Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

 

ЭIЄ

ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΛΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΝ ΕΚ ΤΗΣ ΙΚΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Τον καιρό εκείνο, στὰ μέρη τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου, ἀναπτύχθηκε ραγδαῖα μιὰ νέα θρησκεία ἡ ὁποία δὲν προσομοιάζει μὲ καμία ἄλλη καθότι ἡ βασικὴ θεωρία της ἦταν ἡ πίστη στὸ ὄνομα Τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος χρίστηκε ὡς λυτρωτὴς τοῦ κόσμου προεξάρχοντος τοῦ ἀνθρώπου. 
 Κατὰ τὴν πορεία της ἐκπληρώσεως τῆς θείας ἀποστολῆς του συνέλεξε δώδεκα μαθητὲς ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Φίλιππος. Ὁ Φίλιππος στὴν πρότερη ζωήν του ὑπῆρξε νομοδιδάσκαλος.
 Ὁ ὅρος νομοδιδάσκαλος, ὅπως διαβάζουμε στὸ παλαιὸ σύγγραμμα τοῦ Μολόττου, ἀναφέρεται στὸ λειτούργημα ποὺ ἐξασκοῦσε Φίλιππος πρὶν γίνει μαθητὴς τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ περιγραφὴ ἀποδίδεται στὸν δάσκαλο ἢ τὸν ἑρμηνευτὴ τοῦ νόμου, μὲ τὴ σημασία του νὰ ποικίλλει ἀνάλογα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ θρησκευτικὸ πλαίσιο.
 Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὁ ὅρος αὐτός τοῦ νομοδιδάσκαλου χρησιμοποιοῦνταν μὲ βιβλικὴ καὶ θρησκευτικὴ σημασία γιὰ νὰ περιγράψει στὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, τοὺς εἰδικοὺς νόμους καὶ τὶς παραδόσεις, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἑρμηνεία τους. 
 Ὁ Γαμαλιήλ, φερειπεὶν, ἀναφέρεται ὡς ἕνας σεβαστὸς νομοδιδάσκαλος[1] ποὺ ὑπερασπίστηκε τοὺς Ἀποστόλους. 
 Ὁμοίως, οἱ Φαρισαῖοι,  ἀναφέρονται συχνὰ ὡς νομοδιδάσκαλοι.  Πρόκειται γιὰ τὴν ὁμάδα ἐκείνη τῶν Φαρισαίων, ὅπου, τηροῦσαν σχολαστικὰ τὸν θρησκευτικὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ. 
 Πιθανὸν, ἡ ἰδιότητα τοῦ Φιλίππου, ὡς νομοδιδασκάλου, νὰ τὸν ἐνέταξε εἰς τοὺς κόλπους τῶν μαθητῶν τῶν ἐχόντων τὴν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μὲ τὰ πλήθη τοῦ κόσμου ποὺ ζητοῦσαν νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν. 
  Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Φίλιππος - μὲ τὸ ἑλληνικὸ ὄνομα - ἔγινε ἐκεῖνος ὅπου συνομίλησε μὲ τοὺς Ἕλληνες ποὺ εἶχαν ταξιδέψει στὴν Παλαιστίνη γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ μετέπειτα, ἀπεστάλει στὴν κοιτίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος τὴν Ἀθήνα

Ψηφιδωτό ἄνωθεν τῆς πλευρικῆς εἰσόδου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὸ Θησεῖο, ὅπου, ὁ Ἅγιος Φίλιππος - ἐμφανίζεται - ὁμιλῶν στοὺς Ἀθηναίους φιλοσόφους.  Ἡ γραφὴ στὸ εἰλητάριον τοῦ Ἀποστόλου λέγει: Ἔρχου καὶ ἴδετε. 


 Ἐκ τῆς συλλογῆς πρωτογεννὼν καὶ δευτερογεννὼν πηγῶν, διδασκόμεθα ὅτι, ὁ Φίλιππος, ὡς Ἀπόστολος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἦρθε στὴν Ἀθήνα τὸ 55 μ.Χ. 
 Κατὰ τὴν παρουσίαν του εἰς τὸ κλεινὸν ἄστυ  ἔκανε θαύματα μεγάλα, ἐξεδίωξε δαιμόνια καὶ ἀνέστησε τὸν υἱὸν μιᾶς Ἀθηναίας γυναικὸς μετατρέποντας, ἔπειτα, τὴν οἰκία της σὲ ἐκκλησία κάτωθι τῆς πύλης τῆς Ἀρχαίας ἀγορὰς - στὸ σημερινὸ Θησεῖο - ὅπου καὶ διατηρεῖτε ἕως τοῦ νῦν ὁ ἀνακαινισμένος ναὸς εἰς τὸ ὄνομά του. Ἔπειτα τοῦ θαύματος ἐβάπτισε τοὺς γονεῖς καὶ τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογενείας ταύτης χρίζοντας τοὺς συναποστόλους τοῦ Εὐαγγελίου. 
 Τέλος, ἔχρισε ὡς ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν τὸν Νάρκισσο, τρίτον διάδοχον κατὰ σειρὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν: Ἰεροθέου καὶ  Διονυσίου(ἀνηψιὸ καὶ μαθητὴ αὐτοῦ) μαρτυρήσαντα εἰς Γαλλίαν.
 Τὸ κήρυγμα του Ἀποστόλου Φιλίππου, ἀπ' ὅσο γνωρίζουμε, συντελέστηκε στὴν ἀγορὰ τῆς Κοίλης, στὴν περιοχὴ τοῦ Δήμου τῆς Κοίλης ποὺ βρίσκονταν δυτικὰ τῆς Ἀκροπόλεως. 
 Στὸ συγκεκριμένο τόπο συνέβη τὸ μέγα θαῦμα, τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου, ὕστερα ἀπὸ μιὰ μηχανορραφία τῆς συναγωγῆς τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν σοφιστῶν τῆς Ἀθήνας ἐναντίον του [2]. 
 Ἄς ἐντρυφήσουμε ἐν ταῦτᾳ στὰ γεγονότα ὅπως ἐσυνέβησαν. Εἰς τὴν περιγραφὴ προγενεστέρου πονήματος μου ὑπό τὸν τίτλο: «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ (ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;)» ἀποκαλύπτεται ἡ ἄγνωστος ἱστορία τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ ὅλων τῶν Ἀθηναίων μετὰ τὸ θαῦμα ποὺ συντελέστηκε στὴν ἀγορὰ τῆς Κοίλης: «ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ἀντιμετώπισε μιὰ ὁμάδα φιλοσόφων τῆς Ἀθήνας, οἱ ὁποῖοι, εἶχαν ἀγαστὲς σχέσεις μὲ τὸ Ἰουδαϊκὸ ἱερατεῖο [τὸ ἐπονόμαστο Συνέδριο ἤτοι ἐβραϊστὶ Σανχεντρίν], ἐκεῖνο ὅπου εἶχε ὁδηγήσει τὸν Θεάνθρωπο Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστὸ στὸν θάνατο διὰ τῆς σταυρώσεως. 
 Κοντολογίς, ἡ νίκη τοῦ Ἀπόστολου Φιλίππου ἤτανε συντριπτικὴ, καθότι, ἡ πλοκὴ τῆς μερίδας τῶν φιλοσόφων, ποὺ εἶχε προσχωρήσει στὶς Ἰουδαϊκὲς ἀντιλήψεις, κατατροπώθηκε ἀπὸ τὴν ἐξ ουρανοῦ θεία ἐπέμβαση. 
 Τὸ κύριο πρόβλημα τῆς ἀντιπαράθεσης τῶν φιλοσόφων, μὲ τὸν Φίλιππο, ἦταν τὸ κήρυγμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[φαίνεται ὅτι ἡ τοιαύτη διαφωνία εἶχε ξεκινήσει ἤδη μὲ τὸν Παῦλο).
 Ἐκεῖνοι, ποὺ βρίσκονταν πίσω ἀπὸ τὴν κάστα τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν τῆς Ἀθήνας καὶ τοὺς ἐπηρέαζαν καταλυτικά, ἦταν οἱ Σαδδουκαῖοι.
 Οἱ Σαδδουκαῖοι ἦταν μία ἐκ τῶν πολλῶν αἱρέσεων τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας. Θεωροῦνταν ἡ ἀριστοκρατικὴ μερίδα τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀκολουθοῦσαν μὲ προσήλωση τὶς θεωρίες της Τορά. Βασικὴ τομὴ τῶν θρησκευτικῶν τους ἀντιλήψεις ὑπῆρξε ἢ ἄρνηση τοὺς στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ, οὔτε καὶ στὴν μέλλουσα ζωή, ἐπειδή, αὐτὲς οἱ θεωρίες δὲν ὑπῆρχαν διατυπωμένες μέσα στὸ βιβλίο της Τορά. 
 Ὡστόσο, εἶναι πιὰ διαπιστωμένο ὀτι, ἡ αἵρεση τῶν Σαδδουκαίων ἐπιδίωκε ὑπογείως τὴν διάδοση τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ στοὺς ἐθνικούς. Ὀπόταν, ὁ ἐξιουδαϊσμὸς εἶχε στόχο τὴν ἀλλοίωση τῆς ἠθικῆς τῶν Ἑλλήνων». 
  Στὴν περιγραφή ἕτερου πονήματος μου, ὑπὸ τὸν τίτλο «ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΣΕ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ», δίδονται οἱ περαιτέρω ἐξηγήσεις ὡς ἐπὶ τοῦ θέματος«Τὸ μόνο ἱστορικὸ γεγονός, ὅπου δύναται νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὴν ἀναφορὰ περὶ τῆς πλάνης τῶν Ἀθηναίων φιλοσόφων, εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στὴν Ἀθήνα, μετὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Παύλου. Στὴν χρονικὴ αὐτὴ περίοδο γίνεται ἡ καταγραφὴ περὶ μιᾶς διαμάχης μεταξὺ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου ἔναντι ὁρισμένων φιλοσόφων. Τότε λέγεται ὅτι κάποιοι "ἀθηναῖοι" φιλόσοφοι ἐκάλεσαν τὸν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων γιὰ νὰ ἐπιληφθεῖ τοῦ θέματος. Ποῖα ἦτο, ἄραγε, ἡ σχέση τοῦ ἰουδαίου ἀρχιραββίνου μὲ τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους; μήπως οἱ φιλόσοφοι αὐτοὶ ἦσαν παρεπιδημοῦντες καὶ ὄχι γνήσιοι Ἀθηναῖοι;; Τοῦτο δὲ βεβαιώνεται ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα. Οὐδεὶς Ἀθηναῖος μὲ τὸ ἀρχαῖον ἑλληνικὸν φρόνημα, ποὺ διακατεῖχε τὴν παλαιότατη γενιὰ τῶν Ἰαόνων - Ἰώνων, δὲν θὰ συνεργάζονταν μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ἐν τέλει τὸ ἱστορικὸν καταλήγει εἰς τὴν θείαν ἐπενέργεια ἤτοι καὶ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ ὅπου καὶ κατατροπώνεται ἡ μερίδα τῶν νεοπλατωνικῶν καὶ ἄλλων φιλοσόφων ὁμοῦ μετὰ τῶν Ἑβραίων συναγωγιτῶν καὶ τοῦ ἀρχιερέως τους Ἀνανία, καθ' ὅσον, ἄνοιξε στὴν γῆν ἕνα μεγάλο χάσμα καταπίνοντας ὅλους τους ἀντιφρονοῦντες καὶ μισητὲς Τοῦ Χριστοῦ. Ἴσως, ἐτούτη, ἡ ἀφήγηση ἠδύναντο νὰ ἑρμηνεύσει τὴν διάλυση τῶν πλοκῶν καὶ τῆς πνευματικῆς πλάνης τῆς νεοτέρας φιλοσοφίας τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὴν ἐπέμβαση τῆς Θεομήτορος, συνεργοῦντος τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου...».  
 Τὸ σημαντικότερο ὅμως τῆς μελέτης ταύτης εἶναι ὅτι, τὸ ἱστορικὸ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ παράκληση τοῦ πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ παρέμβει στὰ γεγονότα, δὲν συνέβη στὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλά, στὴν ἀγορὰ τοῦ ἀθηναϊκοῦ δήμου τῆς Κοίλης. 
 Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ χάσμα, ἡ θαυματουργὸς διάνοιξη τοῦ γεώδους στερεώματος ὅπου καταταποντίστηκαν στὸ ἐρεβώδης χάος εἰς τὰ κατάβαθα τοῦ Ἅδου, ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων Ἀνανίας καὶ ἅπαντες τοῦ συνεδρίου, ὁμοῦ μετὰ ὁρισμένων ἀμετανόητων σοφιστῶν - φιλοσόφων. 
 Οἱ ἀμετανόητοι τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν καὶ ἐθελοδοῦλοι τοῦ ἑβραϊκοῦ συνεδρίου , ἔπειτα ἀπὸ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, θέλησαν γιὰ πρώτη καὶ μόνη φορὰ νὰ χύσουν χριστιανικὸ αἷμα, στὴν ἱερὴ πόλη τῶν Ἀθηνῶν, κάτι τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε συμβεῖ ἕως τότε[3]. 
 Ὅμως, ὁ Τριαδικὸς Θεός μας, εἶχε ἄλλο σχέδιον καὶ δὲν τὸ ἐπέτρεψε. Δὲν ἄφησε νὰ ἀπαγχονιστεῖ ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος εἰς τὴν ἀγορὰ τῆς Κοίλης. Καθὼς ἐκεῖνος κρέμονταν ἤδη στὸ σχοινὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ ἵνα ἐπέμβει καὶ ἰδοὺ τὸ μέγα θαῦμα. 
 Ἐν τούτοις, ὅπως προείπαμε, ἡ ὀνομασία «Κοίλη»  στὴν ἀρχαία Ἀθήνα δὲν ἀναφέρεται στὴν κεντρικὴ Ἀρχαία Ἀγορά, ἀλλὰ, σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ πυκνοκατοικημένους δήμους τῆς ἀρχαίας πόλης καὶ στὴ διάσημη Κοίλη Ὁδό
 Τὰ Βασικὰ στοιχεῖα τῆς τοποθεσίας ἀναγράφονται στὸν Ἀθηναϊκὸ δῆμο τῆς Κοίλης ἐκτεινόταν στὴ «χαράδρα» ἀνάμεσα στὸν Λόφο τῶν Μουσῶν (Φιλοπάππου) καὶ τὸν Λόφο τῶν Νυμφῶν (Ἀστεροσκοπεῖο)
 Ἡ Κοίλη Ὁδός ὑπῆρξε  ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ὁδικοὺς ἄξονες τῆς ἀρχαιότητας, ποὺ συνέδεε τὸ ἐσωτερικὸ τῆς πόλης μὲ τὸν Πειραιᾶ μέσῳ τῶν Μακρῶν Τειχῶν. 
 Ὁρισμένοι ἀρχαιολόγοι πιστεύουν ὅτι, στὴν Ἀγορὰ τῆς Κοίλης,   σὲ ἕνα πλάτωμα κατὰ μῆκος τῆς ὁδοῦ, ὑπῆρχε μιὰ τοπικὴ ἀγορὰ μὲ καταστήματα, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τοὺς χιλιάδες κατοίκους τοῦ δήμου. 
Ἡ ἀρχαιολογικὴ τοποθεσία τῆς περιοχὴς περιλαμβάνει τμήματα τοῦ Διατειχίσματος, τὴν Κρήνη τοῦ Ἀνταίου καὶ πολυάριθμα λαξεύματα στὸν βράχο ποὺ μαρτυροῦν τὴν οἰκιστικὴ δραστηριότητα τῆς κλασικῆς περιόδου. 


Φωτογραφίες καὶ ἀεροφωτογραφίες ποὺ δείχνουν τὴν περιοχὴ τῆς ἀγορᾶς τῆς Κοίλης. Ὁ συγγραφέας Μολόττος στὸ βιβλίο τοῦ «Λεξικὸ τῶν Ἁγίων Πάντων τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας / Βίοι καὶ Μαρτυρίες» ἐν ἔτει 1904 ἐπισημαίνει ὅτι τὸ χάσμα ποὺ κατάπιε τοὺς δυσεβεὶς Ἑβραίους καὶ ὁρισμένους ""ἀνατολικοὺς"" φιλοσόφους ἦταν ἐμφανεῖς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Στὶς σημερινὲς εἰκόνες φαίνεται νὰ ὑπάρχουν ἀκόμα τὰ σημάδια τοῦ θαυματουργικοῦ χάσματος. Φαίνεται δὲ ὅτι, ἡ περιοχὴ ἔλαβε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸ σύμπτωμα τῆς κοιλότητος καὶ τῆς ἐκ τοῦ προϊστορικοῦ παρελθόντος διαιρέσεως τῶν γεωτεκτονικῶν πλακῶν. 

 Τὸ τοπωνύμιο Κοίλην, τοῦ ἐν λόγῳ δημοτικοῦ διαμερίσματος τῶν Ἀθηνῶν, προῆλθε ἀπὸ τὴν λέξη «κοίλην»ὅπου, εἰς τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσαν ἐπισημαίνεται ὡς τύπος τῆς αἰτιατικῆς ἑνικοῦ (θηλυκὸ γένος) τοῦ ἐπιθέτου «κοῖλος -ἡ -ὀν» καὶ δηλώνει αὐτὸ τὸ μέρος ἢ τόπον ποὺ ἔχει σκαμμένη ἐπιφάνεια πρὸς τὰ μέσα, δηλαδὴ ὁ ἐσωτερικὰ κενός, ὁ κούφιος, ὁ χασμώδης. 
 Ὡς ὀνομασία χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει χώρους ὅπως σπήλαια, φάραγγες ἢ κοιλότητες. 
 Ἀναλυτικότερη σημασία δίδεται μὲ τὶς συνώνυμες λέξεις: Κοίλη = σκαμμένη (π.χ. «κοίλην φάραγγα». Ἐτυμολογεῖτε δὲ ἀπὸ τὸ κοῖλος (ἀρχικὰ κοfιλ-ὀς), σχετίζεται μὲ τὸ λατινικὸ cavus (κενός, κοῖλος). 
  Ἐκ τῶν συμφραζομένων προκύπτει ἡ χρήση της σὲ περιγραφὲς φυσικῶν κοιλοτήτων ὅπως ἐπὶ παραδείγματι σπήλαια, φαράγγια, χάσματα καὶ βυθίσματα τοῦ ἐδάφους. Ἐπὶ παραδείγματι,  «...εἰς κοίλην φάραγγα καταφεύγει» (καταφεύγει σὲ μιὰ κοίλη/σκαμμένη φάραγγα/χαράδρα).
 Ἐν κατακλεῖδι, ἡ ἐτυμολογία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξης «κοίλην» κατὰ τὴν αἰτιατικὴ ἑνικοῦ τοῦ ἐπιθέτου κοῖλος -η, -ον σημαίνει αὐτὸ τὸ γεωλογικὸ σημεῖο ποὺ εἶναι σκαμμένο πρὸς τὰ μέσα, ὁ ἐσωτερικὰ κενός, ὁ κούφιος ἢ ὁ λαγουμωτός. Ἡ περιγραφὴ ἀποδίδεται σὲ καμπυλωτὲς ἐπιφάνειες, κοιλάδες ἢ σπηλιές. Σχετίζεται δέ, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ κενοῦ χώρου ἢ μὲ τοὺς χάνδακες(χαντάκια).
 Συνώνυμα, τῆς λέξης κοῖλον ἢ κοιλότης συναντᾶμε στὶς ἑξῆς φράσεις: χάσμα= μεγάλο βαθὺ ἄνοιγμα, τὸ βάραθρο = βαθὺς λάκκος ἢ γκρεμὸς ἢ τὸ χάος, χάος = τὸ ἄπειρο χάσμα, τὸ σκοτεινὸ βάθος (ἐκεῖ ὅπου καταποντίστηκαν οἱ ἀντίχριστοι Ἑβραῖοι συναγωγίτες), τάρταρον = περιγραφὴ τῆς ἀβύσσου, χθὼν ἢ γῆς χάσμα = τὸ ἄνοιγμα τῆς γῆς καὶ ἀναπεπταμένον = αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀνοιγμένο, τὸ μεγάλο ἄνοιγμα. 
  
ΧΑΙΡΕΤΕ 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ὅπως ἔχω τονίσει σὲ παλαιότερη μελέτη μου, οἱ νόμοι, δὲν ἠταν ἕνα προνόμιο τῶν Ἑβραίων ἀλλὰ,  ὅπως διαφαίνεται, ἦταν ἕνας πολιτειακὸς θεσμός, μὲ θρησκευτικὴ χρειά, ποὺ λειτουργοῦσε νομοτελειακὰ σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, μὲ ὑψίστη σημασία εἰς τὸ κοινωνικοθρησκευτικὸ σύστημα τῶν Ἔλλήνων. Διὰ τοῦτο συνέγραψε τὴν μελέτην του ὁ Πλάτων ποὺ τὴν ὀνόμασε "Νόμοι". Ὁ Θησέας, πάλι, λέει ὁ Πλούταρχος, κυβέρνησε τὸν Ἀθηναϊκὸ λαὸ μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁπότε, οἱ νόμοι [ὅπως καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου Πλάτωνος] δὲν ἀφοροῦν μόνο τοὺς Ἑβραίους, ἀφοῦ κάθε ἀρχαῖον ἔθνος εἶχε δικούς του νόμους ἐκ Θεοῦ παραληφθέντες. 
[2]Συμπληρωματικό ἀπό τὴν περιγραφὴ προγενεστέρου πονήματος μου μὲ τὸν τίτλο «Η  ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ(ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;)»: «Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἐν λόγῳ στίχο του Ρωμανοῦ, δὲν εἶναι οἱ ἐπώνυμοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ὅπως φερειπεὶν ὁ Σόλων, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Θουκυδίδης. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ρωμανοῦ ἀφοροῦσε μιὰ μερίδα νεοπλατωνικῶν φιλοσόφων τῆς μετὰ Χριστὸν ἑλληνορωμαϊκῆς περιόδου. Τοῦτοι, διὰ νὰ παραπλανήσουν τοὺς Ἕλληνες, δίδασκαν τὸν ὑποτιθέμενο σύνδεσμο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων μὲ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πρόσμιξη αὐτῶν τῶν δύο θεωριῶν εἶχε στόχο τον ἐξιουδαϊσμὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Προεξάρχων τοῦ κινήματος τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ πλατωνισμοῦ ὑπῆρξε ὁ Ἀριστόβουλος τοῦ Πανέα, ἑλληνιστὴς μὲ ἰουδαϊκὴ καταγωγή. Ὁ Ἀριστόβουλος, παρουσίασε τὴν θεωρία τῆς υἱοθέτησης θεμάτων τῆς Πυθαγόριας καὶ Πλατωνικῆς διδασκαλίας ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα, ὑποστήριζε ὅτι, ὁ Πλάτωνας κι ὁ Πυθαγόρας εἶχαν μελετήσει τὰ γραπτὰ τοῦ Μωυσῆ. Παράλληλα, οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς θεωρίας, κατέθεταν καὶ ἀναληθεῖς, περιπεπλεγμένες δογματικὲς δοξασίες ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ. Τὴν ψευδῆ πλοκὴ αὐτῆς τῆς ἄποψης ἀσπάστηκαν κι ἄλλοι ἑλληνιστὲς φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Ὠριγένης, ὁ Φίλων, ὁ Ἀρτάπανος, ὁ Πορφύριος ἢ Μάλχος, ὁ Πλωτῖνος, ὁ Ἀμμώνιος Σακκὰς καὶ ὁ Λογγίνος Κάσιος ποὺ ἦταν καὶ σχολάρχης στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλοι αὐτοί, λόγῳ κάποιας σχέσης τους μὲ τὴν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν, ἐσφαλμένα ὀνομάζονταν ἐν τῷ συνόλῳ ὡς Ἀθηναῖοι. Ἐν τούτοις, ἐντελῶς προσωρινά, λίγα ἔτη μετὰ τὴν παρέλευση τοῦ Ἀπόστολου Παύλου στὴν Ἀθήνα, ἐπισκέπτεται τὴν Ἀθήνα ὁ Ἀπόστολος καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, Φίλιππος ἐν ἔτει 53 μὲ 55 μ.Χ. Τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν, κατ' ἐκείνους του χρόνους, εἶναι σήμερα σχεδὸν λησμονημένα παρ' ὅλη την σημαντότητα τους. 
[3]Ἡ δημοκρατικὴ Ἀθήνα, μὲ τοὺς κυρίαρχους θεσμοὺς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, προστάτευε πάντα τὴν προσωπικὴ πίστη τοῦ κάθε πολίτη της, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλιν εἰς τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, ὅπως, μὲ τὴν περίπτωση τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Φωκίωνος μετανοήσασα διὰ αὐτό. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Λεξικὸ τῶν Ἁγίων Πάντων τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας / Βίοι καὶ Μαρτυρίες, Ὑπὸ Β. Δ. Ζώτου Μολόττου, Ἐν Ἀθήναις, 1904 
Φερδινάνδος Γρηγορόβιος, "Ἱστορίας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς μέσους χρόνους" ἐν Ἀθήναις 1904, τόμος Α'
ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ 

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΣΕ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ / ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ 
https://odysseospaide.blogspot.com/2018/07/blog-post_13.html?m=0
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ (ΠΟΙΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ;) / ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ
https://odysseospaide.blogspot.com/2019/05/blog-post_15.html?m=0

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου