ЭIЄ
Κωμάζειν καὶ κωμάσδειν: Ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐρωτικὴ καντάδα παρὰ Θεοκρίτῳ
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
Ἔπειτα ἀπὸ ἐκτενεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὴν προέλευση τῆς Ἀθηναϊκῆς καντάδας καὶ τὴν πανελλήνια παρουσία της στὰ ἀστικὰ καὶ περιαστικὰ δρώμενα, καταθέτω ἕναν βασικὸ συνδετικὸ πυρήνα αὐτῆς τῆς συνήθειας μὲ μιὰ συγκεκριμένη ποιητικὴ ἀναφορὰ τοῦ Θεοκρίτου.
Στὸ ποίημα «Κῶμος», ὁ Θεόκριτος ξεκινᾶ μὲ μιὰ λέξη – κλειδὶ διὰ τὴν περαιτέρω ἀνίχνευσή μας. Ἡ φράση τοῦ πρώτου στίχου, «Κωμάσδω ποτὶ τὰν Ἀμαρυλλίδα...», ἐμπεριέχει τὸ ῥῆμα κωμάσδω, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὸν δωρικὸ τύπο τοῦ ἀττικοῦ ῥήματος κωμάζω.
Τὸ ῥῆμα κωμάζω (ἢ ὁ δωρικὸς τύπος κωμάσδω) συναντᾶται σε πληθώρα κειμένων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, ἀπὸ τὴν ἀρχαϊκὴ ἐποχὴ ἕως τοὺς ἑλληνιστικοὺς καὶ ρωμαϊκοὺς χρόνους.
Ἀνάλογα μὲ τὸν συγγραφέα καὶ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος, τὸ ῥῆμα ἀποκτᾶ διαφορετικὲς νοηματικὲς ἀποχρώσεις.
Στὴν ἀττικὴ (ἀθηναϊκὴ) διάλεκτο τὸ ῥῆμα ἦταν κωμάζω. Ἡ διαφορὰ ποὺ παρατηρεῖται ὀφείλεται σὲ ἕναν σταθερὸ φωνητικὸ κανόνα ἀνάμεσα στὶς δύο διαλέκτους:
α)Ἀττικὴ διάλεκτος: Χρησιμοποιοῦσε τὸ -ζ- (κωμάζω).
β)Δωρικὴ διάλεκτος: Ἀντικαθιστοῦσε τὸ -ζ- μὲ τὸ σύμπλεγμα -σδ- (κωμάσδω), τὸ ὁποῖο προφερόταν περίπου σὰν «ζντ».
Ὅπως προανεφέρθη, τὸ ῥῆμα κωμάσδω εἶναι ὁ δωρικὸς τύπος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ ῥήματος κωμάζω. Ἡ ἐτυμολογική του ἔννοια σημαίνει συμμετέχω σὲ μιὰ εὔθυμη, θορυβώδη καὶ μεθυσμένη ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ γλεντᾶ στοὺς δρόμους.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐτυμολογικὴ ἀνάλυση, ἡ ῥίζα τοῦ κωμάζω ἢ κωμάσδω παράγεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ κῶμος + τὴν κατάληξη -άζω (ποὺ στοὺς Δωριεῖς γινόταν -άσδω).
Τί σήμαινε ὅμως ἡ λέξη «κῶμος»; Ὅπως προείπαμε, στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὁ κῶμος ἦταν μιὰ συντροφιὰ μεθυσμένων ἀνθρώπων.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα συμπόσιο, περιφέρονταν στοὺς δρόμους μὲ δᾶδες καὶ στεφάνια, τραγουδώντας, χορεύοντας καὶ πειράζοντας τοὺς περαστικούς.
Ὁ κῶμος ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένος μὲ τὰ δρώμενα τοῦ Διονύσου καὶ οἱ ἐκδηλώσεις αὐτὲς γίνονταν κυρίως πρὸς τιμήν του.
Παράλληλα, ἀπὸ τὴ σύνθεση τῶν λέξεων κῶμος + ᾠδὴ (τραγούδι) γεννήθηκε ἱστορικὰ ὁ ὅρος κωμῳδία.
Οἱ βασικὲς σημασίες τοῦ ῥήματος ἐπικεντρώνονται στὶς ἔννοιες τοῦ διασκεδάζω ἔξαλλα, μεθῶ, ξεφαντώνω καὶ γλεντῶ θορυβωδῶς, ὅπως καὶ στὴν ἰδιαίτερη ἔκφανση τῆς συμμετοχῆς τῶν θιασώτων σὲ πομπή, ἤτοι τῆς πορείας σὲ ἑορταστικὴ ἢ διονυσιακὴ παρέλαση.
Ἐν τούτοις, τὸ ἰδιαίτερο καὶ πιὸ σημαντικὸ γιὰ τὴ μελέτη μας εἶναι ἡ ἐπεξήγηση τῶν φιλολογικῶν μεταφράσεων τοῦ ῥήματος κωμάζω[1] ἢ κωμάσδω ὡς «κάνω καντάδα». Δηλαδή, πηγαίνω ὡς ἐρωτευμένος ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς ἀγαπημένης μου γιὰ νὰ τραγουδήσω (συνδέεται μὲ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τοῦ παρακλαυσιθύρου).
Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἐπεξήγηση ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν φιλόλογο καθηγητὴ τοῦ Κολλεγίου Ἀθηνῶν Π. Ν. Χιωτέλη στὴ μετάφραση τὴν ὁποία πραγματοποίησε στὸ ἐν λόγῳ ποίημα τοῦ Θεοκρίτου, γιὰ τὴν ἔκδοση «Ἕλληνες Βουκολικοὶ Ποιηταί» (Τόμος Ι), συνοψίζεται ὡς ἑξῆς: «κωμάσδω δωρ. τ. τοῦ κωμάζω. Σχόλ. «τὸ κωμάζειν λέγεται ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὰς ἐρωμένας ἀπερχομένων»· κάνω πατινάδα».
Ἄνδρας μὲ ἀρχαιοελληνικὸ πλατύγυρον πέτασον κάνει καντάδα (σερενάτα) στὴν ἀγαπημένη του, ἡ ὁποία ἔχει προβάλει στὸ παράθυρο.
Ἐνταῦθα, καθὼς διαπιστώνεται, ὁ Θεόκριτος, κατὰ τὸν 3ο αἰώνα π.Χ. τὴν ἐπονομαζομένη Ἑλληνιστικὴ ἐποχή, τοποθετεῖ στὴ Βουκολικὴ ποίηση τὸν δωρικὸ τύπο τῆς λέξεως, κωμάσδω: «κωμάσδω ποτὶ τὰν Ἀμαρυλλίδα»· ἐννοεῖ, δηλαδή, ὅτι ὁ πρωταγωνιστὴς τῆς ποιητικῆς περιγραφῆς κάνει καντάδα (παρακλαυσίθυρον) κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς συμπρωταγωνίστριας τοῦ ποιήματος, Ἀμαρυλλίδος.
Τοῦτο προκύπτει ἀφ᾽ ἑνὸς ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ τὴ λέξη «πατινάδα» μὲ τὴν ὁποία μεταφράζει ὁ καθηγητὴς τῆς φιλολογίας Χιωτέλης. Συνάμα, τὸ ῥῆμα κωμάζω ἢ κωμάσδω ἐντοπίζεται στὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ κείμενα:
Α)Στὴν Ποίηση καὶ τὸ Θέατρο (Γλέντι, Διονυσιακὴ λατρεία καὶ Ὕμνοι)
•Ἡσίοδος (Ἀρχαϊκὴ ἐποχή): Συναντᾶται στὸ ἔργο Ἀσπὶς Ἡρακλέους (στίχος 281), ὅπου περιγράφεται μιὰ γιορτινὴ πομπὴ νέων ποὺ διασκεδάζουν καὶ χορεύουν ὑπὸ τὸν ἦχο τοῦ αὐλοῦ («ὑπ᾽ αὐλοῦ κώμαζον»).
•Πίνδαρoς (Λυρικὴ ποίηση): Τὸ χρησιμοποιεῖ συχνὰ στοὺς Ἐπινίκους του γιὰ νὰ περιγράψει τὴ θορυβώδη, θριαμβευτικὴ πομπὴ ποὺ συνοδεύει ἕναν νικητὴ τῶν ἀθλητικῶν ἀγώνων, ψάλλοντας ὕμνους (π.χ. «σὺν ὕμνῳ κωμάζοντα» ἢ «κωμάζοντι Δία» πρὸς τιμὴν τοῦ Δία).
•Εὐριπίδης (Τραγωδία): Στὶς Βάκχες καὶ στὸν Κύκλωπα, τὸ ῥῆμα συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ βακχικὴ ἔξαψη, τὸ μεθύσι καὶ τὴ διονυσιακὴ λατρεία. Συναντᾶται ἐπίσης στὸν Ἡρακλῆ Μαινόμενον γιὰ τὸν ἑορτασμὸ μιᾶς νίκης («τὸν καλλίνικον κωμάζω»).
Β) Στὸν Πεζὸ Λόγο (Φιλοσοφία, Ρητορικὴ καὶ Ἱστορία)
•Πλάτων (Φιλοσοφία): Στὸ περίφημο ἔργο του Συμπόσιον, τὸ ῥῆμα (καὶ τὸ οὐσιαστικὸ κωμαστής) χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ξαφνική, θορυβώδη εἴσοδο τοῦ μεθυσμένου Ἀλκιβιάδη καὶ τῆς παρέας του στὸ σπίτι τοῦ Ἀγάθωνα, ἀνατρέποντας τὴν ἤρεμη φιλοσοφικὴ συζήτηση.
•Ξενοφῶν (Ἱστοριογραφία / Φιλοσοφία): Στὸ δικό του Συμπόσιον ἀλλὰ καὶ στὴν Κύρου Παιδεία, ἀναφέρεται σὲ ἀνθρώπους ποὺ ξενυχτοῦν πίνοντας καὶ διασκεδάζοντας στοὺς δρόμους («ὅλην τὴν νύκτα κωμάζειν»).
•Δημοσθένης (Ρητορική): Στὸν λόγο του Κατὰ Μειδίου, τὸ ῥῆμα χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἐπίσημη θρησκευτικὴ πομπὴ τῶν πολιτῶν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Διονυσίων, ἡ ὁποία περιλάμβανε χοροὺς καὶ τραγούδια («κωμάζειν καὶ παιωνίζειν»).
•Ἰσαῖος καὶ Λυσίας (Ρητορική): Στοὺς δικανικούς τους λόγους συναντᾶμε τὸ ῥῆμα μὲ ἀρνητικὴ χροιά, γιὰ νὰ κατηγορηθεῖ κάποιος ἀντίδικος γιὰ ἔκλυτο βίο,[2] ταραχές, νυχτερινοὺς βανδαλισμούς ἢ εἰσβολὲς σὲ σπίτια γυναικῶν μετὰ ἀπὸ μεθύσι («ἐπὶ γυναῖκας κωμάζειν»).
Τοῦτο ἀναδεικνύει ὅτι ἡ καντάδα δὲν ἔχει τὴν ταπεινὴ προέλευση μιᾶς ἁπλῆς λαϊκῆς δημιουργίας, ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ τέχνη ὑμνωδικῶν καὶ λογοτεχνικῶν δημιουργημάτων.
Διὰ τοῦτο, οἱ Ἀθηναῖοι κανταδόροι τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀνήγαγον τὸ εἶδος αὐτὸ σὲ λόγια μορφὴ ποιήσεως καὶ μελωδίας.
ΧΑΙΡΕΤΕ
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Ἐπίσης, ὑμνῶ / ἐξυμνῶ, δηλαδὴ, τραγουδῶ γιὰ νὰ αἰνέσω κάποιον μέσα σὲ κλίμα γιορτῆς. Τοῦτο βέβαια, θυμίζει τοὺς θρησκευτικοὺς αἴνους πρὸς κάποιο λατρευτικὸ πρόσωπο τῆς χριστιανικῆς Πίστεως. Ἄλλωστε, ὁρισμένοι κανταδόροι τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τραγουδιοῦ παρομοίαζαν τὴν ἀγαπημένη τους σὰν τὴν Παναγία.
[2] Ὁμοιότητα μὲ τὸ κουτσαβάκι Νταούφαρη στὴν «Ῥομαντικὴ Ἀθήνα» τοῦ Δροσίνη, ὅπως αὐτὴ ἀποτυπώνεται στὴν ταινία «Ἀνθισμένη Ἀμυγδαλιά» (ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸν 19ο αἰῶνα μ.Χ. ἀλλὰ γυρίστηκε τὸν 20ὸ αἰῶνα).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Θεόκριτος, Εἰδύλλιον ΙΙΙ («Κωμαστής»), στίχ. 1-5.(Σημείωση: Ἐδῶ ἐντοπίζεται ὁ δωρικὸς τύπος «κωμάσδω ποτὶ τὰν Ἀμαρυλλίδα»)
•Χιωτέλης, Π. Ν. (μετφρ. & σχόλια), Ἕλληνες Βουκολικοὶ Ποιηταί, Τόμος Ι: Θεόκριτος, Ἔκδοσις Κολλεγίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι.(Σημείωση: Ἡ συγκεκριμένη ἔκδοση ποὺ χρησιμοποίησες, ὅπου ὁ ὅρος «κωμάσδω» ἀποδίδεται ὡς «κάνω πατινάδα / καντάδα»).
•Ρωμαῖος, Κωνσταντῖνος, Λαογραφικὰ Μελετήματα: Ἀπὸ τὸν Ἀρχαῖον Κῶμον εἰς τὴν Νεωτέραν Καντάδαν καὶ Πατινάδαν, Ἀθῆναι 1965.(Σημείωση: Ἰδανικὸ γιὰ νὰ στηρίξεις τὴ λαογραφικὴ σύνδεση τοῦ ἀθηναϊκοῦ τραγουδιοῦ μὲ τὶς ἀρχαῖες παραδόσεις ποὺ ἀναφέρεις στὸ κείμενό σου).
•Scholia in Theocritum (C. Wendel, ἔκδ. 1914), Σχόλια εἰς τὸ Εἰδύλλιον ΙΙΙ, 1.(Σημείωση: Ἡ αὐθεντικὴ πηγὴ γιὰ τὸ ἀρχαῖο σχόλιο: «τὸ κωμάζειν λέγεται ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὰς ἐρωμένας ἀπερχομένων»).
•Chantraine, Pierre, Dictionnaire étymologique de la langue grecque, Klincksieck, Paris 1968 (λήμματα: κῶμος, κωμῳδία).(Σημείωση: Ἐδῶ τεκμηριώνεται ἐτυμολογικὰ ἡ σύνδεση τοῦ κώμου μὲ τὴν κωμῳδία καὶ τὴν ᾠδή).
•Frisk, Hjalmar, Griechisches Etymologisches Wörterbuch, Carl Winter Universitätsverlag, Heidelberg 1960 (λῆμμα: κῶμος).
•Liddell, H. G. & Scott, R., Mega Lexicon tes Hellenikes Glosses (Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης), λήμματα: κωμάζω, κωμάσδω, κῶμος.(Σημείωση: Ἀναλύει τὴ φωνητικὴ διαφοροποίηση τοῦ συμπλέγματος -σδ- ἔναντι τοῦ -ζ- στὴ δωρικὴ διάλεκτο).
•Cairns, Francis, Generic Composition in Greek and Roman Poetry, Edinburgh University Press, Edinburgh 1972.(Σημείωση: Τὸ θεμελιῶδες ἔργο γιὰ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τοῦ «παρακλαυσιθύρου» [παρὰ κλειστὴν θύραν] καὶ τῆς ἐρωτικῆς καντάδας στὴν ἀρχαιότητα).
•Taragin, S., The Sympotic Comos in Belle Époque and Classical Antiquity, Academic Press, 1994.(Σημείωση: Ἀναλύει τὴ μετάβαση τοῦ διονυσιακοῦ κώμου ἀπὸ τὴ συλλογικὴ μέθη τῆς πόλεως στὴν ἀτομικὴ ἐρωτικὴ ἐξομολόγηση).
•Ἡσίοδος (ἢ Ψευδο-Ἡσίοδος), Ἀσπὶς Ἡρακλέους, στίχ. 281.
(Κείμενο: «τοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐλοῦ κώμαζον...» – Ἡ πρώτη καταγραφὴ τῆς γιορτινῆς πομπῆς νέων).
•Πίνδαρος, Ὀλυμπιόνικοι, ΙΧ, 4 («σὺν ὕμνῳ κωμάζοντα») & Πυθιόνικοι, ΙΙΙ, 73.
(Κείμενο: Ἡ χρήση τοῦ ῥήματος γιὰ τὴν ἐπινίκια θριαμβευτικὴ πομπὴ τῶν ἀθλητῶν).
•Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 1167-1170, Κύκλωψ, στίχ. 534-539, καὶ Ἡρακλῆς Μαινόμενος, στίχ. 180 («τὸν καλλίνικον κωμάζω»).
(Κείμενο: Ἡ σύνδεση τοῦ ῥήματος μὲ τὴ διονυσιακὴ λατρεία, τὴ μέθη καὶ τὴν ἔκσταση).
•Πλάτων, Συμπόσιον, 212c-212e.(Κείμενο: Ἡ θορυβώδης εἴσοδος τοῦ μεθυσμένου Ἀλκιβιάδη ὡς «κωμαστοῦ» στὸ σπίτι τοῦ Ἀγάθωνα).
•Ξενοφῶν, Συμπόσιον, ΙΙ, 1 καὶ Κύρου Παιδεία, VII, 5, 25 («ὅλην τὴν νύκτα κωμάζειν»).
(Κείμενο: Ἡ περιγραφὴ τῆς νυχτερινῆς διασκεδάσεως στοὺς δρόμους τῆς πόλεως).
•Δημοσθένης, Κατὰ Μειδίου, 21.10 («κωμάζειν καὶ παιωνίζειν»).
(Κείμενο: Ἡ ἐπίσημη, λατρευτικὴ πομπὴ τῶν πολιτῶν κατὰ τὰ Μεγάλα Διονύσια).
•Λυσίας, Κατὰ Σίμωνος, 3.5-3.8 καὶ Ἰσαῖος, Περὶ τοῦ Πύρρου κλήρου, 3.13-3.14 («ἐπὶ γυναῖκας κωμάζειν»).
(Κείμενο: Ἡ δικανικὴ χρήση τοῦ ὅρου γιὰ νυχτερινοὺς βανδαλισμοὺς καὶ εἰσβολὲς μετὰ ἀπὸ συμπόσια).

