ЭIЄ
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗΣ - ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΕΙΛΑΜΠΕΣ ΦΩΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ [Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΑ]
✟
Ἡ ἱστορία τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Χωνιάτη - Ἀκομινάτου καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ χριστιανικοῦ Παρθενῶνα (Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα) ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ γοητευτικὲς ἀλλὰ λιγότερο γνωστὲς σελίδες τῆς μεσαιωνικῆς Ἀθήνας.
Κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο (ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα ἕως τὸ 1458), ὁ Παρθενῶνας εἶχε μετατραπεῖ σὲ χριστιανικὸ ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Παναγία. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα προσκυνήματα ὁλόκληρης τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, δεύτερο σὲ φήμη μετὰ τὴν Παναγία των Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη.
Γιὰ νὰ λειτουργήσει ὡς ἐκκλησία, ὁ ἀρχαῖος ναός, ὑπέστη ἀλλαγές. Ἡ εἴσοδος μεταφέρθηκε στὴ δυτικὴ πλευρὰ καὶ στὰ ἀνατολικὰ χτίστηκε ἡ ἱερὴ κόγχη (ἁψῖδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος).
Στὸ ἐσωτερικό του ὑπῆρχε ἕνα ἐπιβλητικὸ ψηφιδωτὸ τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας μὲ χρυσὸ φόντο, ἐνῷ οἱ τοῖχοι καλύφθηκαν μὲ ἁγιογραφίες.
Τὸ προσκύνημα ἦταν τόσο ξακουστὸ ποὺ τὸ 1018, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ὁ Βουλγαροκτόνος ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ προσκυνήσει στὴν Παναγία την Ἀθηνιώτισσα καὶ νὰ προσφέρει πολύτιμα χρυσᾶ ἀφιερώματα μετὰ τὶς νῖκες του.
Ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης (ἢ Ἀκομινάτος) ἔφτασε στὴν Ἀθήνα τὸ 1182 ὡς Μητροπολίτης. Ἦταν ἕνας βαθιὰ μορφωμένος ἄνθρωπος, λόγιος, ποιητὴς καὶ θαυμαστὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας, ἀδελφὸς τοῦ διάσημου ἱστορικοῦ Νικήτα Χωνιάτη.
Φτάνοντας στὴν μεσαιωνικὴ Ἀθήνα ἡ πρώτη ἐντύπωση ἦταν ἡ ἀπογοήτευση τῆς Πραγματικότητας. Ἔχοντας στὸ μυαλό του τὴν ἔνδοξη Ἀθήνα τοῦ Περικλῆ καὶ τοῦ Πλάτωνα, ὁ Μιχαὴλ σοκαρίστηκε ὅταν ἀντίκρισε μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη βυθισμένη στὴ φτώχεια, τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν ἐξαθλίωση. Σὲ ἐπιστολές του περιγράφει τοὺς Ἀθηναίους τῆς ἐποχῆς του ὡς ἀνθρώπους ποὺ «ἔχασαν τὴν εὐγλωττία τους» καὶ τὴν Ἀθήνα ὡς «κοιλάδα θρήνου».
Στὴν ἄνωθεν ἐπιγραφὴ (Κείμενο) μὲ κόκκινα γράμματα σὲ χρυσὸ φόντο γράφει τὸ ἑξῆς:
«+ Ὁ Ἁγ[ΙΟΣ] ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗΣ ΚΑΤΑΓΙΝΟΜΕΝΟΣ ΤΟΙΣ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΣΙ». Μετάφραση & Σημασία: Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Χωνιάτης, ὁ ὁποῖος εἶναι προσηλωμένος / μελετᾶ ἐπισταμένως τὰ συγγράμματά του. Τὸ κείμενο στὸ βάθος (πάνω ἀπὸ τὸ κτίριο) λέγει: «ΑΘΗΝΩΝ ΑΣΤΥ...» Μετάφραση & σημασία: Δηλώνει ρητὰ τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν («κλεινὸν ἄστυ»), τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πνευματικὸς ἡγέτης ὡς ἐπίσκοπος. Ἡ κάτω ἐπιγραφὴ (ἐκτὸς τοῦ πλαισίου): «ΒΙΟΣ Κ[ΑΙ] ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤ[Ρ]ΟΣ ΗΜΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ», πρόκειται γιὰ τὸν τίτλο τοῦ βίου του, στοιχεῖο ποὺ δείχνει ὅτι ἡ ἀπεικόνιση λειτουργεῖ ὡς προμετωπίδα (ἐξώφυλλο ἢ ἀρχικὴ σελίδα) χειρογράφου ἢ βιβλίου ποὺ περιέχει τὰ ἔργα ἢ τὸν βίο του. Τὰ Εἰκονογραφικὰ Στοιχεῖα καὶ οἱ Συμβολισμοί μας παραπέμπουν στὴν λόγια μορφὴ τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ ὡς Λόγιος, ὁ ὁποῖος, ἀπεικονίζεται σὲ στάση μελέτης καὶ συγγραφῆς, καθισμένος σὲ ὑποπόδιο μπροστὰ σὲ ἀναλόγιο μὲ ἀνοιχτὸ εἰλητάριο (περγαμηνή). Δίπλα του ὑπάρχει ἕνα δοχεῖο μὲ μελάνι καὶ γραφικὴ ὕλη. Αὐτὸ τονίζει τὴ σπουδαία κλασικὴ καὶ θεολογική του παιδεία - καθὼς ὑπῆρξε μαθητής του Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης. Τὸ ὑπόβαθρο τῆς εἰκόνος φαίνεται νὰ ἀποδίδει τὴν Ἀθήνα μὲ βυζαντινὰ κτίσματα, τείχη καὶ ναοὺς μὲ τρούλους (ὅπως ἡ Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα στὸν Παρθενῶνα, ὅπου ἦταν ἡ ἕδρα του). Ἐπίσης, διακρίνονται κίονες καὶ ἀρχαῖα Ἀγάλματα. Εἰς τὸ δεξιὸ μέρος ξεχωρίζει ἕνας στῦλος/κίονας ποὺ φέρει ἕνα μικρὸ ἀρχαῖο ἄγαλμα. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο εἰσήχθη ἐσκεμμένα γιὰ νὰ δείξει τὴ σύνδεση τοῦ Μιχαὴλ μὲ τὸ ἔνδοξο ἀρχαῖο παρελθὸν τῆς Ἀθήνας, τὸ ὁποῖο θαύμαζε καὶ προσπάθησε νὰ ἀναβιώσει πνευματικά.
Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ ἐπισκοπικὸ μέγαρο στὴν Ἀκρόπολη, ἀγάπησε τόσο τὴν Ἀθήνα, ποὺ ἠθέλησε νὰ τὴν ἀναγεννήσει ἐκ τῆς στάχτης της.
Κατὰ πρῶτον, ἀφοσιώθηκε στὸ νὰ ὀμορφύνει τὸν ναὸ τῆς Παναγίας της Ἀθηνιώτισσας. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὴ Θεοτόκο: «ἐκάλλυνά σου τὸν ναόν... ἔπιπλα τιμήεντα καὶ σκεύη φέρω», καθὼς δώρισε πολύτιμα λειτουργικὰ σκεύη καὶ χρηματοδότησε νέες ἁγιογραφίες.
Ἔπειτα, αὐτοανακηρύχθηκε ὡς νέος Θησεύς, προστάτης τοῦ λαοῦ. Δὲν περιορίστηκε στὰ θρησκευτικά του καθήκοντα. Οἱ ἀναφορὲς τοῦ Μιχαὴλ Χωνιάτη στὸν μυθικὸ ἱδρυτὴ τῆς Ἀθήνας, τὸν Θησέα, φωτίζουν τὴ βαθιά του ἀπογοήτευση γιὰ τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ ἔνδοξο ἀρχαῖο παρελθὸν καὶ τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τοῦ 12ου αἰῶνα.
Ὁ λόγιος Μητροπολίτης χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θησέα μὲ δύο πολὺ συγκεκριμένους τρόπους:
Α'. Ἡ πόλη τοῦ Θησέα ποὺ «δὲν ὑπάρχει πιά». Στὶς ἐπιστολὲς τοῦ πρὸς φίλους καὶ ἀξιωματούχους στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Μιχαὴλ χρησιμοποιοῦσε συχνὰ τὸν Θησέα ὡς σύμβολο τῆς χαμένης αἴγλης τῆς πόλης.
Β'. Ἡ ἀναφορά του στὴν Πύλη τοῦ Ἀδριανοῦ. Ὁ Μιχαὴλ γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν ἐπιγραφὴ στὴν Πύλη τοῦ Ἀδριανοῦ «Ἀΐδ' εἴσ' Ἀθῆναι, Θησέως ἡ πρὶν πόλις».
Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος τῶν Ἀθηνῶν, ἀπεξαρτημένος ἴσως ἀπὸ τὸ ἐπιβαλλόμενο ἰουδαιοχριστιανικὸν δόγμα, διέκρινε εἰς κόλπους τῶν ἐθνικῶν ἀνδρείους καὶ ἐνάρετους ἀνθρώπους ὅπως ἦταν ἡ περίπτωση τοῦ βασιλιᾶ τῶν Ἀθηνῶν Θησέως. Στὸ προσφώνημα εἰς τὸν πραίτωρα τῆς Ἀθήνας κυρ Δημήτρη Δριμὺν γράφει τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ μεγάλου ἥρωος: «Τὸν Θησέα φασὶν ἐκεῖνον τὸν συνοικιστὴν τῶν ἐμῶν Ἀθηνῶν· δεξιωτέον γὰρ ἀττικοῖς διηγήμασιν ἄνδρα Μουσῶν καὶ λόγου θεράποντα καὶ σοφὸν ὑποφήτην Θέμιδος, ἐπεὶ νῦν πρώτως ἧκεν Ἀθήναζε ταμίας εὐνομίας καὶ σωτὴρ Ἑλλάδος καὶ τῆς τοῦ Πέλοπος· τὸν Θησέα τοίνυν ἐκεῖνον, βαδίζοντά ποτε Μαραθῶνάδε κατὰ ὑβριστοῦ ταύρου μυρία παρεχομένου τοῖς ἐκεῖ που Τετραπολίταις πράγματα, καταλῦσαί φασι καὶ ἐπιξενωθῆναι παρά τινι γυναικὶ (Ἑκάλη τῇ γυναικὶ τὸ ὄνομα ἦν), γραῒ μὲν πεμπέλῳ καὶ πενιχρᾷ, ξενοδόχῳ δ’ ἄλλως ἀγαθῇ καὶ τοῖς παροδεύουσιν ἄκλειστον ἀεὶ προβαλλομένῃ τὸ οἴκημα καὶ οὕτω τι φιλοφρονηθῆναι ἥδιον ὡς ἀεὶ μεμνῆσθαι τῆς ὀλίγης τραπέζης ἐκείνης καὶ αὐχμηρᾶς καὶ μὴ ἂν ἄλλην οὕτω ποτὲ τερπνοτέραν λογίσασθαι.». ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: [Λέγουν διὰ τὸν Θησέα ἐκεῖνον, τὸν οἰκιστὴν τῶν ἐμῶν Ἀθηνῶν — διότι πρέπει νὰ ὑποδεχθῶμεν μὲ ἀττικὰ διηγήματα ἕναν ἄνδρα τῶν Μουσῶν καὶ θεράποντα τοῦ λόγου καὶ σοφὸν ὑπηρέτην τῆς Θέμιδος, ἐπειδὴ τώρα διὰ πρώτην φορὰν ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας ὡς ταμίας τῆς εὐνομίας καὶ σωτὴρ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Πελοποννήσου — λέγουν λοιπὸν ὅτι ἐκεῖνος ὁ Θησεύς, ὅταν ποτὲ ἐβάδιζε πρὸς τὸν Μαραθῶνα ἐναντίον τοῦ ὑβριστοῦ ταύρου, ὁ ὁποῖος προὐξένει μύρια προβλήματα εἰς τοὺς ἐκεῖ κατοίκους τῆς Τετραπόλεως, κατέλυσε καὶ ἐφιλοξενήθη εἰς μίαν γυναῖκα (Ἑκάλη ἦτο τὸ ὄνομα τῆς γυναικός), ἡ ὁποία ἦτο μὲν γρᾶια ὑπέργηρος καὶ πτωχή, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἀγαθὴ ξενοδόχος, ἡ ὁποία κρατοῦσε τὴν οἰκίαν της πάντοτε ἀνοικτὴν διὰ τοὺς διαβάτας· καὶ τόσον εὐχάριστα ἔτυχε περιποιήσεως, ὥστε πάντοτε νὰ ἐνθυμῆται ἐκεῖνο τὸ λιτὸν καὶ αὐχμηρὸν τραπέζι καὶ νὰ μὴ θεωρήσῃ ποτὲ κανὲν ἄλλο ὡς πλέον τερπνόν].
Ὡστόσο, ὅταν ἔφτασε καὶ ἀντίκρισε τὰ ἐρείπια καὶ τὴ φτώχεια, ἔγραψε μὲ μελαγχολία ὅτι «δὲν ἀπέμεινε τίποτα ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Θησέα», παρὰ μόνο τὸ γεωγραφικό της στίγμα. Χαρακτηριστικά, σὲ μιὰ ἐπιστολή του ἀναφέρει: «Ἀθήνας δὲ ποθεῖτε, καὶ ταῦτα μηκέτ' οὔσας...» Μετάφραση: (ποθεῖτε τὴν Ἀθήνα, κι ἂς μὴν ὑπάρχει πιά).
Ἐπιπλέον, ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ἀναφέρεται στὸ «Θησεῖο» καὶ τὴν πλήρη ἐρήμωση τῆς περιοχῆς γύρω ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ναό.
Ἐπὶ τούτου, μιὰ ἄλλη, πολὺ πρακτικὴ ἀναφορὰ τοῦ Μιχαὴλ Χωνιάτη σχετίζεται μὲ τὸ κτίριο ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε Θησεῖο (καὶ ἐσφαλμένα ὡς ἀρχαῖο Ναὸ τοῦ Ἡφαίστου).
Φαίνεται ὅτι, κατὰ τοὺς πρώιμους βυζαντινοὺς χρόνους, ὁ ναὸς εἶχε μετατραπεῖ στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἀκαμάτη.
Σὲ κείμενά του, ὁ Μιχαήλ, διασώζει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ ναὸς αὐτὸς καὶ ἡ γύρω περιοχὴ στὸν Κεραμεικὸ εἶχαν ἐγκαταλειφθεῖ πλήρως ἀπὸ τοὺς ἐνορῖτες λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῆς ἀνέχειας. Παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, ἑνὸς πρωιμότερου ἄξιου ἱερέα ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας, ὁ Μητροπολίτης περιγράφει μὲ θλίψη τὴν ἐρήμωση αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου μνημείου, τὸ ὁποῖο οἱ Ἀθηναῖοι τῆς ἐποχῆς συνέχιζαν νὰ συνδέουν στὴ λαϊκή τους παράδοση μὲ τὸν τάφο ἢ τὸ ἱερὸ τοῦ Θησέα.
Ἦταν ὁ μοναδικὸς ποὺ ὕψωνε ἀνάστημα στὴν Κωνσταντινούπολη ἐνάντια στοὺς διεφθαρμένους φοροεισπράκτορες τοῦ Βυζαντίου ποὺ ρήμαζαν τὴν Ἀττική.
Ἔπειτα ἀπὸ καιρό, ὅταν ὁ περιβόητος ἄρχοντας τοῦ Ναυπλίου, Λέων Σγουρός, πολιόρκησε τὴν Ἀθήνα, ἐν ἔτει 1203, ὁ Μιχαὴλ ὀργάνωσε τὴν ἄμυνα τῆς Ἀκρόπολης καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἀποχωρήσει ἄπρακτος.
Ἐν τούτοις, παρὰ τὴν ὕστατη προσπάθεια ἀναγέννησης τῆς πόλης, μὲ τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ γράφτηκε τὸ τραγικὸ τέλος τῆς ἑλληνορθόδοξης πορείας τῶν Ἀθηνῶν.
Τὸ 1204, μὲ τὴν Δ΄ Σταυροφορία, ἡ Ἀθήνα καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Φράγκους (Δουκᾶτο τῶν Ἀθηνῶν). Ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀγαπημένη του πόλη γιὰ νὰ μὴν ὑποταχθεῖ στὸν Καθολικὸ κλῆρο.
Ὁ Παρθενῶνας μετατράπηκε σὲ καθολικὸ ναὸ (Notre Dame d'Athenes) καὶ οἱ θησαυροὶ ποὺ εἶχε μαζέψει ὁ Μιχαὴλ λεηλατήθηκαν.
Ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε στὴν Κέα καὶ ἀργότερα στὸ νησὶ τῆς Μονῆς κοντὰ στὶς Θερμοπύλες, ὅπου καὶ πέθανε τὸ 1222, θρηνῶντας μέχρι τὸ τέλος γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς Ἀθήνας.

Ἡ εἰκόνα ποὺ παραθέτουμε δείχνει τὶς δύο ὄψεις ἀπὸ ἕνα βυζαντινὸ μολυβδόβουλλο (μολύβδινη σφραγῖδα) τοῦ Μιχαὴλ Χωνιάτη, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Μητροπολίτης Ἀθηνῶν κατὰ τὴν περίοδο 1182–1204. Οἱ ἐπιγραφὲς στὶς δύο ὄψεις ἀναφέρουν τὰ ἑξῆς: Α') Ἡ Ἀριστερὴ ὄψη (Ἐμπροσθότυπος) Ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο νὰ κρατᾶ τὸν μικρὸ Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐπιγραφὴ ἀναγινώσκεται: ΜΡ ΘΥ / Ἡ Ἀθηνιωτιcα η Ἀπόδοση τῆς ἐπιγραφῆς: «Μήτηρ Θεοῦ ἡ Ἀθηνιώτισσα» (Ἀναφορὰ στὴν Παναγία την Ἀθηνιώτισσα, ἡ ὁποία λατρευόταν τότε στὸν Παρθενῶνα ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ χριστιανικὸ ναό). Β') Η Δεξιὰ ὄψη (Ὀπισθότυπος)
περιλαμβάνει ἕναν σταυρὸ στὴν κορυφὴ καὶ ἔμμετρη ἐπιγραφὴ σὲ 6 στίχους.
Ἡ ἐπιγραφὴ ἀναγινώσκεται: + ΜΗΤΗΡ ΘΥ RΟΗΘΕΙ ΜΟΙ ΤΩ CΩ ΔΟΥΛΩ ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΘΗΝΩΝ_Ἀπόδοση τῆς ἐπιγραφῆς: «Μήτηρ Θεοῦ βοήθει μοὶ τῷ σῷ δούλῳ Μιχαήλ [τῷ] Μητροπολίτη Ἀθηνῶν» (Μητέρα τοῦ Θεοῦ, βοήθησε ἐμένα τὸν δοῦλο σοῦ Μιχαήλ, τὸν Μητροπολίτη τῶν Ἀθηνῶν).
Ἕνα ἰδιαίτερο φαινόμενο ποὺ συνέβαινε στὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Παρθενῶνα μαρτυρείται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένες ἱστορικὲς καταγραφὲς.
Ὁ βασικότερος λόγιος ποὺ γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὸ φῶς στὸν χριστιανικὸ πλέον Παρθενῶνα ἤτοι καὶ Παναγία Ἀθηνιώτισσα, κατὰ τὸν 12ο αἰῶνα, εἶναι ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης (Μητροπολίτης Ἀθηνῶν μεταξὺ 1182–1204).
Στὰ κείμενά του καὶ στὶς ἐπιστολές του, ὁ Χωνιάτης περιγράφει τὸν ναὸ χρησιμοποιῶντας ἔντονα θεολογικὰ σχήματα.
Ἐν ὀλίγοις ἀναφέρεται σὲ ἕναν «ἀκένωτο λύχνο» ἢ μιὰ ἀδιαλείπτως καιόμενη λυχνία. Περιγράφει τὸ φῶς αὐτὸ ὡς «ἀειλαμπές», ἀποδίδοντάς του πνευματικὲς καὶ θεϊκὲς ἰδιότητες.
Συνδέει, ἄμεσα, τὸν συμβολισμὸ τοῦ φωτὸς μὲ τὴ θεία χάρη τῆς Θεοτόκου ποὺ προστατεύει τὴν πόλη. Χρησιμοποιεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ φωτὸς γιὰ νὰ κάνει μιὰ ρητορικὴ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸ σκοτάδι τῆς τότε παρακμασμένης ἐπαρχιακῆς Ἀθήνας καὶ τὴν πνευματικὴ λάμψη τοῦ ναοῦ.
Μεταγενέστερα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Λατινοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας, παρόμοιες ἀναφορὲς γιὰ τὸ «θαυμαστὸ φῶς» ἢ τὸν «ἄσβηστον λύχνον» ἐπαναλαμβάνονται σὲ ἀνώνυμα βυζαντινὰ χρονικά, καθὼς καὶ ἀπὸ ξένους περιηγητὲς (ὅπως ὁ Ἰησουίτης Pere Babin τὸ 1672), οἱ ὁποῖοι κατέγραψαν τοὺς τοπικοὺς θρύλους των Ἀθηναιῶν γιὰ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Στὸ βιβλίο τοῦ Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιῶτες στὴν Ἑλλάδα 333 μ.Χ. - 1700» καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸ κεφάλαιο «ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΚΑΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ 1668» παρατίθενται πληροφορίες ἐκ τοῦ Γάλλου περιηγητῆ La Guilletière εἰς τὸ ἑξῆς ἀκόλουθο ἀπόσπασμα: «Ἡ παράδοση τῆς περίφημης ἄσβεστης χρυσῆς λυχνίας τοῦ Παρθενώνα (ἔργο τοῦ γλύπτη Καλλίμαχου) ἦταν ζωντανὴ κατὰ τὴ χριστιανικὴ περίοδο καὶ κατὰ τὴν τουρκοκρατία: «᾿Αλλὰ οἱ ἀρχαῖοι, μ᾿ ὅλες τὶς δεισιδαιμονίες τους, δὲν ἀπέδιδαν τὸ φῶς σὲ θαῦμα. Ὡμολογοῦσαν μὲ καλὴ πίστη ὅτι τὸ ἄσβεστο φῶς ὠφειλόταν στὴ φυσικὴ ἰδιότητα τοῦ φυτιλιοῦ ποὺ εἶχε κατασκευασθῆ ἀπὸ ἕνα εἶδος ἄκουστου καὶ ἄκαπνου λιναριοῦ. Τὸ φυτίλι ἐξατμιζόταν ἀπὸ σωλήνα κλεισμένο μέσα σὲ ἕναν ὀρειχάλκινο ἀγωγὸ ποὺ ἔφθανε ὡς τὴν ὀροφὴ τοῦ ναοῦ.».
Σὲ ἕνα ἄλλο κεφάλαιο, ὑπὸ τὸν τίτλο «ΕΝΑΣ ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1669)», γίνεται ἀναφορὰ στὸν Γάλλο Καπουκίνο Robert de Dreux, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἑλλάδα ἐπισκέφθηκε καὶ τὸν ναὸ τοῦ Παρθενῶνα.
Ὅπως σημειώνεται μὲ βάση τὸ ἔργο τοῦ Κυριάκου Σιμόπουλου, ὁ Dreux ἦταν προικισμένος μὲ καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία, καλλιεργημένος καὶ ἀνήσυχος περιηγητής. Τὸ κυριότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ποὺ εἶδαν ἀπὸ κοντὰ τὸν Παρθενῶνα ἀκέραιο, λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν καταστροφή του.
Ἔτσι, οἱ σύντομες παρατηρήσεις του ἀποκτοῦν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον: «Μόλις μπῆκα αἰσθάνθηκα μεγάλη χαρά πού ἱκανοποίησα τό φλογερό ὄνειρό μου νά δῶ τόν πολυθρύλητο ναό καί κατάλαβα πώς ἡ ἐπιθυμία μου ἦταν δικαιολογημένη. Οἱ Ρωμαῖοι, μ' ὅλο πού ὅταν ἔγιναν κύριοι τῆς πολιτείας ἐλεηλάτησαν τά ὡραιότερα καλλιτεχνήματα, δέν μπόρεσαν νά ἀπο-σπάσουν τά θαυμαστά γλυπτά πού περιβάλλουν τό ναό γιατί ἦταν σφηνωμέ-να στό οἰκοδόμημα... Ὁ ναός αὐτός εἶναι ὁλόκληρος ἀπό μάρμαρο. Μεγάλος, εὐρύχωρος ἔχειμεταβληθῆ ἀπό τούς Τούρκους στό κυριώτερο τζαμί τους. Ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς χριστιανικῆς λατρείας ἔχουν ἐξαφανισθῆ. Ἔτσι ὁ ναός ἐσωτερικάεἶναι ὁλόγυμνος. Στό σημεῖο ὅπου βρισκόταν ἄλλοτε ἡ Ἁγία Τράπεζατό δάπεδο εἶναι ψηλότερο πολλά σκαλοπάτια. Πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, στόν τοῖχο εἶδα μιά πέτρα δύο πόδια ἐπί δύο πού ἔβγαζε λάμψη σάν ἀναμμένο κάρβουνο. Ὅσοι ἔρχονται νά δοῦν αὐτό τό περίεργο ἀνοίγουν μέ τή μύτη τοῦ μαχαιριοῦ τρυποῦλες. Καί τή νύχτα αὐτές οἱ τρυποῦλες λάμπουν σάν μικρά ἀστέρια».
Ἐν κατακλεῖδι, τιμῶντας τὴ σήμερον τὸν Ἅγιον Μιχαὴλ Χωνιάτη, ἐπίσκοπο τῶν Ἀθηνῶν, ἀντιλαμβανόμεθα τὰ μέγιστα ποὺ προσέφερε οὗτος ὁ ἱεράρχης εἰς τὴν διατήρηση τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος συνδεδυασμένου μὲ τὴν χριστιανικὴ Πίστη καὶ τὴν πορεία τῆς χριστωνύμου Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας.
ΧΑΙΡΕΤΕ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Νεότερον ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν τοῦ ΗΛΙΟΥ
•Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιῶτες στὴν Ἑλλάδα 333 μ.Χ. - 1700», ΑΘΗΝΑ, 1981
•ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ, ΤΑ ΣΩΖΟΜΕΝΑ ΥΠΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΤΟΜΟΣ Α', 1879


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου