Ὡστόσο, ὑπῆρχαν δύο ἤδη σερενάτας, ἡ νυκτερινή, ποὺ ὀνομάζονταν Νυκτωδία-notturna serenata, καὶ ἡ πρωινὴ - λευκὴ σερενάτα ποὺ ἀποκαλοῦνταν alba ἢ aubada serenata. Ὡραιότατο δεῖγμα της serenata notturna εἶναι ἡ μουσικὴ σύνθεση ποὺ ἔγραψε τὸ 1842 ὁ Φέλιξ Μέντελσον στὸ σαιξπηρικὸ ἔργο "Ἕνα ὄνειρο καλοκαιρινῆς νύχτας". Ἡ ὑπόθεση τοῦ σαιξπηρικοῦ ἔργου διαδραματίζεται στὴν ἀρχαία πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ Γαμήλιο ἐμβατήριο, γραμμένο σὲ ντὸ μείζονα, θυμίζει κατὰ τρόπο τινὰ τὰ γαμήλια δρομικὰ ἄσματα (πατινάδα) τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ ἔθους, κυρίως αὐτά κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν. Ἐν ὀλίγοις, ἡ διαφορὰ τῆς καντάδας μὲ τὴν σερενάτα ἔγκειται στὸ ὅτι, ἡ μὲν πρώτη παίζονταν περὶ τὸ δείλιν ὀψίας, δηλαδὴ κατὰ τίς πρῶτες βραδινὲς ὧρες, π.χ. τὴν ἐνάτη ὥρα 9:00, ἐνῶ ἡ δευτέρα λίγο πρὶν τοῦ μεσονυχτίου, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐντεκάτη ὥρα 11:00, πάντοτε μετὰ συνοδεία κιθάρας. Ἡ παλαιότητα τῆς κιθαρωδικῆς νυκτωδίας στὴν Ἀθήνα ἐπισημαίνεται τὸ 1839 στὸ "Λεξικὸν ἐπίτιμον τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης" τοῦ Δ. Σκαρλάτου, στὸ λῆμμα Νυκτιλάλος, ὦσπερ ἐτυμολογεῖται "ὁ λαλῶν (ἤχων) τὴν νύχτα. κιθάρα".
Ἡ λευκὴ σερενάτα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν νυκτωδία, ταυτίζεται μὲ τὸν ὄρθρο καὶ πιὸ συγκεκριμένα μὲ μιὰ θεωρία βασιζόμενη στὴν ἀνατολὴ τοῦ ἄστρου Σείριου κατὰ τὴν περίοδο τοῦ θέρους. Ἢ σερενάτα, στοὺς τελευταίους δύο αἰῶνες, ἀναπτύχθηκε κυρίως στὶς ἰταλικὲς πόλεις, Νάπολη καὶ Βενετία.
Ἡ Ναπολιτάνικη σερενάτα ἦταν ἕνα τραγούδι ποὺ συνδέονταν μὲ τοὺς μενεστρέλους καὶ τοὺς τροβαδούρους[2]. Οἱ μυθολογικὲς παραδόσεις ὑποστηρίζουν τὴν παρουσία μιᾶς Σειρῆνας, μὲ τὸ ὄνομα Παρθενόπη, στὴν περιοχὴ τοῦ κόλπου τῆς Νάπολης κατὰ τὰ προϊστορικὰ χρόνια. Λένε ὅτι, σ' ἐκεῖνο τὸ σημεῖο κάθονταν καὶ τραγουδοῦσε μὲ τὴν γλυκιά της φωνῇ τίς σερενάτες στοὺς περαστικοὺς ταξιδιῶτες. Οἱ πρῶτοι ταξιδιῶτες ποὺ πέρασαν ἴσως ἀπὸ ἐκεῖ ἦταν Ἕλληνες ναυτικοὶ ἀπὸ τὴν νῆσο Ρόδο. Καθὼς ἔπλεαν στὰ νερὰ τοῦ κόλπου, ἄκουσαν τὴν φωνῇ τῆς Σειρῆνας Παρθενόπης καὶ μαγεμένοι προσάραξαν στὸ γιαλό. Μετὰ ἀπὸ τὴν παρέλευση ὀλίγου χρόνου ἀποφάσισαν νὰ ἱδρύσουν ἕνα μικρὸ πόλισμα μὲ τὴν ὀνομασία τῆς Σειρῆνας Παρθενόπης. Τὴν Παρθενόπη τὴν προσέγγισαν οἱ ναυσιπλόοι Ἀθηναῖοι καὶ τὴν βρῆκαν μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐξαθλιωμένη καὶ σχεδὸν ἀκατοίκητη. Στὰ ἐρείπια τῆς ἔκτισαν μιὰ νέα πόλη ποὺ τὴν ὀνόμασαν Νεάπολη.
Ἡ γονιδιακὴ κληρονομιά, τῶν μουσικότατων καὶ καλλικέλαδων Ἀθηναίων, εὐνόησε τους ναπολιτάνους ὡς πρὸς στὴν αἰωνόβια ἐξέλιξη τοῦ τραγουδιστικοῦ εἴδους ποὺ σήμερα ὀνομάζεται σερενάτα - καντάδα κλπ.
Κορυφαῖος δραματικὸς τενόρος ὅλων τῶν ἐποχῶν τῆς ἰταλικῆς ὄπερας, ὑπῆρξε ὁ Ἐνρίκο Καροῦσο, ὁ ὁποῖος ἀνατράφηκε μουσικὰ μέσα στὸ κλίμα της ναπολιτάνικης σερενάτας. Ὑπάρχουν καὶ σχετικὲς φωνογραφήσεις μὲ τὸ ὑπέροχο συσταλτικὸ ἑρμηνευτικὸ ἦθος τῆς φωνῆς του καὶ τὴν μοναδικὴ στὸ εἶδος του παλμικὴ δόνηση τῶν φωνητικῶν χορδῶν (βιμπράτο). Ἐν κατακλείδῃ σερενάτα, σύμφωνα μὲ τὸ ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica (λῆμμα σερενάτα), εἶναι μιὰ βραδινὴ μουσικὴ ποὺ ξεκίνησε κατὰ τὸν μεσαίωνα ὡς μία φωνητικὴ σύνθεση ὑποστηριζόμενη ἀπὸ ἐνόργανη συνοδεία ἑνὸς λαούτου ἢ μιᾶς κιθάρας ἢ μαντολίνου.
Τὸν 17ο αἰῶνα, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς λυρικῆς τέχνης (καντάτα καὶ ὄπερα) καὶ τῆς συμφωνικῆς μουσικῆς, ἀναπτύσσεται σὲ πολλαπλὲς ἐκφάνσεις. Ἐκείνη τὴν περίοδο ἐκτιμᾶτε ἡ ἐπανεμφάνιση τῆς σερενάτας καὶ στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Ὡστόσο, ἀποδεικνύεται ποικιλοτρόπος ὅτι, ἡ Ἀθήνα ὑπῆρξε ἡ κοιτίδα τοῦ ἔθους τῆς σερενάτας - καντάδας. Ἐπὶ παραδείγματι, στὸ ἔμμετρο μυθιστόρημα τοῦ Βιντσέντζου Κορνάρνου, μὲ τίτλο "Ἐρωτόκριτος", περιγράφεται μιὰ σκηνὴ νυχτερινῆς σερενάτας μὲ συνοδεία λαούτου ἀπὸ τὸν ἥρωα τοῦ μυθιστορήματος Ἐρωτόκριτο.
Τὸ ἔργο διαδραματίζεται στὴν Μεσαιωνικὴ Ἀθήνα καὶ οἱ πρωταγωνιστὲς εἶναι δύο γόνοι ἀθηναϊκῶν οἰκογενειῶν ποὺ ἐρωτεύονται παράφορα, ὁ Ἐρωτόκριτος κι Ἀρετοῦσα. Ἰδοὺ καὶ οἱ δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι ποὺ διηγοῦνται τὴν ἐρωτικὴ πατινάδα - καντάδα σερενάτα, τοῦ Ἐρωτόκριτου μὲ τὸ λαοῦτο:
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
Kι ὄντεν ἡ νύκτα ἡ δροσερὴ κὰθ' ἄνθρωπο ἀναπεύγει,
καὶ κάθε ζὸ νὰ κοιμηθεῖ τόπο νὰ βρεῖ γυρεύγει,
ἤπαιρνεν τὸ λαγοῦτο του, κ' ἐσιγανοπορπάτει,
κ' ἐκτύπα-ν τὸ γλυκιὰ-γλυκιὰ ἀνάδια στὸ Παλάτι.
Ἦτον ἡ χέρα ζάχαρη, φωνῇ εἶχε σὰν τ' ἀηδόνι·
κάθε καρδιά, νὰ τοῦ γρικά, κλαίγει κι ἀναδακρυώνει.
Ἤλεγεν κι ἀνεθίβανεν της Eρωτιὰς τὰ Πάθῃ,
καὶ πὼς σ' Aγάπη ἐμπέρδεσεν, κ' ἐψύγη κ' ἐμαράθη.
(στίχ. 375-380)
Ὁ πρῶτος στίχος περιγράφει ξεκάθαρα τὴν ἐκτέλεση μιᾶς νυκτωδίας (σερενάτα ἀγγλιστὶ serenade), ἐνῶ στὸ τρίτο στίχο γίνεται ἡ ἀναφορὰ μιᾶς τραγουδιστικὴς ἑρμηνείας μὲ συνοδεία λαούτου, ὑπὸ μορφὴ κανταδόρικης κιθαρωδίας καὶ δρομικῆς πατινάδας.
Παρὰ ταῦτα, πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι, ἡ σερενάτα, στὸ ἀποκορύφωμα τῆς μουσικῆς δημιουργίας τῶν εὐρωπαϊκῶν συνθετικῶν προτύπων, ἔφτασε στὰ ἐπίπεδα μιᾶς κοινωνικῆς καταγραφῆς γεγονότων. Πολὺ συχνὰ δέ, τὸ θεματολόγιο τῆς ἀφοροῦσε πρόσωπα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μυθολογίας. Τοῦτο εἶναι ἐπιπλέον μία ἔνδειξη διὰ τὴν προέλευση τῆς εὐρωπαϊκῆς σερενάτας, ἀπὸ τὸ λυρικὸ ποιητικὸ εἶδος τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ὠδῆς, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ἀνιχνευτὴ ἡ προτύπωση τῆς στὸ προϊστορικὸ δραματοποιημένο ἄσμα τοῦ Οἰτολίνου τὸ συντεθιμένο ἀπὸ τὸν Ἀθηναῖο μουσουργὸ - κιθαρωδὸ Πάμφω.
Pinelli Bartolomeo, La Serenata - Costumi di Roma, 1809, Roma
ЭIЄ
Σερενάτα, Σειρῆνος καὶ ἄστρο Σείριος
Ἡ ὀνομασία τῆς σερενάτας εἶναι ἐμφανῶς παλαιότατη ἔχοντας δεχτεῖ μιὰ μικρὴ λεκτικὴ παραφθορά. Ἡ προέλευση τῆς ἀνάγεται στὴν ὀνομασία τῆς Σειρῆνας ἐνῶ κατὰ τὴν λατινικὴ ἄποψη ἀπὸ κάποιο μυθικὸ πρόσωπο μὲ τὸ ὄνομα Σερένος-Σειρήνος-Σερήνος-Σειρήν.
Παρὰ ταῦτα, ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως Σειρῆνα συνάδει μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Σειρίου, τοῦ λαμπρότερου ἄστρου τοῦ οὐράνιου στερεώματος. Ὁ Σείριος ἦταν, γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅπως καὶ γιὰ ἄλλους ὅμορους λαούς, ἕνα ἡλιακὸ ἄστρο ποὺ λατρεύονταν ὡς οὐράνια θεότητα. Ταυτίζονταν μὲ τὸν Ἀπόλλωνα τὸν Διόνυσο καὶ τὴν Ἀθηνᾶ (τριπλὸ ἄστρο).
Ὁ Παρθενῶνας, στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, εἶχε κατασκευαστεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, οὕτως ὥστε, ὅταν, κατὰ τὸν θερινὸ μῆνα ἑκατομβαιώνα (Ἰούλιος), ἀνέτειλε ὁ Σείριος, στὴν γραμμὴ πορείας του στὸν οὐρανὸ, νὰ διαπερνᾷ ἡ ἀκτινοβολία του τὸν σηκὸ του ναοῦ.
Τὴν περίοδο ἐκείνη, τοῦ ἑκατομβαιώνος, δηλαδὴ, τοῦ σημερινοῦ μῆνα Ἰουλίου, συνέβαινε στὴν περιοχὴ τῆς Μεσογείου τὸ φαινόμενο τῶν κυνικῶν καυμάτων. Ὁ πρωταίτιος τοῦ φαινομένου ἦταν ὁ ἀνατέλλων Σείριος. Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ἄστρου κυνὸς (σκύλου) ἢ Σείριου, ὅπως ἐπισημαίνουν ἐπιστημονικὲς μερίδες, ἐπέφερε στὴν βιοποικιλία της χλωρίδας καὶ τῆς πανίδας μιὰ ψυχογενετικὴ ἀλλοίωση.
Παράλληλα, συντελοῦνταν καὶ μιὰ ἔξαρση συναισθημάτων μιᾶς καὶ ἡ καυστικότητα τοῦ αἰθέρους ἐπενεργοῦσε δραματικὰ στὶς ἐρωτικὲς ἐξάρσεις. Οἱ πρωιμότερες ἀναφορές, τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ἥλιου Σείριου στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, δίδεται ἀπὸ τὸν Ὅμηρο. Ὡστόσο, πιὸ καταφανεῖς εἶναι τὸ ἀρχαῖο λυρικὸ ποίημα τοῦ Ἀλκαίου ποὺ λέει τὰ ἑξῆς:
ΑΛΚΑΙΟΣ "Τέγγε πλεύμονας οἴνωι"
τέγγε πλεύμονας οἴνωι, τὸ γὰρ ἄστρον περιτέλλεται,
ἀ δ' ὤρα χαλέπα, πάντα δὲ δίψαις' ὐπὰ καύματος,
ἄχει δ' ἐκ πετάλων ἄδεα τέττιξ ...
ἄνθει δὲ σκόλυμος, νῦν δὲ γύναικες μιαρώταται
λέπτοι δ' ἄνδρες, ἐπεὶ [ ] κεφάλαν καὶ γόνα Σείριος
ἄζει[ ]*
Μετάφραση:
Βρέχε τὰ σπλάχνα μὲ κρασὶ γιατί ψηλώνει τ' ἄστροκι ἡ ὥρα τούτη εἶναι βαριά, διψοῦν ὅλ' ἀπ' τὴν κάψαγλυκὰ τραγούδια ὁ τζίτζικας μὲσ' ἀπ' τὰ φύλλα χύνεικαὶ τρίζει τὰ φτερὰ γοργὰ τὴν ὥρα ποὺ λιοπύρισ' ὅλη τὴ γῆ διαχύνεται καὶ ὅλα παντοῦ ξεραίνειμονὰχ' ἡ σκίλλα τὼρ' ἀνθεῖ. Πυρὲς εἶν' οἱ γυναῖκες,ἂμ' εἶν' οἱ ἄνδρες ἀχαμνοὶ ὁ Σείριος τοὺς μαραίνει.
Τὸ ποίημα τοῦ Ἀλκαίου ποὺ τοῦ δόθηκε ὁ τίτλος "τέγγε πλεύμονας οἴνωι" ἀνήκει στὰ ἐπονομαζόμενα, κατὰ τοὺς ἀρχαίους μουσικοὺς κανόνες, ὡς σκόλιον. Τὰ σκόλια χώρίζοντάν σὲ κατηγορίες, ὅπως τὰ παροίνια (τοῦ κρασιοῦ), τὰ ἐρωτικά, τὰ σατυρικὰ κλπ. Ὁρισμένοι στίχοι ἀναδυκνύουν μιὰ ὁμοιότητα μὲ τὰ κανταδόρικα τραγούδια τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἐποποιίας. Μάλιστα, εἶναι σχεδὸν βέβαιο ὅτι καὶ κατὰ μελωδικὸν καὶ ρυθμικὸν τρόπο τὰ ἀρχαῖα σκόλια θὰ ὁμοίαζαν μὲ τίς σημερινὲς σερενάτες, ὅπως τὸ ἐν λόγῳ ποίημα τοῦ Ἀλκαίου. Ἔτσι, ὑπο τὴν ἐπίδραση τοῦ φαινομένου των κυνικῶν καυμάτων δημιουργήθηκαν τραγουδιστικὰ δρώμενα ἀπὸ τὰ πανάρχαια κιόλας χρόνια. Συνέχεια, αὐτῆς τῆς πανάρχαιας συνήθειας τῶν Ἑλλήνων, εἶναι οἱ ἐρωτικὲς καντάδες ἢ σερενάτες[3] κατὰ τὴν διάρκεια τῆς αἴθριας ἔναστρης νυκτός. Οἱ νέοι μετὰ συνοδείας ὀργάνων μπρὸς τὴν πόρτα ἢ τὸ παραθύρι τῆς κοπέλας ποὺ εἶχαν ἐρωτευτεῖ ἐξέφραζαν τὰ ἐρωτικά τους αἰσθήματα, ἂν τὸ πρόσωπο τοὺς εἶχε ἀποδεχτεῖ ἢ τὴν ἐρωτική τους ἀπογοήτευση ὅταν ἡ ἐρωτική τους πρόσκληση εἶχε ἀπορριφθεῖ.
Τὸ ἔθος τῶν Ἑλλήνων, νὰ τραγουδοῦν θρηνητικὲς ὠδές ὅπως π.χ. τὸν Αἴλινο, τὸν Ἰάλεμο, τὸν Οἰτολίνο ἢ Λίνο, τὸν Μανέρω καὶ τὸν Βῶρμο, κατὰ τὴν περίοδο τῶν κυνικῶν καυμάτων, καταγράφεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἐρευνητῆ Γεώργιο Φαῖδρο, μὲ τὰ ἑξῆς ἐπί μέρους σχόλια: «Αὐτὸς δὲ ὁ Αἴλινος καθαρώτατα καὶ νῦν ἀκούεται ἐν τέλει τοῦ σημερινοῦ Μανέ, ὡς καὶ ὁ κωκυτὸς ἐν τοῖς νῦν μοιρολογίοις. Παρὰ τοῖς Σμυρναίοις μάλιστα, ὤν κτῆμα ἴδιον εἶναι ὁ Μανές. Εἰς δὲ τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας τὸ ἄσμα τοῦτο ψάλλοντες θλιβερῶς ἐμνημόνευον πάλαι καὶ τὸν πόθον τοῦ τερπνοῦ ἔαρος, ὅπερ κατέστρεψαν τὰ κυνικὰ καύματα τὰ συμπίπτοντα κατὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ Σειρίου του συμβολικῶς διὰ κυνὸς παρισταμένου. Οὕτως ἐθρήνουν καὶ τὸν Βῶρμον οἱ Μαρυανδυνοὶ μὲ ἄσμα θρηνῶδες, ὅστις ἐν ἀκμῇ θέρους ἀπελθὼν ἵνα κομίσῃ ὕδωρ εἰς τοὺς θεριστὰς κατεσύρθη ὑπὸ τῶν Νυμφῶν τοῦ ρύακος καὶ ἠφανίσθη ἐν τῷ ὕδατι. Ὅμοιον μονοφώνιον ἦτο καὶ ἡ ἀπὸ τῶν κορυφῶν τῶν ὀρέων ἀνάκλησις τοῦ Ὕλα παρὰ τοῖς γειτόσι αὐτῶν Βιθυνοίς, παιδὸς ἀποπνιγέντος ἐντὸς πηγῆς, οὐ τὸ ὄνομα ἀνταπέδιδον ἀδιαλείπτως κατὰ τὸν μῦθον ἡ Ἠχῶ. Καὶ ὁ Ἰάλεμος ἦτο εἰς τῶν τοιούτων νέων, ὅστις ἔπαθεν παραπλήσια, ἐπνήγη δηλ. ἢ ἐδαγκάσθη ὑπὸ λησσώδους κυνὸς καὶ ἀπέθανεν καὶ τότε θρηνολογεῖς μὲ ἦχον παραπλήσιον τοῦ λίνου Ἰάλεμον τοῦτον ἐπωνόμασαν.».
Μάλιστα, ἕνας ἑλληνικὸς παραδοσιακὸς Μανές - Ἀμανές, ποὺ ἠχογραφήθηκε μὲ τὴν φωνῇ του Ἀντωνίου Νταλγκὰ τὸ 1931 σὲ τετράσημο μέτρο 4/4, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἀρκετὲς ἀθηναϊκὲς καντάδες, ἔχει τὸν ἑξῆς δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο:
Τ' ἄστρο ποὺ βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ τὸ φεγγάρι μόνο
αὐτὰ τὰ δυὸ γνωρίζουνε τὸν ἐδικό μου πόνο.
Ὁ ἄνωθεν στίχος τιτλοφορεῖτε ὡς "Μανὲς τῆς αὐγῆς" καὶ ἐμπεριέχεται στὸν κύριο κατάλογο (ρεπερτόριο) τοῦ σμυρναϊκου τραγουδιοῦ τῆς Ἰωνικῆς γῆς καὶ κυκλοφόρησε σὲ δίσκο 78 στροφῶν στὴν Ἀθήνα τὴν ἐποχῇ τοῦ μεσοπολέμου.
Ὁ χαρακτηρισμός, "Μανὲς τῆς αὐγῆς", συνδυάζεται μὲ τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς καὶ συνάμα μὲ τὴν Λευκὴ Σερενάτα τῆς δυτικῆς μουσικῆς ὁρολογίας, δηλ. Serenata audade ἢ alba. Ὡστόσο, ὁ ἐν λόγῳ μανὲς - ἀμανὲς εἶναι ἕνα θρηνητικὸ ἐρωτικὸ ἄσμα, ἐναρμονισμένο στὴν μελῳδικὴ γραμμὴ τῆς ἐλαττωμένης μινόρε. Ὅπως εἴδαμε ἡ λέξῃ μινόρε ἐκ τοῦ ὁμηρικοῦ μίνυς καὶ μινυρίζω ἐκφράζει τὸ μικρό της κλίμακος καὶ τὸ θρηνῶδες ἦθος.
Εἶναι ἐπίσης καταγεγραμμένο ὅτι, στὰ ἀρχαῖα χρόνια, κατὰ τὸν μῆνα ἐλαφοβολιώνα (Μάρτης), ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν τελοῦσε ἑορτὴ πρὸς τιμήν του Ἄδωνη. Στὰ Ἀδώνεια, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλούταρχος, ἕνας ὅμιλος γυναικῶν τραγουδοῦσε θρηνητικὰ ἄσματα στὸ ὄνομα τοῦ ἀδικοχαμένου ἐρωτύλου. Ἰδοὺ καὶ τὸ ἀναφερθὲν ἀπόσπασμα: «Ἀδωνίων γὰρ εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας καθηκόντων εἴδωλα πολλαχοῦ νεκροῖς ἐκκομιζομένοις ὅμοια προὔκειντο ταῖς γυναιξί, καὶ ταφὰς ἐμιμοῦντο κοπτόμεναι, καὶ θρήνους ᾖδον.».
Ὁ Ἄδωνης ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς ἐαρινῆς ἀναγέννησης τῆς φύσῃς. Παρουσιάζονταν δέ, ὡς ἐρωτικὸς σύντροφος τῆς Ἀφροδίτης. Καὶ οἱ δύο θεότητες συνδέχθηκαν μὲ μύθους ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν ἔναστρον νύκτα. Μάλιστα, στὰ λαογραφικὰ δρώμενα ταυτίζονται ἀντίστοιχα μὲ τὸν Αὐγερινὸ καὶ τὸν Ἀποσπερίτη. Ὡστόσο, ἡ ἀστρονομία θεωρεῖ τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς ταυτόσημο μὲ τὸν Ἕσπερο, δηλαδὴ τὸν πλανήτη Ἀφροδίτη ἢ Δήμητρα - Ἰω - Ἴσιδα. Μιὰ παλαιοτέρα ἄποψη συγχέει τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς μὲ Δία Ἄμμων - Ὄσιρι. Ἡ Ἀφροδίτη, στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία θεωροῦνταν θεᾷ τῆς ὀμορφιᾶς καὶ προστάτιδα τοῦ ἔρωτα.
Ὁ Ἀλέξανδρος - Πάρῃς της Τροῖας ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ διδάχτηκε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ μελοποίησε ἐρωτικὴ ὠδὴ πρὸς τιμὴν τῆς Ἀφροδίτης ὀνομάζοντας τὴν Κεστὸ (λεξικὸ Σουΐδα, λῆμμα Πάριον).
Ὁ φτερωτὸς Ἵμερος κι ὁ ἐρωτοτραγουδιστὴς Πάρῃς σὲ ἀττικὴ λύκηθο τοῦ
"ζωγράφου τῆς εἱμαρμένης" γύρω στὸ 480 π.Χ.
Βρίσκεται στὸ μουσεῖο Antiken-sammlung, Βερολῖνο.
Ὁ Πόθος ἦταν ἀκόλουθος τῆς Ἀφροδίτης και ἐξέφραζε τὸν ἐρωτικὸ πόθο τῆς ψυχῆς.
Τὸ ἄγαλμα τοῦ Πόθου, στὴν ἄνωθεν εἰκόνα μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Ἀπόλλωνα κιθαρωδοῦ,
ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ἴχνη τῆς κιθαρωδίας στὰ μονοπάτια τῶν ἐρωτικῶν - κανταδόρικων ἀσμάτων.
Τὸ ἄγαλμα εἶναι τοῦ 1ου ἢ 2ου αἰῶνος μ. Χ. ἀντίγραφο τοῦ 3ου αἰῶνος π.Χ.
Σήμερα βρίσκεται στὸ μουσεῖο Καπιτωλίου.
Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τοῦ Ἰωάννη Ζωναρὰ ἡ λέξῃ κεστός, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ζώνη τῆς Ἀφροδίτης, ἐτυμολογεῖται καὶ ὡς κλαυσμὸς - κλαθμός. Ἡ ἐτυμολογία ταύτη συνδυαζόμενη μὲ τὴν Πάριο ὠδὴ τοῦ Κεστοῦ ἀκουμπάει στὴν ἔννοια τοῦ ἀρχαίου ἄσματος τοῦ Κλαυσίθυρου ἢ Παρακλαυσίθυρου ἢ Θυροκοπικοῦ ἢ Κώμου, ποὺ μετονομάστηκε στὴ πορεία τῶν αἰώνων καντάδα σερενάτα - νυκτωδία κλπ.
Ἡ Ἀφροδίτη προστάτιδα τοῦ οὐράνιου καὶ τοῦ πάνδημου ἔρωτα συνδυάστηκε ἀστρολογικὰ μὲ τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας ἢ τὸν πρωινὸ ἀστήρ. Ἴσως, γι' αὐτὸ τὸ λόγο καὶ τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας ἢ Αὐγερινός, ἀναφέρονταν σὲ πολλὰ ἐρωτικὰ τραγούδια ἑλληνικῆς μουσικοποιητικῆς παραδόσεως. Ἐπίσης, μιὰ παραλλαγῇ τοῦ λαογραφικοῦ ἔθους μιλάει γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Αὐγερινοῦ καὶ τῆς Ποῦλιας.
Σύμφωνα μὲ τὴν λαογραφικὴ παράδοση τῆς Προβηγκίας, κατὰ τὴν χαραυγὴ ποὺ δύει ἡ Ποῦλια κι ἀνατέλλει ὁ Αὐγερινός, οἱ ἐρωτευμένοι νέοι τραγουδοῦσαν τίς aubades>σερενάτες τῆς αὐγῆς, κάτω ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἀγαπημένης τους. Ἡ λευκὴ(aubades) σερενάτα ἐκτελοῦνταν τὸ πρωὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ ὄρθρου. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνατέλλει ὁ Ἀστὴρ ὁ Πρωινὸς ἢ ὀρθρινός, ταυτιζόμενος μὲ τὸν πλανήτη Ἀφροδίτη ἢ πιὸ σωστὰ μὲ τὸν πλανήτη Δία ποὺ συνδέεται μὲ τὸ ἄστρο Σείριο. Στὸν Σείριο βρίσκονται τὰ δώματα τῶν Ὀλυμπίων... Ἐπιπλέον, τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς ἢ πλανήτης Δίας - Ὄσιρις ἐμπλέκεται καὶ στὰ χριστιανικὰ κείμενα.
Γιὰ παράδειγμα, στὴν ἁγία γραφῇ, ὁ Παντοκράτωρ Ἰησοῦς Χριστὸς κηρύσσει ὅτι εἶναι ὁ ἀστὴρ ὁ πρωινός: «᾿Εγὼ ᾿Ιησοῦς ἔπεμψα τὸν ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ἐκκλησίαις. ἐγώ εἰμι ἡ ρίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός. » (Καινὴ Διαθήκη, Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, κέφ. κβ' στίχ. 16).
Εἶναι εὐδόκιμο, συνάμα, νὰ παρατεθεῖ τὸ ἀπόστιχον τοῦ ὄρθρου τῆς ἑλληνορθόδοξης λειτουργίας, ὅπου καὶ ἀναφέρεται νυκτερινὴ καὶ πρωινὴ ὠδὴ μετὰ συνοδείας κιθάρας. Ἰδοὺ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ ψαλμοῦ: «Αγαθόν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ ψάλλειν τῷ ὀνόματί σου, ῞Υψιστε, τοῦ ἀναγγέλλειν τῷ πρωΐ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου κατὰ νύκτα ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ μετ᾿ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ.» (Παλαιὰ Διαθήκη, Ψαλμὸς ᾠδῆς, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ σὰββάτου, 91). Ἡ ὠδὴ τοῦ ψαλμοῦ 91 ἐπικαλεῖται τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ δίδαξε τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη ἔχει τίς ἴδιες ἰδιότητες μὲ τὸν ἁγνὸ ἔρωτα, τὸν ἀκλινὴς ἔρωτα ποὺ ἡ ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας του συντελέσθηκε στὸ "Συμπόσιον" τοῦ Πλάτωνος. ♥
Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκ τῶν θρησκευτικῶν ὡρῶν τῆς παννυχίδος καὶ τοῦ ὄρθρου προέκυψε ἡ θρησκευτικὴ καντάτα - καντάδα της δυτικῆς μουσικῆς. Ἐντέλει, οἱ ἄνωθεν συμβολισμοί, ἐν συναρτήσῃ μὲ τὸν πλανητικὸ ἀστέρα τοῦ ὄρθρου, φαίνεται ὅτι συνδέονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα μὲ τὸ ἄστρο τοῦ Σείριου καὶ τίς ἀσματικὲς ὠδὲς πρὸς αὐτόν. Σημαντικὲς πληροφορίες, γιὰ τὴν ἀλληγορία τοῦ ἐρωτικοῦ συμβολισμοῦ ποὺ ἀφοροῦν τὸ ἄστρο Σείριος, παραδίδει ὁ Ἀθηναῖος φιλόσοφος Σωκράτης, στὸ συμπόσιο τοῦ Πλάτωνα.
Ὁ μεταφυσικὸς ἐρευνητὴς καὶ συγγραφέας, Θεόδωρος Ἀξιώτης, στὸ βιβλίο του "Παραδόσεις ἀπ' τὸν Σείριο", ἀναφέρει σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιρροὴ καὶ ἐπίδραση ποὺ ἀσκεῖ τὸ φωτεινότερο ἄστρο τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Ἰδιαιτέρως, τονίζει τὴν πανάρχαια ἐτυμολογία τῆς ὀνομασίας τοῦ Σείριου, προερχομένης ἐκ τῆς λέξεως Ἔρως. Ὁ Ἔρως, λατινιστὶ ὀνομάζεται amor ἐκ τῆς διττῆς ὀνομασίας τοῦ Ἔρωτα - Ἵμερου - Ἀμόρε (ἀναγραμματισμὸς καὶ ἐναλλαγῇ τῶν φωνηέντων).
Ὁ Ἵμερος ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τῆς σφοδρῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας ἢ τοῦ ἐρωτικοῦ πόθου. Ὁ Ἔρως ἢ Ἵμερος, μαζὶ μὲ τὸν Πόθο, εἶναι οἱ ἄγγελοι συνοδοὶ τῆς θεᾶς τοῦ ἔρωτα Ἀφροδίτης. Ὁ Ἡσίοδος, στὴν θεογονία (στίχ. 201), προσδίδει στὸν Ἵμερο: «τὸ ὄνομα καλὸς τῇ δ᾽ Ἔρος ὡμάρτησε καὶ Ἵμερος ἕσπετο καλὸς». Ἡ προσωπικότητα τοῦ Ἴμερου δείχνει ὅτι, εἰσήχθη στὴν ἔκφραση τῆς τέχνης κυρίως κατὰ τὴν ἀρχαϊκὴ ἐποχῇ, συνταυτιζόμενος ἐμφανισιακὰ μὲ τὸν Ἔρωτα. Θεωρεῖται ὀλύμπια θεότης και συναναστρέφεται μετὰ τῶν Μουσῶν καὶ τῶν Χαρίτων συλλατρευόμενος μ' αὐτὲς στὸν Ἐλικώνα.
Ἡ εἰκονογραφική του ἀπεικόνιση ὡς συντρόφου τῆς Ἀφροδίτης φαίνεται ὅτι προϋπῆρχε τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα πάνω στὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα. Σπουδαία, ἐπίσης, ἀπεικόνιση ὑπῆρχε καὶ στὴν Ποικίλῃ στοὰ τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 570 π.Χ.
Ὁ Θεόκριτος, ὁ πατριάρχης τῆς βουκολικῆς ποιήσεως, χρησιμοποιεῖ τὴν σύνθετη ὀνομασία ἰμερόφωνος γιὰ νὰ καταδείξει τὸ εἶδος τῆς ἐρωτικῆς φωνήσεως. Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας τῶν Liddell & Scott (τόμος 3) ὁ ἰμερόφωνος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει φωνῇ ἐρωτικὴ ἢ θελκτικὴ δηλαδή, φωνῇ κατάλληλη γιὰ ἐρωτικὸ τραγούδι.
Ἡ σύνθετος λέξῃ προκύπτει ἐκ τοῦ Ἴμερου καὶ τῆς φωνῆς ἄρα συνεκδοχικά της φωνῆς τοῦ Ἴμερου. Ἐξ αὐτοῦ συνηθίζονταν ἀπὸ τὸν Ὅμηρο νὰ ἀποκαλεῖ πολλάκις της ἐρωτικὲς φωνὲς ὡς ἰμερόεις, ἐκ τοῦ ρήματος ἰμείρω, ποὺ σημαίνει: αὐτὸς ποὺ ἐγείρει τὴν ἐπιθυμία ἢ τὸν πόθο, ἐράσμιος, διεγερτικός, ἀγαπητός, ποθητός, θελκτικός, ἐρωτικός.
Στὴν δυτικὴ μουσική, τῆς ἀπὸ 17ης ἑκατοντεντηρίδος ἀναπλασθεῖσα, υἱοθετήθηκε ὁ ὅρος τοῦ ἰμερόεις φωνητικοῦ χρωματισμοῦ καὶ παραφθαρμένα ἀποκαλέστηκε ἀμορόζο (amorozo=ερωτικά). Ἐπὶ τούτου, βλέπουμε στὸ διήγημα "Ποπολάρος", τοῦ Γρηγορίου Ξενόπουλου, νὰ καταγράφει τὴν παρουσία μιᾶς ὁμάδας κανταδόρων ποὺ τὴν σημειώνει μὲ τὴν τοπικὴ ὀνομασία "ἀμορόζοι".
Οἱ ἀμορόζοι ἦταν οἱ κιθαρωδοὶ ἐρωτοτραγουδιστὲς τῆς Ζακύνθου. Ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ἀντιδάνειο ἐκ τῆς λατινικῆς λέξῃς amor = αγάπη, ἔρωτας, πόθος καὶ μὲ τὴ σειρά του τὸ ἀμὸρ (amor) προκύπτει ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ρῆμα ἰμείρω>ιμερόεις>Ίμερος.
Ἐπίσης, ὁ φωνητικὸς ὅρος, ποὺ μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν ἰμερόσσα αὐδήν, εἶναι τὸ sotto voce, δηλαδὴ τὸ χαμήλωμα τῆς ἔντασης τῆς φωνῆς, τὸ ἡμέρωμα. Τὸ σόττο βότσε(εκ παραλλαγῆς τῆς ἑλληνικῆς φράσῃς σείω τὴ βοὴ) χρησιμοποιοῦνταν κατὰ κόρον ἀπὸ τοὺς ἀθηναίους κανταδόρους ἐρωτοτραγουδιστὲς ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ προσδώσουν ἔμφαση στὸ ἐρωτικό τους τραγούδισμα. Ἔτσι, οἱ ἐρωτοταγουδιστὲς τῆς δύσῃς καὶ τῆς ἀνατολῆς βασίστηκαν ἐπάνω στὴν παλαιότατη κανταδόρικη ἰμερόεσσα φωνῇ, τὴν ἀγγελόφωνη λεπτὴ καὶ ἤπια χροιὰ τοῦ θείου Ἴμερου -Ἔρωτα Σείριου.
Ὁ Ἀξιώτης, κάνοντας τὸν ἰσχυρισμὸ περὶ τῆς ἐρωτικῆς σχέσεως Δία - Διονύσου - Ὄσιρι καὶ Ἀφροδίτης - Ἰους - Ἴσιδας μὲ τὸν Ἔρως Σείριο, λέει τὰ ἑξῆς: «Στὴν Αἴγυπτο ὁ Ἔρως ΣΕΙΡΙΟΣ γίνεται OSIRI ἢ SIRIO καὶ συνδυάζεται μὲ τὴν Ἴσιδα. Ἀπὸ τὸ ISIRI (Ὄσιρις) καὶ τὴν Ἴσιδα γεννήθηκε ὁ ΩΡΟΣ ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸν Ἀπόλλωνα. Ὁ ΩΡΟΣ μὲ μιὰ ἀλλαγῇ του Ὁ σὲ Ἔ δίνει τὸ ΕΡΩΣ " (Παραδόσεις τοῦ Σείριου, σελίδα 181). Ἐκπηγάζει λοιπόν, ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα, ἡ ἱερότητα τοῦ ἰδεώδους τοῦ Ἔρωτα στὶς κοινωνίες τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου, με πολιτιστικοὺς ἡγέτες τοὺς Ἕλληνες. Διὰ τοῦτο πρῶτοι οἱ Ἕλληνες ὀρφικοὶ μελοποίησαν τιμητικοὺς ὕμνους πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ Ἔρωτα καὶ τοὺς τραγουδοῦσαν μὲ ἰμερόεσσα φωνῇ, τὴν δοθεῖσα ἐκ τῶν Οὐρανιώνων Μουσῶν, ὅπως λέει κι ὁ Ἡσίοδος: «δότε δ᾽ ἱμερόεσσαν ἀοιδήν». (θεογονία, στίχ. 104).
Ἀργότερα, ὅμως, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ παραδόσεις καὶ τὰ ἔθιμα ποὺ τοῦ θεοῦ Ἔρωτα, ἀφορίσθηκε λόγῳ τῆς παραφθαρμένης εἰδωλολατρικῆς ἔννοιας.
Ὡστόσο, στὴν νεότερη ἐποχῇ, ἕνας φωτισμένος ἱερέας τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου, στὰ λεχθέντα του, ἐπανέφερε τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ἔρωτος. Γιὰ παράδειγμα, ὁ γάλλος κληρικὸς Jean - Claude Larcet λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἀληθὴς ἔρως εἶναι πάντοτε φαεινὸς ὡς ἡ ἠῶς καὶ σιωπηλὸς ὡς ὁ τάφος». Ἐδῶ λοιπόν, παρομοιάζεται ὁ ἀληθινὸς καὶ ἁγνὸς ἔρως μὲ τὴν ὁμηρικὴ Ἠῶ ἤτοι τὴν αὐγὴ ποὺ λάμπει.
Διὰ ταῦτα, οἱ μουσικοσυνθέτες τῆς Εὐρώπης, μὲ πρωτοπόρο τὸν Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ, μελοποίησαν χριστιανικοὺς ὕμνους, ὑπὸ τὴν μορφὴν ρομαντικῆς καντάτας, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὴν Ὀρφικὴ θεολογικὴ διδασκαλία τῆς οὐρανίου ἐπενέργειας τοῦ θείου Ἔρωτος - Διόνυσου - Φάνη εἰς τὴν δημιουργία του σύμπαντος κόσμου. Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι στὰ πρώιμα χριστιανικὰ χρόνια, οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ποὺ ζοῦσαν στὶς κατακόμβες συνταύτιζαν τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ τὸν Διόνυσο ὡς δημιουργό του σύμπαντος καὶ τὸν Ἀπόλλωνα ὡς ἥλιο.
Ἐπιπλέον, οἱ ὁμηρικοὶ στίχοι τῆς Ἰλιάδος ἀναδεικνύουν τὴν μακραίωνη παράδοση τῶν Ἑλλήνων νὰ τραγουδοῦν μὲ συνοδεία κιθάρας τὰ ἐρωτικά τους τραγούδια. Ὁ τραγουδιστὴς τοῦ λίνου μὲ θελκτικὴ -ἐρωτικὴ -κανταδόρικη φωνῇ τραγουδάει μὲ τὴν συνοδεία τῆς ὑψίφωνης φόρμιγγας κιθάρας. Ἰδοὺ καὶ οἱ στίχοι: «τοῖσιν δ' ἐν μέσσοισι πάϊς φόρμιγγι λιγείῃ ἱμερόεν κιθάριζε, λίνον δ' ὑπὸ καλὸν ἄειδε λεπταλὲῃ φωνῇ·» (ράψ. Σ, στίχ. 570).
Τὴν παράδοση τῶν ὑψιφώνων κιθαρωδικῶν μελῶν ἐπισημαίνει ἡ ἱστορικὴ καταγραφῇ περὶ τῶν Ζακυνθινῶν κιθαρωδὼν τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἐπιπλέον, γίνεται ἐφικτὸ νὰ διευκρινιστεῖ, διατί, ἡ παρουσία τῆς κιθάρας, λειτουργεῖ ὡς βασικὸ συνοδευτικὸ ὄργανο τῆς καντάδας - σερενάτας.
Κατ' ἀρχήν, λόγῳ τοῦ ὅτι βασίζεται στὴν ἐπὶ μέρους συνταύτιση τῆς ἐτυμολογίας της μὲ τὴν Οὐρανία - Κυθέρεια Ἀφροδίτη (Ὡς Οὐρανία θεᾷ – προστάτης τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἁγνοῦ ἔρωτα, μὲ κύριο τόπο λατρείας τὰ Κύθηρα). Φαίνεται, ὅτι, τὸ Κυθέρεια καὶ ἡ κιθάρα συνταυτίζονται ἐτυμολογικὰ ἔχοντας ὡς βασικὸ παραγωγικὸ τὸν ρηματικὸ τύπο κεύθω.
Ἡ ἐτυμολογία τῆς ὀνοματοθεσίας της κιθάρας ἢ κίθαρις, σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τοῦ Ἰωάννη Ζωναρά, τοποθετεῖται στὶς λέξεις κεύθω καὶ ἔρως (κίθαρις. παρὰ τὸ κεύθειν τὸν ἔρωτα/λεξικὸ Ἰω. Ζωναρά). Στὴν κυριολεξία σημαίνει ὁ κεκρυμένος ἔρωτας. Τέτοιος ἔρως ἦταν ὁ ἁγνὸς ἔρως ποὺ ἐξέφραζε ἡ Οὐράνια Ἀφροδίτη.
Ἄλλωστε, γνωστὴ Ἀθηναϊκὴ καντάδα τοῦ 1956 μὲ τίτλο "Ἡ ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ" ἐπισημαίνει τὴν ἁγνότητα τοῦ ἔρωτος τοῦ κεκρυμμένου πίσω ἀπὸ τίς γρίλιες. Ὁ στίχος στηρίχτηκε στὴν προϊοῦσα ποιητικὴ δημιουργία τῆς Ἀθηναϊκῆς ρομαντικῆς σχολῆς. Διὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, ἰδοὺ καὶ ὁ στίχος:
Σὲ μιὰ γειτονιὰ φτωχική
ὁ νοῦς μου συχνὰ μὲ γυρίζει
καὶ κάποιες χαρὲς ποὺ περάσανε μοῦ θυμίζει
Καὶ τώρα ἀκόμα ἀπό 'κεῖ
ποτὲ δὲν περνᾷ λιμουζίνα
κάθε μπαλκόνι γαρύφαλλα κι ἄσπρα κρίνα
Ω, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ μιὰ κιθάρα στὸ στενό
Ω, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ μὲ καημὸ γιὰ ἕναν ἔρωτα ἁγνό
Νὰ ξεχάσω ποτὲ δὲν μπορῶ
τὸν παλιὸ τὸν καλὸ τὸν καιρό
μιὰ γωνιὰ στὴν παλιὰ γειτονιά
Παράθυρο μισόκλειστο
κι ἡ πρώτη μου ἀγάπη στὴ γρίλια
τοῦ ἔρωτα ἡ πρώτη χαρὰ καὶ ἡ πρώτη ζήλια
Φεγγάρι ἀσημί, γελαστό
ποὺ παίζει στῆς λεύκας τὰ κλώνια
Πόσο ὡραῖα τ' ἀξέχαστα αὐτὰ τὰ χρόνια
Ω, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ μενεξὲς τὸ πρωινό
Ω, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ, ὦ κι ἁπαλὸ τὸ γλυκὸ δειλινό
Νὰ ξεχάσω ποτὲ δὲν μπορῶ
τὸν παλιὸ τὸν καλὸ τὸν καιρό
μιὰ γωνιὰ στὴν παλιὰ γειτονιά
(Στίχοι: Γιῶργος Ἀσημακόπουλος & Βασίλης Σπυρόπουλος & Πάνος Παπαδούκας)
Οἱ ὀξύτονοι στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ, ἐννεασύλλαβοι καὶ ἕκαστος ἀπὸ ἕναν δωδεκασύλλαβο καὶ δεκαπεντασύλλαβο, μελοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν Γιῶργο Μουζάκη σὲ τρίσημο ρυθμικὸ πόδα (3/4) βασιζόμενο στὴν ρυθμοποιία τοῦ χοροῦ βάλς, ποὺ συνηθίζονταν ὡς μετρικὸς πόδας στὰ μεταπολεμικὰ κανταδόρικα τραγούδια.
Ἐπιπλέον, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι, στὶς καντάδες ἢ σερενάτες ἢ πατινάδες συνηθίζονταν ἡ χρήση τῆς ρυθμοποιίας τῶν δισήμων 2/4, τρισήμων (βὰλς 3/4 ἢ 3/8) καὶ τετρασήμων 4/4 καὶ ἐξασήμων (βαρκαρόλα 6/8).
ЭIЄ
Ὁ Σειρῆνος, Σειρῆνα κι σερενάτα
Ὁ Σειρῆνος, πληθυντικὸς ἡ Σειρῆνα, φαίνεται ὅτι ταυτίζεται μὲ τὸ ἄστρο τοῦ Κυνὸς τὸν Σείριο. Ὁ Σειρῆνος εἶναι τὸ πουλὶ καναρίνι καὶ ἐτυμολογεῖται ὡς ἑξῆς: καναρίνι < βενετικὴ διάλεκτο canarin +-i < γαλλικὴ canarie < ἱσπανικὴ canario < λατινικὴ Canariae insulae = νησιὰ μὲ πολλοὺς σκύλους< canarius < canis,= σκύλος - κύνας. Ἡ ἄλλη λοιπὸν ἐκδοχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Σερήνου εἶναι τὸ κυνάριον (κανάριον μεταβολὴ τοῦ ὑ σὲ ἂ λόγῳ διαλεκτικῆς προφορᾶς), δηλαδὴ ἐκ τοῦ ἄστρου του Κύνα < κυνάριον.
Ὁ Σειρῆνος Τιμπράδο ἢ Τιμπράντο (τοῦ εἴδους Serinus Canaria ἐκ τῶν κανάριων νήσων ἀγριοκάναρα) φημίζεται γιὰ τὸ ὑψίφωνο μελωδικὸ καὶ ποικιλματικὸ κελάηδισμα του, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ σαγηνέψει τὸ θηλυκό του εἴδους του. Στὴν οὐσία θὰ λέγαμε ὅτι τῆς κελαηδεὶ σερενάτες, προσπαθῶντας νὰ τὴν πείσει νὰ ζευγαρώσουν. Χαρακτηριστικὸ ποίκιλμα τοῦ Σειρήνου Τιμπράντο, εἶναι κατὰ πολὺ παρόμοιο μὲ τὸ βιμπράτο της ἀνθρώπινης φωνῆς [4].
Ἡ παλμικὴ δόνηση μιᾶς ἐλαφριᾶς διακύμανσης ἤτοι ἐπονομάζεται βιμπράτο, ὅπως προαναφέραμε, εἶναι ἕνα φωνητικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ ἐπιτυγχάνεται διὰ μακρόχρονης φωνητικῆς ἀσκήσεως. Μεγάλες φωνές, ὅπως ὁ Ἐνρίκο Καροῦζο της ὄπερας κι ὁ Ἀντώνης Διαμαντίδης ἢ Νταλγκὰς τοῦ Σμυρναίικου τραγουδιοῦ χρησιμοποιοῦσαν τὸ βιμπράτο μὲ τὸν πιὸ ἀριστοτεχνικὸ τρόπο κυρίως ὅταν ἑρμήνευαν τὰ ἐρωτικὰ ἄσματα.
Παράλληλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σειρίνο - καναρίνι, μὲ τὸν Σείριο συνδέεται καὶ ἡ Σειρῆνα. Ἡ Σειρῆνα, ἦταν ἕνα μυθολογικὸ ὀν μὲ μορφὴ στρουθίου καὶ κεφάλι ἀνθρώπινο ἐνῶ σὲ μιὰ ὕστατη παραλλαγῇ μὲ κεφάλι καὶ σῶμα ἀνθρώπινο καὶ οὐρὰ ψαριοῦ σὰν τὴν γοργόνα. Βέβαια, ἡ Σειρῆνα δὲν ἦταν μία ἀλλὰ πολλές, ἄλλοτε τέσσερις κι ἄλλοτε ὀκτώ. Ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἕνα πολυφωνικὸ σχῆμα μὲ τετράφωνο σχῆμα στὴν πρώτη ἐκδοχὴ καὶ πολυφωνικὸ ὀγδόης στὴν δεύτερη. Τὰ ἄσματα τοὺς ἦταν κιθαρωδικὰ καὶ θελκτικά, ὅπως οἱ καντάδες (δὲς ἐτυμολ. λέξῃς κατάδω), καὶ μάγευαν ὅσους τὰ ἄκουγαν.
Στὸ βιβλίο "Ἐκλογὴ Ἱστοριῶν" δίδεται ἀναφορὰ τῆς μελίρρυτης κιθαρωδικὴς τέχνης μὲ τὰ ἑξῆς σχόλια: "ὁ δὲ νεώτερος Πλούταρχος ἐξέθετο, ὅτι οἱ Σειρῆνες γυναῖκες ἦσαν πόρναι οἰκοῦσαι τὰς λεγομένας πέτρας νήσους καὶ τοὺς παριόντας ξένους κολακείας ἡδονῶν καὶ ἀσμάτων καὶ κιθαρῶν μέλεσι θέλγουσαι, ἡπάτων τους παριόντας." [ANECDOTA GRAECA σέλ. 212-213].
Παρόμοια ἠδυφωνία παρουσίαζε καὶ τὸ γένος τῶν Ἀθηναίων, ὅπως τὸ καταγράφει ὁ Δημήτριος Καμπούρογλου στὸ βιβλίο του "Ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν", μὲ τὰ ἑξῆς σχόλια: «...ἐξ ὧν συμβαίνει τοὺς νῦν Ἀθηναίους τινὰς ἤδη βαρβαρωθέντας φύσει μνήμονας καὶ εὐφώνους εἶναι, μέλεσι διαφόροις θέλγειν, ὡς Σειρήνων μέλῃ τους ἀκούοντας...» (Ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν τόμος Γ, σέλ. 32). Ἐπίσης, καὶ οἱ ξένοι περιηγητὲς παρατήρησαν τὴν μελίγηρυν (γλυκιὰ) φωνῇ τῶν Ἀθηναίων, ὅπως διέσωσε στὸ βιβλίο του "Ξένοι Περιηγητὲς" ὁ Σιμόπουλος.
ЭIЄ
Ὁ συγκριτισμός της καντάδας - σερενάτας μὲ τὸ ἀρχαῖο ποιητικὸ μέτρο
Ὅπως διαπιστώσαμε στὶς παραπάνω σημειώσεις τὸ εἶδος τῆς καντάδας, στὴ λυρική του μορφή, ἕλκει τίς καταβολές του ἀπὸ τὴν ἀρχαία ὑμνωδία. Τὸ ὕφος τῆς μουσικῆς ὅταν ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ ποιητικὰ μέτρα μεταλλάσσεται ἀπὸ λαϊκὴ δημιουργία σὲ λόγια.
Ἐνδεικτικὰ ἐρωτικὰ ἄσματα τῆς καντάδας, λόγιας γραφῆς, εἶναι ἡ "Ἀνθισμένη Ἀμυγδαλιὰ" σὲ στίχους Γεωργίου Δροσίνη, "Ἡ νύχτα φεύγει ὀλόχαρη ἢ Σερενάτα" Σημαντικὴ καντάδα - νυκτωδία ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ ἐπονομαζόμενη "Σερενάτα" ἢ ἀλλιῶς "Ἡ νύχτα φεύγει ὀλόχαρη" σὲ μουσικὴ τοῦ Τίτου Ξηρέλη καὶ στίχους τοῦ ποιητῆ Ἰωάννη Πολέμη:
Σερενάτα
(Ἡ νύχτα φέγγει ὀλόχαρη)
Ἡ νύχτα φέγγει ὀλόχαρη,
νεράϊδα μου, κοιμᾶσαι
ἢ βλέπεις τ' ἄστρα κι ἀγρυπνάς
κι ἐμένανε θυμᾶσαι.
Κι ἂν ἔρθει ὁ ὕπνος, μυστικά
τὰ βλέφαρά σου κλείσει,
ὁ ἔρως μου, σὰν ὄνειρο
θά 'ρθεῖ νὰ τὰ φιλήσει.
Κι ἄν ἄγρυπνη, τ' ἄστρα θωρεῖς,
ὅπου ψηλὰ φωτίζουν,
τ' ἄστρα κι ἐγὼ θὲ' νὰ θωρῶ
κι ἔτσι οἱ ματιές μας σμίγουν.
Στὸν ἄνωθεν στίχο τοῦ κανταδώρικου τραγουδιοῦ τῶν Ἀθηνῶν εὐκρινὴς γίνεται ἡ ὁμοιότητα τῆς ἔννοιας τοῦ στίχου "ἢ βλέπεις τ' ἄστρα κι ἀγρυπνὰς" μὲ τὸ ἀρχαῖο Σαπφικὸ στίχο «ὀφθάλμοις δὲ μέλαις νύκτος ἄωρος»(Poetae Lyrici Graeci - Poetae Melici part III, Lipsiae Sappho, 58.[39]. σελ. 839).
Ἐπίσης, σημαντικὸ δεῖγμα ἀρχαίου ἄσματος, ποὺ διασώθηκε μέσα στοὺς αἰῶνες, διατρανώνει τὴν συνέχεια τῆς νυχτερινῆς ὠδῆς στὰ ἑλληνικὰ μουσικὰ δρώμενα ἐδῶ καὶ 2.700 χρόνια. Πρόκειται γιὰ τὴν νυκτωδία τῆς βαρβιτωδοῦ Σαπφοῦς ἀπὸ τὴν Λέσβο. Τὸ τετράστιχο ποίημα ποὺ διεσώθη λέει τὰ ἑξῆς:
Δέδυκε μὲν ἀ σελάννα καὶ Πληΐαδες,
μέσαι δέ νύκτες, πάρα δ' ἔρχετ' ὤρα,
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω.
μετάφραση:
[Νά, τὸ φεγγάρι ἔγειρε,
βασίλεψε κι ἡ Ποῦλια,
νὰ τὸ φεγγάρι ἔγειρε,
βασίλεψε κι ἡ Ποῦλια.
Εἶναι μεσάνυχτα, περνᾷ, περνᾷ ἡ ὥρα,
κι ἐγὼ κοιμᾶμαι μόνη μου.]
Ἐπίσης, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν καὶ τὰ ἐρωτικὰ ἄσματα τοῦ Ἀλκμάνος, ὅπως τὸ δίστιχο ἐντεκασύλλαβο λιανοτράγοδο ποῦ ἀκολουθεῖ ἐγκωμιάζοντας τὸν ἔρωτα:
῎Ερως με δαὖτε Κύπριδος ἕκατι
γλυκὺς κατείβων καρδίαν ἰαίνει.
Ὁ ἐντεκασύλλαβος πόδας του Ἀλκμάνος καὶ τὸ λυρικό του στοιχεῖο ἐπηρέασε ἄρδην τὴν ναπολιτάνικη κανσονέτα, τὸ πολυφωνικὸ μαδριγάλι, τὴν γαλλικὴ βιλανέλλα καὶ τὴν καντάτα. Τὰ προαναφερθέντα εἴδη εἶναι οἱ πρώιμες μορφὲς τῆς καντάδας - σερενάτας.
Μιὰ ἄλλη μορφὴ τραγουδίσματος τῶν ἀρχαίων θεατρικῶν δρωμένων ποὺ μπορεῖ νὰ συσχετίζεται μὲ τὸ εἶδος τῆς καντάδας ἦταν ἡ ἰλαρωδία. Ἡ ἰλαρωδία ἦταν ἕνα θεατρικὸ εἶδος ποὺ ἀφοροῦσε τὴν τέχνη τοῦ Ἰλαρωδοῦ. Ὁ Ἰλαρωδὸς θεωροῦνταν ὁ τραγουδιστὴς τῶν εὔθυμων τραγουδιῶν ποὺ πολλάκις σατύριζε πρόσωπα καὶ καταστάσεις τῆς καθημερινότητας.
Στὴ παραδοσιακὴ μουσικὴ τῆς νεοτέρας ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν διατηρήθηκε ζωντανή ἡ ἀρχαία τέχνη τῆς ἰλαρωδίας, ὅπως ὁμοίως ἀποκαλύπτουμε στὸ νυκτερινὸ ἄσμα τῆς λαϊκῆς καντάδας "Βιάσου Δημητρούλα". Ἰδοὺ καὶ οἱ περιπεκτικοὶ στίχοι:
Βιάσου Δημητρούλα τρούλα τρούλα
Βιάσου Δημητρούλα πᾶρε μέ
καὶ στὴν ἀγκαλιά σου ἀγκαλιά σου ἀγκαλιά σου
ἄνοιξε καὶ βάλε μέ
Ὀοοοοοοο ἀγκινάρες καὶ κουκιά
κόκκινες καλὲς ντομάτες
δυὸ δεκάρες τὴν ὀκά
Οἱ Ἰλαρωδοὶ ὑπῆρξαν μία σοβαρὴ συντεχνία ποὺ ἔχαιρε μεγάλου σεβασμοῦ στὰ θεατρικὰ δρώμενα. Ἔκφανση τῆς Ἰλαρωδίας ἀποτελοῦσε ἡ Ἰλαροτραγωδία. Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἰλαρωδίας ἀνάγονται στὴν ὁμηρικὴ ποίηση, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ βατραχομυομαχία. Ἐκεῖ, ὁ Ὅμηρος, περιγράφει τὴ φωνῇ ἑνὸς κήρυκα μὲ τὴ λέξῃ ἠπύτας, δηλαδὴ μεγαλόφωνος, μὲ δυνατὴ φωνῇ ὅπως οἱ βαρύτονοι & οἱ τενόροι ποὺ συνήθιζαν νὰ ἄδουν τίς ἄριες - ἀρέκιες, καντάτες - καντάδες. Ἐν ὀλίγοις, ἡ ἰλαρωδία συσχετιζόμενη μὲ τὸν κῶμο ἔλαβε μέρος στὶς Ἀριστοφανικὲς κωμωδίες. Γιὰ παράδειγμα, στὶς "Ἐκκλησιάζουσες" τοῦ Ἀριστοφάνη γίνεται ἕνας δραματοποιημένος ἐρωτικὸς διάλογος ἑνὸς νέου καὶ μιας νέας. Οἱ σύγχρονοι ἐρευνητὲς φιλόλογοι ἔχουν καταλήξη στὸ συμπέρασμα ὅτι, τὸ ἐμβόλιμο τραγούδι, ποὺ δὲν συντάχθηκε στὸ χειρόγραφο τοῦ ἔργου, ἦταν μιὰ ἐρωτικὴ διωδία τοῦ τύπου σερενάτας - καντάδας.
Ὡστόσο κατά τὸ τέλος τοῦ ἔργου καταγράφεται ἕνας χορὸς ποὺ τραγουδάει ἕνα χορικὸ ἄσμα μὲ στιχουργικὲς φράσεις ποὺ θυμίζουν τὸ προαναφερθὲν ἀθηναϊκὸ κανταδώρικο ἄσμα "Βιάσου Δημητρούλα".
Χορός:
καὶ τάσδε νῦν ...
Λαγαρὰς τοῖν σκελίσκοιν τὸν ῥυθμόν.
τάχα γὰρ ἔπεισι
λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεο-
1170 κρανιολειψανοδριμυποτριμματο-
σιλφιοτυρομελιτοκατακεχυμενο-
κιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα-
λεκτρυονοπτεκεφαλλιοκιγκλοπε-
λειολαγῳοσιραιοβαφητραγα-
1175 νοπτερυγών: σὺ δὲ ταῦτ᾽ ἀκροασάμενος
ταχὺ καὶ ταχέως λαβὲ τρύβλιον:
εἶτα λαβὼν κόνισαι
λέκιθον, ἵν᾽ ἐπιδειπνῇς:
ἀλλὰ λαιμάττουσί που.
1180 αἴρεσθ᾽ ἄνω, ἰαὶ εὐαί.
δειπνήσομεν, εὐοῖ εὐαί,
εὐαί, ὡς ἐπὶ νίκῃ:
εὐαί, εὐαί, εὐαί, εὐαί.
Ἐν κατακλεῖδι, οἱ λιγοστὲς ἐνδείξεις ποὺ παρέθεσα στὸ μικρὸν τοῦτο πόνημα, ἀναδεικνύουν ἐμπεριστατωμένα τὴν μακραίωνη συνέχεια τῶν μουσικῶν δρωμένων στὴν περιοχὴ τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου καὶ δὴ τῆς Ἀθηναϊκῆς γῆς. Ἐνδείκνυται δὲ νὰ ἐπισημανθεῖ ἡ ἐπιστημονικότητα τῆς ἑλληνικῆς μουσικοποιητικῆς παραδόσεως μετὰ τῆς μακραίωνης φιλοσοφικῆς ἐμβάθυνσης, ἐπιρροῆς καὶ ἐμπνεύσεως, τῶν ἀρχαίων ποιητῶν - μελωδῶν - κιθαρωδὼν - λυρωδών.
Οἱ νεότερες γενιὲς τῶν Ἑλληνοπαίδων ποὺ παρέλαβαν αὐτὸν τὸν θησαυρὸ τῆς ἀρχαϊκῆς, κλασικῆς, ἑλληνιστικῆς καὶ βυζαντινῆς περιόδου, προσδίδοντας καὶ τὴν μουσικότητα τῆς ἐποχῆς τους, κατάφεραν, κυρίως εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, νὰ δημιουργήσουν τὴν ἐποποιία τοῦ ἐλαφροῦ κανταδόρικου τραγουδιοῦ, τὴν παννελληνίως γνωστὴ τοῦ πάλαι ἀθηναϊκὴ καντάδα.
Ὑποσημειώσεις
[1]. Ὅταν ἐπῆλθε μετάβαση ἀπὸ τὴν πολυφωνία στὴν ἁρμονία παρέμειναν σὲ χρήση μονάχα δύο ἐκκλησιαστικοὶ τρόποι, προερχόμενοι ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοελληνικοὺς μουσικοὺς νόμους ὁ Ἰωνικὸς καὶ ὁ Αἰολικός. Ἔκτοτε, ἐπικράτησε ὁ μείζων καὶ ὁ ἐλάσσων τρόπος καὶ τὰ ἀμφότερα παράγωγά τους, δηλαδὴ οἱ τρίφωνες συγχορδίες.
[2]. Τὸ ναπολιτάνικο τραγούδι δὲν προέρχεται ἀπὸ μιὰ λαϊκὴ μουσικὴ σύνθεση. Εἶναι ἕνας μουσικὸς ὅρος ποὺ σημαίνει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀμέτρητων ἀρχαίων αὐτοσχεδιασμῶν καὶ διασκευῶν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἀπὸ ἀνώνυμους τροβαδούρους. Ὡστόσο, ὁρισμένες φορὲς χαρακτηρίζεται κι ὡς λαϊκὴ μουσική, καθὼς ἡ ἔκφρασης τοῦ ἀντικατοπτρίζει τὸ αἴσθημα τῆς εὐφορίας, τῆς μελαγχολίας τῆς χαρᾶς, τῆς μοιρολατρίας καὶ χιλιάδες ἄλλα συναισθήματα ποὺ ὁ ναπολιτάνικος χαρακτῆρας ἔχει κληρονομήσει ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνική του καταγωγή. Πολλὲς ἀπὸ τίς σύγχρονες σερενάτες ἔχουν μεταβιβαστεῖ στὴν Βενετία κι ἔχουν μετατραπεῖ σὲ θαλασσινὰ ἄσματα του ναύτη. Οἱ γονδολιέρηδες (gondoliers) τραγουδοῦν αὐτὰ τὰ τραγούδια γιατί θέλουν οἱ τουρίστες νὰ τὰ ἀκούσουν. Γι' αὐτοὺς τὸ O sole mio, τὸ Funiculi Funicula, τὸ Santa Lucia κ.α. θεωροῦν ὅτι εἶναι ἡ Ἰταλία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα. Αὐτὰ εἶναι la canzone di Napoli, δηλαδὴ τὰ τραγούδια της Νάπολη, ἤτοι τῆς Νεαπόλεως ἀποικίας τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων.
[3]. Σερενάτα καὶ Σείριος φαίνεται νὰ συνδέονται ἀφοῦ ἡ λέξῃ Σείριος προέρχεται ἐκ τοῦ ἐπιθέτου σειρὸς = καυτός, ἐξὸν καὶ τὰ κυνικὰ καύματα. Δὲς λεξικὸ τοῦ Εὐάγγελου Μαντουλίδη, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, λῆμμα Σείριος (=θερμός, καυστικός). Ἀπ' τὸ σειρός (=θερμός). Ἴσὼς ἔἶναι συγγενικὸ μὲ τὸ ἔἵλη (=ζέστη τόῦ ἥλιου).
[4]. Παρόμοιο ποίκιλμα τῆς φωνητικῆς τέχνης εἶναι καὶ τὸ μέλισμα τὸ ὁποῖο ἐκ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φωνήσεως διατηρήθηκε καὶ στὴν βυζαντινὴ ψαλμωδία.
Βιβλιογραφία
- Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἀποκριάτικη νυχτιά
- Γεώργιος Φαῖδρος, Περὶ Σμυρναϊκοῦ μανέ, ἐκδ. Κουλτούρα 1881
- CarloFedele,http://www.linkabile.it/la-napolimusicale-dalla-serenata-al-melodramma-dal-1200al-1700/
- Θεόδωρος Ἀξιώτης, Παραδόσεις ἀπὸ τὸν Σείριο, ἐκδ. Γεωργιάδης, Ἀθήνα
- A, NECDOTA GRAECA, E CODD. MANUSCRIPTIS, BIBLIOTHECAE REGIAE PARISIENSIS, edit J.A. CRAMER, S.T.P. VOL. II OXONII, E TYPOGRAPHEO ACADEMICO, MDCCCXXXIX
- IOHANNISZONARAELEXICΟΝ,ILIPSIAEsvмт1вvssIEGFR.LEвR.сRvsII MIIDCCCVIIT
- Πάπυρος Larousse Britannica, Ἀθήνα 2007
- Ρωμαίικα τραγούδια POPVLARIA CARMINA edit ARNOLDVS PASSOW, ἐκδ. Χ. Τεγόπουλος Ν. Νίκας, Ἀθήνα
- Δ. Σκαρλάτου του Βυζαντίου, Λεξικὸν ἐπίτιμον τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἔκδοση Ἀνδρέου Κορομηλὰ τοῦ Ἀθηναίου, Ἀθήνα 1839
- Νεότερο ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ τοῦ Ἡλίου, ἐκδ. Ἰωάννης Πασσάς, Ἀθήνα