Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Τίτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Τίτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017



ЭIЄ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΙΤΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἔρευνα καὶ συγγραφῇ: Ἰωάννης Γ.  Βαφίνης
✟

 Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ μεταφέρθηκαν θαυματουργικὰ («ἐπὶ νεφελῶν») στὴ Γεσθημανῆ. 
 Ἀνάμεσά τους βρίσκονταν καὶ διακεκριμένοι Ἱεράρχες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας: Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ὁ ἐξ Ἀρείου Πάγου  πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὡς δεύτερος κατὰ σειρὰν Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Ἅγιος Τίτος, μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ πρῶτος Ἐπίσκοπος Κρήτης.

Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος καὶ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀντιστοίχως 

  Ὀλίγον καιρὸν πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Θεανθρώπου καὶ κατὰ τὴν ἀνατολὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων, γεννιοῦνται στὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν δύο σημαντικὲς προσωπικότητες, οἱ ὁποῖες σήμερα θεωροῦνται οἱ πρωτοπόροι θεμελιωτὲς τοῦ ἑλληνορθόδοξου χριστιανισμοῦ. 
 Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ὑπῆρξε γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας καὶ εὐγενὴς Ἀθηναῖος. Οἱ σπουδές του στὴν Πλατωνικὴ φιλοσοφία, ἡ μύησή του στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια καὶ ὁ ἐνάρετος βίος του θεωρήθηκαν τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς ἐκλογῆς του ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐννέα μέλη τοῦ συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
 Ὁ συναξαριστής, ἤτοι τὸ μηνολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περιγράφει ἐνδεικτικὰ τὴν βαθυτάτην πίστιν τοῦ Ἱεροθέου εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, κατόπιν τῆς κατηχήσεώς του ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον.
 Ὁ Παῦλος, ἀναγνωρίζοντας τὸ ψυχοπνευματικὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἀθηναίου νεοφωτίστου, τὸν χειροτόνησε πρῶτον Ἐπίσκοπον τῆς μικρῆς χριστιανικῆς κοινότητος τῶν Ἀθηνῶν. 
 Παράλληλα, εἰς τὴν θεολογικὴ διδασκαλία, ὁ Ἱερόθεος κρίθηκε παραδεκτὸς ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους Πατέρες καὶ ὀνομάστηκε ὁμοθυμαδὸν «θεόληπτος» ἕνεκα τῆς ἀνωτέρας σοφίας καὶ πνευματικῆς θεωρίας τὴν ὁποία κατεῖχε.
 Τοῦτο πιθανὸν ἐγένετο διότι ὑπῆρξε σπουδαστὴς τῆς Πλατωνικῆς Ἀκαδημίας ἢ ἐπειδὴ τὰ συγγραφικά του ἔργα ἐμπεριεῖχαν τόσο βαθιὲς θεολογικὲς ἔννοιες, οἱ ὁποῖες δὲν ἠδύναντο νὰ γίνουν εὔκολα εὔληπτες ἀπὸ τοὺς λοιποὺς χριστιανοὺς ἀναγνῶστες τῆς ἐποχῆς του.   Ἐπιπλέον, μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση γιὰ τὴν μεγαλοσύνη τοῦ Ἱεροθέου φανερώνεται εἰς τὴν γνωριμίαν του μὲ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἡ ὁποία ἔτρεφε ἰδιαίτερη ἐκτίμηση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν, ἕνεκα τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης τοῦ Ἁγίου πρὸς τὸν Τριαδικὸν Θεὸν καὶ τῆς ἀκαταπονήτου προσπάθειάς του γιὰ τὴ διάδοση τοῦ θείου λόγου.
 Ἐπὶ τούτου, λέγει ἡ ἱερὰ παράδοση, ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Μητρός, θεαρχίῳ νεύματι κατέφθασαν αἰθέριες νεφέλες, οἱ ὁποῖες ἅρπαξαν κυριολεκτικὰ τὸν Ἀθηναῖο Ἐπίσκοπο ἀπὸ τὸν τόπο διαμονῆς του, τὴν Ἀθήνα, καὶ τὸν μετέφεραν θαυματουργικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἐτελέσθη ἡ κηδεία καὶ ὁ ἐνταφιασμός της. 
 Τότε, ὁμοῦ μετὰ τοῦ χοροῦ τῶν Ἀποστόλων, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος, ὡς πρωτοστάτης τῆς ἱερῆς ἐπιταφίου πομπῆς, ἔψαλλε θεοληπτικοὺς καινοφανεῖς ὕμνους πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, μελοποιημένους ἀπὸ τὸν ἴδιο μὲ ἀκατάληπτη ἁρμονία.
 Συνακόλουθος καὶ συναοιδὸς τοῦ Ἱεροθέου στὴν ἐπιτάφια πομπὴ τῆς Θεοτόκου ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἔνθερμους μαθητές του καὶ κατὰ μίαν ἐκδοχὴν ἀνιψιός του.
 Ὁ Ἅγιος Διονύσιος συγκαταλέγεται, ὁμοίως μετὰ τοῦ Ἱεροθέου, ὡς Ἀθηναῖος ἀριστοκρατικῆς γενεᾶς, μὲ πλούσια παιδεία τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἐκ τῆς σπουδῆς του στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ἡ ὑψηλή του μόρφωση καὶ ὁ ἐνάρετος βίος του τὸν ὁδήγησαν, ὅπως καὶ τὸν διδάσκαλό του Ἱερόθεο, σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐννέα θέσεις τοῦ συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. 
 Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἀθηναίους ποὺ πίστεψαν δημοσίως στὸ χριστιανικό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται ρητῶς μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ συγκεκριμένα στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων.
  Παράλληλα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ περιστατικὰ ποὺ διασώζονται γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο εἶναι ἡ ἐπίσκεψή του στὰ Ἱεροσόλυμα, ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, προκειμένου νὰ συναντήσει τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συναντήσεως, ὁ Ἅγιος Διονύσιος συγκλονίστηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία τῆς Παναγίας, ὥστε ἔγραψε χαρακτηριστικὰ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀπόστολον Παῦλον: «...τὰ χαρακτηριστικά της, τὸ παρουσιαστικὸ της καὶ ὅλη ἡ ἐμφάνιση τῆς ἀποδεικνύουν πὼς εἶναι πράγματι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ»[Μέγας Συναξαριστὴς Ὀρθοδόξου πίστεως]. 
 Μία ἑτέρα καταγραφὴ τῆς ἐπιστολῆς εἶναι: «Βεβαιῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχα διδαχθεῖ περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, θὰ εἶχα θεωρήσει τὴν Παρθένον ὡς Θεὸν καὶ θὰ τὴν εἶχα προσκυνήσει, οὕτως ὅπως προσκυνοῦμεν τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν».
  Συνάμα, μετὰ τὴν παρέλευση ὁρισμένων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συναντήσεως ἐκείνης, ἀρπάχθη καὶ αὐτὸς θαυματουργικὰ ἀπὸ τὶς οὐράνιες νεφέλες, μετὰ τοῦ διδασκάλου του Ἱεροθέου, καὶ παρευρέθη στὸ θεῖο γεγονὸς τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.
 Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτέρα τιμὴ τῆς Παναγίας πρὸς τοὺς Ἀθηναίους Ἱεράρχες δημιούργησε εἰς βάθος χρόνου μία βαθιὰ σχέση εὐλαβείας τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὸ πρόσωπό Της. 
 Θεωρεῖται ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ λαϊκὸ συναίσθημα τῆς χριστιανικῆς κοινότητος τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία συσχέτισε κατὰ τὸ πατροπαράδοτο ἔθος τὴν Παρθένον Μαρίαν μὲ τὴν προγενέστερη λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς Παρθένου, τὴν ὁποία διατηροῦσαν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων στὸν βράχο τῆς Ἀθηναϊκῆς Ἀκροπόλεως.
 Ἔτσι, τρόπον τινὰ ἐκ τοῦ πάλαι, προτυπωνόταν στὴν μορφὴ τῆς Ἀθηνᾶς Παρθένου ἡ ἔννοια τῆς παρθενικῆς ἀρετῆς, ἐξ οὗ καὶ ἡ φερωνυμία «Ἀθηνᾶ Παρθένος». 
 Πρὸς τιμὴν τῆς θεάς αὐτῆς εἶχε κτισθῆ εἰς τὴν Ἀκρόπολη ὁ περίφημος ναὸς τοῦ Παρθενῶνος.
 Κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. λέγεται ὅτι, ἡ Ἀθηνᾶ Παρθένος παραχώρησε ἀδιαμαρτύρητα τὸν “δικό της” ναὸ στὴν Παναγία Παρθένο Θεοτόκο.
 Τοῦτο ἐξηγεῖται καθότι, κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἱστορικούς, ὅπως ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης, ὑποστηρίχθηκε ἡ ἄποψη πὼς οἱ ἀρχαῖοι θεοί ὑπῆρξαν ἐπίγειες οντότητες καὶ ἐπιφανεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπονομάσθηκαν θεοὶ ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀνδραγαθημάτων καὶ τῶν εὐεργεσιῶν τους πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. 
  Μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ναὸς αὐτὸς καθαγιάσθηκε καὶ ἀφιερώθηκε στὴν Παναγία Παρθένο Θεοτόκο. 
 Ἔκτοτε, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔλαβε τὸ προσωνύμιο «Ἀθηνιώτισσα» ἢ «Παντάνασσα» ἢ «Βασίλισσα τῶν Ἀθηνῶν», λαμβάνοντας ξεκάθαρα στὶς καρδιὲς τῶν Ἀθηναίων τὴν θέση τῆς τέως πολιούχου Ἀθηνᾶς.
 Σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς τῶν περασμένων αἰώνων, ἡ Παναγία τιμήθηκε στὴν Ἀθήνα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τόπο. Τὰ μοναστήρια καὶ οἱ ἐκκλησίες της ἦταν ἑκατοντάδες. 
 Λαμβάνοντας λοιπόν, ἀνεμπόδιστα τὴν θέσιν τῆς Παρθένου Ἀθηνᾶς, ἀνακηρύχθηκε ἐπισήμως ὡς Παντάνασσα - Βασίλισσα καὶ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηναίων.
  Οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν ἀκράδαντα στὴν ὑπερπροστασία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν πολιοῦχον Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 Ἡ Παναγία Θεοτόκος παρέμεινε Πολιοῦχος τῆς πόλεως γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἑπτὰ αἰῶνες, μέχρις ὅτου ἡ Ἀθήνα περιῆλθε εἰς τὰς χεῖρας τῶν Φράγκων καὶ διαφόρων ἄλλων ἑτεροδόξων δυτικῶν λαῶν.
  Παρά τινες διευκολύνσεις πρὸς τοὺς χριστιανούς στὰ χρόνια τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητοῦ, ὁ ναὸς τοῦ Παρθενῶνος μετετράπη σὲ τζαμὶ καὶ ἐπεβλήθη ὁ μωαμεθανισμὸς ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως.
 Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, ἐπῆλθε τὸ τελειωτικὸ χτύπημα. 
 Ὁ Βαυαρὸς Βασιλεύς Ὄθων, ἐπὶ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, φρόντισε, μέσω τῶν συμβούλων του, νὰ ξεριζώσει κυριολεκτικὰ τὴν παναθηναϊκὴ εὐλαβικὴ συνήθεια τῶν ἐντοπίων πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ Μητέρας τοῦ Φωτός, γκρεμίζοντας μεσαιωνικὰ μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες· ἀπέδωσε ἔτσι τὸν Παρθενῶνα σὲ μία παγανιστικὴ ἀντίληψη, τὴν ὁποία οὔτε οἱ πρόγονοί μας ἐγνώριζαν.
 Μὲ τοιοῦτον τρόπον, ἀνέτρεψαν μία παράδοση αἰώνων, ἡ ὁποία ἤθελε τοὺς παλαιότατους κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν νὰ τιμοῦν ἀνελλιπῶς τὴν Πολιοῦχον καὶ Βασίλισσαν τῶν Ἀθηνῶν —ὅπως τὴν κατονομάζουν— τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς προαναφερθέντες κορυφαίους Ἀθηναίους Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν ἀρρήκτως τὸ κλεινὸν ἄστυ μὲ τὴν τιμὴ πρὸς τὴν Θεομήτορα, ἡ Ἱερὰ Παράδοση συγκαταλέγει μεταξὺ τῶν θαυματουργικῶς προσκληθέντων προσώπων καὶ μία ἀκόμη ἐξέχουσα μορφὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, προερχομένη ἀπὸ τὴν μεγαλόνησο Κρήτη.
 Τὰ περὶ τοῦ Ἁγίου Τίτου, τοῦ Κρητὸς Ἱεράρχου, ἀναφέρουν ὅτι ὑπῆρξε ἀπόγονος τοῦ βασιλέως Μίνωος τῆς πόλεως Κνωσσοῦ. 
 Ὁ Τίτος διετέλεσε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ μνημονεύεται ἐκτενῶς στὶς ἐπιστολικὲς καταγραφὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν πρὸς αὐτὸν ἰδιαίτερη ἐπιστολὴ τοῦ Ἐθνῶν Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀποκαλεῖ: «[Τίτῳ] γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν» [«Προς Τίτον Επιστολή» του Αποστόλου Παύλου, στο κεφάλαιο 1, στίχο 4 (Τίτ. 1,4)].
 Σημαντικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὴν περίοδο τῶν νεανικῶν χρόνων τοῦ Ἁγίου Τίτου, πρὶν ἀκόμη ἀσπαστεῖ τὸν Χριστιανισμόν, καταθέτει τὸ Μηνολόγιον, γράφοντας ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ ἄρχοντες τῆς Κνωσσοῦ, μαθαίνοντας γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης καὶ τὰ θαυμαστὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦσε, ἠθέλησαν νὰ ἐξακριβώσουν τὴν προέλευσή Του καὶ ἂν πράγματι ἦταν ὁ προφητευόμενος Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος.
 Τότε, ἀνέθεσαν στὸν Τίτον, μαζὶ μὲ κάποιους ἄλλους Ἕλληνες, νὰ ταξιδέψουν εἰς τὴν Παλαιστίνην καὶ νὰ συναντήσουν τὸν Χριστὸν πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὅσων ἀκούγονταν. Τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται νὰ συνταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ Ἰωάννην Ἁγίου Εὐαγγελίου, ὅπου ἀναφέρεται ἡ ἐπίσκεψη Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον (Ἰω. ιβ΄ 20).
 Κατὰ τὴν πανίερη ἐκείνη στιγμή, ὅταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ προσκάλεσε τοὺς Ἀποστόλους ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, ὁ Ἅγιος Τίτος δὲν ἐξαιρέθηκε ἀπὸ τὸ θεῖον αὐτὸ θαῦμα. 
 Ἁρπαγθεὶς καὶ αὐτὸς θαυματουργικὰ ἐπὶ νεφελῶν ἀπὸ τὴν μεγαλόνησο Κρήτη, μεταφέρθηκε στὸν θεομητορικὸ τάφο τῆς Γεσθημανῆς. 
 Ἐκεῖ, ὁμοῦ μετὰ τοῦ Ἱεροθέου καὶ τοῦ Διονυσίου, τῶν δύο κορυφαίων Ἱεραρχῶν τῶν Ἀθηνῶν, ἀξιώθηκε νὰ γίνει αὐτόπτης μάρτυρας τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεως καὶ Μεταστάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, σφραγίζοντας μὲ τὴν παρουσία του τὴν ἑνότητα ὁλοκλήρου τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γύρω ἀπὸ τὸ πανάγιο πρόσωπό Της.
 Ἐν κατακλείδι, τρεῖς Ἕλληνες μετεφέρθησαν θαυματουργικῶς εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου· δύο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ εἷς ἀπὸ τὴν Κρήτη, τοὺς δύο πόλους τῆς ἀρχαίας ἱερωσύνης, οἱ ὁποῖοι ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν οἱ αἰώνιοι μάρτυρες τοῦ μεγαλείου Της.

ΧΑΙΡΕΤΕ!
 


Ἁγιογραφίες τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου σὲ ναοὺς τοῦ νομοῦ Ρεθύμνης, ὅπου διακρίνονται καὶ οἱ παρουσίες τῶν Ἀθηναίων Ἱεράρχων Ἱεροθέου καὶ Διονυσίου, καθὼς καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Κρήτης Ἁγίου Τίτου, οἱ ὁποῖοι παρίστανται φέροντες τὰ σταυροφόρα ἀρχιερατικὰ ὠμοφόριά τους. Μάλιστα, εἰς τὴν δευτέραν εἰκόνα, ὁ ἁγιογράφος καταγράφει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου. Τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς εἰκονογραφίας εἶναι ἡ Παναγία καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Χριστός, ὡς Θεός, παραλαμβάνει τὴν Ἁγίαν Ψυχήν της. Τὸ μέγα θαῦμα εἶναι ὅτι, τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν Κοίμηση καὶ τὴν ταφήν της, μετέστη πρὸς τοὺς οὐρανούς. Ἡ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἶναι ταυτόχρονα ἀνάσταση καὶ ἀνάληψη.


Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος, Α' Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς κορυφαίους πνευματικοὺς Ἱεράρχες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνέγραψε ὑψηλῆς διανοήσεως θεολογικὰ ἔργα ἀλλὰ καὶ ὑμνωδίες, δίχως ὅμως αὐτὰ νὰ διασωθοῦν. Παραδίδεται, ὡστόσο, ὅτι τὰ Ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀποτελοῦν δικές του μελωδικὲς ἐπινοήσεις, οἱ ὁποῖες πρωτακούσθηκαν κατὰ τὴν ἐπιτάφιον πομπὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Β΄ Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, διαδεχθεὶς τὸν διδάσκαλό του Ἱερόθεο. Κατά τινας ἐρευνητικὰς ἐκδοχάς, ἐπειδὴ ἡ Εὐαγγελικὴ ῥήση ἀναφέρει ὅτι τὴν Παλαιστίνην ἐπισκέφθησαν «τινὲς Ἕλληνες» (καὶ ὄχι περιοριστικῶς Κρῆτες), ὑποστηρίζεται ὅτι στὴν ὁμάδα ἐκείνη τῶν λογίων Ἑλλήνων ποὺ ἐζήτησαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον πιθανὸν νὰ συμμετεῖχαν ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Διονύσιος, ὡς ἐκπρόσωποι τῆς ἀθηναϊκῆς διανοήσεως. Λίγο ἀργότερα, κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς τὴν Ἡλιούπολιν τῆς Αἰγύπτου, ὁ Ἅγιος Διονύσιος, βλέποντας τὸ ὑπερφυσικὸν σκοτάδι ποὺ κάλυψε τὴν γῆν κατὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Κυρίου, ἀναφώνησε τὸ ἑξῆς περίφημον: «Ἢ Θεὸς πάσχει, ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται».

Ἅγιος Τίτος πρῶτος Ἐπίσκοπος Κρήτης 



~
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Τόμοι: Ὀκτωβρίου γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο, Ὀκτωβρίου δ' γιὰ τὸν Ἅγιο Ἱερόθεο, καὶ Αὐγούστου κε' γιὰ τὸν Ἅγιο Τίτο). Τεκμηριώνει τὴν βασιλικὴν/μινωϊκὴν καταγωγὴν τοῦ Τίτου, τὴν σχέσιν του μὲ τὴν πρεσβείαν τῶν Ἑλλήνων στὴν Παλαιστίνην, τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἱεροθέου καὶ τὴν ῥῆσιν τοῦ Διονυσίου στὴν Αἴγυπτον («Ἢ Θεὸς πάσχει, ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται»
•Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Corpus Dionysiacum), «Περὶ Θείων Ὀνομάτων», Κεφάλαιον 3. Ἡ αὐθεντικὴ πηγὴ ὅπου ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεὺς τῶν Διονυσιακῶν Συγγραμμάτων ἀναφέρει τὴν κοινὴν παρουσίαν τοῦ ἰδίου, τοῦ Ἱεροθέου καὶ τοῦ Τίτου (μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβον τὸν Ἀδελφόθεον) στὴν κηδείαν καὶ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου. Περιγράφει τὸν Ἱερόθεον ὡς «θεόληπτον ὑμνολόγον».
•Καινὴ Διαθήκη, «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» (Κεφάλαιο ιζ', στίχος 34). Ἡ ἐπίσημη βιβλικὴ καταγραφὴ τῆς μεταστροφῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν Ἀθήνα. 
•Καινὴ Διαθήκη, «Κατὰ Ἰωάννην Ἅγιον Εὐαγγέλιον» (Κεφάλαιο ιβ', στίχοι 20-22).Τὸ χωρίο «Ἦσαν δὲ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ», τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει τὴν ἐκδοχὴ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἀθηναίων λογίων στὴν πρεσβεία τῆς Παλαιστίνης. 
•Ἀπόστολος Παῦλος, «Πρὸς Τίτον Ἐπιστολή» (Κεφάλαιο α', στίχος 4). Ἐπιβεβαιώνει τὴ σχέση πατρός-τέκνου μεταξὺ Παύλου καὶ Τίτου («Τίτῳ γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν»).
•Μιχαὴλ Χωνιάτης (Μητροπολίτης Ἀθηνῶν), «Τὰ Σωζόμενα» (Ἔκδοση Σπ. Λάμπρου, Ἀθήνα). Τὰ κείμενα καὶ τὰ ποιήματα τοῦ τελευταίου βυζαντινοῦ Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος ὑμνεῖ τὸν χριστιανικὸ Παρθενῶνα ὡς ναὸ τῆς «Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας» καὶ περιγράφει τὴν εὐλάβεια τῶν Ἀθηναίων. 
•Διόδωρος Σικελιώτης, «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη» (Βιβλία Ι-ΙΙΙ). Τεκμηριώνει τὴν ἱστορικὴ θεωρία του Εὐημερισμοῦ, τὴν ὁποία ἀναφέρατε, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι θεοὶ (ὅπως ἡ Ἀθήνα) ἦταν θνητοὶ εὐεργέτες ποὺ θεοποιήθηκαν μεταγενέστερα. 
•Καλογήρου, Ι. (1956), «Ἡ Κοίμησις καὶ ἡ Μετάστασις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν», Θεσσαλονίκη. 
Δογματικὴ μελέτη γιὰ τὴ θεολογικὴ ἔννοια τῆς Μεταστάσεως ὡς ταυτόχρονης Ἀνάστασης καὶ Ἀνάληψης τῆς Παναγίας. 
•Γρηγόριος Καμπούρογλου, «Ἱστορία τῶν Ἀθηναίων» (Τόμος Α'-Β'), Ἀθήνα. Παρουσιάζει τὴ μετάβαση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τὸν παγανισμὸ στὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὴ βαθιὰ σύνδεση τῆς πόλης μὲ τὴ Θεοτόκο. 
•Γρηγορόβιος, Φερδινάνδος (Ferdinand Gregorovius), «Ἱστορία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς Μέσους Αἰῶνας: Ἀπὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ μέχρι τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων κατακτήσεως» (Μετάφρασις Σπ. Λάμπρου), Ἀθῆναι. Ἀποτελεῖ τὴν ἀπολύτην τεκμηρίωσιν σχετικὰ μὲ τοὺς ἑπτὰ αἰῶνας δόξης τοῦ χριστιανικοῦ Παρθενῶνος, τὴν κατάληψιν τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους (1204) καὶ τὴν βίαιαν ἀνατροπὴν τῆς ὀρθοδόξου παναθηναϊκῆς παραδόσεως ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους δυτικοὺς λαούς.
• Τσιφόρος, Νίκος, «Ἡ Ἱστορία τῆς Ἀθήνας», Ἐκδόσεις Ἑρμῆς / Κέδρος. Τεκμηριώνει μὲ μοναδικό τρόπον τὴν κοινωνικὴν πραγματικότητα, τὰ πατροπαράδοτα ἔθιμα καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ψυχοσύνθεσιν τῶν ἐντοπίων Ἀθηναίων. Ὑποστηρίζει τὸ τμῆμα τοῦ κειμένου ποὺ ἀφορᾷ τῇ λαϊκῇ ἀνάγκῃ τῶν Ἀθηναίων νὰ γεφυρώσουν τὴν ἀρχαίαν παρθενικὴν ἀρετήν (Ἀθηνᾶ Παρθένος) μὲ τὴν χριστιανικὴν εὐλάβειαν, διατηρώντας ἀναλλοίωτα τὰ ἤθη τους στὸν Ἱερὸν Βράχον τῆς Ἀκροπόλεως, παρὰ τὶς βίαιες ἀνατροπὲς ποὺ ἐπέβαλαν οἱ Φράγκοι καὶ οἱ Βαυαροί.









Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017


ЭIЄ  
 Ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων στὸν Ἄγνωστο Θεὸ κι ὁ ναὸς ποὺ ἔκτισε ὁ Ἀπόλλων 
(Ἡ πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) 
ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 


 Εἶναι γνωστὸ ὅτι, εἰς τὴν Ἀθήνα, τῶν ἀρχαίων χρόνων, συνηθίζονταν ἡ θρησκευτικὴ λατρεία πρὸς τὶς πατρῶες θεότητες. 
 Ὡστόσο, πέραν τῆς λατρείας τῶν δώδεκα θεῶν κι ἄλλων δευτερευόντων θεοτήτων ὑπῆρξε παράλληλα καὶ ἡ λατρεία εἰς τὸν Ἄγνωστο Θεό. 
 Ὡς ἐκ τούτου, σὲ ἀρκετὰ σημεῖα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, εἶχαν τοποθετηθεῖ βωμοὶ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῶ». Ἐμφορούμενοι τὴ συνηθεία ταύτη ὁρκίζονταν εἰς αὐτὸν προσφωνῶντας τὴ φράση «Νὴ τῷ ἀγνώστῳ» , δηλαδὴ "Μὰ τὸν Ἄγνωστο Θεὸ"(Δες Λουκιανός, Φίλοψ 9). 
 Ἐνδεικτικὴ ἦταν ἀγάπη τῶν ἐλεύθερων Ἀθηναίων πολιτῶν γιὰ τὴν ὑπέρτατη ἰδέα τοῦ Ἀγνώστου ἤτοι καὶ Ὑψίστου Θεοῦ, -ποὺ εἰσήγαγε ὡς ἔννοια πρῶτος ὁ Κέκροψ Α'-οὕτως ὥστε νὰ ευρίσκετο βαθύτατα ριζωμένη στὴν διανόηση τους. 
 Ἐν τούτοις, κάθε ἡμέρα ποὺ ξημέρωνε ἀναζητοῦσαν κάποια νέα γεγονότα μιὰ καινούργια πληροφορία. 
 Ἡ συγκυρία ταύτη συμπίπτει μὲ τὴν ἐποχὴ τῆς διάδοσης τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου ἤτοι καὶ Καῖνὴ Διαθήκη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ. 
 Μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, στὴν ἑξῆς περικοπὴ γίνεταιη ἀναφορὰ περὶ τοῦ θέματος: «᾿Αθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον.» (κεφ. ΙΖ). 
 Ἐκεῖ, μάλιστα, εἰς τὸν προοιμιακό του λόγο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐξαίρει τοὺς Ἀθηναίους πολῖτες, λέγοντας πὼς εἶναι οἱ πιὸ θεοσεβούμενοι ἅπαντες τῶν ἀνθρώπων: «ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ.»(ο.π. κεφ. ΙΖ, 22).


Τὸ ἑλληνικὸ γραμματόσημο, μὲ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ βωμοῦ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφὴ "τῷ Ἀγνώστω Θεῷ", ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1951. 

 Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὴν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Ἡλίου τὸ προσωνύμιο Ἄγνωστος Θεός, ἀποδίδεται εἰς τὸ Θεῖον ἢ εἰς οἱανδήποτε θεότητα ἀγνοούμενη στὸ ὄνομα καὶ τὴν μορφή της. Ὠσαύτως εἶναι κι ὁ ὁρισμὸς τοῦ θεολόγου Ὄελχερ, ὅπου, κατατέθηκε στήν ''Πραγματογνωστικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια''. 
 Παράλληλα, δύο ἄλλοι χριστιανοὶ θεολόγοι, ὁ Θωμᾶς Σκὸτ καὶ ὁ Βὰν ντὲρ Ἀα, ὑποστήριξαν ἐπισήμως ὅτι ὁ ἀναξερεύνητος Θεὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δηλαδὴ ὁ Ὕψιστος Θεός, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἔννοια ταυτόσημη μὲ τὸν Ἄγνωστο Θεὸ τῶν Ἑλλήνων. 
 Κανεὶς βεβαια δὲν γνωρίζει, ἐπακριβῶς, τὴν ἀπαρχὴ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης λατρείας τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Ἄγνωστο Θεό, καθότι, χάνετε εἰς τὴν ἄχλην τοῦ χρόνου. 
 Πρῶτος ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος περιγράφει ὅτι, οἱ Ἀθηναῖοι, κατὰ τὴν περίοδο τῶν περσικῶν πολέμων, λησμόνησαν νὰ ἀποδώσουν τιμὲς στὸ θεὸ Πάνα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ ἴδιος ὁ θεὸς ὑπερβατικῶς διὰ νὰ παραπονεθεῖ γιὰ τὴν παράλειψη τῆς λατρείας του. 
 Οὗτοι λοιπόν, ἐπινόησαν τὴν λατρεία ἑνὸς ἀγνώστου θεοῦ διὰ νὰ μὴ παραλειφθεῖ, ἐφεξῆς, οἱοσδήποτε ἀγνῶστος πρὸς αὐτοὺς θεός. Δηλονότι ὅμως γνωρίζουμε πὼς ἡ πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων, παρὰ τὴν ἄγνοια, ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο λαό, διὰ μέσῳ τῶν σοφῶν τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς, ἀδυνατῶ νὰ πιστέψω τούτη τὴν ἀφελῆ ἐξιστόρηση τοῦ Ἡροδότου. Ἄλλωστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ ἀναφέρει ξεκάθαρα - "αὐτὸν ποὺ ἐσεῖς ἀγνοεῖται τοῦτον ἐγὼ ἀναγγέλω" (ο.π. Πράξ. Ἄποστ. ΙΖ 24). 
 Ἐάν, βέβαια, ξετυλίξουμε ἀργά - ἀργὰ τὸ κουβάρι τῆς ἱστορικῆς πλοκῆς, θὰ ἀντικρίσουμε γυμνή την κεκρυμμένη ὁδὸ τῆς ἀληθείας. 
 Ἡ ἀρχὴ τοῦ νήματος ἐπιζητάτε εἰς ἐκεῖνα τὰ χρόνια του Πανδιονίδη Βούτη, τοῦ πρώτου ἱερέα τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Βούτης ἦταν ἀδερφός του Ἐρεχθέα καὶ γιὸς τοῦ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν Πανδίωνα. Ὅταν πέθανε ὁ Πανδίων, ὁ Ἐρεχθέας κληρονόμησε τὴν βασιλεία καὶ ὁ Βούτης[1] την ἱεροσύνη τοῦ Ποσειδῶνα καὶ τῆς Ἀθηνᾶς πολιάδος. 
 Σὲ κάποια ἄγνωστη πρὸς ἐμᾶς ἐποχή, ὁ Βούτης, μαζὶ μὲ τὸν Μίνωα, τὸν βασιλιᾶ τῆς Κρήτης, ταξίδεψαν στὴν Αἴγυπτο. Κατὰ τὴν παραμονή τους στὴν Αἴγυπτο ὁδηγήθηκαν στὴν ἀνακάλυψη ἀρχαίων παπύρων μὲ ἱερογλυφικὴ γραφή. Ἀνάμεσα στοὺς παπύρους βρέθηκε καὶ ἡ θεολογικὴ βίβλος τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Τρισμεγίστου. 
 Τοῦτα τὰ χειρόγραφα, ὁ Βούτης, ποὺ ὡς Ἀθηναῖος ἱερεύς - γραμματικὸς εὑρίσκετο σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο μορφώσεως ἀπὸ τὸν κρηταγενῆ Μίνωα, τὰ μετάφρασε ἀπὸ τὰ ἱερογλυφικὰ στὴν ἱερατικὴ γραφὴ καὶ τὰ μετέφερε ἔπειτα εἰς τὴν Ἀθήνα φυλάττωντας τα, εἰς τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἱερὰ κείμενα (μαρτυρία τοῦ γραμματολόγου Ἰωάννου Στοβαίου). 
 Ἐπὶ τῷ πλείστων, οἱ βίβλοι τοῦ Ἑρμοῦ, ὀνομάζονταν καὶ νόμοι. Ὁ Αἰσχύλος, στὴν τραγωδία του "Ἱκέτιδες", ἀναφέρεται ξεκάθαρα στὰ ἱερατικὰ κείμενα τοῦ Ἑρμοῦ, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Ἑρμῆς ὅδ᾽ ἄλλος τοῖσιν Ἑλλήνων νόμοις» (στιχ. 220) μετάφραση: [Ἐδῶ, ἐπίσης, εἶναι ὁ Ἑρμῆς, σύμφωνα μὲ τοὺς παλαιοὺς Ἑλληνικοὺς ἐθιμοτυπικοὺς νόμους]. 
 Συμφώνως μὲ τὸ λεξικὸ τῶν Liddel & Scott ἡ λέξη νόμος, ἐκ τοῦ ρήματος νομίζω, δηλώνει τὴν διοίκηση καὶ διακυβέρνηση μιᾶς πολιτείας σύμφωνα μὲ παλαιοὺς νόμους καὶ ἔθιμα. 
 Οἱ παλαιοὶ νόμοι τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Τρισμεγίστου στηρίζονταν πάνω σ' ἕνα θεολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ κεντρικὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς θεολογίας ἦταν ὁ Ποιμάνδρης, ὁ δημιουργὸς τῶν πάντων, δηλαδὴ ὁ Πᾶν-δημιουργός. 
 Παρὰ ταῦτα, ὁ Ποιμάνδρης μὲ τὴν τριαδικὴ ὁμοούσιο ὑπόσταση ἦταν ἕνα ἄγνωστο Ὀν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. 
 Ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τὴν πτώση ἀπ' τὴν πρωτόπλαστη φύση του, δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνει τὸ πρόσωπο τοῦ Πλάστη του. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Θεὸς δημιουργὸς θεωροῦνταν πλέον ἄγνωστος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. 
 Ὁ Ἑρμῆς ἦταν ὁ πρῶτος, ἀπὸ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δέχθηκε μετὰ θείας ἀποκαλύψεως τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ νουθεσία τοῦ Ποιμάνδρη καταγράφηκε σὲ παπύρους στὴν ἱερογλυφικὴ γραφὴ καὶ μεταφράστηκε, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ τὸν Ἀθηναῖο ἱερέα Βούτη. 
 Τὰ κείμενα αὐτὰ χρησιμοποίησαν στὶς θεολογικές τους διδασκαλίες, ὁ Ὀρφέας, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Μουσαῖος, ὁ ἐξ Αἰγύπτου Ἑβραῖος Μωυσῆς ἀλλὰ καὶ πληθώρα ἄλλων Ἑλλήνων φιλοσόφων. 
 Ἡ σημαντικοτέρα μαρτυρία τῶν ἑρμητικῶν κειμένων ἦταν ἡ ἀναφορὰ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μέχρι τότε οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἄγνοια Θεοῦ κι αὐτο συντελοῦσε στὴν ἀνέγερση βωμῶν, ἀπὸ τοὺς θεοσεβεῖς καὶ τοποτηρητὲς Ἀθηναίους, εἰς τὸν Ἕναν Ἄγνωστο Θεό. 
 Ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βωμούς, περὶ τῷ Ἀγνώστω Θεῷ, συνάντησε κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἑλληνορωμαϊκῶν χρόνων. Τὸ ἐδάφιο τῆς Ἁγίας γραφῆς περιγράφει τὰ ἑξῆς: «διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν». (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ΙΖ' 23).



Ἡ πρώτη εἰκόνα εἶναι ἡ ἁγιογραφία ποὺ δείχνει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν Ἀθήνα δίπλα στὸ βωμὸ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ, ἐνῷ γύρω ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς εἰκόνας εἰπικάθηνται περιμετρικὰ οἱ ἐπιφανεῖς ἅγιοι ἐξ Ἀθηνῶν. Στὴν δεύτερη ἁγιογραφία ἐμφανίζεται πάλι ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν στὸν Ἄρειο Πάγο νὰ κηρύττει τὴν Χριστιανικὴ πίστη ἐνῷ στὶς ὑπώρειες τῆς Ἀκροπόλεως διακρίνεται ὁ βωμὸς τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ. Ἡ τοποθέτηση τοῦ βωμοῦ στὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαία καθότι μιὰ διασωζόμενη μαρτυρία Καπουτσίνων μοναχῶν, ποὺ δροῦσαν στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα, θέλει τὸν βωμὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ τοποθετημένο στὸν Παρθενῶνα, μὲ ἐγχάρακτη τὴν ἑξῆς ἐπιγραφή: «Στοὺς θεοὺς τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀφρικῆς, στὸὺς ἀγνώστους καὶ ξένους Θεοὺς» (Ἐγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ, τόμος Ἄ, λῆμμα «Ἄγνωστος Θεός»). 


Μιὰ ἑτέραν ἐκδοχὴν θέλει τὸν βωμὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ νὰ βρίσκονταν τοποθετημένος στὴν Πνύκα, ἐκεῖ ὅπου γίνονταν ὅλες οἱ δημοκρατικὲς συνελεύσεις. Ἄλλες ἱστορικὲς καταγραφὲς ὑποστηρίζουν πὼς ὁ βωμὸς βρίσκονταν στὸ Φάληρο ἢ στὴν Ἀκρόπολη. 
  Ὁ περιηγητὴς Παυσανίας περιγράφει τὴν ὕπαρξη ναοῦ κι ὄχι ἁπλᾶ ἑνὸς βωμοῦ ἀφιερωμένου στὸν Ἄγνωστο Θεό. Αὐτὸς ὁ ναὸς ἢ βωμὸς βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τοῦ Φαλήρου. Ἐπί μέρους στοιχεῖα, γιὰ τὸ ναὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ στὴν Ἀθήνα, μᾶς παρέχουν τὰ θεολογικὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. 
 Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ὁμιλεῖ, γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως ὡς μοναδική. Διὰ τοῦτο, ἐκ πολλῶν, ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότητα τῶν λεγομένων, ἂν καὶ ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ περιηγητοῦ Παυσανία.     Ἄλλωστε, μοιάζει ἐντελῶς ἀδιανόητο, γιὰ ἕναν ἱεράρχη της τοῦ Χριστοῦ ἀλήθειας, ἡ μαρτυρία ἑνὸς ψεύδους, εἰδικὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πνεῦμα εἶχε στιγματιστεῖ ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ κέντρα ὡς ἀκάθαρτο καὶ εἰδωλολατρικό. 
 Ἐν τούτοις, ἴσως πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἀρκετὰ παρακινδυνευμένη ἡ ἀπόφαση διάσωσης μιᾶς τόσο σημαντικῆς γνώσης, ἡ ὁποία θὰ ἄλλαζε ἀντισυμβατικὰ τὴν ροὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποβεῖ μοιραῖα γιὰ τὴν περαιτέρω σταδιοδρομία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἀφοῦ οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ καιροφυλακτοῦσαν ἀνὰ πᾶσα στιγμήν. Δὲν δείλιασε, ὅμως, ὁ μεγάλος ἱεράρχης καὶ παρέδωσε εἰς τοὺς αἰῶνας τὴν ἀποκρυπτόμενη ἀλήθεια, ποὺ κάποιοι θέλησαν ἐπιβούλως κι ἐνσυνειδήτως νὰ ἀποκρύψουν. 
 Ἐπιπλέον, στὰ ἐπί μέρους σχόλια, παρατίθενται μαρτυρίες περὶ τῶν προφητικῶν λεχθέντων τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων διά την ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σταυρικὴ Τοῦ θυσία, γιὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τὰ γραφόμενα βρίσκονται στὸ βιβλίο, "ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ/ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ" καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸ κεφάλαιο "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΝΑΟΥ". Ἰδοὺ καὶ τὰ σχόλια τοῦ κειμένου: «Καί ταῦτα μέν πρὸς τούς ἀφελεστέρους τῶν Ἑλλήνων ἠγοῦν ἀγραμμάτοις, εἰς θεογνωσίαν φέροντα ὑποδείγματα, πρός δέ τούς παρά αὐτοῖς σοφούς, ἐκ φιλοσόφων ἀρχαίων δυνατῶν, μαρτυρίας πολλάς περί θεοσέβειας τινές Ἑλλήνων σοφοί ἔφασαν, ἀλλά καί τήν τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίαν ἀμυδρῶς προεμήνυσαν. καί γάρ πρό πολλῶν χρόνων ταῆς Χριστοῦ ἐπιδημίας, σοφός τίς ὀνόματι Ἀπόλλων, θεόθεν, ὡς οἶμαι, ἐπικινηθείς, ἔκτισε τόν ἐν Ἀθήναις ναόν, γράψας ἐν αὐτῷ βωμῷ, ἀγνώστῳ θεῷ· ἐν αὐτῷ τοίνυν συνήχθησαν οἱ πρώτοι τῶν Ἑλλήνων φιλόσοφοι, ἵνα περί τοῦ ναοῦ ἐρωτήσωσιν αὐτόν, καί περί προφητείας καί θεοσέβειας, ὧν τά ὀνόματα ἐροῦμεν ταῦτα. Πρῶτον Τίτων, δεύτερος Βίας, τρίτος Σόλων, τέταρτος Χείλων, πέμπτος Θουκυδίδης, ἑκτός Μένανδρος, ἕβδομος Πλάτων. οὗτοι οἱ ἑπτά φιλόσοφοι ἔφησαν τῷ Ἀπόλλωνι· Προφήτευσον ἡμῖν, προφῆτα, ὦ Ἄπολλον, τίς ἐστιν ὅδε εἶπον. τίνος ἔτι ὁ μετά σέ βωμός οὗτος; πρὸς οὕς ὁ Ἀπόλλων ἔφη· Ὅσα μέν πρὸς ἀρετήν καί κόσμον ὀρώρετε ποιεῖν, ποιεῖτε. ἐγώ γάρ ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα. οὗ λόγος ἄφθεγκτος ἐν ἀδείω κόρη ἔγκυμος ἔσται, ὥσπερ πυροφόρον τόξον ἅπαντα κόσμον ζωγρήσας, πατρί, προσάξει δῶρον. Μαρία δέ τό όνομα αὐτῆς.» Είναι φανερό ότι, Ο Απόλλων, σύμφωνα με τα γραπτά του Αγίου Αθανασίου προφητεύει Ένα Τριαδικό Θεό «ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα» (Ἐπίσης, δεῖτε στὸ κάτωθι εἰκονίδιο, τὰ λεχθέντα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, ἀπὸ τὴν ἔκδοση ποὺ βρίσκεται στὴν ἐθνικὴ βιβλιοθήκη τῆς Ἀθήνας).
   
Φωτογραφία ἀπὸ τὴν ἔκδοση 
τῆς μελέτης τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εὑρισκόμενη στὴν ἐθνικὴ βιβλιοθήκη 
τῆς Ἀθήνας 

   Ἡ μονοθεϊστικὴ θεώρηση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων θεολόγων ὑποδηλώνει τὴν παρουσία τοῦ μονοθεϊσμοῦ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὀρφέα καὶ τοῦ Μουσαίου. 
 Οἱ δύο αὐτοὶ μεγάλοι γραμματοδιδάσκαλοι μετέδωσαν τὴν θεωρία τοῦ μονοθεϊσμοῦ σὲ ὅλη τὴν μεσόγειο μὲ κέντρο τὴν Ἑλλάδα. Κυρίως δὲ στὴν Ἀθήνα ὅπου ὁ Μουσαῖος ἐγκαθίδρυσε τὰ Ἐλευσίνια μυστύρια μαζὶ μὲ τὸν υἱό του Εὔμολπο. 
 Ὑπῆρξαν τόσο λαμπρὰ τὰ ἔργα τῶν προαναφερθέντων Ἑλλήνων θεολόγων - λυρικῶν ποιητῶν ὅπου ἔφτασαν στὴν θέωση. Μάλιστα, ὁ Ὀρφέας, ἐμφανίζεται σὲ εἰκονογραφία ἐκκλησιαστικοῦ κώδικα, τῆς ἁγιορείτικης μονῆς Ἁγ. Παντελεήμονος, μὲ φωτοστέφανο ἁγίου. Ἰδοὺ καὶ ἡ εἰκόνα... 

(κώδικας 6, φ.165β) 
«Εἰς την κάτω σκηνήν, ἔμπροσθεν λόφου, κάθηται ὁ Ὀρφεύς, περιέργως μὲ φωτοστέφανον, ὡς εἰς τὴν ἀνάλογον παράστασιν ὁ Δαβίδ, καὶ παίζει τὴν κιθάραν του. Τὸν περβάλλουν ἄγρια ζῶα, τὰ ὁποῖα ἐξημέρωσεν ἡ μουσική. Βάθος βαθυκύανον 
(Ὁμιλία 10 : Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα). 
[Θησαυροὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους εἰκονογραφημένα χειρόγραφα, 
τόμος 2 / μέρος Α & Β]. Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὑπῆρχε ἡ Λεοντίδα φυλὴ προερχόμενη ἀπὸ τὸν μυθικὸ Λέοντα, γιὸ τοῦ Ὀρφέα.» 

   Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὀρφέα μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ κοινότητα τῶν Ἑλλήνων μονοθεϊστὼν θὰ πρέπει νὰ συμβίωνε παράλληλα μὲ τοὺς πλέον ἐντεταγμένους πολυθεϊστές, πέριξ των ἀκτογραμμῶν τῆς Μεσογείου θάλαττας ἀλλὰ κυρίως στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. 
 Τὸν ἐμφάνιση τους εἰς τὴν Παλαιστίνη περιγράφει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴν ἑξῆς περικοπὴ ἡ ὁποία διαβάζεται τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα: «῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.  οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν.  ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ, καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ ᾿Ιησοῦ·  ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» (κεφ. ΙΒ', 20-23),  μετάφραση: [Ἦταν τότε μερικοὶ Ἕλληνες ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀνέβαιναν γιὰ νὰ προσκυνήσουν στὴν ἑορτή. Αὐτοὶ λοιπὸν πλησίασαν τὸ Φίλιππο, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδᾶ της Γαλιλαίας, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ». Ἔρχεται ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λέει στὸν Ἀνδρέα. Ἔρχονται ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λένε στὸν Ἰησοῦ. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀποκρίνεται λέγοντας: «Ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα νὰ δοξαστεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».]. 
 Ἐσφαλμένες ἀπόψεις, παλαιῶν καὶ σύγχρονων θεολόγων - μεταφραστῶν, τῆς συγκεκριμένης περικοπῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ὁδήγησαν εἰς τὴν παρανοημένη ἐξήγηση ὅτι πρόκειται περὶ Ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς Ἕλληνες ποὺ ζήτησαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό.
 Ὡστόσο, σὲ παραπομπὴ τοῦ Μέγα Συναξαριστῆ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εὑρισκόμενη στὸ ἁγιολόγιο τοῦ Ἁγίου μάρτυρος Κορνηλίου του ἐκατόνταρχου, δίδεται λεπτομερῶς ἡ προέλευση αὐτῆς τῆς ἐλάσσονος ὁμάδας ποὺ κινήθηκε μὲ θεία περιέργεια πρὸς τὸν Θεάνθρωπο διὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀληθοῦς του ταυτότητας. 
 Τὴν ἑρμηνεία τούτη καὶ τὸν ἱστορικὸ συσχετισμό, ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἑλληνικότητα τῶν προσκυνητῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, παρέδωκε βιβλιογραφικὸς ὁ Κύριλλος ὁ Ἀθηναῖος, ὁ ἐπονομαζόμενος ἐξ Ἀλεξανδρείας. 
 Τὰ συμφραζόμενα ἐκ τοῦ Μηνολογίου εἶναι ταῦτα: «Ὁ Ἀλεξανδρείας θεσπέσιος Κύριλλος ἑρμηνεύων τὸ δωδέκατο κεφάλαιον τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, καὶ ἐρχόμενος εἰς τὴν περικοπὴν τὴν λέγουσαν «Ἦσαν δὲ τίνες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων, ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ», λέγει, ὅτι οἱ Ἕλληνες οὗτοι δὲν ἦσαν πολύθεοι καὶ εἰδωλολάτραι, καθὼς ἦσαν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες καὶ Ἐθνικοί. διότι πὼς ἠδύναντο νὰ ἀναβοὺν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ ἑορτάσουν τὸ τῶν Ἑβραίων Πάσχα καὶ νὰ προσκυνήσωσιν ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Σολομῶντος; Ἄλλ' οὔτε πάλιν ἦσαν περιτετμημένοι καὶ πάντα τὰ τῶν Ἰουδαίων παραδεχόμενοι. Ἀλλὰ τὴν μὲν πολυθεΐα τῶν Ἑλλήνων καὶ Ἐθνικῶν ἀπεστρέφοντο, τὴν δὲ μοναρχίαν τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, τὴν ἀπὸ τῶν Ἰουδαίων κηρυττόμενην, ἀπεδέχοντο. ὁμοίως καὶ πολλὰ ἠθικὰ ἐκ τοῦ Ἰουδαϊκου νόμου ἐφύλαττον, ὅσα ἦσαν εἰς τὸν φυσικὸν νόμον σύμφωνα, οὐχὶ δὲ καὶ πάντα, ὅσα δηλαδὴ περιέχει τὸ τελετουργικὸν μέρος αὐτοῦ. Εἰς δὲ ἐξ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ θεῖος Κορνήλιος ὁ Ἑκατόνταρχος, περὶ οὐ γράφουσιναι πράξεις τῶν Ἀποστόλωνεν Κεφαλαίω δεκάτῳ» (Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Σεπτεμβρίου ΙΓ, Ἅγιος Κορνήλιος) [2].
  Οἱ Ἕλληνες, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ ἄριστοι τῶν ἀρίστων, μιὰ κάστα διανοουμένων, ἡ ἀφρόκρεμα τοῦ ἀριστοκρατικοῦ πνεύματος τῶν φιλοσόφων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀναζητοῦντες τὴν ἀλήθεια, προσέγγισαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 
Ἄραγε, τί νὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἄμεσα τὸν Θεάνθρωπο, τὸν πλάστη τοῦ κόσμου, νὰ τοὺς ἐγκωμιάσει καὶ κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ Εὐσέβιου Παμφιλίας νὰ ἐπαινέση τὴν Ἑλληνικὴ φυλή; Ἕνα εἶναι βέβαιο. Ἡ προφητεία τοῦ Θεανθρώπου γιὰ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι θὰ δοξάσει τὸν Θεὸ διὰ τῆς κραταιᾶς πίστεως στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, βγῆκε ἀληθινή. 
 Χονδρικά, σύμφωνα μὲ τὰ συγκεντρωτικὰ ποσὰ τῶν μαρτύρων ἀπὸ τοὺς βίαιους διωγμούς, ἐκ τῶν 11.000.000 ἑκατομυρίων μαρτύρων τῆς χριστιανικῆς πίστεως τὰ 10.000.000 ἑκατομύρια ἦταν Ἕλληνες, πάνω στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας τους, καθὼς λέγει ὁ γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Βατοπαιδινὸς σὲ μία ζωντανὴ ὁμιλία του ποὺ ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ διαδίκτυο. 
Παρὰ ταῦτα, γεννᾶται ἡ εὔλογη ἀπορία. Ἴσως, νὰ μὴ μάθουμε ποτὲ τὸ τί διημείφθη μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν. 
Ἐν τούτοις, μιὰ ἐπιπλέον σημαντικὴ μαρτυρία, διασωζόμενη στὴν βιογραφία τοῦ Ἁγίου Τίτου, ξεδιαλύνει τινὰ τὸν γρῖφο τῆς προέλευσης τῶν ἐπονομαζομένων Ἑλλήνων. 
 Στὸ Συναξαριστὴ (τόμος Ἡ', Αὐγούστου ΚΕ') ὅπου ὑπάρχει ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Τίτου, ἀναφέρεται ἐκ πρώτης ἡ Ἑλληνική του καταγωγὴ καὶ πιὸ συγκεκριμένα ὅτι προέρχεται ἀπ' τὸ γένος τοῦ πανάρχαιου βασιλέα τῆς Κρήτης Μίνωα. Νεαρὸς ὄντας, ὁ Τίτος, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια σπούδασε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. 
 Τὴν περίοδο ἐκείνη, ἀνθύπατος καὶ ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, ἤτανε ἕνας θεῖος του Τίτου. Ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, ὁ ἀνθύπατος - ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, πληροφορεῖται ὅτι ἔχει ἐπέλθει ἡ σωτήριος γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Παλαιστίνη καὶ ὅτι πληρώσας τὴν ἡλικία τριων δεκαετιῶν ἄρχισε νὰ διδάσκει καὶ νὰ ποιεῖ θαύματα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στὰ πέριξ αὐτῆς. 
  Τότε ὁ ἡγεμών, ἀφοῦ συμβουλεύθηκε τὴν γερουσία τῶν πρώτων ἀρχόντων τῆς Μεγαλονήσου, ἀπέστειλε τὸν ἀνιψιό του Τίτο, ποὺ εἶχε ἤδη ἐνηλικιωθεῖ. Τὸν θεωροῦσε τὸν πιὸ ἄξιο γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρει λεπτομερῶς ὅσα θὰ τοῦ γίνονταν ἀντιληπτά. 
 Ταξιδεύοντας λοιπὸν ὁ Τίτος στὴν Παλαιστίνη συναντᾶ τὸν Δεσπότη Χριστὸ καὶ χωρὶς καμία ἀμφιβολία τὸν προσκυνάει ὡς μοναδικὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα, καθ' ὅσον πρῶτα ἀντιλήφθηκε ἰδίοις ὄμμασι τὰ θαυμαστὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεανθρώπου. 
 Ἀξιώθηκε ἀκόμη νὰ δεῖ τὰ πολλὰ Τοῦ θαύματα, τὰ θεῖα πάθη τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση Του. Πιστεύσας στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ συναριθμήθηκε μετὰ τῶν ἐκατὼν εἴκοσι μαθητῶν ποὺ ἔλαβαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. 

       
Ὁ Ἕλληνας Ἅγιος κι ἀπόστολος Τίτος μὲ 
καταγωγὴ ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Μίνωα. 

  Ἡ ἐνδιαφέρουσα πτυχή, στὴν ἐν λόγῳ βιογραφία, εἶναι πιθανὴ συνάντηση τοῦ νεαροῦ τότε Τίτου μὲ τὸν Χριστό, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπως περιγράφεται στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο. 
 Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ἀπόκρυψη τῶν ὀνομάτων τῆς ὁμάδας τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν θεόπνευστο εὐαγγελιστὴ ποὺ ἴσως νὰ ἦταν γνωστὰ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Ἡ προσωπική μου ἐκτίμηση συγκεντρώνει τρία πρόσωπα ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν Ἑλλήνων ἐπισκεπτῶν ἤτοι οἱ δύο Ἀθηναῖοι Ἀρεοπαγῖτες, Ἅγιος Ἰερόθεος καὶ Ἅγιος Διονύσιος καὶ ὁ Ἅγιος Τίτος ἐκ Κρήτης (καὶ οἱ τρεῖς ἐκπροσώπησαν τὴν Ἑλλάδα ἅπασα εἰς τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα). 
 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ προσδιορισμὸς δηλεὶ ξεκάθαρα τὴν ἐθνολογικὴ προέλευση τῶν ἀτόμων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐπίσης φυσικό, κάποιος ποὺ ταξιδεύει ἀπὸ τόσο μακριά, νὰ μὴ ταξιδεύει μόνος του.
  Οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Τίτου, Ἕλληνες βεβαίως κι αὐτοί, εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀναγγέλουν ὡς ὁμάδα ἑλληνικῆς πρεσβείας. Καὶ πράγματι αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση μιᾶς βυζαντινῆς μικρογραφίας ποὺ ἐμφανίζει τοὺς Ἕλληνες μὲ στρατιωτικὴ περιβολή, ἔνδειξη πὼς πρόκειται γιὰ πρεσβευτικὴ ἀποστολὴ ἐκπροσώπησης κάποιου ἡγεμόνα. 
  
Οι Έλληνες ζητούν να συναντήσουν τον Χριστό, Βυζαντινή μικρογραφία, Εθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

   Ἕνα ἕτερον πρόβλημα τίθεται, εἰς τὸ γιατί τὸ εὐαγγέλιο ἀναφέρει τοὺς Ἕλληνες ὡς προσκυνητὲς στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Τοῦτο, ἴσως, ἐξηγεῖται μὲ τὴν συμπληρωματικὴ μαρτυρία ἀπὸ τῆς βιογραφίας τοῦ Ἁγίου Τίτου. 
  Στὴν ἐν λόγῳ βιογραφία, διαβάζουμε ὅτι, ὁ Τίτος ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρονῶν καὶ ἔφτασε στὸ πρῶτο στάδιο ἐνηλικίωσης ἄκουσε ἄνωθεν μιὰ φωνὴ ποὺ τοῦ ὑπεδείκνυε τὴν ἀναγνώση τῆς Βίβλου διὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσε τὴν πρέπουσα σημασία γνωρίζοντας τὴν πλάνη τοῦ κακοδαίμονος. 
  Ὅταν ὅμως ἐπαναλήφθηκε τὸ παράδοξο τῆς φωνητικῆς παρότρυνσης, ἔσπευσε νὰ βρεῖ καὶ νὰ μελετήσει τὰ βιβλικὰ κείμενα. Τότε διάβασε στὴ Βίβλο γιὰ τὴν προφητεία του Ἠσαΐα ποὺ ἔλεγε τὰ ἑξῆς:  «Εγκαινίζεσθε προς με, νήσοι. Ισραήλ σώζεται υπό Κυρίου σωτηρίαν αιώνιον» (Ἠσαΐας, με', 16- 17).
  Ὁ Ἠσαΐας, στὰ ἐδάφια (Ἠσ 24,15 41,1 42,10 42,12 45,16 49,1 49,22 51,1 60,9 66,19) κατονομάζει τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν λέξη "Νῆσοι". Αὐτὴ ἡ ὀνομασία ἀπευθύνεται στὴν πολυκατοικημένη θάλασσα τῆς πολυνησίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους. 
Ὁ Τίτος, διαβάζοντας ἀπὸ τὴν μετάφραση των ἑβδομήκοντα(δια τῆς παροτρύνσεως τοῦ Πτολεμαίου Β' Φιλάδελφου) στὴν κοινὴ ἑλληνικὴ ἢ Ἀττικὴ διάλεκτο, τὸ προφητικὸ κάλεσμα τοῦ Ἠσαΐα, κατενόησε ὅτι κάτι μεγάλο θὰ συμβεῖ στὴν Παλαιστίνη, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, καὶ μάλιστα ὅτι, τὸ κάλεσμα αὐτὸ ἦταν πρὸς τὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων. 
Ὅταν λοιπόν, κλήθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο του γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἀποστολὴ εἰς τὴν Παλαιστίνη, ἤδη γνώριζε ὅτι, ὁ ἄγνωστος Θεὸς τῶν Ἑλλήνων ταυτίζονταν μὲ τὸ Ὕψιστο Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπου καὶ ὑπῆρχε ὁ ἱερὸς ναός Του στὰ Ἱεροσόλυμα (Σαλήμ) - πόλη ἱδρυθεῖς ἐκ τοῦ Ἕλληνος Μελχισεδέκ. Αὐτὸ τὸ σκοπὸ εἶχαν οἱ Ἕλληνες, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἑορτῆς τοῦ ἑβραϊκοῦ πάσχα, νὰ προσκυνήσουν τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὅπου, χιλιάδες χρόνια πρὸ Χριστοῦ εἶχε θεσπίσει τὴν λατρεία του εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ὁ Κεκροπας. 
 Ἐν κατακλεῖδι, ὕστερα ἀπὸ τὰ προλεγόμενα γίνεται σαφέστατος ὁ πανάρχαιος δεσμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ γένους μὲ τὸν Ὕψιστο Θεὸ τὸν ὁποῖον ἀγνοῶντες ἐλάτρευον. 
 Ἄλλωστε, ἀκόμα καὶ σήμερα τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ παραμένει ἄγνωστο, καθότι ὁ πανδημιουργὸς εἶναι ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀεὶ ὤν ὡς αὔτως ὀν. Ἡ φέρουσα ὀνομασία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι μιὰ ἐπωνυμία γιὰ τὰ γήινα ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντιλήψεως ἡ ὁποία ὅμως εἶναι καθαγιασμένη. 
 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος Τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸ δεύτερο προσῶπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Γιὰ τὸν Πατέρα καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν γιγνώσκομε ὀνόματα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνθρώπινη διαλεκτικὴ παρὰ μόνο ὅτι ἡ Παναγία Τριὰς εἶναι ὁμοούσιως, ζωοποιὸς κι ἀδιαίρετος. 
 Τοῦτο δέ, πρῶτος κατέγραψε ὁ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ὅπως ὁ μαρτυρὰ ὁ ὅσιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρεὺς (Ἀθηναῖος στὴν καταγωγή): «ταῦτα δὲ καὶ ἐν τοῖς κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ βασιλέως ὑπὸ τοῦ ὁσιωτάτου Κυρίλλου συναχθεῖσιν ἐμφέρεται, ὅτι καὶ ὁ Τρισμέγιστος Ἑρμῆς ἀγνοῶν τὸ μέλλον τριάδα ὁμοούσιον ὡμολόγησεν» (Ἰωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, λόγος δεύτερος, παραγρ. 27). 
 Μάλιστα, ἐκ τοῦ ἰδίου βυζαντινοῦ συγγραφέως γίνεται ἡ ἐπεξήγησης τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Ἑρμοῦ ὡς Τρισμεγίστου, γράφοντας τὰ ἑξῆς σχόλια: «Ἐν τοῖς χρόνοις τῆς βασιλείας τοῦ προειρημένου Σώστρου ἦν Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ὁ Αἰγύπτιος, ἀνὴρ φοβερὸς ἐν σοφίᾳ· ὃς ἔφρασε τρεῖς μεγίστας ὑποστάσεις εἶναι τὸ τοῦ ἀῤῥήτου καὶ δημιουργοῦ ὄνομα, μίαν δὲ θεότητα εἶπε· διὸ καὶ ἐκλήθη ἀπὸ τῶν Αἰγυπτίων Τρισμέγιστος Ἑρμῆς.» (ο.π. Ἴωαν. Μάλ. Χρονογρ. Λόγος δεύτερος, παρ. 2). 
 Αὐτά τα γραφόμενα εἶχε μεταφράσει ὁ ἱερεὺς τῶν Ἀθηνῶν Βούτης ἀπὸ τὴν ἱερογλυφικὴ στὴν ἱερατικὴ γραφὴ καὶ φύλασσε εἰς στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ ὅπου ἦρθε ἀργότερα ὁ Ἀπόλλων καὶ τοὺς εἶπε στοὺς ἑπτὰ σοφοὺς τῆς Ἑλλάδος ὅτι, στὸ μέλλον πρόκειται νὰ συμβεῖ ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ σημάνει τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους. 
 Πάντα πρωτοστάτης, ἡγεῖται τῶν ἀνθρώπων τὸ Ἀθηναϊκὸ γένος, τῆς πνευματικότητος. Διὰ τοῦτο χρίστηκε διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητας εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀλλὰ γι' αὐτὸ καὶ μισήθηκε, ὅπως κι ὁ Χριστός, ἀπὸ τὸ σκολιὸν γένος. Ὁ νοῶν νοείτω... 

Ὁ Ἕλλην ἱερεὺς Μελχισεδέκ, υἱὸς τοῦ Ποσειδῶνα - Σίδου καὶ τῆς νύμφης Λιβύης, θεωρεῖται ἡ προτύπωση της 
ἀρχιερωσύνης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ λεξικό του Σουΐδα λέγει ὅτι ἦταν ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Χαναναίων τῶν γνησίων κατοίκων τῆς Συροπαλαιστινιακῆς γῆς. 
Γράφει ἐπίσης ὅτι, ἔκτισε τὴν Σαλὴμ ποὺ μετονομάσθηκε σὲ Ἱερουσαλὴμ λόγῳ τοῦ ἱεροῦ ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ. Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἢ Ἱεροσόλυμα ἦταν ἑλληνικὴ ἀποικία χτισμένη πάνω στὸ λόφο Σιῶν. Ἡ λέξη "Σιῶν" στὰ Δωρικὰ σημαίνει τὸ Ὅσιον, τὸ Ἅγιον. 



     

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἀπὸ τὸ Βούτη προῆλθε ὁ κλάδος τοῦ ἱερατικοῦ γένους των Ἐτεοβουτάδων. Οἱ Ἐτεοβουτάδες εἶχαν λάβει τὸ σχῆμα της ἱεροσύνης ἀπὸ τὸν Ποσειδῶνα ἢ Σήθ. Ἕνας ἀπὸ τοῦ γιούς του Σήθ-Ποσειδῶνα ἦταν ὁ Μελχισεδέκ. Σύμφωνα μὲ τὰ κείμενα τῆς Παλαιας Διαθήκης ὁ Μελχισεδὲκ ἔκτισε τὴν πόλη των Σολύμων ποὺ ἀργότερα μετονομάσθη σὲ Ἱεροσόλυμα γιατί ἐκεῖ εἶχε ἀνεγείρει ἱερὸ ναό. Ὁ Ἕλλην Μελχισεδέκ, ἴσως κι αὐτὸς ἐκ τοῦ γένους των ἐτεοβουτάδων, ἦταν «ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου», δηλαδὴ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅταν μετέπειτα εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ ὁ ἀπογόνο τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Λευί, ἔλαβε τὴν ἱεροσύνη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε τὸ ἑβραϊκὸ ἱερατικὸ γένος(μετάγγιση ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ). Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἀνέλαβε ἱερατικὰ καθήκοντα Τοῦ τὸ λευιτικὸ ἱερατεῖο καταργήθηκε ὡς ἀνίσχυρο κι ἀνωφελεῖς(η συκιὰ ποὺ ἐκαταράσθει ὁ Κύριος γιατί δὲν ἔφερε καρπούς). Γι' αὐτὸ ὁ μέγας ἀρχιερεὺς Χριστὸς ἀναφέρεται στὸν 109ο ψαλμὸ ὡς ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Ἐπιπλέον ἡ ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ Μελχισδέκ, ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. 
[2]. Στὴ μερίδα τῶν ἐθνικῶν μονοθεϊστών, τοὺς λεγόμενους καὶ ἐνοθεϊστές, ἀνῆκε κι ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ ρωμαϊκου στρατοῦ, Κορνήλιος. Μὲ ὑπερβατικὸ τρόπο ὁδηγήθηκε στὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο κι ἔπειτα μαρτύρησε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ, τόμος 4ος, κέφ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΝΑΟΥ 
•Αἰσχύλου, Ἰκέτηδες 
•Λουκιανοῦ, Φίλοψ 
•Καινὴ Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 
•Ἐπιτομὴ τοῦ μεγάλου λεξικοῦ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, LIDDEL & SCOTT 
•Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδοση ἕβδομη ἀπὸ τοῦ Βίκτωρος μοναχοῦ & Ματθαίου Λάγγη ἐπισκόπου Οἰνόης, Ἀθῆναι, 2001, τόμος Θ' 
•Ἰωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία 
•Λεξικὸν Σουΐδα (Σούδα) λῆμμα Μελχισεδέκ