Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

 ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: ΕΛΑΣΣΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

 Σήμερον ἑορτάζει ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἑλλήνων, ἡ Ἀθήνα, μετὰ τοῦ Πολιούχου αὐτῆς Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπικράτεια φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. 
 Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ ἥρωος Κανθάρου [διὰ τοῦτο καὶ Λιμὴν Κανθάρου].
 Ἕν ὀλίγοις ἕνας Ἅγιος φωστήρας τῶν Ἀθηνῶν ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος Διονύσιος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου ποὺ ἑορτάζει τὴν ἐπαύριον, ἑορτάζει τὴ σήμερον.
 Ὁ Ἅγιος Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρξε γόνος μιᾶς εὐγενοῦς, ἀρχοντικῆς καὶ αὐτόχθονος οἰκογένειας τῶν Ἀθηνῶν, γεγονὸς ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ λάβει τὴν ὕψιστη μόρφωση τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ ἀνέλθει στὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστῆ τοῦ Ἀρείου Πάγου. 
 Ἡ βαθιά του ἐξοικείωση μὲ τὸν Πλατωνισμὸ καὶ τὴν κλασικὴ φιλοσοφία ἀποτέλεσε τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο, πάνω στὸ ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἡ μετέπειτα ὑψηλὴ θεολογική του σκέψη.
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὁ Ἅγιος Διονύσιος συνδεόταν μὲ στενὴ συγγένεια μὲ τὸν Ἅγιο Ἱερόθεο, τὸν πρῶτο Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἦταν θεῖος του. 
 Ὁ Ἱερόθεος, ὡς θεῖος καὶ πνευματικὸς καθοδηγητής, στήριξε τὸν ἀνηψιό του Διονύσιο στὰ πρῶτα του βήματα στὴ χριστιανικὴ πίστη, σφυρηλατώντας μιὰ μοναδικὴ σχέση μαθητείας καὶ πνευματικοῦ δεσμοῦ. 
 Ἱερόθεος καὶ Διονύσιος, ἄξιοι συνεχιστὲς τῶν Ἀθηναίων κλασικῶν φιλοσόφων, κατάφεραν νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια, αὐτὴν ποὺ ἀναζητοῦσαν ἀρειμανίως οἱ προγόνοι τους... κι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός...τὰ ὑπόλοιπα θεμιτὰ ἀλλὰ ὑποδεέστερα.

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

  Ἡ Ἁγία Γραφή, στὸ κεφάλαιο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἐξιστορεῖ τὴν ἔλευση τοῦ Παύλου στὴν Ἀθήνα, ὅπου κηρύττοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὁ πρῶτος ποὺ πίστεψε δημοσίως ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα ἄρχοντες ἀρεοπαγίτες μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος. Μαζί του, στὸ ἱστορικὸ ἐκεῖνο κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, βρισκόταν καὶ ἡ σύζυγός του, ἡ ἀτθίδα Ἁγία Δάμαρις.
 Ἡ Δάμαρις, γυναίκα εὐγενικῆς καταγωγῆς μὲ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα, συμπορεύθηκε ἀμέσως μὲ τὸν σύζυγό της καὶ κατέστη ἡ πρώτη Ἀθηναία ποὺ πίστεψε δημοσίως στὸν Χριστό, ἀποτελώντας τὴν πρώτη γυναικεία πνευματικὴ κοιτίδα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.  
  Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Δάμαρις τιμᾶται ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν σύζυγό της Ἅγιο Διονύσιο τὴν 3η Ὀκτωβρίου. Τὸ ὄνομα φέρεται νὰ προέρχεται ἀπὸ ἑλληνικὴ ρίζα, ὅπως Δάμαρ = σύζυγος [ἐπεξήγηση τοῦ ἐτυμολογικοῦ λεξικοῦ Magnum], Δάμαλις = ἀγελάδα, σύμβολο τοῦ Διονύσου [ὁ Κίρχνερ στὴν Ἀττικὴ Προσωπογραφία καταγράφει τὸ ὄνομα μιᾶς Ἀθηναίας τοῦ 4ου αἰώνα π.Χ. μὲ τὸ ὄνομα Δάμαλις > ρωτακισμὸς τοῦ λάμδα: Δάμαρις] καὶ Δῆμος + ἄριστος = ἀρίστη ἐν δήμῳ.
 Ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ περισσότερο ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ἦταν οἱ εὐφυΐες τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Ὑπῆρξαν πολυπράγμονες καὶ πανεπιστήμονες κι ὅμως πίστεψαν στὸν Χριστό.
  Ἡ πνευματικὴ ἐπικράτεια καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου φθάνει ἕως τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς. Ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ ὑπάρχων ἱερὸς ναός του, ἐπὶ τῆς περιοχῆς ὅπου σημειοῦται ὑπὸ τῶν περιηγητῶν ἱστορικῶν τὸ ἡρῶον τοῦ προϊστορικοῦ Ἀθηναίου ἥρωος Κανθάρου, διὰ τοῦτο καὶ ὁ κεντρικὸς λιμένας ὀνομαζόταν Λιμὴν Κανθάρου. 
 Πρόκειται γὰ τὸν ἱστορικὸ Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν ἀρχαιότερο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς πόλης.
 Κατὰ τὴ μελέτη τοῦ Κωνσταντίνου Κοντογόνου, καθηγητῆ τῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ὄθωνος καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ριζάρειο Σχολή, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ταξίδεψε, ἔπειτα, στὴ Γαλλία γιὰ τὴ διάδοση τῆς πίστεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Βίοι τῶν Ἁγίων, ἐν ἔτει 1851).
 Ἐκεῖ, μαζί μὲ τοὺς Ἀθηναίους συναθλητές τῆς πίστεως Ἐλευθέριο καὶ Ρούστικο, λαμβάνει τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἔπειτα ἀπὸ τὸν διατεταγμένο ἀποκεφαλισμό του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους...
  Σήμερα, στὴν περιοχὴ αὐτὴ τοῦ Παρισιοῦ, πρὸς τιμὴν τοῦ μαρτυρήσαντος ἁγίου, ὑπάρχει τὸ προάστιο μὲ τὴν ὀνομασία Σαὶντ Ντενί (Saint-Denis), ὅπου καὶ ὁ καθεδρικὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐξ Ἀθηνῶν. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ ἐν λόγω προαστίου ὀνομάζονται τιμητικῶς Dionysiens...
  Κάτωθι, οἱ εἰκόνες ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά... ἐπίσης ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ καὶ τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι.
  Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν...μετὰ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου Παναγίας Ἀθηνιώτισσας, τῆς ἀπ' αἰῶνος προστάτιδας τῆς πόλης.

 Χρόνια πολλά!!










Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Κολωνάκι μὲ τὶς περίφημες ἁγιογραφίες τοῦ Σπύρου Βασιλείου [1936–1939] καὶ τὰ περισπούδαστα ψηφιδωτά.
Ὁ καλλιτέχνης συνδύασε μὲ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ τόλμη τὴν κύρια σκηνὴ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν Γολγοθᾶ μὲ τὸ θεολογικὸ γεγονὸς τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ τοπικὴ προσαρμογή της (contextualization): ὁλόκληρο τὸ θεολογικὸ αὐτὸ δράμα ἐξελίσσεται κάτω ἀπὸ τὸν ἱερὸ βράχο τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιλογή, ὁ Βασιλείου συνέδεσε ὁπτικὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μὲ τὸ οἰκουμενικὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐντάσσοντας τὴν ἴδια τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν μέσα στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]


Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ 
[ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ & ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ]
Ὁ καθεδρικὸς ναὸς Σαὶντ - Ντενὶ στὸ Παρίσι. 

Ἀπολυτίκιον (Ἦχος γ΄) 
(ποίημα Αποστόλου Βαλληνδρά):
«Χαίρει ἔχουσα Ἀθηνῶν πόλις ἀντιλήπτορα καὶ πολιοῦχον τὸν πρωτεπίσκοπον αὐτῆς Διονύσιον, Ἀρχιερέων λαμπρὸν ἐγκαλλώπισμα καὶ τῶν μαρτύρων σεμνὸν ἐπικόσμημα. Ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε τηρεῖν ἡμᾶς καὶ πόλιν σου ἀπείραστον.»

Μεγαλυνάριον (Ἦχος πλ. δ΄)
Το κλασικό μεγαλυνάριο του Αγίου που ψάλλεται κατά την Παράκληση ή τον Όρθρο:
«Τὸν τῆς Ἀθηναίων πόλεως κλέος σεπτόν, καὶ τῆς οἰκουμένης τὸν μεγάλο φωταγωγόν, τὸν ἐν ἀρεοπάγω πιστεύσαντα τῷ Παύλω, Διονύσιο τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Κοντογόνος, Κ. (1851). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος μέχρι τῶν καθ' ἡμᾶς χρόνων (Τόμος Α΄). Ἐν Ἀθήναις: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως. (Η πηγή για το ταξίδι και το μαρτύριο στη Γαλλία).
• Μπαλάνος, Δ. Σ. (1930). Πατρολογία: Οἱ πατέρες καὶ συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Παπαδόπουλος, Χ. Α. (1935). Ἡ Ἐκκλησία Ἀθηνῶν. Ἐν Ἀθήναις: Φοῖνιξ. (Ιστορία της τοπικής Εκκλησίας και των πρώτων Επισκόπων, Ιεροθέου και Διονυσίου).
• Φιλιππίδης, Λ. Ἰ. (1954). Ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀθῆναι.
• Migne, J.-P. (1857–1866). Patrologia Graeca (PG), Τόμοι 3 & 4: Dionysius Areopagita. Paris. (Περιλαμβάνει το πρωτότυπο κείμενο των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων: Περὶ θείων ὀνομάτων, Περὶ τῆς οὐρανίας ἱεραρχίας, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, Περὶ μυστικῆς θεολογίας).
• Τατάκης, Β. Ν. (1977). Ἡ Βυζαντινὴ Φιλοσοφία. Ἀθήνα: Ἑταιρεία Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καὶ Γενικῆς Παιδείας.
• Τσέλλερ, Ἐ. - Μπαλάνος, Δ. (1920). Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας. Ἐν Ἀθήναις.
• Dodds, E. R. (1963). The Greeks and the Irrational. Berkeley: University of California Press.
• Gersh, S. (1978). From Iamblichus to Eriugena: An Investigation of the Prehistory and Evolution of the Pseudo-Dionysian Tradition. Leiden: E. J. Brill.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Geoffrey Chapman. (Εξαιρετική ανάλυση για τη σχέση του Αγίου με τη φιλοσοφική σκέψη της ύστερης αρχαιότητας).  
•Καμπούρογλου, Δ. Γ. (1922). Ἱστορία τῶν Ἀθηναίων (Τόμοι Α΄-Γ΄). Ἀθῆναι: Ἐκδοτικὸς Οἶκος Γ. Βασιλείου. (Αναφορές για την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα και τις παλιές παραδόσεις της πόλης).
• Μαλτέζος, Γ. (1933). Μνημεῖα τῶν Ἀθηνῶν: Ἱστορικὴ καὶ ἀρχαιολογικὴ περιγραφή. Ἀθῆναι.
• Ἀγγελόπουλος, Ἠ. Ἰ. (1898). Περὶ Πειραιῶς καὶ τῶν λιμένων αὐτοῦ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Ἐν Ἀθήναις: Ἐκ τῶν καταστημάτων «Παλιγγενεσίας».
• Συλλογικό Ἔργο. (2002). Σπῦρος Βασιλείου: Ὁ ἁγιογράφος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Κολωνακίου. Ἀθήνα: Ἔκδοση Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Διονυσίου.
• Crosby, S. M. (1987). The Royal Abbey of Saint-Denis. New Haven: Yale University Press. (Η ιστορία του Καθεδρικού Ναού στο Παρίσι και η σύνδεση της λατρείας του Denis με τον Διονύσιο τον Αθηναίο).
• Harnack, A. von (1924). The Mission and Expansion of Christianity in the First Three Centuries. London: Williams and Norgate. (Αναφορές για τη μεταστροφή των ευγενών Αθηναίων, όπως του Διονυσίου και της Δαμάριδος).
 • Γαϊσφόρδος, Θ. / Gaisford, T. (1848). Etymologicon Magnum seu verius lexicon saepissime vocabulorum origines indagans. Oxonii: Academicus Typographus. (Ἡ βασικὴ πηγὴ γιὰ τὴ λέξη «δάμαρ = σύζυγος» καὶ τὴν ἀνάλυση τῶν ὁμορρίζων παραγώγων).
• Κίρχνερ, Ἰ. / Kirchner, J. (1901–1903). Prosopographia Attica (Τόμοι 1-2). Berolini: Typis et impensis G. Reimeri. (Τὸ μνημειῶδες ἔργο ὅπου καταγράφονται τὰ ἀττικὰ ὀνόματα τῆς κλασικῆς περιόδου, περιλαμβανομένης τῆς ἐξέλιξης τῆς ρίζας «Δάμαλις > Δάμαρις» μέσω τοῦ φαινομένου τοῦ ρωτακισμοῦ).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου