Εἶπεν δὲ ὁ Φίλιππος· Μὴ κακοῖς ἀμύνεσθε. Καὶ λέγει τῷ ἀρχιερεῖ· Σημεῖον ἐπὶ σοὶ ἔσται τι μέγα. Λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· Οἶδα ὅτι φαρμακὸς εἶ καὶ τοῦ Ἰησοῦ μαθητής· οὐ μαγεύεις με. Ὁ δὲ ἀπόστολος εἶπεν πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Ζαβαρθάν, σαβαθαβάτ, βραμανούχ, ταχὺ ἐλθέ. Καὶ εὐθὺς ἡ γῆ ἐσχίσθη κατὰ τὸ μέρος τοῦ Ἀνανίου καὶ κάτεπιεν αὐτὸν μέχρι γονάτων. Καὶ ἔκραξεν Ἀνανίας· Ὦ μεγάλη τῆς ἀληθοῦς μαγγανείας, ὅτι τὴν γῆν ἔσχισεν, ἀπειλήσαντος αὐτὴν ἑβραϊστί τε ἐνορκισαμένου τοῦ Φιλίππου, καὶ συνέχει με μέχρι γονάτων, καὶ ἐκ τῶν πτερνῶν εἰς τὰ κάτω τινὲς ὥσπερ ὄγκινοι καθέλκουσίν με, ἵνα πιστεύσω τῷ Φιλίππῳ. ἀλλ’ οὐ δύναταί με πεῖσαι· ἀπὸ γὰρ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐγὼ ἐπίσταμαι τὰς μαγείας αὐτοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
23|(18) Εἶπε δὲ ὁ Φίλιππος: «Μὴν ἀνταποδίδετε τὸ κακὸ μὲ κακὸ (μὴν ἀμύνεστε μὲ κακὰ μέσα)». Καὶ λέει στὸν ἀρχιερέα: «Ἕνα μεγάλο σημάδι (θαῦμα) θὰ γίνει ἐπάνω σου». Ἐκεῖνος λέει πρὸς τὸν Φίλιππο: «Γνωρίζω ὅτι εἶσαι μάγος καὶ μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ· δὲν μὲ μαγεύεις». Ὁ δὲ ἀπόστολος εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ: «Ζαβαρθάν, σαβαθαβάτ, βραμανούχ, ἔλα γρήγορα». Καὶ ἀμέσως ἡ γῆ σχίστηκε στὸ μέρος ὅπου βρισκόταν ὁ Ἀνανίας καὶ τὸν κατάπιε μέχρι τὰ γόνατα. Καὶ φώναξε δυνατὰ ὁ Ἀνανίας: «Ὦ, πόσο μεγάλη εἶναι αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ μαγγανεία (μαγεία), διότι σχίστηκε ἡ γῆ, ἀφοῦ ὁ Φίλιππος τὴν ἀπείλησε καὶ τὴν ὥρκισε στὰ ἑβραϊκά, καὶ μὲ κρατᾶ φυλακισμένο μέχρι τὰ γόνατα, καὶ ἀπὸ τὶς φτέρνες μου πρὸς τὰ κάτω κάποιοι σὰν ἄγκιστρα (τσιγκέλια) μὲ τραβοῦν, γιὰ νὰ πιστέψω στὸν Φίλιππο. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὲ πείσει· διότι ἐγὼ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ γνωρίζω καλὰ τὶς μαγεῖες του».
24|(19) Ὀργισθεὶς δὲ ὁ Φίλιππος εἶπεν· Ὦ γῆ σύσφιγξον αὐτὸν μέχρι τοῦ ὀμφαλοῦ. Καὶ εὐθὺς κατεσύρη. καὶ ἔλεγεν· Ὁ μὲν εἷς μου ποὺς κάτωθεν κρυσταλλοῦται, ὁ δὲ ἕτερος δεινῶς ἐκθερμαίνεται· ἀλλ’ ὑπὸ τῆς μαγείας σου Φίλιππε οὐ νικηθήσομαι. πλὴν οὖν ὅτι κακῶς κάτωθεν βασανίζομαι, ὅλως δὲ οὐ πιστεύω. Οἱ δὲ ὄχλοι ἠθέλησαν αὐτὸν λιθάσαι. ὁ δὲ Φίλιππος Μὴ οὕτως φησίν. τοῦτο γὰρ τέως γέγονεν, καταποθῆναι αὐτὸν μέχρι τοῦ ὀμφαλοῦ, ἵνα σωτηρία γένηται τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ὅτι παρ’ ὀλίγον ἔμελλεν ἕλκειν ὑμᾶς ἐν τοῖς κακοῖς αὐτοῦ λόγοις πρὸς ἀπιστίαν. ἀλλ’ εἰ καὶ αὐτὸς μετενόησεν, ἀναγάγω αὐτὸν ἐκ τῆς γῆς πρὸς σωτηρίαν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ· ἀλλὰ τάχα οὐκ ἔστιν ἄξιος σωτηρίας. ἐὰν οὖν ἐπιμείνῃ τῇ ἀπιστίᾳ, βλέψετε αὐτὸν βυθισθέντα κάτω εἰς τὴν ἄβυσσον· εἰ μὴ κύριος μέλλει τοὺς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐγείρειν, ἵνα ὁμολογήσωσιν ὅτι κύριος Ἰησοῦς. ἐν ἐκείνῃ γὰρ τῇ ἡμέρᾳ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι κύριος Ἰησοῦς, καὶ ὅτι μία δόξα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ σὺν ἁγίῳ πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
24|(19) Ἀφοῦ ὀργίστηκε ὁ Φίλιππος, εἶπε: «Ὦ γῆ, σφίξε τον γύρω-γύρω μέχρι τὸν ὀμφαλὸ (τὴ μέση)». Καὶ ἀμέσως ἐκεῖνος παρασύρθηκε πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἔλεγε (ὁ Ἀνανίας): «Τὸ ἕνα μου πόδι ἀπὸ κάτω παγώνει σὰν κρύσταλλο, ἐνῷ τὸ ἄλλο θερμαίνεται ὑπερβολικά· ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μαγεία σου, Φίλιππε, δὲν πρόκειται νὰ νικηθῶ. Ἐκτὸς λοιπὸν ἀπὸ τὸ ὅτι βασανίζομαι ἄσχημα ἀπὸ κάτω, γενικότερα δὲν πιστεύω καθόλου». Οἱ δὲ ὄχλοι θέλησαν νὰ τὸν λιθοβολήσουν. Ὁ Φίλιππος ὅμως λέει: «Μὴν κάνετε ἔτσι. Διότι αὐτὸ ἔγινε πρὸς τὸ παρόν, τὸ νὰ καταποθεῖ δηλαδὴ μέχρι τὸν ὀμφαλό, γιὰ νὰ ὑπάρξει σωτηρία γιὰ τὶς ψυχές σας, ἐπειδὴ γιὰ λίγο (παρ' ὀλίγον) ἔμελλε νὰ σᾶς παρασύρει μὲ τὰ κακά του λόγια πρὸς τὴν ἀπιστία. Ἀλλὰ ἂν καὶ ὁ ἴδιος μετανοοῦσε, θὰ τὸν ἀνέβαζα ξανά ἀπὸ τὴ γῆ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του· ἀλλὰ ἴσως (τάχα) δὲν εἶναι ἄξιος σωτηρίας. Ἂν λοιπὸν ἐπιμείνει στὴν ἀπιστία, θὰ τὸν δεῖτε νὰ βυθίζεται κάτω στὴν ἄβυσσο· ἐκτὸς ἂν ὁ Κύριος πρόκειται νὰ ἐγείρει ὅσους βρίσκονται στὸν ᾅδη, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Κύριος. Διότι κατὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα κάθε γλώσσα θὰ ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Κύριος, καὶ ὅτι ὑπάρχει μία δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες».
25|(20) Καὶ εἰπὼν ταῦτα ὁ Φίλιππος διεπέτασεν τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα σκεπάσας δι’ ἀέρος ἐπάνω τῶν πεντακοσίων ἀνδρῶν ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ. καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ὕμνησαν τὸν θεὸν πάντες ἐν ἑνὶ στόματι λέγοντες· Εὐλογοῦμέν σε Χριστὲ Ἰησοῦ τὸν θεὸν τοῦ Φιλίππου ὅτι ἐδίωξας ἀφ’ ἡμῶν τὴν πήρωσιν καὶ ἔδωκας ἡμῖν τὸ σὸν φῶς τὸ εὐαγγέλιον. Ὁ δὲ Φίλιππος κατ’ ὀλίγον ἦν ἀγαλλιώμενος τοῖς ῥήμασιν αὐτῶν, ὅτι οὕτως ἐστηρίζοντο τῇ πίστει. μετὰ δὲ ταῦτα στραφεὶς ὁ Φίλιππος πρὸς τὸν ἀρχιερέα εἶπεν· Ὁμολόγησον καὶ σὺ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ ὅτι κύριος Ἰησοῦς ἐστιν, ἵνα σωθῇς ὡς οὗτοι οἱ μετὰ σοῦ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἦν καταγελῶν τοῦ Φιλίππου καὶ ἐπιμένων τῇ ἀπιστίᾳ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
25|(20) Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ Φίλιππος, ἅπλωσε τὴ δεξιά του χεῖρα, σκεπάζοντάς τους μέσα ἀπὸ τὸν ἀέρα, πάνω ἀπὸ τοὺς πεντακόσιους ἄνδρες στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἀνοίχτηκαν τὰ μάτια τους, καὶ ὕμνησαν ὅλοι τὸν Θεὸ μὲ ἕνα στόμα λέγοντας: «Σὲ εὐλογοῦμε, Χριστὲ Ἰησοῦ, τὸν Θεὸ τοῦ Φιλίππου, διότι ἔδιωξες ἀπὸ ἐμᾶς τὴν τύφλωση (πήρωση) καὶ μᾶς ἔδωσες τὸ δικό Σου φῶς, τὸ Εὐαγγέλιο». Ὁ δὲ Φίλιππος σιγά-σιγά (κατ' ὀλίγον) γέμιζε ἀγαλλίαση ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἐπειδὴ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στηρίζονταν στὴν πίστη. Μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτά, ἀφοῦ στράφηκε ὁ Φίλιππος πρὸς τὸν ἀρχιερέα, εἶπε: «Ὁμολόγησε καὶ ἐσὺ μὲ καθαρὴ καρδιὰ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Κύριος, γιὰ νὰ σωθεῖς ὅπως αὐτοὶ ποὺ εἶναι μαζί σου». Ὁ δὲ ἀρχιερέας περιγελοῦσε τὸν Φίλιππο καὶ ἐπέμενε στὴν ἀπιστία.
26|(21) Ἰδὼν οὖν ὁ Φίλιππος ὅτι ἐπιμένει τῇ ἀπιστίᾳ βλέψας εἰς αὐτὸν λέγει τῇ γῇ· Ἄνοιξόν σου τὸ στόμα καὶ κατάπιε αὐτὸν μέχρι τοῦ τραχήλου αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν πιστευσάντων εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς ἐδέξατο αὐτὸν ἕως τραχήλου. ὡς δὲ οἱ ὄχλοι ἦσαν ὁμιλοῦντες ἀλλήλοις διὰ τὰ γεγονότα θαυμάσια, ὡς δὲ οἱ ὄχλοι ἦσαν ὁμιλοῦντες ἀλλήλοις διὰ τὰ γεγονότα θαυμάσια, ὁ ἀρχιερεὺς κατεπόθη ὅλος, καὶ ἐπληρώθη ἡ κόλασις αὐτοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
26|(21) Βλέποντας λοιπὸν ὁ Φίλιππος ὅτι (ὁ ἀρχιερέας) ἐπιμένει στὴν ἀπιστία, ἀφοῦ τὸν κοίταξε, λέει στὴ γῆ: «Ἄνοιξε τὸ στόμα σου καὶ κατάπιέ τον μέχρι τὸν λαιμὸ (τράχηλο) του, ἐνώπιον ὅσων πίστεψαν στὸν Χριστὸ Ἰησοῦ». Καὶ τὴν ἴδια ἐκείνη ὥρα, ἀφοῦ ἡ γῆ ἄνοιξε τὸ στόμα της, τὸν δέχτηκε μέσα της μέχρι τὸν λαιμό. Καὶ καθὼς οἱ ὄχλοι συζητοῦσαν μεταξύ τους γιὰ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, ὁ ἀρχιερέας καταπόθηκε ὁλόκληρος (ἀπὸ τὴ γῆ), καὶ ὁλοκληρώθηκε ἡ τιμωρία του.
27|(22) ἦλθέν τις πρῶτος τῆς πόλεως βοῶν καὶ λέγων· Ὦ μακάριε ἀπόστολε, τῷ υἱῷ μου δαίμων τις ἐπέστη, καὶ ἔκραζεν λέγων πρός με· Ἐπειδὴ ἀφῆκας ξένον ἄνθρωπον εἰσελθεῖν εἰς τὴν πόλιν ἡμῶν σὺ ὢν πρῶτος, ὃς κατέλυσεν τὰς λατρείας ἡμῶν καὶ τὰς θυσίας ἡμῶν, τί σοι ποιήσω εἰ μὴ τοῦτον ἀνελῶ τὸν μονογενῆ σου υἱόν; Καὶ μετὰ τὸ εἰπεῖν αὐτὸν ταῦτα ἀπέπνιξεν τὸν υἱόν μου. νῦν οὖν, παρακαλῶ σε ἀπόστολε τοῦ Χριστοῦ, μὴ ἐάσῃς τὴν χαράν μου στραφῆναι εἰς πένθος, ὅτι κἀγὼ ἐπίστευσα τοῖς σοῖς λόγοις.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
27|(22) Ἦρθε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες (πρώτους) τῆς πόλης φωνάζοντας δυνατὰ καὶ λέγοντας: «Ὦ μακάριε ἀπόστολε, ἕνα δαιμόνιο ἐπιτέθηκε στὸν γιό μου καὶ φώναζε λέγοντας σὲ ἐμένα: "Ἐπειδὴ ἐσύ, ὄντας ὁ πρῶτος, ἐπέτρεψες σὲ ἕναν ξένο ἄνθρωπο νὰ μπεῖ στὴν πόλη μας, ὁ ὁποῖος κατέλυσε τὶς λατρεῖες μας καὶ τὶς θυσίες μας, τί ἄλλο νὰ σοῦ κάνω παρὰ νὰ ἐξοντώσω (νὰ σκοτώσω) αὐτὸν ἐδῶ τὸν μονογενή σου γιό;" Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔπνιξε τὸν γιό μου. Τώρα λοιπόν, σὲ παρακαλῶ, ἀπόστολε τοῦ Χριστοῦ, μὴν ἀφήσεις τὴ χαρά μου νὰ μεταβληθεῖ (νὰ στραφεῖ) σὲ πένθος, διότι καὶ ἐγὼ πίστεψα στὰ λόγια σου».
28|(23) Ἀκούσας δὲ ὁ ἀπόστολος ταῦτα εἶπεν· Θαυμάζω τὴν ἐνέργειαν τῶν δαιμόνων, ὅτι ἐνεργεῖ ἐν παντὶ τόπῳ, τολμᾷ δὲ εἰς οὓς οὐκ ἔχει δύναμιν ἐπιβαίνειν, ὡς νῦν ἐπείρασαν ὑμᾶς θέλοντες σκανδαλίσαι. Καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔνεγκέ μοι τὸν υἱόν σου, κἀγὼ αὐτὸν δώσω σοι ζῶντα διὰ τὸν Χριστόν μου. Καὶ ἔδραμεν χαίρων τοῦ ἐνέγκαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ. καὶ ὡς ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, ἔκραξεν λέγων· Υἱέ μου βλέπεις; ἦλθον ἐπὶ σέ, ἀπενέγκαι σε πρὸς τὸν ἀπόστολον, ὅστις σε ζῶντα παρέξει μοι. Καὶ ἐκέλευσεν τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις βαστάξαι τὴν κλίνην· ἦν δὲ ὁ παῖς ἐτῶν κγ΄. ὅτε δὲ εἶδεν αὐτὸν ὁ Φίλιππος, συνεχύθη, καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν ἀρχιερέα λέγει αὐτόν· Τοῦτο γέγονεν τῇ σῇ ἀφροσύνῃ· ἐὰν οὖν ἀναστήσω αὐτόν, πιστεύσεις λοιπόν; Ὃ δὲ λέγει· Οἶδα τὰς μαγείας ὑμῶν ὅτι ἀναστήσεις αὐτόν· ἐγὼ δὲ οὐ πιστεύσω σοι. Ὀργισθεὶς δὲ ὁ Φίλιππος εἶπεν· Κατάθεμα· ἄπελθε λοιπὸν κάτω ὅλος εἰς τὴν ἄβυσσον ἐνώπιον τούτων ἁπάντων. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ κατῆλθεν εἰς τὸν ᾅδην ζῶν· πλὴν τὸ ἀρχιερατικὸν ἔνδυμα ἐξεπετάσθη ἀπ’ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης οὐδεὶς ἔγνω τί ἐγένετο τὸ ἔνδυμα τὸ ἱερατικόν. καὶ ἐπιστραφεὶς ὁ ἀπόστολος ἐπηύξατο τῷ παιδί, καὶ ἀπελάσας ἀπ’ αὐτοῦ τὸν δαίμονα ἀνέστησεν αὐτὸν καὶ παρέστησεν αὐτὸν τῷ πατρὶ ζῶντα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
28|(23) Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀπόστολος, εἶπε: «Θαυμάζω τὴν ἐνέργεια τῶν δαιμονίων, διότι ἐνεργεῖ σὲ κάθε τόπο, καὶ τολμᾶ νὰ ἐπιτίθεται (νὰ ἐπιβαίνει) σὲ ἐκείνους πάνω στοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἐξουσία, ὅπως ἀκριβῶς τώρα δοκίμασαν ἐσᾶς, θέλοντας νὰ σᾶς σκανδαλίσουν (νὰ σᾶς κλονίσουν)». Καὶ λέει στὸν ἄνθρωπο: «Φέρε μου τὸν γιό σου, καὶ ἐγὼ θὰ σού τον δώσω ζωντανὸ μέσῳ τοῦ Χριστοῦ μου». Καὶ ἐκεῖνος ἔτρεξε γεμάτος χαρὰ γιὰ νὰ φέρει τὸν γιό του· καὶ μόλις πλησίασε στὸ σπίτι του, φώναξε δυνατὰ λέγοντας: «Γιέ μου, μὲ βλέπεις; Ἦρθα γιὰ ἐσένα, γιὰ νὰ σὲ πάρω (νὰ σὲ ἀπενέγκω) στὸν ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος θὰ σὲ ἀποδώσει σὲ ἐμένα ζωντανό». Καὶ διέταξε τοὺς ὑπηρέτες του νὰ σηκώσουν τὸ κρεβάτι (τὸ φορεῖο). Τὸ παιδὶ (ὁ νεαρός) δὲ ἦταν εἴκοσι τριῶν (23) ἐτῶν. Καὶ ὅταν τὸν εἶδε ὁ Φίλιππος, συγκλονίστηκε (συγχύθηκε), καὶ ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν ἀρχιερέα τοῦ λέει: «Αὐτὸ συνέβη ἐξαιτίας τῆς δικῆς σου ἀνοησίας (ἀφροσύνης)· ἂν λοιπὸν τὸν ἀναστήσω, θὰ πιστέψεις ἐπιτέλους;» Ἐκεῖνος ὅμως λέει: «Γνωρίζω τὶς μαγεῖες σας, ὅτι θὰ τὸν ἀναστήσεις· ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ σὲ πιστέψω». Ἀφοῦ ὀργίστηκε τότε ὁ Φίλιππος, εἶπε: «Ἀνάθεμα (κατάθεμα)· πήγαινε λοιπὸν κάτω, ὁλόκληρος μέσα στὴν ἄβυσσο, ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν». Καὶ τὴν ἴδια ἐκείνη ὥρα κατέβηκε ζωντανὸς στὸν ᾅδη· ὅμως ἡ ἀρχιερατικὴ στολὴ ἀποσπάστηκε (πέταξε μακριά) ἀπὸ πάνω του, καὶ γι' αὐτὸν τὸν λόγο ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα κανεὶς δὲν ἔμαθε τί ἀπέγινε ἡ ἱερατικὴ στολή. Καὶ ἀφοῦ ὁ ἀπόστολος στράφηκε πρὸς τὸ παιδί, προσευχήθηκε πάνω ἀπὸ αὐτό, καὶ ἀφοῦ ἔδιωξε μακριὰ (ἀπέλασε) ἀπὸ αὐτὸ τὸ δαιμόνιο, τὸ ἀνέστησε καὶ τὸ παρέδωσε ζωντανὸ στὸν πατέρα του.
29|(24) Οἱ δὲ ὄχλοι ταῦτα θεασάμενοι ἔκραξαν· Εἷς θεὸς ὁ Φιλίππου ὁ ἐλέγξας τὴν ἀπιστίαν τοῦ ἀρχιερέως καὶ τὸν δαίμονα τοῦ νεανίσκου ἀπελάσας καὶ ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Οἱ δὲ πεντακόσιοι ἰδόντες τὸν ἀρχιερέα βυθισθέντα εἰς τὴν ἄβυσσον καὶ τὰ ἄλλα θαυμάσια ἐδεήθησαν τοῦ Φιλίππου, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὴν ἐν Χριστῷ σφραγῖδα. Ἐπέμεινεν δὲ ὁ Φίλιππος εἰς τὰς Ἀθήνας ἔτη δύο, καὶ κατασκευάσας ἐκκλησίαν κατέστησεν ἐπίσκοπον καὶ πρεσβύτερον, καὶ οὕτως ἀπῆλθεν κατὰ τὴν Παρθίαν εὐαγγελιζόμενος τὸν Χριστόν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:
29|(24) Οἱ δὲ ὄχλοι, ὅταν εἶδαν (θεάθηκαν) αὐτά, φώναξαν δυνατά: «Ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Φιλίππου, αὐτὸς ποὺ φανέρωσε τὸ σφάλμα (ἔλεγξε) τῆς ἀπιστίας τοῦ ἀρχιερέα, καὶ ἀφοῦ ἔδιωξε μακριὰ τὸ δαιμόνιο τοῦ νεαροῦ, τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν». Οἱ δὲ πεντακόσιοι, ὅταν εἶδαν τὸν ἀρχιερέα νὰ βυθίζεται στὴν ἄβυσσο καὶ τὰ ἄλλα θαυμαστὰ ἔργα, παρακάλεσαν τὸν Φίλιππο, καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε τὴ σφραγῖδα (τὸ Βάπτισμα) στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Παρέμεινε δὲ ὁ Φίλιππος στὴν Ἀθήνα γιὰ δύο ἔτη, καὶ ἀφοῦ ἔχτισε (κατασκεύασε) ἐκκλησία, διόρισε (κατέστησε) ἐπίσκοπο καὶ πρεσβύτερο, καὶ ἔτσι ἀναχώρησε γιὰ τὴν Παρθία, κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
ΧΑΙΡΕΤΕ
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ὅπως ἔχω τονίσει σὲ παλαιότερη μελέτη μου, οἱ νόμοι, δὲν ἠταν ἕνα προνόμιο τῶν Ἑβραίων ἀλλὰ, ὅπως διαφαίνεται, ἦταν ἕνας πολιτειακὸς θεσμός, μὲ θρησκευτικὴ χροιά, ποὺ λειτουργοῦσε νομοτελειακὰ σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, μὲ ὑψίστη σημασία εἰς τὸ κοινωνικοθρησκευτικὸ σύστημα τῶν Ἔλλήνων. Διὰ τοῦτο συνέγραψε τὴν μελέτην του ὁ Πλάτων ποὺ τὴν ὀνόμασε "Νόμοι". Ὁ Θησέας, πάλι, λέει ὁ Πλούταρχος, κυβέρνησε τὸν Ἀθηναϊκὸ λαὸ μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁπότε, οἱ νόμοι [ὅπως καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου Πλάτωνος] δὲν ἀφοροῦν μόνο τοὺς Ἑβραίους, ἀφοῦ κάθε ἀρχαῖον ἔθνος εἶχε δικούς του νόμους ἐκ Θεοῦ παραληφθέντες.
[2]Συμπληρωματικό ἀπό τὴν περιγραφὴ προγενεστέρου πονήματος μου μὲ τὸν τίτλο «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ(ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;)»: «Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἐν λόγῳ στίχο του Ρωμανοῦ, δὲν εἶναι οἱ ἐπώνυμοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ὅπως φερειπεὶν ὁ Σόλων, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Θουκυδίδης. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ρωμανοῦ ἀφοροῦσε μιὰ μερίδα νεοπλατωνικῶν φιλοσόφων τῆς μετὰ Χριστὸν ἑλληνορωμαϊκῆς περιόδου. Τοῦτοι, διὰ νὰ παραπλανήσουν τοὺς Ἕλληνες, δίδασκαν τὸν ὑποτιθέμενο σύνδεσμο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων μὲ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πρόσμιξη αὐτῶν τῶν δύο θεωριῶν εἶχε στόχο τον ἐξιουδαϊσμὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Προεξάρχων τοῦ κινήματος τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ πλατωνισμοῦ ὑπῆρξε ὁ Ἀριστόβουλος τοῦ Πανέα, ἑλληνιστὴς μὲ ἰουδαϊκὴ καταγωγή. Ὁ Ἀριστόβουλος, παρουσίασε τὴν θεωρία τῆς υἱοθέτησης θεμάτων τῆς Πυθαγόριας καὶ Πλατωνικῆς διδασκαλίας ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα, ὑποστήριζε ὅτι, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Πυθαγόρας εἶχαν μελετήσει τὰ γραπτὰ τοῦ Μωυσῆ. Παράλληλα, οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς θεωρίας, κατέθεταν καὶ ἀναληθεῖς, περιπεπλεγμένες δογματικὲς δοξασίες ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ. Τὴν ψευδῆ πλοκὴ αὐτῆς τῆς ἄποψης ἀσπάστηκαν κι ἄλλοι ἑλληνιστὲς φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Ὠριγένης, ὁ Φίλων, ὁ Ἀρτάπανος, ὁ Πορφύριος ἢ Μάλχος, ὁ Πλωτῖνος, ὁ Ἀμμώνιος Σακκὰς καὶ ὁ Λογγίνος Κάσιος ποὺ ἦταν καὶ σχολάρχης στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλοι αὐτοί, λόγῳ κάποιας σχέσης τους μὲ τὴν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν, ἐσφαλμένα ὀνομάζονταν ἐν τῷ συνόλῳ ὡς Ἀθηναῖοι. Ἐν τούτοις, ἐντελῶς προσωρινά, λίγα ἔτη μετὰ τὴν παρέλευση τοῦ Ἀπόστολου Παύλου στὴν Ἀθήνα, ἐπισκέπτεται τὴν Ἀθήνα ὁ Ἀπόστολος καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, Φίλιππος ἐν ἔτει 53 μὲ 55 μ.Χ. Τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν, κατ' ἐκείνους του χρόνους, εἶναι σήμερα σχεδὸν λησμονημένα παρ' ὅλη την σημαντότητα τους.
[3]Ἡ δημοκρατικὴ Ἀθήνα, μὲ τοὺς κυρίαρχους θεσμοὺς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, προστάτευε πάντα τὴν προσωπικὴ πίστη τοῦ κάθε πολίτη της, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλιν εἰς τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, ὅπως, μὲ τὴν περίπτωση τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Φωκίωνος μετανοήσασα διὰ αὐτό.
[4]Ἡ «Acta Philippi: Textus» (Corpus Christianorum Series Apocryphorum, εἶναι ἡ ἀπόλυτη, ἐμβληματικὴ καὶ πιὸ σύγχρονη κριτικὴ ἔκδοση τοῦ πρωτότυπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῶν Πράξεων Φιλίππου. Τὸ δίτομο αὐτὸ ἔργο, ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1999 ἀπὸ τὸν ἔγκριτο ἀκαδημαϊκὸ οἶκο Brepols στὸ πλαίσιο τῆς κορυφαίας σειρᾶς Corpus Christianorum Series Apocryphorum (CCSA), ἄλλαξε ριζικὰ τὰ δεδομένα στὴν παγκόσμια ἔρευνα τῶν χριστιανικῶν ἀποκρύφων κειμένων. Ἡ Δομὴ τῶν Τόμων (11 & 12): Τόμος 11 (CCSA 11): Acta Philippi: Textus. Περιλαμβάνει τὴν ἀποκατάσταση καὶ ἔκδοση τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου, τὴν ὁποία ἐπιμελήθηκαν οἱ François Bovon, Bertrand Bouvier καὶ Frédéric Amsler. Τόμος 12 (CCSA 12): Acta Philippi: Commentarius - Indices. Περιλαμβάνει ἐκτενῆ ἑρμηνευτικὰ σχόλια, ἱστορικὴ ἀνάλυση καὶ εὑρετήρια ἀπὸ τὸν Frédéric Amsler. Ἡ Σημασία τῆς Ἀνακάλυψης στὸ Ἅγιον Ὅρος: Μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ 1970, οἱ Πράξεις Φιλίππου (ἕνα κείμενο τοῦ 4ου αἰῶνα) ἦταν γνωστὲς μόνο ἀποσπασματικά, μέσα ἀπὸ ἐλλιπῆ χειρόγραφα. Τὸ 1974, ὁ Ἑλβετὸς καθηγητὴς καὶ κορυφαῖος μελετητὴς François Bovon ἔκανε μιὰ συγκλονιστικὴ ἀνακάλυψη στὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Εντόπισε τὸν κώδικα Xenophontos 32 (ποὺ χρονολογεῖται στὸν 14ο αἰῶνα), ὁ ὁποῖος περιεῖχε σχεδὸν τὸ πλῆρες κείμενο τῶν Πράξεων (συμπεριλαμβανομένου τοῦ χαμένου μέχρι τότε 15ου λόγου/πράξης, ποὺ περιγράφει τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου στὴν Ἰεράπολη τῆς Φρυγίας). Χάρη σὲ αὐτὸ τὸ χειρόγραφο, ἡ ὁμάδα τῶν Bovon, Bouvier καὶ Amsler κατάφερε, μετὰ ἀπὸ χρόνια ἐξονυχιστικῆς ἐργασίας, νὰ παρουσιάσει μιὰ ἔκδοση ποὺ θεωρεῖται πλέον τὸ ἀπαραίτητο θεμέλιο (standard edition) γιὰ ὁποιονδήποτε μελετᾶ τὴ γραμματεία τῶν Ἀποκρύφων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ•Λεξικὸ τῶν Ἁγίων Πάντων τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας / Βίοι καὶ Μαρτυρίες, Ὑπὸ Β. Δ. Ζώτου Μολόττου, Ἐν Ἀθήναις, 1904
•Φερδινάνδος Γρηγορόβιος, "Ἱστορίας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους χρόνους" ἐν Ἀθήναις 1904, τόμος Α'
•ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
•Παναγιώτης Καστρωμένος, Μνημεῖα τῶν Ἀθηνῶν, ΑΘΗΝΗΣΙΝ 1893
•Ἰωάννης Καραβιδόπουλος, «Ἀπόκρυφα Χριστιανικὰ Κείμενα, Τόμος Β΄: Ἀπόκρυφες Πράξεις, Μαρτύρια, Ἐπιστολές, Ἀποκαλύψεις» (Ἐκδόσεις Πουρναρὰ / Μπαρμπουνάκης). Ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία ἑλληνικὴ εἰσαγωγὴ καὶ ἀνάλυση στὰ ἀπόκρυφα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ ἐκτενεῖς σημειώσεις γιὰ τὶς Πράξεις Φιλίππου.
•Στυλιανὸς Παπαδόπουλος, «Πατρολογία» (Τόμος Α΄). Χρήσιμο ἔργο γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ θεολογικοῦ καὶ ἱστορικοῦ πλαισίου τῆς περιόδου (2ος–4ος αἰῶνας) στὴν ὁποία διαμορφώθηκαν αὐτά τα κείμενα.
•Ἀρχιμανδρίτης (καὶ μετέπειτα Μητροπολίτης) Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ἡ Ἐκκλησία Ἀθηνῶν». Ἱστορικὴ μελέτη ποὺ ἐξετάζει τὶς παραδόσεις γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὶς σχετικὲς ἀπόκρυφες διηγήσεις.
•François Bovon, Bertrand Bouvier & Frédéric Amsler, «Acta Philippi: Textus» (Corpus Christianorum Series Apocryphorum, τόμοι 11 & 12, ἐκδόσεις Brepols, 1999). Πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόλυτη καὶ πιὸ σύγχρονη κριτικὴ ἔκδοση τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῶν Πράξεων Φιλίππου, βασισμένη στὴν ἀνακάλυψη πλήρους χειρογράφου στὴ Μονὴ Ξενοφῶντος τοῦ Ἁγίου Ὅρους τὸ 1974.
•Christopher R. Matthews, «Philip: Apostle and Evangelist — Configurations of a Tradition in Early Christian Apocrypha» (ἐκδόσεις Brill, 2002). Μιὰ ἐξειδικευμένη μονογραφία ποὺ ἐξετάζει πῶς ἡ μορφὴ τοῦ Φιλίππου συγχέεται ἢ διαχωρίζεται μεταξὺ τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Εὐαγγελιστῆ (Διακόνου) μέσα στὶς παραδόσεις
•Frédéric Amsler, «Acta Philippi: Commentaire» (Brepols, 1999). Ἀναλυτικὸ γαλλικὸ ὑπόμνημα ποὺ συνοδεύει τὴν κριτικὴ ἔκδοση, ἰδανικὸ γιὰ φιλολογικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀνάλυση τῶν ὅρων (ὅπως ἀποτακτικός, λέντιον κ.λπ.).
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
•ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΣΕ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ / ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ
https://odysseospaide.blogspot.com/2018/07/blog-post_13.html?m=0
•Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ (ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;) / ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ
https://odysseospaide.blogspot.com/2019/05/blog-post_15.html?m=0