Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΝΟΥΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΝΟΥΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΓΛΑΥΚΟΣ Ή ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ: ΟΡΜΟΝΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗΝ ΩΔΙΚΗΝ – ΗΤΟ Ο ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ;
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Ὁ ἀρχαῖος ἀοιδὸς καὶ κιθαρῳδός (ὁ ὁποῖος ἐν τῇ μυθολογίᾳ ἀναφέρεται ὡς ΓλαῦκοςἈργεῖος, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν ὀνομάτων ΧαριάδηςΔημόδοκος), εἶναι ἐκεῖνος ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει, ὑπὸ τοῦ Ἀγαμέμνονος, τὴν φύλαξιν τῆς Κλυταιμνήστρας
 Ὅπως μαρτυροῦσιν αἱ κλασικαὶ ἀγγειογραφίαι, ὁ ἐπαγγελματίας ἀοιδός/κιθαρῳδὸς τῆς ἡρωικῆς ἐποχῆς ἐμφανίζεται μετὰ μακροῦ, πτυχωτοῦ χιτῶνος (ἱματίου), κρατῶν ξυλίνην ἑπτάχορδον φόρμιγγα ἢ κιθάραν.
 Εἰς τὰς ἐπισήμους ἐμφανίσεις αὐτῶν ἐν τοῖς ἀνακτόροις, οἱ ἀοιδοὶ ἵσταντο συχνάκις ὑπερυψωμένοι ἐπὶ εἰδικοῦ βάθρου (βήματος) ἢ Βάθρου τῆς Ἀπαγγελίας, ἵνα βλέπῃ καὶ ἀκούῃ αὐτοὺς τὸ ἀκροατήριον τῶν εὐγενῶν. 
 Ὁ συγκεκριμένος "Ἀργεῖος" ἀοιδός, εἴτε ὀνομάσωμεν αὐτὸν Γλαῦκον εἴτε Δημόδοκον, ἀντιπροσωπεύει τὸν σοφόν, σεβάσμιον καὶ πιστὸν σύμβουλον. 
  Ἡ στάσις τοῦ σώματος αὐτοῦ ἐκπέμπει τὴν ἠθικὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ὁ ρόλος του ὡς θεματοφύλακος τοῦ παλατίου τῶν Μυκηνῶν.
  ΦΟΡΜΙΓΓΑΟΙΔΟΣ ΑΠΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΑΓΓΕΙΟ
 Ἡ ὁμηρικὴ ἀναφορὰ στὴν Ὀδύσσεια καὶ ἡ ἐτυμολογικὴ σύνδεση ποὺ ἐπιχειρεῖ τὸ κείμενο παρουσιάζουν μεγάλο ἱστορικὸ καὶ φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον. 
 Πρῶτον, ἔχουμε τὴν Ὁμηρικὴ ναφορὰ στὴν (Ὀδύσσεια, ράψ. γ 267-272) ὅπου ὁ Ἀγαμέμνονας, ὅταν ἀναχώρησε γιὰ τὴν Τροία, γνώριζε τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρα καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπιστίας. 
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἄφησε πίσω του ἕναν πιστὸ ἀοιδὸ (τυφλό, σύμφωνα μὲ μεταγενέστερες παραδόσεις) στὸν ὁποῖο ἔδωσε ρητὴ ἐντολὴ νὰ προστατεύει καὶ νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν Κλυταιμνήστρα, λειτουργῶντας ὡς φύλακας τῆς ἠθικῆς της. 
 Ποιός ἦταν ὅμως πραγματικὰ ὁ ρόλος τοῦ ἀοιδοῦ; Στὴν ὁμηρικὴ ἐποχή, οἱ ἀοιδοὶ δὲν ἦταν ἁπλοῖ διασκεδαστές. Ἦταν φορεῖς τῆς θείας σοφίας, τοῦ δικαίου καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξης. 
 Μὲ τὰ τραγούδια του, ὁ ἀοιδὸς θύμιζε συνεχῶς στὴν Κλυταιμνήστρα τὶς συζυγικές της ὑποχρεώσεις καὶ τὶς ἀρετὲς τῶν ἡρώων. Ὅσο ὁ ἀοιδὸς ἦταν παρών, ἡ Κλυταιμνήστρα ἠδύναντο νὰ ἀποκρούσει τὶς προτάσεις του Αἰγίσθου. 
 Ὁ Αἴγισθος, καταλαβαίνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὴ διαφθείρει ὅσο ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ἠθικὸς θεματοφύλακας, μὲ δόλιο τρόπο μετέφερε τὸν ἀοιδὸ σὲ ἕνα ἐρημικὸ νησὶ καὶ τὸν ἄφησε ἐκεῖ νὰ πεθάνει, γενόμενος «οἰώνων ἔλμωρ», δηλαδὴ βορὰ τῶν ἁρπακτικῶν πουλιῶν). 
 Μόνο μετὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ ἀοιδοῦ κατάφερε ὁ Αἴγισθος νὰ παρασύρει τὴν Κλυταιμνήστρα στὸ παλάτι του καὶ νὰ ἐπέλθει ἡ πτώση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν τῆς βασίλισσας. 
 Στὸ κάτωθι κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ ἀναφέρεται μιὰ θεωρία ὁρισμένων ἀρχαίων σχολιαστῶν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἀοιδὸς αὐτὸς ὁ Γλαύκων ἢ Δημόδοκος ὁ Ἀργεῖος ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ βασίστηκε σὲ μιὰ κλασικὴ παρετυμολογία (λογοπαίγνιο) τῶν λέξεων: ἀοιδὸς → προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀείδω (τραγουδῶ). αἰδοία τὰ γεννητικὰ ὄργανα (ἀπὸ τὸ αἰδὼς = ντροπή, σεβασμός). 
 Ὁρισμένοι μεταγενέστεροι γραμματικοὶ ἰσχυρίστηκαν ὅτι ἡ λέξη «ἀοιδὸς» σήμαινε μεταφορικὰ τὸν εὐνοῦχο, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ στερητικὸ α- καὶ τὴ λέξη αἰδοῖα (α-ἰδὸς = αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει γεννητικὰ ὄργανα). Ἰδοὺ ὅλο τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ λεξικὸ ΤΑ ΑΤΑΚΤΑ του Ἀδαμάντιου Κοραῆ: «ΕΥΝΟΥΧΟΣ, Δ. Εὐνοῦχος; Ἑλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, Θλιβίας, Θλαδίας, καὶ Σπάδων, Ἑλλ. (castra), τοῦτο διαφέροντες κατὰ τὰ Γλ. «Οἱ εὐνοῦχοι τρισσῶς, λέγονται· οἱ μὲν καλοῦνται Σπάδωνες, οἵτινες διὰ πάθος ἢ  ψύξιν ἐνόχλησαν (γρ. ἐνοχλήσασαν) τοῖς γονίμοις μορίοις παιδοποιεῖν κωλύονται· οἱ δέ, Θλιβίαι, οἵτινες ὑπὸ τῆς τροφοῦ ἢ τῆς μητρὸς τυχὸν ἔκθλιψιν τοῖς διδύμοις ὑπέστησαν· οἱ δέ, Καστράτοι, οἷς γέγονεν ἐκτομὴ τῶν γεννητικῶν μορίων». Ἀπὸ τὴν Ἀσίαν ἤρχισεν ὁ Εὐνουχισμός· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες αἰχμαλωτιζόμενοι εἰς πόλεμον εὐνουχίζοντο, καὶ ἐτάσσοντο εἰς τοὺς οἴκους τῶν Ἀσιανῶν δεσποτῶν, ἀξιωματικῶν, καὶ ἁπλῶς τῶν ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τρέφωσι πολλὰς γυναῖκας ἢ παλλακίδας, τῶν ὁποίων τὴν φυλακὴν ἐμπιστεύοντο εἰς εὐνούχους. Πολλάκις ὁ πόλεμος δὲν εἶχεν ἄλλην αἰτίαν, πλὴν τὴν κατάκτησιν εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὡς ἦσαν μάλιστα οἱ Τρωγλοδύται. Ἡ εἰς τούτους ἐκστρατεία ὡμοίαζε τὴν εἰς τὰ ἄγρια θηρία κυνηγεσίαν. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς ἐπωλοῦσαν, ὡς καὶ πᾶσαν, ἄλλην πραγματείαν. Εἰς τὴν συνήθειαν ταύτην ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅτε προλέγει εἰς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν ὅσα κακὰ ἔμελλε νὰ πάθῃ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου ὧν γεννήσεις λήψονται,  καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ Βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων ἔτρεφαν εὐνούχους, μαθόντες ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς δεσπότας, ὡς ἐδιδάχθησαν καὶ ἄλλα πολλὰ ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ τοὺς αὐτούς. Αἱ ἑπτακόσιαι γυναῖκες ἄρχουσαι, καὶ παρὰ ταύτας τριακόσιαι παλλακαὶ τοῦ Σαλομῶντος (Βασιλ. Γ΄, ια΄, 3) ἐχρειάζοντο ἀναλόγως καὶ πολλοὺς εὐνούχους. Ἀπὸ τούτους πολλοὶ ἐπρόβαιναν εἰς τόσην δύναμιν καὶ δόξαν, ὥστε νὰ κυβερνῶσι τὰ ἐντὸς τοῦ δεσποτικοῦ παλατίου, καὶ νὰ δείχνωσι καὶ εἰς τὰ ἔξω τὴν ἐξουσίαν των, ὡς γίνεται ἔτι σήμερον εἰς τὰς Ἀσιανὰς αὐλάς. Τοιοῦτος εἶναι εἰς τοῦ Σουλτάνου τὴν αὐλὴν ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ Τουρκιστὶ λεγόμενος Κισλαραγάς, ὁποῖος ἦτον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Φαραὼ ὁ Πεπεφρῆς. Ἀφοῦ ἡ Ῥώμη, ἀπολέσασα τὴν ἐλευθερίαν της, ὑπεζυγώθη εἰς δεσπότας αὐτοκράτορας, δὲν ἤργησε νὰ τοὺς ἴδῃ καὶ περικυκλωμένους ἀπὸ Εὐνούχους. Οἱ διαδεξάμενοι τοὺς Ῥωμαίους Γραικορωμαῖοι αὐτοκράτορες, μ' ὅλον ὅτι χριστιανοί, ἤγουν πρεσβευταὶ θρησκείας ἀποστρεφομένης τοιαῦτα ἀσεβήματα, δὲν ἔπαυσαν ὅμως νὰ τρέφωσιν εὐνούχους, καὶ νὰ δεσπόζωνται πολλάκις ἀπ' αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι καὶ παλαιά, ὡς καὶ σήμερον, ἐχρησίμευαν ἀκόμη νὰ τέρπωσι τοὺς δεσπότας των τραγῳδοῦντες μὲ τὴν φωνήν των· διότι ὁ εὐνουχισμὸς παρὰ τὰς πολλὰς ἄλλας σωματικὰς μεταβολάς, μεταβάλλει καὶ τὴν φωνήν των εἰς τὸ γυναικεῖον. Διὰ τοῦτο τὄνομα Ἀοιδὸς ἔγινε συνών. τοῦ Εὐνοῦχος. Μάρτυς ὁ Ἡσύχιος: «Ἀοιδοὶ...εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων» ὡς καὶ εἰς τοὺς Ἰταλοὺς τὸ Musico συνωνυμεῖ σχεδὸν μὲ τὸ Castrato. Οἱ Ἰταλοὶ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ἐφύλαξαν τὸν εὐνουχισμόν, διὰ νὰ ἔχωσι ψάλτας, χρησίμους ὄχι μόνον εἰς τὰ Θέατρα, ἀλλὰ τὸ παραδοξότερον καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας των. Τὸ ἐπισημότερον δημόσιον ἐργαστήριον τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀκάκων νηπίων ἦτον εἰς τὴν Νεάπολιν. Ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς Γάλλους! ἡ ἔφοδος αὐτῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμόν, ὡς καὶ πολλάς ἄλλας ἀνομίας. Οἱ εὐνοῦχοι ἐκαταφρονήθησαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴν δόξαν, ὡς φυσικὰ δειλοί, κακοήθεις καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ τωόντι ἐφάνησαν ὡσεπιπολύ. Δὲν πταίουν ὅμως οἱ ταλαίπωροι αὐτοί, ἀλλ' οἱ τολμήσαντες νὰ βιάσωσι τὴν δομένην εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν δημιουργὸν φύσιν. Αὐτὴ ἡ κοινὴ παρὰ πάντων καταφρόνησις συνήργησεν ἀκόμη νὰ τοὺς κάμῃ ἀληθῶς ἀξίους καταφρονήσεως. Ἀντὶ νὰ καταφρονῶνται εἶχαν δίκαιον νὰ προσμένωσιν ἔλεον καὶ συμπάθειαν. Ἡ ἱστορία μᾶς ἐφύλαξε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ ὀλίγα, εὐνούχων ἐνδόξων κατὰ τὴν σωματικὴν καὶ κατὰ τὴν ψυχικὴν δύναμιν· τοιοῦτος ἐχρημάτισεν ὁ περιβόητος Ναρσῆς, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὄχι ὑποδεέστερος τοῦ Βελισαρίου· τοιοῦτος, μετὰ τρεῖς ἑκατονταετηρίδας ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Παρατρέχω τὸν πολὺ ἀρχαιότερον καὶ πολὺ σοφώτερον τοῦ Φωτίου Ὠριγένην, ὅστις ἀμαύρωσε τὴν σοφίαν του, τολμήσας νὰ εὐνουχίσῃ αὐτὸς ἑαυτόν, διότι ἐξήγησε κακὰ τοῦ εὐαγγελίου (Ματθ. ιθ΄, 12) τὸ «Εἰσὶν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»».
Μετάφραση:
[ΕΥΝΟΥΧΟΣ, [Βλέπε] Εὐνοῦχος· Γάλλ. (Eunuque), Ἐκτομίας, θλιβίας, θλαδίας καὶ σπάδων, στὰ ἑλληνικὰ (castra), διαφέροντας σὲ αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὰ Γλωσσικά: «Οἱ εὐνοῦχοι χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: ἄλλοι ὀνομάζονται Σπάδωνες, οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰτίας κάποιας ἀσθένειας ἢ ψύξης ὑπέστησαν βλάβη στὰ γόνιμα μόριά τους καὶ ἐμποδίζονται νὰ κάνουν παιδιὰ· ἄλλοι ὀνομάζονται Θλιβίαι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν σύνθλιψη στοὺς διδύμους (ὄρχεις) ἀπὸ τὴν παραμάνα ἢ τὴ μητέρα τους· καὶ ἄλλοι Καστράτοι, στοὺς ὁποίους ἔχει γίνει πλήρης ἀποκοπὴ τῶν γεννητικῶν ὀργάνων». Ἀπὸ τὴν Ἀσία ξεκίνησε ὁ εὐνουχισμὸς· οἱ ταλαίπωροι Αἰθίοπες, ὅταν αἰχμαλωτίζονταν στὸν πόλεμο, εὐνουχίζονταν καὶ τοποθετοῦνταν στὰ σπίτια τῶν Ἀσιατῶν ἡγεμόνων, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ γενικὰ ὅσων εἶχαν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ συντηροῦν πολλὲς γυναῖκες ἢ παλλακίδες, τὴν φύλαξη τῶν ὁποίων ἐμπιστεύονταν σὲ εὐνούχους. Πολλὲς φορὲς ὁ πόλεμος δὲν εἶχε ἄλλη αἰτία παρὰ τὴν κατάκτηση εἰρηνικῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὅπως ἦταν κυρίως οἱ Τρωγλοδύτες. Ἡ ἐκστρατεία ἐναντίον τους ἔμοιαζε μὲ κυνήγι ἄγριων θηρίων. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσία τους, τοὺς εὐνούχιζαν καὶ τοὺς πουλοῦσαν σὰν ὁποιοδήποτε ἄλλο ἐμπόρευμα. Σὲ αὐτὴ τὴ συνήθεια ἀποβλέπει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (λθ΄, 7) ὅταν προλέγει στὸν βασιλιᾶ Ἐζεκία ὅσα δεινὰ ἔμελλε νὰ πάθει ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους: «Καὶ θὰ πάρουν ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, ποὺ θὰ γεννήσεις, καὶ θὰ τοὺς κάνουν εὐνούχους στὸ παλάτι τοῦ βασιλιᾶ τῶν Βαβυλωνίων». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐζεκίας καὶ οἱ προκάτοχοί του βασιλεῖς τῶν Ἰουδαίων συντηροῦσαν εὐνούχους, ἔχοντας μάθει αὐτὴ τὴν τακτικὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες (Ἐθνικοὺς) ἡγεμόνες, ὅπως ἀκριβῶς διδάχθηκαν καὶ πολλὰ ἄλλα ὀλέθρια μαθήματα ἀπὸ αὐτούς. Οἱ ἑπτακόσιες ἐπίσημες σύζυγοι καὶ οἱ ἐπιπλέον τριακόσιες παλλακίδες τοῦ Σολομῶντος (Βασιλειῶν Γ΄, ἰα΄, 3) ἀπαιτοῦσαν, ὅπως εἶναι φυσικό, καὶ ἀνάλογο ἀριθμὸ εὐνούχων. Ἀπὸ αὐτούς, πολλοὶ ἀποκτοῦσαν τόσο μεγάλη δύναμη καὶ δόξα, ὥστε νὰ διοικοῦν τὰ ἐνδότερα τοῦ ἡγεμονικοῦ παλατιοῦ καὶ νὰ ἐπιδεικνύουν τὴν ἐξουσία τους καὶ πρὸς τὰ ἔξω, ὅπως συμβαίνει ἀκόμη καὶ σήμερα στὶς αὐλὲς τῆς Ἀσίας. Τέτοιος εἶναι στὴν αὐλὴ τοῦ Σουλτάνου ὁ Ἀρχιευνοῦχος, ὁ ὁποῖος στὰ τουρκικὰ ὀνομάζεται Κισλὰρ Ἀγᾶς, καὶ ὁ ὁποῖος ἦταν ὅ,τι καὶ ὁ Πετεφρὴς στὴν αὐλὴ τοῦ Φαραώ. Ἀφ' ὅτου ἡ Ρώμη ἔχασε τὴν ἐλευθερία της καὶ ὑποδουλώθηκε σὲ αὐταρχικοὺς αὐτοκράτορες, δὲν ἄργησε νὰ τοὺς δεῖ περιτριγυρισμένους ἀπὸ εὐνούχους. Οἱ Βυζαντινοὶ (Γραικορωμαῖοι) αὐτοκράτορες ποὺ διαδέχθηκαν τοὺς Ρωμαίους, παρ' ὅλο ποὺ ἦταν χριστιανοί —δηλαδὴ πιστοὶ μιᾶς θρησκείας ποὺ ἀποστρέφεται τέτοιες ἀσέβειες— δὲν σταμάτησαν ὡστόσο νὰ συντηροῦν εὐνούχους καί, μάλιστα, πολλὲς φορὲς νὰ ἐξουσιάζονται ἀπὸ αὐτούς. Οἱ εὐνοῦχοι, τόσο στὸ παρελθὸν ὅσο καὶ σήμερα, χρησίμευαν ἐπίσης στὸ νὰ ψυχαγωγοῦν τοὺς ἀφέντες τους τραγουδῶντας· κι αὐτὸ γιατί ὁ εὐνουχισμός, πέρα ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες σωματικὲς ἀλλαγές, μεταβάλλει καὶ τὴ φωνή τους σὲ γυναικεία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ λέξη Ἀοιδὸς (τραγουδιστὴς) ἔγινε συνώνυμη τοῦ Εὐνουχισμένου. Μάρτυρας γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Ἡσύχιος ποὺ γράφει: «Ἀοιδοί... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ὠδός, κιθαρωδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων (εὐνοῦχος)». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στοὺς Ἰταλούς, ὅπου ἡ λέξη Musico εἶναι σχεδὸν συνώνυμη μὲ τὴ λέξη Castrato (καστράτος). Οἱ Ἰταλοὶ ἦταν οἱ μόνοι ἀπὸ τὰ σημερινὰ πολιτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης ποὺ διατήρησαν τὸν εὐνουχισμό, γιὰ νὰ ἔχουν ψάλτες χρήσιμους ὄχι μόνο στὰ θέατρα, ἀλλά —τὸ πιὸ παράδοξο ἀπ' ὅλα— καὶ στὶς ἐκκλησίες τους. Τὸ πιὸ ὀνομαστὸ δημόσιο ἐργαστήριο εὐνουχισμοῦ ἀθώων νηπίων βρισκόταν στὴ Νεάπολη (Νάπολη). Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ (χάρη) στοὺς Γάλλους! Ἡ εἰσβολή τους στὴν Ἰταλία κατήργησε καὶ τὸν εὐνουχισμό, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες ἀνομίες. Οἱ εὐνοῦχοι περιφρονήθηκαν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινὴ γνώμη, ὡς ἐκ φύσεως δειλοί, κακόβουλοι καὶ πανοῦργοι, καθὼς καὶ πράγματι φάνηκαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Δὲν φταῖνε ὅμως αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τόλμησαν νὰ παραβιάσουν τὴ φύση ποὺ τοὺς δόθηκε ἀπὸ τὸν δημιουργό. Αὐτὴ ἡ καθολικὴ περιφρόνηση ἀπὸ ὅλους συνέβαλε μάλιστα στὸ νὰ τοὺς καταστήσει πραγματικὰ ἄξιους περιφρόνησης. Ἀντὶ νὰ περιφρονοῦνται, εἶχαν κάθε δίκιο νὰ προσδοκοῦν ἔλεος καὶ συμπάθεια. Ἡ ἱστορία μᾶς διέσωσε καὶ παραδείγματα, ἂν καὶ λίγα, ἔνδοξων εὐνούχων ὡς πρὸς τὴ σωματικὴ καὶ τὴν πνευματική τους δύναμη. Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ περιβόητος Ναρσής, στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ, καθόλου κατώτερος ἀπὸ τὸν Βελισάριο. Τέτοιος ἦταν ἐπίσης, μετὰ ἀπὸ τρεῖς αἰῶνες, ὁ πολυμαθέστατος πατριάρχης Φώτιος. Προσπερνῶ τὸν πολὺ ἀρχαιότερο καὶ πολὺ σοφότερο ἀπὸ τὸν Φώτιο, τὸν Ὠριγένη, ὁ ὁποῖος ἀμαύρωσε τὴ σοφία του, καθὼς τόλμησε νὰ εὐνουχίσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ ἑρμήνευσε λανθασμένα τὸ ρητὸ τοῦ Εὐαγγελίου (Μάτθ. ἰθ΄, 12): «Ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, οἱ ὁποῖοι εὐνούχισαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».].
 Ποιά θεωρεῖται σήμερα ὡς φιλολογικὴ πραγματικότητα καὶ ποιά ἀλήθεια κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸν μῦθο;
  Οἱ φιλόλογοι ἀποφάνθηκαν ὅτι πρόκειται ξεκάθαρα γιὰ μιὰ ψευδοετυμολογία (ἢ παρετυμολογία). Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ὅμηρος δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ φύλακας ἦταν εὐνοῦχος. 
 Ἡ θεωρία αὐτὴ γεννήθηκε αἰῶνες ἀργότερα, ὅταν οἱ ἀνατολικὲς αὐλὲς (ὅπου οἱ εὐνοῦχοι εἶχαν πράγματι τὸν ρόλο τῶν φυλάκων των γυναικωνίτων) ἐπηρέασαν τὴ σκέψη τῶν σχολιαστῶν, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ προβάλουν αὐτὴ τὴ μεταγενέστερη πρακτικὴ πάνω στὸ ὁμηρικὸ κείμενο μέσῳ τῆς γλωσσικῆς σύμπτωσης τῶν λέξεων. 
  Ἐν συνεχείᾳ αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ διαβάζουμε στὸ λεξικό του Εὐστάθιου Θεσσαλονίκης μιὰ ἐπιπλέον σημαντικὴ παραπομπή: «ἀοιδός, ὅτι τοὺς περὶ μουσικὴν καὶ ποιητικὴν ἀοιδοὺς ἐν μοίρᾳφιλοσόφων ἔταττον οἱ παλαιοί, καὶ ὅτι ἀπολύτως ἀοιδοὶ οἱ τοιοῦτοι λέγονται πρὸς διαστολὴν τῶν περὶ θρήνους καὶ γάμους καὶ τοιούτων ἄλλων ἀοιδῶν, καὶ ὅτι τὸν τῆς παρ' Ὁμήρῳ Κλυταιμνήστρας ἀοιδὸν εὐνοῦχον ἐνόησάν τινες λεχθῆναι παρὰ τὸ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, ἱστορία διεξοδική.»
Μετάφραση:
[ἀοιδὸς (τραγουδιστής): [ἀναφέρεται] ὅτι οἱ ἀρχαῖοι κατέτασσαν στὴν ἴδια μοῖρα μὲ τοὺς φιλοσόφους ἐκείνους τους ἀοιδοὺς ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴν ποίηση, καθὼς καὶ ὅτι αὐτοὶ ὀνομάζονται ἁπλῶς «ἀοιδοὶ» γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τραγουδοῦσαν σὲ θρήνους (μοιρολόγια), σὲ γάμους καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες περιστάσεις. Ἐπίσης, [ἀναφέρεται] μιὰ διεξοδικὴ ἱστορία γιὰ τὸ ὅτι ὁρισμένοι θεώρησαν πὼς ὁ ἀοιδὸς τῆς Κλυταιμνήστρας, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Ὅμηρο, ἦταν εὐνοῦχος, ἑρμηνεύοντας τὴ λέξη «ἀοιδὸς» ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν εἶχε γεννητικὰ ὄργανα (παρὰ τὸ «αἰδοῖα μὴ ἔχειν»).]
 Ἐν τούτοις τὸ ἀκριβὲς ἀρχαῖο κείμενο τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὶς Παρεκβολὲς εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν (τόμος 1, σχόλια στὴ ραψωδία γ, στίχοι 267–268), ὅπου διασώζει την παρετυμολογία καὶ τὴν ἑρμηνεία περὶ εὐνουχισμοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν, στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον· καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος δὲ, παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν.»[1
 Εἰσερχόμενοι στὸν σχολιασμὸ τοῦ κειμένου «Ἱστέον δὲ ὅτι τὸν ῥἠθέντα ἀοιδὸν εὐνοῦχὸν τινες ἐνόησαν» ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ὁ Εὐστάθιος ξεκαθαρίζει ἐξ ἀρχῆς πὼς τούτη ἡ ἰδέα δὲν εἶναι δική του, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγον παλαιότεροι μελετητές («τινές»). Ἤτοι, «στοχασάμενοι τοῦτο ἐκ τοῦ, φύλακα αὐτὸν καταλειφθῆναι γυναικὸς· ὅπερ εὐνούχων ἴδιον»
  Περαιτέρω ὁ σχολιαστὴς ἐξηγεῖ τὸν λογικὸ συνειρμὸ τῶν σχολιαστῶν: Ἐπειδὴ ὁ Ἀγαμέμνονας τὸν ἄφησε ὡς φύλακα γυναίκας, ὑπέθεσαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐνοῦχος, καθὼς αὐτὴ ἡ πρακτικὴ (τῆς φύλαξης τοῦ γυναικωνίτη ἀπὸ εὐνουχισμένους ὑπηρέτες) ἦταν οἰκεία στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο. 
 Στὴν φράση «παράγοντες τὸν ἀοιδὸν παρὰ τὸ τὰ αἰδοῖα μὴ ἔχειν», ἀναφέρει τὴν φράση «κατὰ τινα, ὡς εἰκός, ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν»
 Τροποτινὰ ὁ Εὐστάθιος μὴ ἀποδεχόμενος αὐτὴ τὴν θεωρία σπεύδει ἀμέσως νὰ τὴν ἀπορρίψει χαρακτηρίζοντάς την ὡς «ἐπίπλαστον» (δηλαδὴ πλαστή, τεχνητή, ψευδοετυμολογία). 
  Ἐν τούτοις διαφαίνεται ξεκάθαρα, εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ κιθαρῳδοῦ ποιητοῦ, ἓν βασικὸν ἐλάττωμα. 
 Ὁ Γλαῦκος ὁ Ἀργεῖος ἢ Δημόδοκος – ὅστις δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν Δημόδοκον τὸν Φαίακα – εἶναι τυφλός.[1] Αὕτη ἡ παράμετρος ἴσως νὰ ὑποκρύπτῃ τὴν λεπτομέρειαν μιᾶς ἀσθενείας, ἥτις ἐκδηλοῦται ἐνίοτε ἄνευ ἐμφανοῦς αἰτίας.
   Φαίνεται ὅτι ὁ εὐνουχισμὸς ἑνὸς νεαροῦ ἄρρενος δύναται νὰ προκαλέσῃ σοβαρὰς ὁρμονικὰς διαταραχὰς καὶ δυσλειτουργίαν τοῦ παγκρέατος. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ὁδηγοῦν εἰς ἰνσουλινοαντίστασιν, ἥτις μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου προκαλεῖ βλάβας, αἱ ὁποῖαι ἐπιδροῦν μακροχρονίως εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς ὁράσεως.
 Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ αἴτιον τῆς παρετυμολογίας εἰς τὴν ὀνοματοθεσίαν ἀοιδὸς - κιθαρῳδός, ἀπὸ μίαν μερίδα φιλολόγων λεξικογράφων. Πιστεύσαντες εἰς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Γλαύκου - Δημοδόκου, ἐθεώρησαν ὅτι συνολικῶς ἡ ἔκφρασις αὐτὴ προέκυψεν ἀπὸ τὴν τακτικὴν τοῦ εὐνουχισμοῦ τῶν ἀοιδῶν κιθαρῳδῶν, κάτι τὸ ὁποῖον ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὸ ἐπιβεβαιώνει ὡς λάθος. Οἱ κιθαρῳδοὶ ἦσαν παράλληλα καὶ μεγάλοι ἐρασταί, παρὰ τὴν ἐγκράτειαν ἡ ὁποία τοὺς ἐπεβάλλετο πρὸ τῆς ἐμφανίσεώς των εἰς τὸ κοινόν.
 Ἄρα, ἡ περίπτωσις τοῦ συγκεκριμένου προσώπου πιθανὸν νὰ εἶναι μοναδικὴ ἢ νὰ συνδέεται μὲ κατάλοιπα τῆς χρήσεως τοιούτων ἀτόμων εἰς τὴν Μυκηναϊκὴν ἐποχήν, ὅπου οἱ ἄνακτες (βασιλεῖς) δὲν ἐνδιεφέροντο διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα λειτουργοῦντες χειριστικῶς.
 Παράλληλα, ἡ ὑψηλὴ τέχνη τὴν ὁποίαν παρῆγον οἱ Καστράτοι - εὐνοῦχοι ἀοιδοί (οἱ ἐπονομαζόμενοι καὶ ἀγγελόφωνοι) ἦτο τόσο ἡδονικὴ διὰ τοὺς ἄνακτας καὶ τοὺς αὐλικούς, ὥστε νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα καὶ ἀπὸ τὸ κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.
 Ἐν συμπεράσματι, ἡ μοναδικὴ περίπτωσις τοῦ Ἀργείου ἀοιδοῦ Γλαύκου ἢ Δημοδόκου φωτίζει μὲ ἰδιαίτερον τρόπον τὴν πολυπλοκότητα τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅπου οἱ ἄνακτες ἐλειτούργουν χειριστικῶς, μακρὰν οἱασδήποτε μερίμνης διὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. 
 Ἡ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεώς του, ἥτις ἐκ τῶν ὑστέρων διαφαίνεται ὅτι ὑποκρύπτει τὰς μεταβολικὰς παρενεργείας ἑνὸς εὐνουχισμοῦ εἰς νεαρὰν ἡλικίαν, κατὰ τὸ σύνηθες τῆς ᾠδικῆς τεχνικῆς τῶν καστράτο, συνδέει τὸν Δημόδοκον καθὼς καὶ ἄλλους τυφλοὺς ἀοιδοὺς ὅπως τὸν Ὅμηρον, μὲ τὴν σκληρὰν τακτικὴν τῶν Καστράτων.


Αἱ τρεῖς εἰκόνες ἀποτελοῦν ἓν δεῖγμα γραφῆς τῆς παραδοσιακῆς ἀντιλήψεως τῶν συγχρόνων συγγραφέων - ἐρευνητῶν - φιλολόγων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται –συμφώνως πρὸς τὰς ἱστορικὰς πηγὰς– περὶ τῆς διὰ βίου ἀπωλείας τῆς ὁράσεως τῶν ἐπικῶν ἀοιδῶν - κιθαρῳδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὰ ὁμηρικὰ ἔπη. Εἰς τὰς εἰκόνας αὐτάς, πρῶτος μὲν ἐμφανίζεται ὁ Ὅμηρος, δεύτερος ὁ Φήμιος καὶ τρίτος ὁ Δημόδοκος ὁ Φαίαξ...τυφλοὶ καὶ οἱ τρεῖς!

 Καθὼς ὑποστηρίζει καὶ ὁ Κοραῆς, ἡ συνήθεια τῶν μεγάλων ἡγεμόνων συμπεριελάμβανε τὸ ἔθος τοῦ εὐνουχισμοῦ εἰς ἀγόρια νεαρᾶς ἡλικίας διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ὑψηλὴν φωνήν των, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε μὲ τὸν Πετεφρῆν εἰς τὴν Αἴγυπτον.
 Ἄρα, ἡ παρουσία τῶν εὐνούχων ὑπῆρχεν ἐξίσου καὶ εἰς τὸν ἑλλαδικὸν χῶρον. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης[2] ἐχρησιμοποίησεν εἰς μίαν ἀπὸ τὰς τραγωδίας τοῦ ἕναν εὐνοῦχον τραγουδιστὴν καὶ ὑποκριτὴν φρυγικῆς καταγωγῆς.
 Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. 
 Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὥστε ἡ φωνή των νὰ θεωρῆται ἀνωτέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ γλυκύτατον κελάηδημα τῶν ἀηδονιῶν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἡ παρατήρησις διὰ τὴν τύφλωσιν τῶν ἀρχαίων ἀοιδῶν ὡς “παράμετρον μιᾶς ἀσθενείας” εἶναι ἐξαιρετικῶς βαθεῖα. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι, ἡ τύφλωσις τῶν ποιητῶν (ὅπως τοῦ Ὁμήρου ἢ τοῦ Δημοδόκου) ἐθεωρεῖτο συχνάκις “θεία δίκη” ἢ “θεϊκὸν δῶρον”· αἱ Μοῦσαι τοὺς ἀπεστέρουν τὴν ἐξωτερικὴν ὅρασιν διὰ νὰ τοὺς χαρίσουν τὴν ἐσωτερικήν, πνευματικὴν ὅρασιν (τὴν μαντικὴν καὶ τὴν ποιητικὴν ἔμπνευσιν). Ἐξ ἰατρικῆς ἀπόψεως, ἡ αἰφνίδιος ἢ σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ὁράσεως χωρὶς προφανὲς τραῦμα (ὅπως ἀπὸ γλαύκωμα ἢ καταρράκτην) ἐφάνταζε τοῖς ἀρχαίοις ὡς μυστήριον, ὡς συμβὰν “ἄνευ ἐμφανούς αἰτίας”, ἐπιτεῖνον τὸν ἱερὸν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου των.
[2] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν κλασικὴν γραμματείαν, καθὼς ὁ Εὐριπίδης ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὸν «Ὀρέστην» (στ. 1366–1368) ἕναν εὐνοῦχον ἀκολούθον τῆς Ἑλένης, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ὡς τραγουδιστὴς καὶ ὑποκριτὴς φρυγικῆς καταγωγῆς, ἐξιστορῶν ἔντρομος τὰ συμβάντα: «...τύραννοι δόμοι· σιγάτε· Φρύξ τις γὰρ οὗτος ἐκ περαιούται δόμων,οὗ πευσόμεσθα τἀν δόμοις ὅπως ἔχει.» Συνεπῶς, ἡ σύνδεσις τοῦ Δημοδόκου μὲ τοὺς Καστράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μίαν ἐπίπλαστον παρετυμολογίαν τῶν μεταγενεστέρων λεξικογράφων, ἀλλὰ πιθανῶς ἀντικατοπτρίζει μίαν βαθειὰν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀοιδοὺς νὰ παραγάγουν μίαν τέχνην τόσο ὑψηλὴν καὶ ἑλκυστικήν, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην τῶν ἀγγελοφώνων καὶ οὐρανίων θείων πλασμάτων, τῶν παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐρωτιδέων - ἤτοι παρόμοιον μὲ τοὺς σημερινοὺς κόντρα τενόρους [counter-tenor] τῆς λυρικῆς σκηνῆς. Εἷς ἐπαγγελματίας counter-tenor (ὁ ὁποῖος φυσιολογικῶς εἶναι μπάσος, βαρύτονος ἢ τενόρος εἰς τὴν φυσικήν του φωνήν) γυμνάζει τὸ φαλτσέτο του τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν δύναμιν, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν ἀντήχησιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς. Ἐξαλείφει τὴν “διαρροὴν” τοῦ ἀέρος, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ φαλτσέτο του νὰ ἀκούηται ὡς μία ἰσχυρά, γεμάτη καὶ καλλιεργημένη γυναικεία φωνή (άλτο ἢ μέτζο-σοπράνο). Συνεπῶς, ὁ counter-tenor εἶναι εἷς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος τραγουδεῖ εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ φαλτσέτου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴν τεχνικὴν ὑποστήριξιν τῆς φωνῆς κεφαλῆς διὰ νὰ παραγάγῃ τὸ ἰσχυρὸν ὀπερατικὸν ἀποτέλεσμα. Δὲς τὸ κείμενο στὴν σελίδα Ὀδυσσέως παῖδε μὲ τίτλο "ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΣΕ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ (Ἡ ἀπαρχὴ τῶν ὀπερατικῶν εὐνούχων-καστράτο)"  19/09/2019.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοραῆς, Ἀδαμάντιος (1835). Ἄτακτα, Τόμος Πέμπτος, Μέρος Πρῶτον, Ἀλφάβητον Τρίτον. Ἐν Παρισίοις: Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Κ. Ἐβεράρτου (Λήμματα: «Ἀοιδός» καὶ «Εὐνοῦχος», σελ. 80–82).
•Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχοι 1366–1368 (Εἰσαγωγὴ καὶ ἐμφάνισις τοῦ Φρυγὸς εὐνούχου-ὑποκριτοῦ).
•Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν, Τόμος 1, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Σχολιασμὸς διὰ τὸν ἀοιδὸν-φύλακα τῆς Κλυταιμνήστρας καὶ τὴν ἐπίπλαστον ἐτυμολογίαν τοῦ εὐνουχισμοῦ).
•Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, Ραψωδία γ, στίχοι 267–272 (Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἀοιδὸν τοῦ Άργους).
•Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, Λεξικόν (Λήμματα: «Ἀοιδοὶ... εὐνοῦχοι» καὶ «Ἀοιδός, ᾠδός, κιθαρῳδός, καὶ ὁ εὐνοῦχος, σπάδων»).
•Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, Βασιλειῶν Γ΄, κεφ. ια΄, 3 (Αἱ γυναῖκες καὶ οἱ εὐνοῦχοι τοῦ Σολομῶντος)· Προφήτης Ἠσαΐας, κεφ. λθ΄, 7 (Ἡ προφητεία πρὸς τὸν Βασιλέα Ἐζεκίαν διὰ τοὺς σπάδοντας τῶν Βαβυλωνίων).
•Grafiati Academic Database (2025). Bibliographies: "Castrati" - Comprehensive Scholar Selections. Διαθέσιμον εἰς: Grafiati Platform
•NCBI Bookshelf (2021). The Instrumental Body: Castrati - Surgery and Selfhood in Early Modern England. Διαθέσιμον εἰς: NCBI Bookshelf
•ResearchGate Medical History (2026). The Lost Voice: A History and Endocrinology of the Castrato. Διαθέσιμον εἰς: ResearchGate PublicationWikipedia, The Free Encyclopedia. Castrato - History, Vocal Physiology, and Metabolic/Endocrine Anomalies.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ
•https://odysseospaide.blogspot.com/2019/09/i.html?m=0