ЭIЄ
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΙΤΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἔρευνα καὶ συγγραφῇ: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης
✟
Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ μεταφέρθηκαν θαυματουργικὰ («ἐπὶ νεφελῶν») στὴ Γεσθημανῆ.
Ἀνάμεσά τους βρίσκονταν καὶ διακεκριμένοι Ἱεράρχες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας: Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ὁ ἐξ Ἀρείου Πάγου πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὡς δεύτερος κατὰ σειρὰν Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Ἅγιος Τίτος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ πρῶτος Ἐπίσκοπος Κρήτης.
Ὀλίγον καιρὸν πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Θεανθρώπου καὶ κατὰ τὴν ἀνατολὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων, γεννιοῦνται στὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν δύο σημαντικὲς προσωπικότητες, οἱ ὁποῖες σήμερα θεωροῦνται οἱ πρωτοπόροι θεμελιωτὲς τοῦ ἑλληνορθόδοξου χριστιανισμοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ὑπῆρξε γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας καὶ εὐγενὴς Ἀθηναῖος. Οἱ σπουδές του στὴν Πλατωνικὴ φιλοσοφία, ἡ μύησή του στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια καὶ ὁ ἐνάρετος βίος του θεωρήθηκαν τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς ἐκλογῆς του ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐννέα μέλη τοῦ συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
Ὁ συναξαριστής, ἤτοι τὸ μηνολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περιγράφει ἐνδεικτικὰ τὴν βαθυτάτην πίστιν τοῦ Ἱεροθέου εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, κατόπιν τῆς κατηχήσεώς του ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον.
Ὁ Παῦλος, ἀναγνωρίζοντας τὸ ψυχοπνευματικὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἀθηναίου νεοφωτίστου, τὸν χειροτόνησε πρῶτον Ἐπίσκοπον τῆς μικρῆς χριστιανικῆς κοινότητος τῶν Ἀθηνῶν.
Παράλληλα, εἰς τὴν θεολογικὴ διδασκαλία, ὁ Ἱερόθεος κρίθηκε παραδεκτὸς ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους Πατέρες καὶ ὀνομάστηκε ὁμοθυμαδὸν «θεόληπτος» ἕνεκα τῆς ἀνωτέρας σοφίας καὶ πνευματικῆς θεωρίας τὴν ὁποία κατεῖχε.
Τοῦτο πιθανὸν ἐγένετο διότι ὑπῆρξε σπουδαστὴς τῆς Πλατωνικῆς Ἀκαδημίας ἢ ἐπειδὴ τὰ συγγραφικά του ἔργα ἐμπεριεῖχαν τόσο βαθιὲς θεολογικὲς ἔννοιες, οἱ ὁποῖες δὲν ἠδύναντο νὰ γίνουν εὔκολα εὔληπτες ἀπὸ τοὺς λοιποὺς χριστιανοὺς ἀναγνῶστες τῆς ἐποχῆς του. Ἐπιπλέον, μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση γιὰ τὴν μεγαλοσύνη τοῦ Ἱεροθέου φανερώνεται εἰς τὴν γνωριμίαν του μὲ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἡ ὁποία ἔτρεφε ἰδιαίτερη ἐκτίμηση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν, ἕνεκα τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης τοῦ Ἁγίου πρὸς τὸν Τριαδικὸν Θεὸν καὶ τῆς ἀκαταπονήτου προσπάθειάς του γιὰ τὴ διάδοση τοῦ θείου λόγου.
Ἐπὶ τούτου, λέγει ἡ ἱερὰ παράδοση, ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Μητρός, θεαρχίῳ νεύματι κατέφθασαν αἰθέριες νεφέλες, οἱ ὁποῖες ἅρπαξαν κυριολεκτικὰ τὸν Ἀθηναῖο Ἐπίσκοπο ἀπὸ τὸν τόπο διαμονῆς του, τὴν Ἀθήνα, καὶ τὸν μετέφεραν θαυματουργικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἐτελέσθη ἡ κηδεία καὶ ὁ ἐνταφιασμός της.
Τότε, ὁμοῦ μετὰ τοῦ χοροῦ τῶν Ἀποστόλων, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος, ὡς πρωτοστάτης τῆς ἱερῆς ἐπιταφίου πομπῆς, ἔψαλλε θεοληπτικοὺς καινοφανεῖς ὕμνους πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, μελοποιημένους ἀπὸ τὸν ἴδιο μὲ ἀκατάληπτη ἁρμονία.
Συνακόλουθος καὶ συναοιδὸς τοῦ Ἱεροθέου στὴν ἐπιτάφια πομπὴ τῆς Θεοτόκου ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἔνθερμους μαθητές του καὶ κατὰ μίαν ἐκδοχὴν ἀνιψιός του.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος συγκαταλέγεται, ὁμοίως μετὰ τοῦ Ἱεροθέου, ὡς Ἀθηναῖος ἀριστοκρατικῆς γενεᾶς, μὲ πλούσια παιδεία τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἐκ τῆς σπουδῆς του στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν.
Ἡ ὑψηλή του μόρφωση καὶ ὁ ἐνάρετος βίος του τὸν ὁδήγησαν, ὅπως καὶ τὸν διδάσκαλό του Ἱερόθεο, σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐννέα θέσεις τοῦ συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἀθηναίους ποὺ πίστεψαν δημοσίως στὸ χριστιανικό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται ρητῶς μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ συγκεκριμένα στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων.
Παράλληλα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ περιστατικὰ ποὺ διασώζονται γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο εἶναι ἡ ἐπίσκεψή του στὰ Ἱεροσόλυμα, ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, προκειμένου νὰ συναντήσει τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συναντήσεως, ὁ Ἅγιος Διονύσιος συγκλονίστηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία τῆς Παναγίας, ὥστε ἔγραψε χαρακτηριστικὰ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀπόστολον Παῦλον: «...τὰ χαρακτηριστικά της, τὸ παρουσιαστικὸ της καὶ ὅλη ἡ ἐμφάνιση τῆς ἀποδεικνύουν πὼς εἶναι πράγματι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ»[Μέγας Συναξαριστὴς Ὀρθοδόξου πίστεως].
Μία ἑτέρα καταγραφὴ τῆς ἐπιστολῆς εἶναι: «Βεβαιῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχα διδαχθεῖ περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, θὰ εἶχα θεωρήσει τὴν Παρθένον ὡς Θεὸν καὶ θὰ τὴν εἶχα προσκυνήσει, οὕτως ὅπως προσκυνοῦμεν τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν».
Συνάμα, μετὰ τὴν παρέλευση ὁρισμένων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συναντήσεως ἐκείνης, ἀρπάχθη καὶ αὐτὸς θαυματουργικὰ ἀπὸ τὶς οὐράνιες νεφέλες, μετὰ τοῦ διδασκάλου του Ἱεροθέου, καὶ παρευρέθη στὸ θεῖο γεγονὸς τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.
Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτέρα τιμὴ τῆς Παναγίας πρὸς τοὺς Ἀθηναίους Ἱεράρχες δημιούργησε εἰς βάθος χρόνου μία βαθιὰ σχέση εὐλαβείας τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὸ πρόσωπό Της.
Θεωρεῖται ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ λαϊκὸ συναίσθημα τῆς χριστιανικῆς κοινότητος τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία συσχέτισε κατὰ τὸ πατροπαράδοτο ἔθος τὴν Παρθένον Μαρίαν μὲ τὴν προγενέστερη λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς Παρθένου, τὴν ὁποία διατηροῦσαν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων στὸν βράχο τῆς Ἀθηναϊκῆς Ἀκροπόλεως.
Ἔτσι, τρόπον τινὰ ἐκ τοῦ πάλαι, προτυπωνόταν στὴν μορφὴ τῆς Ἀθηνᾶς Παρθένου ἡ ἔννοια τῆς παρθενικῆς ἀρετῆς, ἐξ οὗ καὶ ἡ φερωνυμία «Ἀθηνᾶ Παρθένος».
Πρὸς τιμὴν τῆς θεάς αὐτῆς εἶχε κτισθῆ εἰς τὴν Ἀκρόπολη ὁ περίφημος ναὸς τοῦ Παρθενῶνος.
Κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. λέγεται ὅτι, ἡ Ἀθηνᾶ Παρθένος παραχώρησε ἀδιαμαρτύρητα τὸν “δικό της” ναὸ στὴν Παναγία Παρθένο Θεοτόκο.
Τοῦτο ἐξηγεῖται καθότι, κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἱστορικούς, ὅπως ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης, ὑποστηρίχθηκε ἡ ἄποψη πὼς οἱ ἀρχαῖοι θεοί ὑπῆρξαν ἐπίγειες οντότητες καὶ ἐπιφανεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπονομάσθηκαν θεοὶ ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀνδραγαθημάτων καὶ τῶν εὐεργεσιῶν τους πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα.
Μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ναὸς αὐτὸς καθαγιάσθηκε καὶ ἀφιερώθηκε στὴν Παναγία Παρθένο Θεοτόκο.
Ἔκτοτε, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔλαβε τὸ προσωνύμιο «Ἀθηνιώτισσα» ἢ «Παντάνασσα» ἢ «Βασίλισσα τῶν Ἀθηνῶν», λαμβάνοντας ξεκάθαρα στὶς καρδιὲς τῶν Ἀθηναίων τὴν θέση τῆς τέως πολιούχου Ἀθηνᾶς.
Σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς τῶν περασμένων αἰώνων, ἡ Παναγία τιμήθηκε στὴν Ἀθήνα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τόπο. Τὰ μοναστήρια καὶ οἱ ἐκκλησίες της ἦταν ἑκατοντάδες.
Λαμβάνοντας λοιπόν, ἀνεμπόδιστα τὴν θέσιν τῆς Παρθένου Ἀθηνᾶς, ἀνακηρύχθηκε ἐπισήμως ὡς Παντάνασσα - Βασίλισσα καὶ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηναίων.
Οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν ἀκράδαντα στὴν ὑπερπροστασία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν πολιοῦχον Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Παναγία Θεοτόκος παρέμεινε Πολιοῦχος τῆς πόλεως γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἑπτὰ αἰῶνες, μέχρις ὅτου ἡ Ἀθήνα περιῆλθε εἰς τὰς χεῖρας τῶν Φράγκων καὶ διαφόρων ἄλλων ἑτεροδόξων δυτικῶν λαῶν.
Παρά τινες διευκολύνσεις πρὸς τοὺς χριστιανούς στὰ χρόνια τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητοῦ, ὁ ναὸς τοῦ Παρθενῶνος μετετράπη σὲ τζαμὶ καὶ ἐπεβλήθη ὁ μωαμεθανισμὸς ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως.
Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, ἐπῆλθε τὸ τελειωτικὸ χτύπημα.
Ὁ Βαυαρὸς Βασιλεύς Ὄθων, ἐπὶ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, φρόντισε, μέσω τῶν συμβούλων του, νὰ ξεριζώσει κυριολεκτικὰ τὴν παναθηναϊκὴ εὐλαβικὴ συνήθεια τῶν ἐντοπίων πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ Μητέρας τοῦ Φωτός, γκρεμίζοντας μεσαιωνικὰ μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες· ἀπέδωσε ἔτσι τὸν Παρθενῶνα σὲ μία παγανιστικὴ ἀντίληψη, τὴν ὁποία οὔτε οἱ πρόγονοί μας ἐγνώριζαν.
Μὲ τοιοῦτον τρόπον, ἀνέτρεψαν μία παράδοση αἰώνων, ἡ ὁποία ἤθελε τοὺς παλαιότατους κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν νὰ τιμοῦν ἀνελλιπῶς τὴν Πολιοῦχον καὶ Βασίλισσαν τῶν Ἀθηνῶν —ὅπως τὴν κατονομάζουν— τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς προαναφερθέντες κορυφαίους Ἀθηναίους Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν ἀρρήκτως τὸ κλεινὸν ἄστυ μὲ τὴν τιμὴ πρὸς τὴν Θεομήτορα, ἡ Ἱερὰ Παράδοση συγκαταλέγει μεταξὺ τῶν θαυματουργικῶς προσκληθέντων προσώπων καὶ μία ἀκόμη ἐξέχουσα μορφὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, προερχομένη ἀπὸ τὴν μεγαλόνησο Κρήτη.
Τὰ περὶ τοῦ Ἁγίου Τίτου, τοῦ Κρητὸς Ἱεράρχου, ἀναφέρουν ὅτι ὑπῆρξε ἀπόγονος τοῦ βασιλέως Μίνωος τῆς πόλεως Κνωσσοῦ.
Ὁ Τίτος διετέλεσε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ μνημονεύεται ἐκτενῶς στὶς ἐπιστολικὲς καταγραφὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν πρὸς αὐτὸν ἰδιαίτερη ἐπιστολὴ τοῦ Ἐθνῶν Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀποκαλεῖ: «[Τίτῳ] γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν» [«Προς Τίτον Επιστολή» του Αποστόλου Παύλου, στο κεφάλαιο 1, στίχο 4 (Τίτ. 1,4)].
Σημαντικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὴν περίοδο τῶν νεανικῶν χρόνων τοῦ Ἁγίου Τίτου, πρὶν ἀκόμη ἀσπαστεῖ τὸν Χριστιανισμόν, καταθέτει τὸ Μηνολόγιον, γράφοντας ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ ἄρχοντες τῆς Κνωσσοῦ, μαθαίνοντας γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης καὶ τὰ θαυμαστὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦσε, ἠθέλησαν νὰ ἐξακριβώσουν τὴν προέλευσή Του καὶ ἂν πράγματι ἦταν ὁ προφητευόμενος Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος.
Τότε, ἀνέθεσαν στὸν Τίτον, μαζὶ μὲ κάποιους ἄλλους Ἕλληνες, νὰ ταξιδέψουν εἰς τὴν Παλαιστίνην καὶ νὰ συναντήσουν τὸν Χριστὸν πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὅσων ἀκούγονταν. Τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται νὰ συνταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ Ἰωάννην Ἁγίου Εὐαγγελίου, ὅπου ἀναφέρεται ἡ ἐπίσκεψη Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον (Ἰω. ιβ΄ 20).
Κατὰ τὴν πανίερη ἐκείνη στιγμή, ὅταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ προσκάλεσε τοὺς Ἀποστόλους ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, ὁ Ἅγιος Τίτος δὲν ἐξαιρέθηκε ἀπὸ τὸ θεῖον αὐτὸ θαῦμα.
Ἁρπαγθεὶς καὶ αὐτὸς θαυματουργικὰ ἐπὶ νεφελῶν ἀπὸ τὴν μεγαλόνησο Κρήτη, μεταφέρθηκε στὸν θεομητορικὸ τάφο τῆς Γεσθημανῆς.
Ἐκεῖ, ὁμοῦ μετὰ τοῦ Ἱεροθέου καὶ τοῦ Διονυσίου, τῶν δύο κορυφαίων Ἱεραρχῶν τῶν Ἀθηνῶν, ἀξιώθηκε νὰ γίνει αὐτόπτης μάρτυρας τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεως καὶ Μεταστάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, σφραγίζοντας μὲ τὴν παρουσία του τὴν ἑνότητα ὁλοκλήρου τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γύρω ἀπὸ τὸ πανάγιο πρόσωπό Της.
Ἐν κατακλείδι, τρεῖς Ἕλληνες μετεφέρθησαν θαυματουργικῶς εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου· δύο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ εἷς ἀπὸ τὴν Κρήτη, τοὺς δύο πόλους τῆς ἀρχαίας ἱερωσύνης, οἱ ὁποῖοι ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν οἱ αἰώνιοι μάρτυρες τοῦ μεγαλείου Της.
ΧΑΙΡΕΤΕ!
Ἁγιογραφίες τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου σὲ ναοὺς τοῦ νομοῦ Ρεθύμνης, ὅπου διακρίνονται καὶ οἱ παρουσίες τῶν Ἀθηναίων Ἱεράρχων Ἱεροθέου καὶ Διονυσίου, καθὼς καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Κρήτης Ἁγίου Τίτου, οἱ ὁποῖοι παρίστανται φέροντες τὰ σταυροφόρα ἀρχιερατικὰ ὠμοφόριά τους. Μάλιστα, εἰς τὴν δευτέραν εἰκόνα, ὁ ἁγιογράφος καταγράφει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου. Τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς εἰκονογραφίας εἶναι ἡ Παναγία καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Χριστός, ὡς Θεός, παραλαμβάνει τὴν Ἁγίαν Ψυχήν της. Τὸ μέγα θαῦμα εἶναι ὅτι, τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν Κοίμηση καὶ τὴν ταφήν της, μετέστη πρὸς τοὺς οὐρανούς. Ἡ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἶναι ταυτόχρονα ἀνάσταση καὶ ἀνάληψη.
Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος, Α' Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς κορυφαίους πνευματικοὺς Ἱεράρχες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνέγραψε ὑψηλῆς διανοήσεως θεολογικὰ ἔργα ἀλλὰ καὶ ὑμνωδίες, δίχως ὅμως αὐτὰ νὰ διασωθοῦν. Παραδίδεται, ὡστόσο, ὅτι τὰ Ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀποτελοῦν δικές του μελωδικὲς ἐπινοήσεις, οἱ ὁποῖες πρωτακούσθηκαν κατὰ τὴν ἐπιτάφιον πομπὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Β΄ Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, διαδεχθεὶς τὸν διδάσκαλό του Ἱερόθεο. Κατά τινας ἐρευνητικὰς ἐκδοχάς, ἐπειδὴ ἡ Εὐαγγελικὴ ῥήση ἀναφέρει ὅτι τὴν Παλαιστίνην ἐπισκέφθησαν «τινὲς Ἕλληνες» (καὶ ὄχι περιοριστικῶς Κρῆτες), ὑποστηρίζεται ὅτι στὴν ὁμάδα ἐκείνη τῶν λογίων Ἑλλήνων ποὺ ἐζήτησαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον πιθανὸν νὰ συμμετεῖχαν ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Διονύσιος, ὡς ἐκπρόσωποι τῆς ἀθηναϊκῆς διανοήσεως. Λίγο ἀργότερα, κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς τὴν Ἡλιούπολιν τῆς Αἰγύπτου, ὁ Ἅγιος Διονύσιος, βλέποντας τὸ ὑπερφυσικὸν σκοτάδι ποὺ κάλυψε τὴν γῆν κατὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Κυρίου, ἀναφώνησε τὸ ἑξῆς περίφημον: «Ἢ Θεὸς πάσχει, ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται».
~
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Τόμοι: Ὀκτωβρίου γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο, Ὀκτωβρίου δ' γιὰ τὸν Ἅγιο Ἱερόθεο, καὶ Αὐγούστου κε' γιὰ τὸν Ἅγιο Τίτο). Τεκμηριώνει τὴν βασιλικὴν/μινωϊκὴν καταγωγὴν τοῦ Τίτου, τὴν σχέσιν του μὲ τὴν πρεσβείαν τῶν Ἑλλήνων στὴν Παλαιστίνην, τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἱεροθέου καὶ τὴν ῥῆσιν τοῦ Διονυσίου στὴν Αἴγυπτον («Ἢ Θεὸς πάσχει, ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται»
•Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Corpus Dionysiacum), «Περὶ Θείων Ὀνομάτων», Κεφάλαιον 3. Ἡ αὐθεντικὴ πηγὴ ὅπου ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεὺς τῶν Διονυσιακῶν Συγγραμμάτων ἀναφέρει τὴν κοινὴν παρουσίαν τοῦ ἰδίου, τοῦ Ἱεροθέου καὶ τοῦ Τίτου (μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβον τὸν Ἀδελφόθεον) στὴν κηδείαν καὶ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου. Περιγράφει τὸν Ἱερόθεον ὡς «θεόληπτον ὑμνολόγον».
•Καινὴ Διαθήκη, «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» (Κεφάλαιο ιζ', στίχος 34). Ἡ ἐπίσημη βιβλικὴ καταγραφὴ τῆς μεταστροφῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν Ἀθήνα.
•Καινὴ Διαθήκη, «Κατὰ Ἰωάννην Ἅγιον Εὐαγγέλιον» (Κεφάλαιο ιβ', στίχοι 20-22).Τὸ χωρίο «Ἦσαν δὲ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ», τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει τὴν ἐκδοχὴ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἀθηναίων λογίων στὴν πρεσβεία τῆς Παλαιστίνης.
•Ἀπόστολος Παῦλος, «Πρὸς Τίτον Ἐπιστολή» (Κεφάλαιο α', στίχος 4). Ἐπιβεβαιώνει τὴ σχέση πατρός-τέκνου μεταξὺ Παύλου καὶ Τίτου («Τίτῳ γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν»).
•Μιχαὴλ Χωνιάτης (Μητροπολίτης Ἀθηνῶν), «Τὰ Σωζόμενα» (Ἔκδοση Σπ. Λάμπρου, Ἀθήνα). Τὰ κείμενα καὶ τὰ ποιήματα τοῦ τελευταίου βυζαντινοῦ Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος ὑμνεῖ τὸν χριστιανικὸ Παρθενῶνα ὡς ναὸ τῆς «Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας» καὶ περιγράφει τὴν εὐλάβεια τῶν Ἀθηναίων.
•Διόδωρος Σικελιώτης, «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη» (Βιβλία Ι-ΙΙΙ). Τεκμηριώνει τὴν ἱστορικὴ θεωρία του Εὐημερισμοῦ, τὴν ὁποία ἀναφέρατε, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι θεοὶ (ὅπως ἡ Ἀθήνα) ἦταν θνητοὶ εὐεργέτες ποὺ θεοποιήθηκαν μεταγενέστερα.
•Καλογήρου, Ι. (1956), «Ἡ Κοίμησις καὶ ἡ Μετάστασις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν», Θεσσαλονίκη.
Δογματικὴ μελέτη γιὰ τὴ θεολογικὴ ἔννοια τῆς Μεταστάσεως ὡς ταυτόχρονης Ἀνάστασης καὶ Ἀνάληψης τῆς Παναγίας.
•Γρηγόριος Καμπούρογλου, «Ἱστορία τῶν Ἀθηναίων» (Τόμος Α'-Β'), Ἀθήνα. Παρουσιάζει τὴ μετάβαση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὴ βαθιὰ σύνδεση τῆς πόλης μὲ τὴ Θεοτόκο.
•Γρηγορόβιος, Φερδινάνδος (Ferdinand Gregorovius), «Ἱστορία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς Μέσους Αἰῶνας: Ἀπὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ μέχρι τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων κατακτήσεως» (Μετάφρασις Σπ. Λάμπρου), Ἀθῆναι. Ἀποτελεῖ τὴν ἀπολύτην τεκμηρίωσιν σχετικὰ μὲ τοὺς ἑπτὰ αἰῶνας δόξης τοῦ χριστιανικοῦ Παρθενῶνος, τὴν κατάληψιν τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους (1204) καὶ τὴν βίαιαν ἀνατροπὴν τῆς ὀρθοδόξου παναθηναϊκῆς παραδόσεως ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους δυτικοὺς λαούς.
• Τσιφόρος, Νίκος, «Ἡ Ἱστορία τῆς Ἀθήνας», Ἐκδόσεις Ἑρμῆς / Κέδρος. Τεκμηριώνει μὲ μοναδικό τρόπον τὴν κοινωνικὴν πραγματικότητα, τὰ πατροπαράδοτα ἔθιμα καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ψυχοσύνθεσιν τῶν ἐντοπίων Ἀθηναίων. Ὑποστηρίζει τὸ τμῆμα τοῦ κειμένου ποὺ ἀφορᾷ τῇ λαϊκῇ ἀνάγκῃ τῶν Ἀθηναίων νὰ γεφυρώσουν τὴν ἀρχαίαν παρθενικὴν ἀρετήν (Ἀθηνᾶ Παρθένος) μὲ τὴν χριστιανικὴν εὐλάβειαν, διατηρώντας ἀναλλοίωτα τὰ ἤθη τους στὸν Ἱερὸν Βράχον τῆς Ἀκροπόλεως, παρὰ τὶς βίαιες ἀνατροπὲς ποὺ ἐπέβαλαν οἱ Φράγκοι καὶ οἱ Βαυαροί.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου