Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDINBURGH. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDINBURGH. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΑΙΓΙΔΙΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ

Έρευνα και συγγραφή: Ιωάννης Γ. Βαφίνης

 

 Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια τῆς Ἀειπαρθενίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς πυλῶνες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. 
 Μέσα στὴν ἁγιολογικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κύριος οἰκονόμησε θαυμαστὰ σημεῖα γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀκαταλήπτου αὐτοῦ μυστηρίου, προβάλλοντας Ἁγίους ὡς ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς θείας βουλῆς.
  Στὸ πλούσιο συναξάριο τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ξεχωρίζει γιὰ τὴν ἀσκητικὴ χάρη καὶ τὴν παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ θαυματουργικὴ μαρτυρία περὶ τοῦ Ἀειπαρθένου τῆς Θεοτόκου. [Σημειωτέον ὅτι ὁ πρῶτος ποὺ συνέγραψε θεολογικῶς περὶ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἐπίσης Ἀθηναῖος Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὡς ἴσως ἐκθέσωμεν σὲ ἕτερον κεφάλαιον].
 Τὸ ἰδιαίτερο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα, τὸ ὁποῖο συνδέθηκε μὲ τὸ πρόσωπό του, διασώζει μιὰ συγκλονιστικὴ πνευματικὴ μαρτυρία ποὺ γεφυρώνει τὴν Ἀνατολὴ μὲ τὴ Δύση.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ὁ Ἀθηναῖος (περ. 650 – 710 μ.Χ.) ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς. Μετὰ τὸν θάνατόν τους μοίρασε τὴν περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς καὶ ταξίδευσε στὴ Γαλλία, ὅπου ἔζησε ὡς ἐρημίτης σὲ μιὰ σπηλιά.
 Ἂν καὶ ἀνήκει στὴν περίοδον πρὶν ἀπὸ τὸ Σχίσμα (ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἑνιαία), ἡ μνήμη του εἶναι ἐξαιρετικὰ δημοφιλὴς στὴ Δύση, ἐνῷ στὴν Ἑλλάδα τὸ συγκεκριμένο θαῦμα μὲ τὰ κρίνα ἀποτυπώθηκε κυρίως σὲ μεταβυζαντινὲς θρησκευτικὲς εἰκόνες.


    
  Ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου (γνωστοῦ στὴ Δύση ὡς Saint GilesAegidius) εἶναι μιὰ συναρπαστικὴ ἱστορία ποὺ γεφυρώνει τὴν ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ παράδοση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανικὴ γραμματεία τῆς πρώτης χιλιετίας. 
 Ἡ ζωή του, ὅπως διασώζεται ἀπὸ τὰ συναξάρια, χωρίζεται σὲ δύο μεγάλους σταθμούς: τὴν Ἀθήνα καὶ τη Νότια Γαλλία.
  Ὁ Αἰγίδιος ἐγεννήθη στὴν Ἀθήνα γύρω στὸ 640-650 μ.Χ., σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ πόλη εἶχε χάσει τὴν ἀρχαία της αἴγλη ἀλλὰ παρέμενε πνευματικὸ κέντρο.
 Ὅπως γνωρίζουμε, ὁ Αἰγίδιος ὑπῆρξε γόνος μιᾶς ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ πιὸ ἐπιφανεῖς ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες τῶν Ἀθηνῶν. 
 Σύμφωνα μὲ τὴ δυτικὴ παράδοση, οἱ εὐσεβεῖς Ἀθηναῖοι γονεῖς του ὀνομάζονταν Θεόδωρος καὶ Πελαγία
 Ἐν τούτοις, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σημεῖα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ μεταστροφή του. Ὅταν οἱ γονεῖς του πέθαναν, ὁ Αἰγίδιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἀπώλεια καὶ ἀρνούμενος τὰ πλούτη καὶ τὴν κοσμικὴ δόξα, μοίρασε ὁλόκληρη τὴν τεράστια περιουσίαν του στοὺς φτωχοὺς τῆς Ἀθήνας.  
 Ἡ ἐνάρετη ζωή του ἔφερε πολὺ νωρὶς καὶ τὴν ἐπίτευξη τοῦ πρώτου θαύματος. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι στὴν Ἀθήνα θεράπευσε ἕναν ζητιάνο προσφέροντάς του ἁπλῶς τὸν μανδύαν του. 
 Ἔπειτα προτίμησε τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Ἐπειδὴ οἱ Ἀθηναῖοι ἄρχισαν νὰ τὸν τιμοῦν ὑπερβολικὰ γιὰ τη φιλανθρωπία καὶ τὰ θαύματά του, ὁ Αἰγίδιος, ἀναζητώντας τὴν ταπεινότητα, ἐπιβιβάστηκε κρυφὰ σὲ ἕνα πλοῖο γιὰ τὴ Δύση. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ, ἡ προσευχή του ἔσωσε τὸ πλήρωμα ἀπὸ ἕνα βέβαιο, σφοδρὸ ναυάγιο.
 Ὁ Ἅγιος ἀπεβιβάσθη στὴ Μασσαλία καὶ κινήθηκε πρὸς τὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ῥοδανοῦ, στὴ Νότια Γαλλία. Ἐκεῖ παραδόθηκε στὴν ἀπόλυτον ἄσκησιν.   Ἀναζητώντας πλήρη ἀπομόνωση, ἐγκαταστάθηκε σὲ μιὰ ἄγρια, ἀπρόσιτη σπηλιά μέσα σὲ ἕνα πυκνὸ δάσος κοντὰ στὴ Νὶμ (Nîmes). Ἐκεῖ ζοῦσε μὲ ἀπόλυτη νηστεία, τρεφόμενος μόνο μὲ ρίζες, ἄγρια βότανα καὶ νερό.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση, ἕνας εὐσεβὴς Δομινικανὸς μοναχὸς βασανιζόταν ἀπὸ ἕναν μεγάλο πνευματικὸ πειρασμὸ καὶ δὲν μπορούσε νὰ κατανοήσει καὶ νὰ πιστέψει πῶς ἡ Παναγία παρέμεινε Παρθένος πρίν, κατὰ τὴ διάρκεια καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ (τὸ δόγμα τοῦ Ἀειπαρθένου). 
 Ὁ μοναχός, ἀπελπισμένος ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες του, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν φημισμένο γιὰ τὴν ἁγιότητά του γέροντα Αἰγίδιο, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν πνευματική του καθοδήγηση.
 Ὅταν ὁ μοναχὸς πλησίασε τὸν Ἅγιο, ὁ Αἰγίδιος – καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ διορατικό του χάρισμα – γνώριζε ἤδη τὸν λογισμόν του χωρὶς ὁ μοναχὸς νὰ προλάβει νὰ μιλήσει. 
 Ἀντὶ γιὰ μιὰ μακροσκελὴ θεολογικὴ ἀνάλυση, ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος προτίμησε νὰ τοῦ δώσει μιὰ «ζωντανὴ» ἀπάντηση μέσω τῆς φύσεως. 
 Ὁ Ἅγιος στὸ πρῶτο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του στὸ ξηρὸ χῶμα εἶπε: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου». Ἀμέσως, μέσα ἀπὸ τὸ ξερὸ ἔδαφος, βλάστησε καὶ ἄνθισε ἕνας πανέμορφος, κάτασπρος κρίνος.
Στὸ δεύτερο χτύπημα μὲ τὸ ῥαβδί του ξαναλέει: «Ἡ Μαρία ἦταν Παρθένος ἐν τῷ τόκῳ». Ἀμέσως, ἕνας δεύτερος κρίνος ξεπήδησε δίπλα στὸν πρῶτο.
 Στὸ τρίτο χτύπημα στὸ ἔδαφος ξαναεῖπε: «Ἡ Μαρία παρέμεινε Παρθένος καὶ μετὰ τὸν τόκο». Τότε, ἕνας τρίτος κρίνος ἄνθισε πλάι στοὺς ἄλλους δύο.
 Ἡ θαυμαστή αὐτή φανέρωση ἔλυσε ἀμέσως τὶς ἀμφιβολίες τοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος γονάτισε καὶ δόξασε τὸν Θεόν. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ χριστιανικὴ τέχνη, κυρίως τὴν Ἁγιογραφίαν.
 Σὲ πολλὲς δυτικὲς ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὲς ἀπεικονίσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἢ ἕνα βάζο ἀνάμεσα σὲ ἐκεῖνον καὶ τὴν Παναγία φέρει τρεῖς κρίνους σὲ ἕνα κοινὸ στέλεχος. Κάθε κρίνος (ἢ μπουμπούκι) συμβολίζει μία ἀπὸ τὶς τρεῖς φάσεις τῆς ἁγνότητος τῆς Θεοτόκου (πρό, ἐν καὶ μετὰ τόκον).
 Παρόλο ποὺ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος δὲν περιλαμβάνεται στὰ τυπικὰ καθημερινὰ ὀρθόδοξα συναξάρια (καθὼς ἡ τιμή του ἀναπτύχθηκε ῥαδιαῖα στὴ Γαλλία καὶ τὴ Σκωτία), ἡ σκηνὴ τοῦ θαύματος μὲ τὰ τρία κρινάκια ἔχει ζωγραφιστεῖ σὲ ναοὺς τῆς Βόρειας καὶ Δυτικῆς Ἑλλάδος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν Ὀρθόδοξη ἀποδοχή.   Οἱ ὀρθόδοξοι ἁγιογράφοι συχνὰ παρέλειπαν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ κρατοῦσαν τη σκηνὴ τῶν κρίνων ὡς μιὰ θαυμαστὴ ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.
Ἕνα ἀκόμη θαυμαστὸ γεγονὸς στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε τὸ θαῦμα μὲ τὸ Ἐλάφι. Ὁ Θεός, θέλοντας νὰ απαλύνει τὶς κακουχίες του, τοῦ ἔστειλε μιὰ ἥμερη ἐλαφίνα (ἢ ζαρκάδι). Τὸ ζῶο αὐτὸ ἐπισκεπτόταν καθημερινὰ τὸν Ἅγιο στὴ σπηλιά του καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸ γάλα της. Ἡ ἐλαφίνα ἐγένετο ὁ μοναδικός του σύντροφος στὴν ἐρημιά.
 Μιὰ μέρα, ὁ βασιλιάς τῶν Βησιγότθων (ἢ Φράγκων), Βάμπα (Wamba) ἢ κατ᾽ ἄλλους Φλάβιος [Φλάβιος Βάμβα] βγῆκε γιὰ κυνήγι στὸ δάσος μὲ τοὺς ἄνδρες του. Οἱ κυνηγοὶ ἐντόπισαν τὴν ἐλαφίνα καὶ τὴν καταδίωξαν. Τὸ ἔντρομο ζῶο κατέφυγε στὴ σπηλιά τοῦ Ἁγίου γιὰ προστασία. 
 Ὅμως ἕνας ἀπὸ τοὺς κυνηγοὺς ἔριξε ἕνα βέλος στὰ τυφλὰ μέσα στοὺς θάμνους τῆς εἰσόδου. Ὅταν ὁ βασιλιάς καὶ οἱ κυνηγοὶ μπῆκαν στὴ σπηλιά, ἀντίκρισαν ἕνα συγκλονιστικὸ θέαμα: ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος καθόταν αἱμόφυρτος, ἔχοντας δεχθεῖ τὸ βέλος στὸ πόδι του, ἐνῷ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά του προστατευμένη τὴν ἐλαφίνα. 
 Ὁ βασιλιάς Βάμπα ἢ Φλάβιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἐρημίτη καὶ γεμάτος τύψεις γιὰ τὸν τραυματισμό του, ζήτησε συγχώρεση. Τοῦ πρόσφερε γιατροὺς καὶ πλούτη, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε τὰ πάντα, ζητώντας μόνο νὰ μείνει στὴν ἡσυχία του.
 Ὡστόσο, ὁ βασιλιάς ἐπέμεινε νὰ τιμήσει τὸν Ἅγιο καὶ τελικὰ ἔχτισε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἕνα μοναστήρι. Ὁ Αἰγίδιος δέχθηκε νὰ γίνει ὁ πρῶτος ἡγούμενος (Abbot) τῆς μονῆς, ἡ ὁποία ἀκολουθοῦσε τοὺς κανόνες τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου.
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ γύρω στὸ 720-725 μ.Χ. Γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἀναπτύχθηκε μιὰ ὁλόκληρη πόλη ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του (Saint-Gilles-du-Gard), ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἀποτελέσε ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος στὴν Εὐρώπη.
 Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος ἔμεινε χωλὸς γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ (καθὼς ἀρνήθηκε νὰ θεραπευτεῖ γιὰ νὰ θυμᾶται τὴν ταπεινότητα), θεωρεῖται στὴ χριστιανικὴ παράδοση ὁ προστάτης ἅγιος τῶν ἀτόμων μὲ ἀναπηρία, τῶν μητέρων ποὺ θηλάζουν (λόγω τῆς ἐλαφίνας) καὶ τῶν μοναχικῶν ἀνθρώπων. 
 Στὴν ἁγιογραφία ἀπεικονίζεται σχεδὸν πάντα ὡς μοναχὸς ποὺ κρατᾶ ἕνα ῥαβδί, ἔχοντας ἕνα βέλος καρφωμένο πάνω του ἢ μιὰ ἐλαφίνα νὰ ἀκουμπᾶ στὰ πόδια του.

  Σήμερα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἐπιβιώνει μὲ ἕναν ἐντυπωσιακό, παγκόσμιο τρόπο, φανερούμενη τόσο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς διπλωματίας, ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ κορυφαῖα ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς Εὐρώπης.
 Ἡ πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐπιδραστικὴ «κληρονομιά» τοῦ Ἁγίου στὶς μέρες μας εἶναι ἡ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (Community of Sant'Egidio). Ἱδρύθη τὸ 1968 στὴ Ῥώμη ἀπὸ τὸν Andrea Riccardi ὡς μιὰ κίνηση λαϊκῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν.
  Τὸ 1973, ἡ κοινότης ἀπέκτησε ὡς ἕδρα της ἕνα παλιὸ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Αἰγίδιο (Sant'Egidio) στὴν ἱστορικὴ συνοικία Trastevere τῆς Ῥώμης.
 Ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου (ποὺ μοίρασε τὴν περιουσίαν του καὶ ἔζησε στὴν ἀπομόνωση προστατεύοντας τοὺς ἀδυνάμους), ἡ κοινότης ἑστιάζει στὴν καταπολέμηση τῆς φτώχειας, τὴ φροντίδα τῶν ἀστέγων, τῶν προσφύγων καὶ τῶν ἡλικιωμένων.
 Ἡ κοινότης ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἕναν παγκόσμιο ἀνθρωπιστικὸ ὀργανισμὸ μὲ παρουσία σὲ πάνω ἀπὸ 70 χῶρες. Εἶναι παγκοσμίως γνωστὴ γιὰ τὶς μεσολαβήσεις της σὲ εἰρηνευτικὲς διαπραγματεύσεις (μάλιστα πέτυχε τὸν τερματισμὸ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου στὴ Μοζαμβίκη τὸ 1992, ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχει προταθεῖ γιὰ Νόμπελ Εἰρήνης).
  Παρότι ὁ Ῥωμαιοκαθολικισμὸς καὶ οἱ ἄλλες ἑτερόδοξες χριστιανικὲς ὁμολογίες τῆς Εὐρώπης θεωροῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς αἱρέσεις, ἡ αἴγλη τῶν Ἁγίων – τῶν πρὸ τοῦ Σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν – παραμένει ἐναργής.
 Σημάδι ἐτούτης τῆς ὁρατότητος εἶναι ὁ Καθεδρικὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου (St. Giles' Cathedral) στὸ Ἐδιμβοῦργο, καθὼς ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ πολιοῦχος τῆς πρωτευούσης τῆς Σκωτίας. 
 Μάλιστα, στὴν καρδιά τῆς πόλεως, πάνω στὸ περίφημο Royal Mile, δεσπόζει τὸ ἐμβληματικὸ αὐτὸ οἰκοδόμημα, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα θρησκευτικὰ καὶ ἱστορικὰ μνημεῖα τῆς χώρας, μὲ ἱστορία ποὺ ξεπερνᾶ τὰ 900 χρόνια.
 Παράλληλα, ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ τὸ προσκύνημα στὸ Saint-Gilles-du-Gard τῆς Γαλλίας. Ἡ πόλη ποὺ σχηματίστηκε γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος στὴ Νότια Γαλλία παραμένει κέντρο τῆς μνήμης του. 
 Τὸ ἀβαεῖο τοῦ Saint-Gilles ἀποτελεῖ Μνημεῖο Παγκοσμίας Κληρονομιᾶς τῆς UNESCO, καθὼς εἶναι βασικὸς σταθμὸς τοῦ ἱστορικοῦ προσκυνηματικοῦ δρόμου «Camino de Santiago» (Δρόμος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου).
 Ὁ Ἅγιος Αἰγίδιος σήμερα θεωρεῖται προστάτης σὲ Πόλεις καὶ Νοσοκομεῖα τῆς Εὐρώπης. 
 Κατὰ τὸν Μεσαίωνα, συμπεριλήφθηκε στους «Δεκατέσσερις Ἁγίους Βοηθούς» (Fourteen Holy Helpers) τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. 
 Ἦταν ὁ μοναδικός μὴ-μάρτυρας τῆς λίστας, καὶ οἱ πιστοὶ προσεύχονταν σὲ αὐτὸν γιὰ προστασία ἀπὸ τὴν πανώλη, τὴν κατάθλιψη καὶ τοὺς παιδικοὺς φόβους.     
 Ἐκτός ἀπὸ τὸ Ἐδιμβοῦργο, εἶναι προστάτης καὶ πολιοῦχος σὲ μεγάλες εὐρωπαϊκὲς πόλεις ὅπως τὸ Γκράτς (Αὐστρία), ἡ Νυρεμβέργη, τὸ Ὄσναμπρουκ καὶ τὸ Μπράουνσβαϊγκ (Γερμανία)
 Ἐπιπλέον, λόγω τῆς ἐπελθούσης χωλότητός του ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ κυνηγοῦ, ἑκατοντάδες νοσοκομεῖα, ἄσυλα, θεραπευτήρια καὶ ἱδρύματα γιὰ ἄτομα μὲ ἀναπηρία ἢ λέπρα σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν κεντρικὴ Εὐρώπη φέρουν τὸ ὄνομά του (St. Giles).
 Τὸ βιογραφικό του ἀναφέρει ὅτι μὲ τὰ θαύματα καὶ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή του προσηλύτισε πολλούς κοσμικούς, ἐνῷ ταυτόχρονα στερέωσε τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν.
 Λίγο ἀργότερα, ὁ Αἰγίδιος – Τζάιλς (Giles)Ζὴλ (Gilles), ὅπως ἀναφέρεται στὴ Δύση – μετέβη στὴ Ῥώμη, στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, γιὰ νὰ ἀποτίσει φόρο τιμῆς στον τότε Ὀρθόδοξο Πάπα Ῥώμης καὶ νὰ ἐξασφαλίσει προνόμια γιὰ τὸ μοναστήρι του. 
 Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τη Ῥώμη, ἀνακοίνωσε τὴν ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του στοὺς πνευματικούς του ἀδελφοὺς καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ἀνάμεσά τους.
  Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου τοῦ Ἀθηναίου ἑορτάζεται εὐλαβῶς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ἐπίσης τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Στυλίτου τὴν σύναξιν τῶν Ἁγίων Σαράντα Γυναικῶν Μαρτύρων καὶ Ἀσκητριῶν, τοῦ Ἁγίου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Νέου, καθὼς καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων[1].

Απολυτίκιον Ἦχος α΄. 
Τῆς ἐρήμου πολίτης. «Τῶν Ἀθηνῶν τὸν βλαστόν καὶ τῆς Γαλλίας τὸ καύχημα, τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἀσκήσει θαυμαστῶς ἐκλάμψαντα, Αἰγίδιον τὸν θεῖον ὑμνήσωμεν πιστοί, τὸ θαῦμα τῶν κρίνων ὁρῶντες εὐσεβῶς, δι᾿ οὗ ἐτράνωσε δόγμα τὸ ἱερόν, τῆς Ἀειπαρθένου κράζων· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ βεβαιούντι διὰ σοῦ, πίστην τὴν Ὀρθόδοξον.»

Μεγαλυνάριον: 
«Χαίροις Ἀθηναίων θεῖος βλαστός,καὶ τῆς ἐρημίας ὁ οὐράνιος ὁδηγός· ὁ διὰ τῶν κρίνων, τρισσῶς φανερώσας, τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, μυστήριον, Αἰγίδιε.»

ΧΑΙΡΕΤΕ 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Στὴν ἡμέρα αὐτὴ ὀφείλεται καὶ ἡ τεράστια ὀνομαστικὴ ἑορτὴ πολλῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ὀνομάτων, ὅπως Ἀθηνᾶ, Ἀντιγόνη, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Κλειώ, Πηνελόπη κ.ά., λόγῳ τῶν Σαράντα Παρθενομάρτυρων...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνὰ (1853), Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης. (Ἀναφορὲς στὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τῶν τριῶν κρίνων σὲ κοινὸ στέλεχος στὶς μεταβυζαντινὲς παραστάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὡς ὀπτικὴ ἀπόδειξη τοῦ Ἀειπαρθένου). 
•Λαμπάκης, Γ. (1906), «Οἱ κρίνοι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἡ δογματικὴ σημασία τοὺς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση», Δελτίον Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (ΔΧΑΕ), Ἀθήνα. 
Συναξαριστὴς Μεγάλου Βασιλείου & Μηναία Ἐκκλησίας: Ἂν καὶ ὁ Ἅγιος δὲν ἔχει πλήρη ἀσματικὴ ἀκολουθία στὰ τυπικὰ ἑλληνικὰ Μηναία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου (λόγῳ τῆς σύμπτωσης μὲ τὴν Ἀρχή της Ἰνδίκτου καὶ τὸν Ἅγιο Συμεῶν τον Στυλίτη), ἡ μνήμη του καταγράφεται σὲ δυτικοελληνικὰ χειρόγραφα τῆς προ-σχισματικῆς περιόδου. 
•Vita Sancti Aegidii (10ος αιώνας): Τὸ ἀρχαιότερο λατινικὸ κείμενο ποὺ διασώζει τὸν πλήρη βίο, τὴ γέννησή του στὴν Ἀθήνα, τὴ φυγὴ στὴ Γαλλία, τὸ θαῦμα της ἐλαφίνας καὶ τὸ θαῦμα τῶν κρίνων. 
•Jacobus de Voragine (1260), Legenda Aurea (The Golden Legend): Ἡ διάσημη μεσαιωνικὴ «Χρυσῆ Θρῦλος» (Κεφάλαιο γιὰ τὸν Sancti Aegidii), ἡ ὁποία διέδωσε εὐρύτατα στὴ δυτικὴ Εὐρώπη τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου καὶ τὴ συνάντησή με τὸν βασιλιᾶ των Βησιγότθων Βάμπα. 
•Acta Sanctorum (Antwerp, 1746): Στὸν τόμο September I (1η Σεπτεμβρίου), περιλαμβάνεται ἡ πλήρης κριτικὴ ἔκδοση τῶν μεσαιωνικῶν χειρογράφων καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου. 
•Jones, E. C. (1914), Saint Gilles: Essai d'histoire littéraire, Paris: Champion. (Ἡ κλασικὴ καὶ πιὸ λεπτομερὴς ἱστορικὴ μονογραφία γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς λατρείας τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση). 
Remensnyder, A. G. (1995), Remembering Kings Past: Monastic Foundation Legends in Medieval Southern France, Cornell University Press. (Ἐξετάζει τὴν ἱστορία τῆς ἵδρυσης τοῦ Ἀβαείου Saint-Gilles-du-Gard καὶ τὴ σχέση τοῦ Ἁγίου μὲ τὴ βασιλικὴ ἐξουσία). 
•Fliche, A. (1920), L'Ami des pauvres: Saint Gilles, Avignon. (Μελέτη ἑστιασμένη στὸ κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου στὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Γαλλία). 
•Riccardi, Andrea (2006), Sant'Egidio: Rome and the World, London: Saint Austin Press. (Ἡ ἱστορία τῆς ἵδρυσης τῆς παγκόσμιας Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου στὸ Trastevere τῆς Ρώμης καὶ πῶς ἡ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη ἐνέπνευσε τὴ σύγχρονη χριστιανικὴ διπλωματία καὶ φιλανθρωπία). 
•Cameron, N. et al. (1993), Dictionary of Scottish Church History and Theology, Edinburgh: T&T Clark. (Ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ St. Giles στὸ Ἐδιμβοῦργο καὶ τὴν ἀνακήρυξη τοῦ Ἀθηναίου Ἁγίου ὡς πολιούχου της Σκωτίας).