Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

 


ЭIЄ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: Ο ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΥΜΝΩΔΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

      ✟

  Ἐτησίως, τὴν 4ην Ὀκτωβρίου, ἑορτάζουμε ἕναν φωστῆρα τῆς ἑλληνορθόδοξης πίστεως, τὸν Ἅγιο Ἰερόθεο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος, ὢν πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἔζησε κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, τοὺς πρώτους δηλαδὴ χρόνους τῆς Ἐκκλησίας.
  Ὁ Ἰερόθεος καταγράφεται ὡς καλλίφωνος ὑμνωδὸς καὶ μελωδός, ἐκ τῶν πρωιμότερων, προικισμένος μὲ πολλὰ χαρίσματα πνευματικῆς παρακαταθήκης, τὰ ὁποῖα, μερικῶς, διέσωσε ὁ θεῖος αὐτοῦ καὶ ἐξ αἵματος συγγενής, ὁ ἐπίσης ἐπιφανὴς ἀνδρας τῆς πόλεως τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, Διονύσιος. 
  Ἡ ἰδιότητά του αὐτὴ δὲν ἦταν τυχαία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε τὸν ὥριμο καρπὸ τῆς κλασικῆς ἀθηναϊκῆς μουσικῆς παιδείας, τῆς λυρωδικῆς καὶ κιθαρωδικῆς τέχνης, τὴν ὁποία εἶχε λάβει κατὰ τὸν πρότερο βίο του.
 Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ ἰδιαίτερο ἠχόχρωμα καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς του, καθὼς γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἡ ἔννοια τῆς λέξεως "καλλίφωνος" συνεπαγόταν ἕνα ἀνώτατο ἐπίπεδο ἐπαγγελματικῆς φώνησης. 
 Ἡ φωνή του διακρινόταν γιὰ τὴν ὀξύφωνη καὶ σύντονη τονικότητά της, ἕναν συνδυασμὸ ὑψηλῆς συχνότητος καὶ ἀπόλυτης ἀκουστικῆς εὐθυγραμμίσεως, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν προκαλοῦσε ἔνταση, ἀλλὰ συνδυαζόταν ἁρμονικὰ μὲ ἕναν θεόληπτο ἡσυχασμό.
 Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ μουσικὴ δὲν ἦταν ἁπλὴ διασκέδαση, ἀλλὰ ὕψιστο μέσο παιδαγωγίας, ἐναρμόνισης τῆς ψυχῆς καὶ προσέγγισης τοῦ θείου.
 Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὑψηλὴ μουσικὴ κατάρτιση καὶ τὴν αἰσθητικὴ τελειότητα, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος τὴ μετακένωσε καὶ τὴ μετεβίβασε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς ἐπιτάφιες ὑμνωδίες ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε[1].   Ἡ κορυφαία στιγμὴ αὐτῆς τῆς θεοπνεύστου δημιουργίας ἐκδηλώθηκε κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στὴ Γεσθημανή. Ἐκεῖ, παριστάμενος μαζί με τὸν ἀνεψιό του, Ἅγιο Διονύσιο, καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ Ἱερόθεος ἐξέστη καὶ βγήκε ἐκτὸς ἑαυτοῦ ἀπὸ θεῖο ἔρωτα.
Ὑμνώδησε τὴν Παναγία Μητέρα μὲ τέτοιο πνευματικὸ βάθος, ὥστε, ὅπως διασώζει ὁ Διονύσιος, ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι τὸν ἄκουγαν ἐμβρόντητοι νὰ γίνεται ὁ ἴδιος «θεόληπτος ὑμνωδός», μετατρέποντας τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσικὴ παιδεία σὲ ἕναν αἰώνιο, οὐράνιο χριστιανικὸ θρῆνο καὶ δοξολογία.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Α' ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ: ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΒΑΦΙΝΗ

 Στὸν πρότερο βίο του, ὑπῆρξε μύστης καὶ ἱερεὺς τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, ὅπως παραλλήλως καὶ Πλατωνικὸς φιλόσοφος.   Παραταῦτα, ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐνδυθεῖ τὸν χριστιανικὸ χιτῶνα τῆς πίστεως ἐλήφθη ἀβίαστα, ὑπὸ τὴν κρίση τῆς βιωματικῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν φιλοσοφικῶν διδαγμάτων τόσο τοῦ Πλάτωνος ὅσο καὶ ἑτέρων Ἑλλήνων φιλοσόφων.
 Ἄμεσα κρίθηκε ἄξιος ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ ἀδελφότητα, ὥστε νὰ κατασταθεῖ πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τὰ ἔτη 50 μὲ 55 μ.Χ. Οἱ περιγραφὲς τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφάνισης τοῦ Ἁγίου σπανίζουν στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία.
 Ἐν τούτοις, συγκλονιστικὴ εἶναι ἡ μεταγενέστερη μαρτυρία ἀνθρώπων τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, μιὰ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου διέσωσε τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴν μανία τῶν Ναζὶ Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοὶ τὸ εἶχαν κυκλώσει.
  Ἡ ζωντανὴ αὐτὴ μαρτυρία περιγράφει τὸν Ἅγιο ὡς ἀνάστημα ὑψηλόν, λεπτὸν στὸ σῶμα, μὲ κάτασπρα μαλλιά, μακριὰ λευκὰ γένια καὶ ἕνα βαθύτατα γαλήνιο πρόσωπο, ἀποτυπώνοντας ἔτσι τὴν αἰώνια πνευματική του παρουσία καὶ προστασία. 
 Ἑορτὴ λοιπὸν σήμερον τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν κατὰ τὸν 1ον αἰώνα μ.Χ.
 Εὐελπιστῶ ὅτι δὲν σᾶς κουράζω, φίλτατοι ἀναγνῶστες, μὲ τὶς διαρκεῖς ὑπενθυμίσεις, καθὼς τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζω ἔχουν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τόσο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου τους, ὅσο καὶ μετὰ τὴ μετάβασή τους εἰς τοὺς οὐρανούς.
 Ὁ Ἅγιοs Ἱερόθεος, ὅπως ἀναδεικνύουν τὰ χρονικά, ἦταν γόνος εὐγενικῆς οἰκογενείας τῶν Ἀθηνῶν. Σπούδασε φιλοσοφία —ὅπως ἐξάλλου τονίζει καὶ τὸ Ἀπολυτίκιό του, ὡς «ἱεροφαντῶν τὰ ἀπόρρητα»— καὶ ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς προπάτωρ τῆς σχολῆς τῶν χριστιανῶν φιλοσόφων τῆς πόλεως, ὅπως τοῦ μετέπειτα Ἁγίου Ἀριστείδου τοῦ Φιλοσόφου. 
 Ὡς Πλατωνιστής, μυήθηκε στὰ μεγάλα Ἐλευσινία Μυστήρια καὶ ἀπέκτησε γνώσεις γιὰ τὰ θεῖα μυστήρια τῆς ἐποχῆς του, τὰ ὁποῖα εἶχαν τὶς ρίζες τους στὸν ἐνοθεϊσμό. Στὸν ἐνοθεϊστικὸ αὐτὸν πυρήνα ἐμπεριείχετο ἡ ἔννοια τοῦ «Ὄντως Ὄντος»,  ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὶς βαθιὲς  πρωτοελληνικὲς θεολογικὲς ὀνοματοθεσίες·  ὀνοματοθεσίες τὶς ὁποῖες, κατὰ παρόμοιο τρόπο, υἱοθέτησαν καὶ ἄλλοι ὅμοροι λαοί, ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Σουμέριοι.
 Δεδομένης αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας, δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ σύγχρονο ἱερατεῖο μας νὰ διακηρύττει ἀπροϋπόθετα ὅτι ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Διονύσιος ὑπῆρξαν εἰδωλολάτρες. Δὲν ἦταν εἰδωλολάτρες, διότι εἰδωλολάτρης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προσκυνᾶ εἴδωλα, κοινῶς ὁ πιστεύων στὴ θεωρία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἐπὶ τὸ πλεῖστον λάτρης τῶν κοσμοειδώλων. Ἐκεῖνοι, ἀντιθέτως, ἦσαν ἀναζητητὲς τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ.
 Ἐν ὀλίγοις, οἱ δύο αὐτοὶ Ἀθηναῖοι ἄνδρες, ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηνῶν, πρὸ τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπῆρξαν ἀναζητητὲς τῆς "οὐράνιας ἀλήθειας", ἡ ὁποία δὲν εἶχε ἀκόμη φανερωθεῖ καὶ ἐνσαρκωθεῖ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον.
 Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ φιλόσοφοι καὶ ἐπιστήμονες μὲ βαθύτατες γνώσεις, πίστεψαν παραυτίκα στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου.   Ὀξύμωρον θὰ ἔλεγε κανείς...ὡστόσο, εἶναι προφανές ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀτόμων τῆς λαϊκῆς μάζας, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἄγνοια παρασύρονται στὰ ξενόφερτα θρησκευτικὰ ρεύματα τῆς ἑκάστοτε περιόδου. Ἄρα, εἶδαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀλήθεια τόσο διὰ φωτίσεως ὅσο καὶ διὰ τῆς ἐπιστημοσύνης τους. Τὸ δεύτερο ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ θεολογικὰ συγγράμματα ποὺ παρέθεσε, πρωτίστως, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν σώζονται ἢ κάπου κρύπτονται... 
 Αὐτὰ θὰ ἠδύναντο νὰ λύσουν πολλὲς ἀπορίες τῶν σύγχρονων μελετητῶν καὶ δὴ τῶν Θεολόγων. Ἐκτὸς αὐτοῦ, οἱ ἐμφανίσεις τῶν Ἁγίων καὶ μετὰ θάνατον εἰς τὸν ὑλικὸ κόσμο, διὰ τὴν βοήθεια τῆς ἀδελφότητος τῶν χριστιανῶν, ἀναδεικνύουν τὴν μέγιστη ὠφέλεια ποὺ ἀποκομίζουμε ἀπὸ τὴν ἀμέριστη γενναιοδωρία τους!
 Ἐν κατακλεῖδι, ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου παραμένει ἕνα ἀνεξερεύνητο βάθρον, ἐπάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ πνευματικὴ βάσις τοῦ δόγματος τῆς Ἀληθινῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. 
 Ἡ θεόληπτος καλλιφωνία καὶ μουσουργία τῶν πρώτων ἐκείνων ὕμνων τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος συνέθεσε, δυστυχῶς ὅμως δὲν διεσώθησαν αὐτούσιοι στὴν πρωτογενῆ τους καταγραφή. 
 Πόση, ἀλήθεια, πνευματικὴ ἀγαλλίαση θὰ προσέφερε στοὺς σύγχρονους μελετητὰς ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν τῶν πρωτοχριστιανικῶν μελῶν! 
 Ὡστόσο, βάσει τῆς ἐσωτερικῆς παραδόσεως τῆς ψαλτικῆς τέχνης, εἶναι βάσιμος ἡ ἐκτίμησις ὅτι τὰ ἀρχέγονα ἐκεῖνα μουσικὰ μέλη θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιβιώνουν, ἐνσπαρμένα μὲ τὴ μορφὴ ἀπηχημάτων, στοὺς βαθυτάτους θρήνους καὶ τὰ τροπάρια τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς τὸ πρωί, ἐκεῖ ὅπου τὸ ἐκκλησιαστικὸ μέλος ἀγγίζει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου καὶ τῆς θείας ἐκστάσεως.
 Ὁ πρῶτος Ἱεράρχης τῶν Ἀθηνῶν δὲν ὑπῆρξε μόνον ἕνας μύστης τοῦ θείου κάλλους, ἀλλὰ καὶ μία προσωπικότης ὑψηλῆς διανοήσεως καὶ ἀπαραμίλλου ἐπιστημοσύνης, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ γεφυρώσει τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. 
  Ἡ πνευματική του καθαρότης ἦταν τέτοια, ὥστε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου του, ἀξιώθηκε συχνῶν συναντήσεων μὲ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦντο μὲ θαυματουργικόν τρόπον. 
 Ὁ Ἅγιος μεταφερόταν ὑπερφυῶς, ἐπὶ νεφελῶν, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, γινόμενος κοινωνὸς τῆς χάριτος τῆς Παναγίας πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἔνδοξη Κοίμησή Της.
  Ἡ ἐν γένει προσφορά του δὲν περιορίζεται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐποχῆς του· ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ἔθεσε τὶς ἀδιάσειστες φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς βάσεις, ὥστε ἡ χριστιανικὴ πίστις νὰ μὴν θεωρηθεῖ μία ἁπλὴ λαϊκὴ δοξασία, ἀλλὰ ἡ πλήρωσις τῆς πανανθρώπινης ἀναζητήσεως γιὰ τὴν Ἀλήθεια, τὸ Φῶς καὶ τὴν Αἰώνιο Ζωή. 
  Ἡ Τιμία αὐτοῦ Κάρα, ἀδιάψευστος μάρτυς δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορίας, συνεχίζει νὰ εὐωδιάζει, ὑπενθυμίζουσα εἰς τοὺς φιλτάτους ἀναγνώστας ὅτι ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἐπιστήμη ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.
Ἀπόμνημα εὐλαβείας ἀπὸ τὸ καλοκαιρινό μου ταξίδι στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ, εὐώδους καὶ ἀδιαλώβητης στοὺς αἰῶνες Θείας Κάρας του, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ 2.000 ἔτη ἱστορίας.

Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Ἱεροθέου
 Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου ἠλίευσαι, ταὶς θεηγόροις πλοκαίς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῶ, σοφὲ Ἰερόθεε, σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοὺς ὑποφήτης, δι' ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:  

[1]Ἡ ἐπαγγελματικὴ αὐτὴ φώνησις τῆς ἀθηναϊκῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μετεκένωσε στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσουργία, διέγραψε μίαν ἀόρατον ἀλλὰ σαφῆ ἱστορικὴν πορείαν πρὸς τὴ Δύση, ἀποτελοῦσα τὸν μακρινὸν ἀλλά γνήσιον πρόγονον τοῦ μεταγενεστέρου Bel Canto (καλλιφωνίας) τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς. Βάσει τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς προσφορᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος θὰ ἠδύνατο δικαίως νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ πρῶτος μουσουργὸς ὅστις ἔθεσε τοὺς καλλιφωνικοὺς κανόνας στὸ χριστιανικὸ μέλος, γενόμενος ἀκουσίως νομοθέτης τῆς χριστιανικῆς καλλιφωνίας. Ὁ συνδετικός κρίκος αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ἐντοπίζεται στὴ μεταμόρφωση τῆς θείας ἐρωτικῆς ὑμνωδίας —αὐτοῦ τοῦ ἐκστατικοῦ "θείου ἔρωτος" ποὺ βίωσε ὁ Ἅγιος στὴ Γεσθημανή— σὲ κοσμικὴν πλέον ἔκφραση. Κατά τὴν περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως, οἱ Ἕλληνες λόγιοι καὶ μουσικοὶ μετέφεραν στὴν Ἰταλία τὴν παράδοση τῆς σύντονης καὶ καθαρᾶς φωνήσεως, ἡ ὁποία ἐκεῖ συναντήθηκε μὲ τὸ ᾆσμα τῆς καντάδας καὶ τῆς σερενάτας (serenata). Ἡ καντάδα, ὡς ἐξέλιξις τοῦ ὑπαιθρίου λυρικοῦ ἐρωτικοῦ θρήνου, δανείστηκε ἀσυνειδήτως τὴν τονικότητα, τὸ πάθος καὶ τὴν ἀκουστικὴ εὐθυγράμμιση τῆς ἀρχέγονης ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας, μετατρέποντας τὸν ἔρωτα πρὸς τὸ Θεῖον σὲ ἔρωτα πρὸς τὸ κάλλος τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Ἔτσι, τὸ ἰταλικὸ Bel Canto γεννήθηκε ὡς ἀπότοκος αὐτῆς τῆς ἐπιμειξίας: ἀφ' ἑνὸς τῆς τεχνικῆς τῆς ὀξυφώνου τονικότητος ποὺ ἀπαιτοῦσε ἡ λυρωδικὴ παιδεία, καὶ ἀφ' ἑτέρου τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τοῦ θεολήπτου ἡσυχασμοῦ, ὁ ὁποῖος στὴ Δύση μεταφράστηκε ὡς τὸ περίφημο legato (ἡ ἀδιάκοπος ῥοὴ τῆς φωνῆς) καὶ ἡ ἀπόλυτος κυριαρχία ἐπὶ τῆς ἀναπνοῆς. Οἱ ἐπιτάφιοι θρῆνοι τοῦ 1ου αἰῶνος, ποὺ δόνησαν τὴν Γεσθημανὴ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἱεροθέου, ἀντηχοῦν αἰῶνας μετά, μετασχηματισμένοι, στὶς πιὸ ὑψηλὲς καὶ κατανυκτικὲς στιγμὲς τῆς δυτικῆς ὄπερας, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἡ ἀληθὴς τέχνη τῆς φωνῆς ἔχει πάντοτε κοινὴν τὴν οὐράνιον ἀπαρχήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Ψευδο-Διονύσιος), Περὶ Θείων Ὀνομάτων (De Divinis Nominibus). [Ιδιαίτερα το Κεφάλαιο 3, όπου εξαίρεται ο Άγιος Ιερόθεος ως «θεόληπτος υμνωδός» και περιγράφεται η έκστασή του κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου].
• Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Περὶ Μυστηριακῆς Θεολογίας (De Mystica Theologia).
• Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὰ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου συγγράμματα (Scholia in corpus Dionysiacum), Patrologia Graeca (PG), τόμος 4.
• Μιχαὴλ ὁ Σύγγελος, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην (εκτενείς αναφορές στον Άγιο Ιερόθεο ως συγγενή και διδάσκαλό του), PG 4.
• Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (4η Ὀκτωβρίου - Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν).
• Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἱεροθέου (2008). Ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος ὁ Ἀρεοπαγίτης: Ὁ Βίος, τὰ Θαύματα καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Μεγάρων. Μέγαρα: Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
• Μουρτζοῦκος, Χ. (2015). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Βοιωτίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς (1941-1944): Ἀνθρωπιστικὴ προσφορὰ καὶ ἐθνικὴ ἀντίσταση. Ἀθήνα: Ἐπτάλοφος.
• Χατζηφώτης, Ἰ. Μ. (1984). Τὰ Μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ προσφορά τους στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἱστορία. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Κάρλος
• Παπαδόπουλος, Στ. (1990). Πατρολογία, Τόμος Α': Εἰσαγωγή, Α' καὶ Β' αἰώνας. Ἀθήνα: Ἰδιωτικὴ Ἔκδοση.
• Στεφανίδης, Β. (1995). Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία: Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι σήμερον. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Παπαδημητρίου.
• Φλόρωφσκυ, Γ. (2003). Οἱ Ἀνατολικοί Πατέρες τοῦ Τετάρτου Αἰῶνος (Μελέτες για τη σύνδεση του Ελληνισμού με το χριστιανικό δόγμα). Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας.
• Louth, A. (1989). Denys the Areopagite. London: Wilton 65. (Ανάλυση της θεολογικής εξάρτησης του Διονυσίου από τον δάσκαλό του Ιερόθεο).
• Rorem, P. (1993). Pseudo-Dionysius: A Commentary on the Texts and an Introduction to Their Influence. Oxford: Oxford University Press.
• Suchla, B. R. (2008). Dionysius Areopagita: Leben - Werk - Wirkung. Freiburg: Herder.
• West, M. L. (1992). Ancient Greek Music. Oxford: Clarendon Press. (Εξειδικευμένη ανάλυση για την οξύφωνη και σύντονη φώνηση των αρχαίων μουσουργών).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου