ЭIЄ
Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΕΙΣΑΓΕΙ
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ - ΝΟΥΣ
Έρευνα & συγγραφή: Ιωάννης Γ. Βαφίνης
Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος τοῦ Περικλέους, ὅτε ἐξέλαμψε τὸ πνευματικὸν ὕψος τῶν Ἑλλήνων, ὁδηγούμεθα ἐντὸς τῆς ἐνδόξου Ἀθήνης –τῆς κοιτίδος ταύτης τοῦ φωτός– πρὸς τὴν ἀποκάλυψιν μιᾶς ζωτικῆς σημασίας ἱστορικῆς ἀληθείας. Αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν γένεσιν τῶν ἰδεῶν τῆς θεολογικῆς προσεγγίσεως τοῦ Θείου Δημιουργοῦ καὶ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Σὲ ἐτοῦτο τὸ μικρὸν πόνημα ἐπιχειρεῖται ἡ ἀνατροπὴ τῆς συμβατικῆς πλευρᾶς τῆς ἱστορίας εἰσάγοντας ἕνα ἄγνωστο θέμα γιὰ τοὺς ἱστορικοὺς μελετητὲς μὲ ἔγκυρες ἀποδείξεις.
Σὲ ἐτοῦτο τὸ μικρὸν πόνημα ἐπιχειρεῖται ἡ ἀνατροπὴ τῆς συμβατικῆς πλευρᾶς τῆς ἱστορίας εἰσάγοντας ἕνα ἄγνωστο θέμα γιὰ τοὺς ἱστορικοὺς μελετητὲς μὲ ἔγκυρες ἀποδείξεις.
Τὸ θέμα αὐτὸ ἀφορᾶ τὸν πολιτικὸ ἀρχηγό της Ἀθήνας, τὸν ἰδιοφυῆ πολιτικὸ τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνισμοῦ Περικλῆ ποὺ ἔδρασε τὸν 5ο αἰῶνα π.Χ.
Τὴν ὀπτικὴ μιᾶς καινοτόμου ἱστορικῆς προσεγγίσεως, ὡς πρὸς τὴν προσωπικότητα τοῦ Περικλέους καὶ τὶς θεολογικές του πεποιθήσεις, εἰσήγαγε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ συγγραφεὺς Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, μέσῳ τῆς ἐπιθεωρήσεως «ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ» τὸ 1912 (ὡς ἐμφαίνεται στὸ καταληκτικὸ εἰκονογραφικὸ τεκμήριο, ὅπερ ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ περιοδικοῦ ὅπου ἐδημοσιεύθη ἡ σύγχρονος βιογραφία τοῦ ἀνδρός).
Ἐπάνω σὲ ἕναν ἰσχυρισμὸν τῆς βιογραφίας τοῦ ἐπιφανοῦς πολιτικοῦ Περικλέους, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναγάγει τὴν πίστη του σὲ μιὰ μονοθεϊστικὴ θεωρία τοῦ Τρισυπόστατου, ἴσως μία πρωτόλεια μορφή καὶ προτύπωσις τοῦ Χριστιανικοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, στηρίχθηκε ἡ προσωπική μου μελέτη μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀναδείξεως μιᾶς ἄγνωστης ἱστορικῆς πτυχὲς ἡ ὁποία ἀλλάζει τὰ δεδομένα.
Ὁ Περικλῆς Ξανθίππου, προέρχονταν ἀπὸ τὴν ἀκαμαντίδα φυλὴ τῶν Ἀθηνῶν τῆς ὁποίας δημιουργὸς ὑπῆρξε ὁ Ἀκάμαντας, ἕνας ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Θησέα καὶ τῆς Φαίδρας ἢ κατὰ ἄλλους τῆς Ἀριάδνης.
Ὁ Θησείδης Ἀκάμαντας ἢ Ἀκάμας ἦταν ἕνα σημαντικὸ πρόσωπο τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν πολύ ἀπέχουσαν τοῦ κλασσικοῦ κόσμου περίοδο τῶν ἡρώων. Ὁ Ἀκάμας, ἐπιτελέσας ἐλάσσονας ἄθλους τῶν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Θησέως, κατώρθωσε νὰ ἐγγραφῇ μὲ λαμπρὰ γράμματα εἰς τὰ βιβλία τῆς ἱστορίας.
Κατανοῶντας τὸ ἱστορικὸ βάρος τῆς γενιᾶς ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδείχθηκε ὁ Περικλῆς, συνειδητοποιοῦμε τὸ εὗρος τοῦ ὁράματός του, καθὼς καὶ τὴ συστηματικὴ ὑλοποίηση τῶν ἔργων ποὺ μεταμόρφωσαν τὴν ἀθηναϊκὴ πολιτεία.
Ἐμφορούμενος τῶν πατρογονικῶν ἀξιῶν, ἀνεδείχθη ζηλωτὴς τῆς προγονικῆς ἀριστείας, καταλείπων ἐναργῶς τὸ ἀποτύπωμα τοῦ κληρονομικοῦ τούτου μεγαλείου.
Ὁ Θησείδης Ἀκάμαντας ἢ Ἀκάμας ἦταν ἕνα σημαντικὸ πρόσωπο τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν πολύ ἀπέχουσαν τοῦ κλασσικοῦ κόσμου περίοδο τῶν ἡρώων. Ὁ Ἀκάμας, ἐπιτελέσας ἐλάσσονας ἄθλους τῶν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Θησέως, κατώρθωσε νὰ ἐγγραφῇ μὲ λαμπρὰ γράμματα εἰς τὰ βιβλία τῆς ἱστορίας.
Κατανοῶντας τὸ ἱστορικὸ βάρος τῆς γενιᾶς ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδείχθηκε ὁ Περικλῆς, συνειδητοποιοῦμε τὸ εὗρος τοῦ ὁράματός του, καθὼς καὶ τὴ συστηματικὴ ὑλοποίηση τῶν ἔργων ποὺ μεταμόρφωσαν τὴν ἀθηναϊκὴ πολιτεία.
Ἐμφορούμενος τῶν πατρογονικῶν ἀξιῶν, ἀνεδείχθη ζηλωτὴς τῆς προγονικῆς ἀριστείας, καταλείπων ἐναργῶς τὸ ἀποτύπωμα τοῦ κληρονομικοῦ τούτου μεγαλείου.
Σύμφωνα μὲ τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ παρατίθενται ἀπὸ τὸν Πλούταρχο, ἡ εὐγενὴς καταγωγή του, τόσο ἀπὸ τὴν πατρικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ μητρικὴ γραμμή, τοῦ ἐξασφάλισε τὴ δυνατότητα λήψης ἀνώτερης παιδείας, καθὼς καὶ τὴν εὐκαιρία ἀναστροφῆς μὲ ἐξέχοντες διδασκάλους τῆς ἐποχῆς του. Λέγεται, μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν σοφιστῶν, τὴ μέγιστη ἐπίδραση ἐπάνω τοῦ ἄσκησε ὁ Ἀναξαγόρας ὁ Κλαζομένιος.
Ὁ ἰωνικῆς καταγωγῆς Ἀναξαγόρας ἔλαβε τὸ προσωνύμιο Νοῦς, διότι ἡ κοσμολογικὴ θεωρία του ἀντικατέστησε τὴν πολυθεΐα μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ὑπέρτατης ἔλλογης ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν Νοῦς καὶ ἔθετε σὲ κίνηση τὸ σύμπαν: «Νοῦς ὁ τὰ πάντα κοσμῶν» μετάφραση: (ὁ Νοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ τακτοποιεῖ, στολίζει καὶ διευθετεῖ τὰ πάντα).
Τὴν συγκεκριμένη ἱστορικὴ μαρτυρία ἐκμαιεύουμε ἀπὸ τὸν Πλούταρχο, ὁ ὁποῖος λέγει χαρακτηριστικά: «...Ἀναξαγόρας ἦν ὁ Κλαζομένιος, ὃν οἱ τότ' ἄνθρωποι Νοῦν προσηγόρευον, εἴτε τὴν σύνεσιν αὐτοῦ μεγάλην εἰς φυσιολογίαν καὶ περιττὴν διαφανεῖσαν θαυμάσαντες, εἴθ' ὅτι τοῖς ὅλοις πρῶτος οὐ τύχην οὐδ' ἀνάγκην διακοσμήσεως ἀρχήν, ἀλλὰ νοῦν ἐπέστησε καθαρὸν καὶ ἄκρατον ἐν μεμιγμένοις πᾶσι τοῖς ἄλλοις, ἀποκρίνοντα τὰς ὁμοιομερείας. [5.1] τοῦτον ὑπερφυῶς τὸν ἄνδρα θαυμάσας ὁ Περικλῆς...».
Ὁ Περικλῆς νεαρὸς ὄντας περισπούδασε εἰς στὸν μικρὸν κύκλον τῶν μαθητῶν τοῦ σοφιστῆ Ἀναξαγόρου θέλησε νὰ τὸν μιμηθεῖ. Ἔτσι, ὁ Περικλῆς κρυφίως πίστευε στὸν Ἕνα Θεὸ Δημιουργό, ὅπου οἱ σοφιστικοὶ κύκλοι του προσέδιδαν τὴν ἑρμητικὴ ὀνομασία ΝΟΥΣ.
Λέγω δὲ τὴν φράση, ἑρμητικὴ ὀνομασία, καθότι, χιλιάδες χρόνια πρὶν τὴν χρυσῆ ἐποχὴ τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας, ἡ ἐπωνυμία αὐτὴ ἀποκαλύφθηκε γιὰ πρώτη φορά, ἀπὸ τὸν Ἕλληνα κυβερνήτη τῆς Αἰγύπτου Ἑρμῆ Τρισμέγιστο.
Λέγω δὲ τὴν φράση, ἑρμητικὴ ὀνομασία, καθότι, χιλιάδες χρόνια πρὶν τὴν χρυσῆ ἐποχὴ τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας, ἡ ἐπωνυμία αὐτὴ ἀποκαλύφθηκε γιὰ πρώτη φορά, ἀπὸ τὸν Ἕλληνα κυβερνήτη τῆς Αἰγύπτου Ἑρμῆ Τρισμέγιστο.
Στὸ Λεξικό του Σουΐδα, γίνεται λόγος περὶ τῆς σοφιστίας τοῦ Ἑρμοῦ μὲ τa ἑξῆς ἱστορικὰ γραφόμενα: «Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος. οὗτος ἢν Αἰγύπτιος σοφός, ἤκμασε πρὸ τοῦ Φαραώ. ἐκέκλητο δὲ τρισμέγιστος διότι περὶ τριάδος ἐφθέγξατο, εἴπων ἐν τριάδι μίαν εἶναι θεότητα, οὕτως· "ἦν φῶς νοερὸν πρὸ φωτὸς νοεροῦ, καὶ ἦν ἀεὶ νοῦς νοὸς φωτεινός, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἦν ἢ ἡ τούτου ἑνότης καὶ πνεύμα πάντα περιέχον. ἐκτὸς τούτου οὐ θεός, οὐκ ἄγγελος, οὐκ οὐσία τις ἄλλη. πάντων γὰρ κύριος καὶ πατὴρ καὶ θεός, καὶ πάντα ὑπ' αὐτὸν καὶ ἐν αὐτῷ ἐστίν. ὁ γὰρ λόγος αὐτοῦ παντέλειος ὤν καὶ γόνιμος καὶ δημιουργικός, ἐν γονίμῳ φύσει πεσὼν καὶ γονίμῳ ὕδατι, ἔγκυον τὸ ὕδωρ ἐποίησε." καὶ ταῦτα εἰρηκὼς ἠύξατο λέγων "ὁρκίζω σέ, οὐρανέ, θεοῦ μεγάλου σοφὸν ἔργον· ὁρκίζω σὲ φωνὴν πατρός, ἥν ἐφθέγξατο πρώτην, ἡνίκα τὸν πάντα τὸν πάντα κόσμον ἐστηρίξατο· ὁρκίζω σὲ κατὰ τοῦ μονογενοῦς λόγου, καὶ τοῦ πατρὸς τοῦ περιέχοντος πάντα, ἵλεως ἵλεως ἔσο" cf. Cyrill. Alex. c.Iulian. 1 p.35»[1] Μετάφραση:[Ὁ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος. Αὐτὸς ἦταν ἕνας Αἰγύπτιος σοφός, ποὺ ἄκμασε πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Φαραώ. Ὀνομάστηκε δὲ "Τρισμέγιστος" ἐπειδὴ μίλησε γιὰ τὴν Τριάδα, λέγοντας ὅτι μέσα στὴν Τριάδα ὑπάρχει μία καὶ μόνη θεότητα, ὡς ἑξῆς:Υπήρχε νοητὸ φῶς πρὶν ἀπὸ τὸ νοητὸ φῶς, καὶ ὑπῆρχε πάντοτε Νοῦς φωτεινὸς ἀπὸ τὸν Νοῦ, καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ὑπῆρχε παρὰ ἡ ἑνότητά Του καὶ τὸ Πνεῦμα ποὺ περιβάλλει τὰ πάντα. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει οὔτε θεός, οὔτε ἄγγελος, οὔτε καμία ἄλλη οὐσία. Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Πατέρας καὶ ὁ Θεὸς τῶν πάντων, καὶ ὅλα βρίσκονται κάτω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ μέσα σὲ Αὐτόν.Διότι ὁ Λόγος Του, ἐπειδὴ εἶναι παντέλειος, γόνιμος καὶ δημιουργικός, ἀφοῦ ἔπεσε μέσα στὴ γόνιμη φύση καὶ στὸ γόνιμο νερό, ἔκανε τὸ νερὸ ἔγκυο (τὸ γονιμοποίησε).Και ἀφοῦ εἶπε αὐτά, προσευχήθηκε λέγοντας:"Σε ἐξορκίζω, οὐρανέ, σοφὸ ἔργο τοῦ μεγάλου Θεοῦ· σὲ ἐξορκίζω, φωνὴ τοῦ Πατέρα, τὴν ὁποία πρόφερε πρώτη, ὅταν στερέωσε ὁλόκληρο τὸν κόσμο· σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς Λόγου καὶ τοῦ Πατέρα ποὺ περιέχει τὰ πάντα, δεῖξε ἔλεος, δεῖξε ἔλεος"].
Ὁ Ἑρμῆς ἦτο μία μορφὴ τῆς 11ης χιλιετηρίδος ποὺ ἔθεσε τὰ πρῶτα θεμέλια τῆς γνωριμίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό Δημιουργό. Οὕτως ὁ Θεός, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἑρμῆς ἦταν τρισυπόστατος, πατήρ, υἱὸς καὶ πνεῦμα ἅγιον. Ἡ ὀνοματοθεσία τοῦ ἑρμητικοῦ Θεοῦ παρέχει τα προσωνύμια Ποιμάνδρης καὶ Νοῦς: «φημὶ ἐγώ, Σὺ γὰρ τίς εἶ; ―Ἐγὼ μέν, φησίν, εἰμὶ ὁ Ποιμάνδρης, ὁ τῆς αὐθεντίας νοῦς·» [Μετάφραση: εἶπα ἐγώ, Ἐσὺ πάλι ποιός εἶσαι; Ἐγὼ λοιπόν, εἶπε, εἶμαι ὁ Ποιμάνδρης, ὁ νοῦς τῆς αὐθεντίας· ξέρω αὐτὸ ποὺ θές, καὶ παρίσταμαι μαζὶ σοῦ παντοῦ.]
Ὁ Νοῦς τοῦ ἑρμητικοῦ στοχασμοῦ ἦταν γνωστὸς στοὺς σοφιστὲς τῆς Ἰωνίας στὴν Μ. Ἀσία ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἀθηναίους σοφιστὲς στὴν μητροπολιτικὴ Ἑλλάδα. Τοῦτο δὲ φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ δραματουργοῦ Αἰσχύλου στὴν τραγωδία τοῦ "ΙΚΕΤΙΔΕΣ", ὅπου σημειῶνται τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ Ἑρμοῦ τῆς ἑλληνικῆς Αἰγύπτου: «Ἑρμῆς ὄδ' ἄλλος τοισὶν Ἑλλήνων νόμοις»(220) & «Ἐρμήι, μεγίστωι προξένωι μαστηρίων» (στιχ. 920).
Ὁ Περικλῆς, γνώστης καὶ μέτοχος τῆς ἑρμητικῆς θεολογίας, διὰ μέσου τοῦ προσωκρατικοῦ φιλοσόφου Ἀναξαγόρου, θέλησε νὰ ἀποτυπώση τὴν ἰδέα τοῦ Τρισυπόστατου Θεοῦ Νοῦ πάνω στὸν κεντρικὸ ναὸ τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν τὸν Παρθενῶνα.
Ὁ τρόπος ποὺ ἐπέλεξε γιὰ νὰ ἀναδείξει τὴν θεολογικὴ θεωρία, ποὺ ἀφοροῦσε τοὺς νόμους τοῦ Ἑρμοῦ ἤτοι καὶ θεολογικοὺς κανόνες καθὼς μᾶς διδάσκει ὁ Αἰσχύλος, συσχετίζονταν μὲ τὶς ἐπιστῆμες τῶν μαθηματικῶν, τῆς γεωμετρίας καὶ τῆς ἀριθμοσοφίας.
Ὁ τρόπος ποὺ ἐπέλεξε γιὰ νὰ ἀναδείξει τὴν θεολογικὴ θεωρία, ποὺ ἀφοροῦσε τοὺς νόμους τοῦ Ἑρμοῦ ἤτοι καὶ θεολογικοὺς κανόνες καθὼς μᾶς διδάσκει ὁ Αἰσχύλος, συσχετίζονταν μὲ τὶς ἐπιστῆμες τῶν μαθηματικῶν, τῆς γεωμετρίας καὶ τῆς ἀριθμοσοφίας.
Οἱ πρῶτοι σύγχρονοι μελετητές, ποὺ μᾶς φανέρωσαν τὴν ἀποτύπωση θεολογικῶν μυστικῶν πάνω στὴν κατασκευὴ τοῦ Παρθενῶνα ἦταν ὁ μαθηματικὸς Θεοφάνης Μανιὰς καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ συγγραφέας ἐρευνητὴς Θεόδωρος Ἀξιώτης.
Ὁ Θεόδωρος Ἀξιώτης, στὸ βιβλίο τοῦ "ΑΡΓΩ", ἀποκαλύπτει μὲ τὴν ἀριθμοσοφικὴ μέθοδο καὶ τὴν γεωμετρία τοῦ Παρθενῶνα τὸ κρυφὸ σχέδιο τοῦ Περικλῆ νὰ οἰκοδομήση ἕνα ναὸ μὲ συμπαντικοὺς κωδικοὺς νόμους τῆς σοφίας τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ Νοῦ ἤτοι Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἀναφερόμενος, λοιπόν, ὁ Ἀξιώτης, στὸ τρίγωνο ΑΒΓ τοῦ τυμπάνου ἢ ἀετώματος τοῦ ναοῦ τοῦ Παρθενῶνος, ἐπισημαίνει ὅτι, οἱ ὀξεῖες γωνίες ἔχουν τιμὲς 18º καὶ 72º ἢ τὸ διπλάσιον τῆς κορυφῆς εἰς 144º μοῖρες. Το άθροισμα των αριθμητικών μοιρών στις τρεις γωνίες του αετώματος του ναού της Παρθένου, δια μέσω της Πυθαγόριας αριθμοσοφίας που συναντάμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, προκύπτει ως εξής: 1+8=9 και 1+8=9 και 7+2=9 (ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου τὸ 144 ποὺ βρίσκεται στὶς μοῖρες τῆς κορυφῆς τῶν ἀετωμάτων τοῦ Παρθενῶνα ἀθροίζεται ὁμοίως 1+4+4=9). Ἀφοῦ, προσθέσουμε ἀναμεταξύ τους ἀριθμοὺς τῶν γωνιῶν συγκεντρώνουμε τὸν ἀριθμὸ 999 ἐννιακόσια ἐννενήντα ἐννέα.
Ἀναφερόμενος, λοιπόν, ὁ Ἀξιώτης, στὸ τρίγωνο ΑΒΓ τοῦ τυμπάνου ἢ ἀετώματος τοῦ ναοῦ τοῦ Παρθενῶνος, ἐπισημαίνει ὅτι, οἱ ὀξεῖες γωνίες ἔχουν τιμὲς 18º καὶ 72º ἢ τὸ διπλάσιον τῆς κορυφῆς εἰς 144º μοῖρες. Το άθροισμα των αριθμητικών μοιρών στις τρεις γωνίες του αετώματος του ναού της Παρθένου, δια μέσω της Πυθαγόριας αριθμοσοφίας που συναντάμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, προκύπτει ως εξής: 1+8=9 και 1+8=9 και 7+2=9 (ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου τὸ 144 ποὺ βρίσκεται στὶς μοῖρες τῆς κορυφῆς τῶν ἀετωμάτων τοῦ Παρθενῶνα ἀθροίζεται ὁμοίως 1+4+4=9). Ἀφοῦ, προσθέσουμε ἀναμεταξύ τους ἀριθμοὺς τῶν γωνιῶν συγκεντρώνουμε τὸν ἀριθμὸ 999 ἐννιακόσια ἐννενήντα ἐννέα.
Ὁ ὁμόκεντρος κύκλος μὲ κέντρο
τὴν κορυφὴ τοῦ τυμπάνου
μᾶς δίνει τὶς ὑποδιαιρέσεις τῶν μοιρῶν
σὲ 72º, 126º καὶ 144º.Καὶ οἱ τρεῖς ἀριθμοὶ
ἔχουν πυθμενικὸ ἀριθμὸ τὸ ἐννέα.
Δηλαδή, 7+2=9 & 1+2+6=9 & 1+4+4=9 συγκεντρώνονταςκαὶ πάλι τὸ 9 9 9.
Ὁ Θεοφάνης Μανιὰς ἐπισημαίνει ὅτι,
ἡ λέξη ΘΕΙΟΝ ἰσοῦτε μὲ τὸν ἀριθμὸ 144.
Ὁ Ἀξιώτης ὑπαινίσσεται πὼς ὁ ἀριθμὸς 9 εἶναι ἱερὸς ἀριθμὸς τοῦ Διονύσου ἐνῷ τὸ 999 ποὺ εἶναι Μεγάλο Σύμβολο δίνει τρεῖς φορὲς τὸν ἀριθμό του. Ἂν ὅμως τὸ ἐξετάσουμε καλύτερα ὁδηγούμαστε σὲ μιὰ πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἀνακάλυψη. Τὸ ἐννιακόσια ἐνενῆντα ἐννέα 999 ἰσοῦτε μὲ τὴν φράση ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ. Ἴσως, τελικά, τοῦτο θέλησε ὁ Περικλῆς νὰ ἐνσωματώσει στὸ ναό, μὲ μαθηματικοὺς καὶ γεωμετρικοὺς κώδικες, τὴν γνώση περί τοῦ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΘΕΟΥ. Αὐτή την ἐντολὴ έδωσε στὸν φίλο καὶ συνεργάτη τοῦ Φειδία.
Ὁ μαθηματικὸς Θεοφάνης Μανιὰς μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν σχέση τοῦ Παρθενῶνος μὲ τὸν Φειδία ποὺ ἦταν ὁ καλλιτεχνικὸς διευθυντὴς καὶ γενικὸς ἐπόπτης τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου γι' αὐτὸ ἀργότερα σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς κατηγορήθηκε γιὰ ὑπεξαίρεση καὶ ἀσέβεια καὶ πέθανε στὴ φυλακὴ ἢ στὴν ἐξορία.
Βάζοντας, λοιπὸν, τὰ δύο τρίτα τοῦ ὀνόματος τοῦ Παρθενῶνος βρίσκουμε τὴν ἑξῆς ἰσοψηφία (ΠΑΡΘΕΝΩΝ) x (2 : 3) = 1.095 x (2 : 3) = 730 ὅπως καὶ ΦΕΙΔΙΑΣ = 730 (Φ = 500, Ε = 5, Ι = 10, Δ = 4, Ι = 10 Α = 1 Σ = 200 = 730).
Ἐν τούτοις, ἡ ἱστορία ἀποκαλύπτει ὅτι, ὁ Περικλῆς καὶ μιὰ ὁμάδα ἀπὸ σοφιστές, καλλιτέχνες καὶ ἱστορικούς, ἐπιχείρησαν νὰ ἀνατρέψουν τὴν πολυθεϊστικὴ ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κτίζοντας ἕνα κωδικοποιημένο μνημεῖο δημιουργῶντας τριγμοὺς στὰ θεμέλια τοῦ θρησκευτικοῦ καθεστῶτος ποὺ εἶχε ἐπιβάλλει ὁ Ἰππίας. Συνάμα θέλησαν νὰ κληροδοτήσουν στοὺς αἰῶνες τὴ γνώση ποὺ ἀπεκόμισαν γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ ἑνὸς Ὑπέρτατου Ὄντος - ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ τὴν ὁποία προσέγγισαν μέσῳ πνευματικῆς φώτισης μέσα ἀπὸ τὶς ὑψηλοῦ ἐπιπέδου φιλοσοφικὲς τοὺς συζητήσεις.
Οἱ ριζοσπαστικὲς ἀντιλήψεις τοῦ Περικλῆ καὶ τῆς συμβίας του Ἀσπασίας φαίνεται νὰ ἀντανακλοῦν μιὰ παλαιότερη ἐποχή, στὰ πρόσωπα τοῦ Ἀκενατὸν καὶ τῆς Νεφερτίτης.
Ὄντως, ὁ Περικλῆς ὑπῆρξε πνευματικὴ μεγαλοφυΐα τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας, διαπνεόμενος ἀπὸ βαθιὲς ἀνησυχίες γιὰ τὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ λοιποὶ ἡγέτες καὶ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος ἀναλώνονταν σὲ ἔριδες μὲ ἀβυσσαλέο μένος γιὰ ἐλάχιστα ἐδάφη. Ἀψηφῶντας τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἔθεταν τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλοδοξία τους ὡς μοναδικὰ τεκμήρια ἀριστοκρατικῆς ὑπεροχῆς.
Παρότι τελικά, ὁ Περικλῆς εἶχε ἄγνοια Θεοῦ προσπάθησε νὰ προσέγγιση ἤ καὶ νὰ πιστέψει ἀκόμη στὴν ἔννοια τῆς Τριαδικῆς Θεότητος, ὅπου, ὁ Πατὴρ ἡ πηγή, ὁ Υἱὸς ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ζωοποιὸς δύναμη[2].
Κύριο χαρακτηριστικὸ τῶν πεποιθήσεων τοῦ ἦταν ὁ σεβασμὸς στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ ποὺ τὸ θεώρησε ὡς χάρισμα τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ.
ΧΑΙΡΕΤΕ!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Τὸ κείμενο ποὺ παραθέτετε προέρχεται ἀπὸ τὸ ἔργο Κατὰ Ἰουλιανοῦ (Contra Julianum) τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ἀποτελεῖ ἕνα κλασικὸ παράδειγμα του πῶς οἱ χριστιανοὶ συγγραφεὶς τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας χρησιμοποίησαν τὰ λεγόμενα Ἑρμητικὰ Κείμενα (Hermetica) γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ σοφοὶ τῶν ἐθνικῶν εἶχαν συλλάβει ψήγματα τῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα. Στὴν ἀρχαιότητα, ὁ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος θεωροῦνταν πραγματικὸς Αἰγύπτιος σοφὸς καὶ ἱερέας ποὺ ἔζησε σὲ πολὺ παλαιοὺς χρόνους (πρὶν ἀπὸ τὸν Μωυσῆ ἢ τοὺς Φαραώ). Στὴν πραγματικότητα, πρόκειται γιὰ μιὰ συγκρητιστικὴ φιγούρα ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ συγχώνευση τοῦ ἑλληνικοῦ θεοῦ Ἑρμῆ καὶ τοῦ αἰγυπτιακοῦ θεοῦ Θώθ. Ἡ Ἐτυμολογία τοῦ «Τρισμέγιστου»: Ἐνῷ παραδοσιακὰ ὁ τίτλος σήμαινε «τρεῖς φορὲς μέγιστος» (ὡς ὁ μέγιστος φιλόσοφος, ἱερέας καὶ βασιλιᾶς), τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα δίνει μιὰ χριστιανικὴ παρερμηνεία/προσαρμογή, δηλαδή, ὀνομάστηκε ἔτσι ἐπειδὴ μίλησε γιὰ τὴν Τριάδα («πὲρὶ τριάδος ἐφθέγξατο»). Τριαδολογικὲς καὶ Κοσμογονικὲς Ἀντιστοιχίες τῶν φράσεων τοῦ κειμένου της Σούδας: Φῶς Νοερὸν / Νούς: Ἀντιστοιχεῖ στὸν Θεὸ Πατέρα. Λόγος: Ὁ δημιουργικὸς καὶ γόνιμος λόγος («ὁ λόγος αὐτοῦ παντέλειος ὤν») ποὺ γονιμοποιεῖ τὰ ὕδατα ἀντιστοιχεῖ στὸν Υἱὸ (τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ), θυμίζοντας ἔντονα τὴ Γένεση. Πνεῦμα: Τὸ πνεῦμα ποὺ περιέχει τὰ πάντα («πνεῦμα πάντα περιέχον») παραπέμπει στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Ὅρκος καὶ ὁ «Μονογενὴς Λόγος» ὅπου στὸ τέλος, ἡ προσευχή - ὅρκος ἐπικαλεῖται τὸν «μονογενῆ λόγο». Αὐτὴ ἡ ὁρολογία διευκόλυνε τοὺς Χριστιανοὺς ἀπολογητὲς νὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι οἱ ἐθνικοὶ εἶχαν προφητεύσει τὴν ἔλευση καὶ τὴ φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἱστορικὴ Σημασία αὐτῶν τῶν ἀποσπασμάτων (γνωστὰ καὶ ὡς Θεοσοφίες) κατασκευάστηκαν ἢ διασκευάστηκαν κατὰ τοὺς πρώτους μεταχριστιανικοὺς αἰῶνες. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως ὁ Κύριλλος, ὁ Λακτάντιος καὶ ὁ Αὐγουστῖνος) τὰ χρησιμοποίησαν ὡς ἀπολογητικὰ ἐργαλεῖα. Στόχος τους ἦταν νὰ πείσουν τοὺς μορφωμένους Ἕλληνες καὶ Ἐθνικοὺς ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν ἦταν μιὰ «νέα καὶ ξένη θρησκεία», ἀλλὰ ἡ πλήρης ἀποκάλυψη αὐτοῦ ποὺ οἱ δικοί τους ἀρχαῖοι σοφοὶ ἔβλεπαν «δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι».
[2]Στὴ φιλοσοφία, ὁ «Νοῦς» εἶναι ἡ μία ἀπὸ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις (μαζὶ μὲ τὸ Ἕν καὶ τὴν Ψυχὴ) καὶ ὄχι ὁλόκληρος ὁ Θεός. Τὸ συγκεκριμένο θεολογικὸ καὶ φιλοσοφικὸ σχῆμα ἀφορᾶ κυρίως τὸν Πλωτῖνο (204–270 μ.Χ.), τὸν ἱδρυτὴ τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ. Στὴ φιλοσοφία τοῦ Πλωτίνου, ἡ ὕπαρξη δὲν εἶναι μονοδιάστατη, ἀλλὰ ἀναλύεται σὲ τρεῖς θεμελιώδεις ἀρχὲς (τὶς ὀνομαζόμενες "ὑποστάσεις") Α) Τὸ Ἕνόν: Ἡ ἀπόλυτη, ὑπερβατικὴ καὶ ἄρρητη Ἀρχὴ τῶν πάντων. Β) Ὁ Νοῦς: Ἡ κοσμικὴ νόηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τό «Ἕνὸν» καὶ περιέχει ὅλες τὶς ἰδέες. Γ) Ἡ Ψυχή: Ἡ ζωοποιὸς δύναμη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Νοῦ καὶ διαμορφώνει τὸν ὑλικὸ κόσμο. Αὐτὴ ἡ τριαδικὴ δομὴ ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ πολλοὺς μεταγενέστερους μελετητές, Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Αὐγουστῖνος) ἀλλὰ καὶ Βυζαντινοὺς φιλοσόφους (ὅπως ὁ Μιχαὴλ Ψελλός), ὡς μία πρωτόλεια προτύπωση ἢ φιλοσοφικὴ προετοιμασία τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος τῆς Ἁγίας Τριάδας (Πατέρας, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα). Ο Πλωτῖνος θέλησε νὰ ἀνυψώσει τὴ μεταφυσική του σκέψη σὲ μιὰ ἀνώτερη μονοθεϊστικὴ θεώρηση, ἀντικαθιστῶντας τὸν πολυθεϊσμὸ τῆς ἐποχῆς του, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ τριαδικό του σχῆμα νὰ συναντᾶ συχνὰ θεολογικὰ μοτίβα τοῦ Χριστιανισμοῦ...
Ἐπίσης ἡ φράση «τὸ ἐνὸν» (ἢ ὀρθότερα χωρὶς τὴ δασεῖα, «τὸ ἐνόν», καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἔνειμι) εἶναι ἕνας ἀρχαιοελληνικὸς κλιτικὸς τύπος. Πρόκειται γιὰ τὸ οὐδέτερο γένος τῆς μετοχῆς ἐνεστῶτα (ὁ ἐνών, ἡ ἐνοῦσα, τὸ ἐνὸν) τοῦ ρήματος ἔνειμι, τὸ ὁποῖο σημαίνει «βρίσκομαι μέσα σὲ κάτι», «ὑπάρχω μέσα» ἢ «εἶναι δυνατόν/ἐφικτό»
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1912
- ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΑΝΙΑΣ, ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ἡ ΜΑΡΜΑΡΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ, ἐκδ. Πύρινος Κόσμος
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΞΙΩΤΗΣ, ΑΡΓΩ Ἡ ΠΡΩΤΗ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ 3.500 π.Χ., ΑΘΗΝΑ 1985, ἐκδ. Σμυρνιωτάκης
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΞΙΩΤΗΣ, ΑΡΓΩ Ἡ ΠΡΩΤΗ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ 3.500 π.Χ., ΑΘΗΝΑ 1985, ἐκδ. Σμυρνιωτάκης
- ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΚΔ. ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, ΑΘΗΝΑ 1990, ΒΙΒΛΙΟ Α΄
- ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ/ΠΕΡΙΚΛΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου