Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025


ЭIЄ
ΚΙΜΩΝ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ
Ο ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΠΡΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΗ ΙΠΠΟΤΗ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

 Ἂν θελήσουμε, μέσα σε λίγες παραγράφους, νὰ ἀναδείξουμε τὴν προσωπικότητα ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ - στρατηγοῦ τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας, πέραν τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς τοῦ φυσιογνωμίας δύναται νὰ θεωρηθεῖ οὕτως ὡς πρότυπο τῆς εἰκόνας ἑνὸς φεουδάρχη ἱππότη τροβαδούρου τῆς μεσαιωνικῆς Εὐρώπης
Προτομὴ τοῦ Κίμωνος ἀπὸ ρωμαϊκὸ μαρμάρινο ἀντίγραφο ἑνὸς ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου τοῦ 460 π.Χ. εὑρισκόμενη στὴν Γλυπτοθήκη τοῦ Μονάχου. Εἶναι εὐδιάκριτο τὸ εὐειδὲς πρόσωπο καὶ ἡ σγουρή [οὐλόθριξ] κόμη. 
 
  Ἂς πάρουμε ὅμως τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Στοὺς παράλληλους βίους τοῦ  Πλουτάρχου  ἀναδεικνύεται μιὰ κρυφὴ πτυχὴ τῶν χαρισμάτων τοῦ στρατηγοῦ τῶν Ἀθηναίων Κίμωνα
   Ὁ Κίμων γεννηθεὶς τὸ 506 π.Χ. ἀνῆκε στὸ μεγάλο γένος των Φιλαϊδῶν. Ἦταν γιὸς τοῦ Μαραθωνομάχου καὶ νικητῆ τῶν Περσῶν Μιλτιάδου καὶ τῆς Θρακιώτισσας πριγκίπισσας Ἠγησιπύλης κόρης του βασιλέα Ὀλόρου(εξ αὐτοῦ γεννηθεὶς κι ὁ Θουκυδίδης). 
 Ἡ ἀριστοκρατική του καταγωγή, σύμφωνα μὲ τὸ ἀρχαϊκὸ ἔθος τῆς προπερσικὴς περίοδου τῆς Ἀθήνας, τὸν ὤθησε νὰ ἐκπαιδευτεῖ τόσο στὴν ἱππασία, ὅσο στὴν ποίηση καὶ τὸ μουσικὸ ὄργανο τῆς λύρας - κιθάρας. 
 Ἦταν ψηλὸς κι εὐθυτενής, ὅπως οἱ περισσότεροι ἀριστοκράτες Ἀθηναῖοι, μὲ ὡραῖο πρόσωπο καὶ πυκνὰ σγουρὰ μαλλιά.   Ἐπίσης, ὑπῆρξε συμπαθής, εὐπροσήγορος καὶ γενναιόδωρος ἀπέναντι στοὺς συμπολῖτες τοῦ, τόσο, ὥστε, μετὰ τὴν ἀπόκτηση νέων ἐκτάσεων γῆς - ὡς γαιοκτήμων - ἐπέτρεπε στοὺς ἁπλοῦς πολῖτες νὰ ἀπολαμβάνουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐσοδεία τῶν καρποφόρων δένδρων γενόμενος ὑπερασπιστὴς τῆς ἰδέας τῆς κοινοκτημοσύνης. 
 Ὡς ρωμαλέος στρατηγὸς δὲν δίστασε νὰ ταχθεῖ ἐναντίον τῶν ἐσωτερικῶν πολέμων ποὺ συγκλόνιζαν τὶς πόλεις τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο ἔστρεψε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἀθήνας πρὸς τὴν κατατρόπωση τῶν βαρβαρικῶν ὅμορων λαῶν ποὺ ἀντιτίθονταν εἰς τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων. 
 Ἔτσι ὁδήγησε τὸ πολεμικὸ ναυτικὸ στὴν ἐκκαθάριση αὐτῶν, ἐκ τῆς Θράκης, τῆς Σκύρου καὶ τῆς Καρύστου στὴν Εὔβοια ποὺ δὲν ἀνῆκαν στὶς συμμαχικὲς δυνάμεις.   Ἔπειτα ὀργάνωσε την δύσκολη ἀποστολὴ τῆς κατάλυσης τοῦ Περσικοῦ κράτους μὲ πρωταρχικὸ στόχο τὴν Κύπρο καὶ τὴν Αἴγυπτο
 Ὡστόσο, ἡ πορεία του αὐτὴ ἔμελλε νὰ τελειώσει πρόωρα ἀφοῦ κατάφερε νὰ ἀπελευθερώσει μὲν τὴν πόλη Μάριον καὶ τοὺς Σόλους ἀλλὰ στὴν μάχη τῆς κυπριακῆς πόλης τοῦ Κιτίου ἔπεσε ἔνδοξα καὶ παρὰ τὸν θάνατο τοῦ, οἱ Ἀθηναῖοι, νίκησαν, μετὰ ἀπὸ τριάντα μέρες, τοὺς Πέρσες στὴν ναυμαχία τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας μὲ τὴν διαταγή του νὰ μὴν ἀνακοινωθεῖ ὁ θάνατος τοῦ πρὶν τὴν διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου, οὕτως ὥστε, νὰ μὴν καμφθεῖ τὸ ἠθικὸ τῶν Ἑλλήνων  συμμάχων.  
 Ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὀπου ἡ νίκη ἀποδόθηκε στὸν νεκρὸ Κίμωνα γράφτηκε καὶ τὸ θρυλικὸ ἐπίγραμμα καὶ νεκρὸς ἐνίκα... 
 Ἐν τούτοις, τὸ συγκεκριμένο τάλαντο τῆς καλλιφωνίας καὶ ἐν γένει της λυρωδίας τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ καὶ φωστῆρα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δὲν ἔχει ἐπισημανθεῖ ἀπὸ κανένα ἄλλο συγγραφέα ἐρευνητῆ πέραν τῆς πρωτογενοῦς γραφῆς τοῦ Πλουτάρχου. 
 Ἡ ἀπουσία τῆς ἐν λόγῳ λεπτομέρειας ζημιώνει σημαντικά τὸ συνολικὸ πλαίσιο τῆς παρουσιὰς καὶ τοῦ χαρακτῆρα του, ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ ἦτο πολυσχιδὴς.   Ἐκτιμᾶτε δὲ ὅτι, θέτοντας τὸ σύνολο τῶν χαρισμάτων τοῦ Κίμωνος γίνεται ἐμφανὴς ἡ πολιτιστικὴ ἐπιρροή στὸ μετέπειτα ἦθος καὶ ἔθος τόσο τοῦ πρώιμου βυζαντινοῦ ὅσο καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοὺ κόσμου. 
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ Πλούταρχος, περιγράφει τὸν Κίμωνα ὄχι μόνο ὡς περίφημο πολιτικὸ καὶ στρατηγὸ ἀλλὰ ὡς καλλίφωνο τραγουδιστὴ λυρωδὸ (ὅλοι οἱ ἀριστοκράτες Ἀθηναῖοι ὡς ἔθος ἐκ τῆς προγονικῆς ρίζας τοῦ βασιλιᾶ Θησέα μάθαιναν λύρα καὶ τραγούδι). 
  Ἰδοὺ καὶ τὰ γραφθέντα: «συνδειπνῆσαι δὲ τῷ Κίμωνί φησιν ὁ Ἴων παντάπασι μειράκιον ἥκων εἰς Ἀθήνας ἐκ Χίου παρὰ Λαομέδοντι· καὶ τῶν σπονδῶν γενομένων παρακληθέντος ᾆσαι, καὶ ἄσαντος οὐκ ἀηδῶς ἐπαινεῖν τοὺς παρόντας ὡς δεξιώτερον Θεμιστοκλέους· ἐκεῖνον γὰρ ᾄδειν μὲν οὐ φάναι μαθεῖν οὐδὲ κιθαρίζειν, πόλιν δὲ ποιῆσαι μεγάλην καὶ πλουσίαν ἐπίστασθαι·». Μετάφραση: [Ὅταν ἦταν μικρὸς ὁ Ἴων [λυρικὸς ποιητὴς καὶ κιθαρωδὸς] ἀναφέρει ὅτι, εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Χίο στὴν Ἀθήνα καὶ μένοντας στὸ σπίτι τοῦ Λαομέδοντα παρακάλεσε στὸ δεῖπνο μὲ τὸ Κίμωνα. Ἀφοῦ προηγήθηκαν οἱ καθιερωμένες σπουδές, παρακάλεσαν τὸν Κίμωνα νὰ τραγουδήσει κι αὐτὸς τραγούδησε μὲ ἑλκυστικότητα καὶ δεξιοτεχνία μὲ ἀποτέλεσμα οἱ συνδαιτημόνες ἀκροατὲς ἄρχισαν νὰ τὸν παινεύουν ὡς ἀνώτερο καὶ πιὸ καλλιεργημένο ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεμιστοκλῆ, γιατί, ὁ Θεμιστοκλῆς ἔλεγε ὅτι δὲν ἔμαθε νὰ τραγουδάει καὶ νὰ παίζει κιθάρα ξέρει ὅμως νὰ δίνει μεγαλεῖο καὶ πλούτη στὴν πόλη.]
 Ἔτσι, ὅπως προκύπτει ἐκ τῆς πρωτογενοῦς συγγραφικῆς πηγῆς, ὁ Κίμων συσχετίζεται μὲ τὴν συντεχνία τῶν καλλιφώνων ἀοιδῶν - λυρωδών. 
 Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι αὐτὸς ὁ Ἀθηναῖος ἄνδρας γιὸς τοῦ ἔνδοξου Μαραθωνομάχου Μιλτιάδη ἀνακάλυψε τὸν τάφο τοῦ Θησέα κι ἔφερε τὰ ὀστᾶ του καὶ τὰ ἐναπόθεσε εἰς τὴν ἀρχαία ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας.  
Ἀπεικόνιση τοῦ Κίμωνα σὲ σφραγιδόλιθο, πλαγιομετωπικὴς ὄψης

 Ἐν ὀλίγοις, ὁ Κίμων, ὡς ἀριστοκράτης γαιοκτήμων, γνώστης τῆς ἰππευτικῆς, λυρωδικὴς καὶ πολεμικῆς τέχνης  προτυπώνει τὴν μορφὴ ἑνὸς φεουδάρχη ἱππότη - τροβαδούρου τῆς μεσαιωνικῆς Εὐρώπης ἢ ἑνὸς Διγενὴς τῆς βυζαντινῆς ἐποποιίας. 

Ὁ Διγενὴς Ἀκρίτας εἰκονιζόμενος ὡς ἰππευτὴς πάνοπλος πολεμιστὴς καὶ μουσικὸς (κρατῶντας λαουτοειδὲς ἔγχορδο μὲ βραχίονα καὶ κοῖλο ἠχεῖο) τὸ τρίπτυχο μιᾶς ρομαντικῆς φυσιογνωμίας τοῦ μεσαίωνα ἡ ὁποία ταιριάζει μὲ τὴν ἰδέα τοῦ Ἀθηναίου ἀριστοκράτη τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς, ὅπως ἦταν κι ὁ Κίμων, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκπαίδευση ἦταν ἄριστη στὴν ἰππευτικὴ τὴν πολεμικὴ καὶ κιθαρωδικὴ
 ἤτοι καὶ λυρωδικὴ τέχνη. Κάτι παρόμοιο συναντᾶται καὶ στοὺς ἱππότες [δηλαδὴ ἱππεῖς] τροβαδούρους πολεμιστὲς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ μεσαίωνα. 

 Συνελλόντι εἰπεῖν, ἠδύναντο ἀκόμη νὰ θεωρηθεῖ ὅτι, ὁ Κίμων ὑπῆρξε ἕνας πρώιμος Διγενής ὅσπερ καὶ στὸ συμπόσιο, εἰς τὴν οἰκία Λαομέδοντα, τραγούδησε κάποιο ἆσμα παρόμοιο μὲ ἐκεῖνα τὰ τραγούδια της βυζαντινὴς δημοτικὴς παράδοσης τὰ ἐπ' ὀνόματι ὡς "ἐπιτραπέζια" ἢ "τραγούδια τῆς τάβλας" ἢ "τραγούδια τοῦ κρασιοῦ" (ὅπως διατηρήθηκαν στὸ παλαιὸ Ἀθηναϊκὸ τραγούδι τῆς νεοτέρας ἑλληνικῆς ἱστορίας) καὶ μιὰ ἄλλη ὑποκατηγορία ποὺ ὀνομάστηκαν - πολὺ ἀργότερα -  "ριζίτικα". 
 Τὸ εἶδος αὐτὸ συμπεριλαμβάνει ἆσματα εἰπωμένα στὸ χῶρο συγκέντρωσης τοῦ συμποσίου["συμποσιακὰ ἆσματα" ἤτοι καὶ σκόλια] τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴ συνήθεια τῶν Ἑλλήνων νὰ συνδιασκεδάζουν μὲ τραγούδια τῆς εὐωχίας καὶ τῆς λυρικῆς ποιήσεως ἡρωικῶν κατορθωμάτων ἢ βιωματικὰ ἢ παραινετικὰ τοῦ κρασιοῦ κ.α.
 Ἕνα τέτοιο ἆσμα τραγούδησε ὁ Κίμων ὅπως αἰῶνες ἀργότερα κι ὁ Διγενὴς ἀλλά καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι ἱππότες ποὺ μιμήθηκαν σὲ ὅλα τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες κι ἂς μὴ τοὺς βγῆκε ἐπακριβῶς... 


Ἐπὶ παραδείγματι τὸ σκόλιον ἆσμα τοῦ λυρικοῦ ποιητοῦ Ἀλκαίου, διασωζόμενο ἐκ παπύρου τῆς συλλογῆς Kralik, δύναται νὰ μᾶς καθοδήγηση περίπου στὴν ἠχητικὴ πλευρὰ τῆς ἐξιστόρησης τοῦ τραγουδιοῦ ποὺ ἐρμήνεψε ὁ Κίμων. Ἴσως κάπως ἔτσι νὰ εἶπε ἕνα σκόλιον ἆσμα ὡσὰν αὐτὸ ποὺ γράφτηκε κατὰ τὸν 6ο αἰῶνα π.Χ. ἀπὸ τὸν Ἀλκαῖο τὸν ΜυτιλιναῖοΤὸ σκόλιον [συμποσιακὸ ἆσμα] ἑρμηνεύει ὁ συγγραφέας καὶ κιθαρωδός - τραγουδοποιός Ἰωάννης Γ. Βαφίνης μὲ ἐπτάχορδη λύρα πιστὸ ἀντίγραφο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς... 

ΧΑΙΡΕΤΕ!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
•Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι - Κίμωνας 
•Βιβλιοθήκη Διοδώρου Σικελιώτου 
•Νεότερον ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν τοῦ Ἡλίου 
•Ἐπίτομο ἐγκυκλοπαιδικον Λεξικὸν τοῦ Ἡλίου 

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

 
  ЭIЄ
ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΚΙ Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ  ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Στοὺς ἀρχαϊκοὺς χρόνους, εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἄρχισε νὰ φυσάει ἕνας καινούριος ἀέρας. Ξεκινοῦσε μιὰ ἐποχὴ ἀναπολήσεως παλαιῶν προτύπων τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας. 
 Πρόσωπα ἡρωικὰ μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας κι ἀνιδιοτέλειας ἄρχισαν νὰ κυριαρχοῦν στὶς καθημερινὲς συζητήσεις τῶν ἀγοραίων πολιτῶν του κλεινὸν ἄστυ. 
 Μάλιστα, ὁ ἄρχοντας Πεισίστρατος θεωρεῖται ὁ πρωταίτιος τῆς εἰσαγωγῆς λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀθηναίου ἥρωα Θησέα
 Ὑπενθυμίζοντας τὸ χρέος τῆς πόλης πρὸς τὸν παλαιὸ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ ἕνωσε ὅλες τὶς κῶμες εἰς μίαν πόλην δημιουργοῦντας τα συνοίκια, οἱ Ἀθηναῖοι συναίνεσαν ὁμοθυμαδόν. 
 Κατὰ τὸ πέρας τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, τὸ ἔτος 475 π.Χ. ὁ Κίμων ἐξεστράτευσε στὸ κεντρικὸ Αἰγαῖο ἐναντίον τῆς νήσου Σκύρου καὶ κατάφερε νὰ τὴν κατακτήσει. Τότε, ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς ἄρχισε νὰ ψάχνει στὸ νησὶ διὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸν τόπο ἐνταφιασμοῦ τοῦ Θησέα. 
 Ὅταν πιὰ εἶχε φτάσει στὸ ὅριο κάθε ἀπέλπιδα προσπάθεια, ξάφνου ἀπὸ τὸ πουθενὰ εἶδαν νὰ ξεπροβάλλει ἕνας ἀετὸς τοῦ ὁποίου ἡ προσγείωση κατέληξε στὴν κορυφὴ ἑνὸς λόφου, ὁμοιάζοντα μὲ τυμβικὸ μνημεῖο. Ὁ ἀετὸς ἄρχισε εὐθὺς νὰ σκαλίζει τὸ χωμάτινο ἐπιστέγασμα μὲ τὰ νύχια του καὶ νὰ τὸ τρυπᾶ μὲ τὸ ράμφος του. 
 Βλέποντας ὁ Κίμων τὸ ὑπερβατικὸ γεγονὸς τὸ ἀναγνώρισε ὡς θεϊκὸ σημάδι, διὰ τοῦτο ἄρχισε ἄμεσα τὴν ἀποχωμάτωση. Δὲν παρῆλθε ὀλίγος χρόνος καὶ βρέθηκε ἔμπροσθεν μιᾶς μεγάλης ἐκπλήξεως. Στὸ σημεῖο τῆς ἀνασκαφῇς ξεχώρισε ἐκ τῶν χρωμάτων μία παλαιότατη καὶ μεγάλη σαρκοφάγο. Πλησίον τῆς εὑρίσκονταν ἡ αἰχμὴ μιᾶς χάλκινης λόγχης καὶ ἕνα ξίφος μὲ ἐλεφαντοστέϊνη λαβή. 
 Τὰ ὀστᾶ τῆς σαρκοφάγου ἦταν ὑπερμεγέθης καὶ ἔμοιαζαν νὰ ἀνήκουν σὲ γίγαντα. Τότε ἐννόησε ὅτι πρόκειται γιὰ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνδρίου ἄνακτος τῶν Ἀθηνῶν Θησέα καὶ ἔσπευσε ταχέως νὰ τὰ μεταφέρει μὲ τὴν τριήρη του στὴν Ἀθήνα, θεωρῶντας τὸ ἑαυτόν του εὐλογημένο. 

Ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς Κίμωνας βρίσκει τὴν σαρκοφάγο τοῦ Πολέμαρχου Θησέα στὴν Σκῦρο. 

  Ὅταν προσάραξε ὁ Κίμωνας μὲ τὸ στόλο του στὸ Φάληρο (τὸ πρῶτο λιμάνι τῶν Ἀθηνῶν πρὶν τὸν Πειραιᾶ) οἱ Ἀθηναῖοι τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ μιὰ λαμπροτάτη τελετὴ ἄνευ προηγουμένου. Ἔπειτα, ἐναπέθεσαν τὸ ἱερὸν λείψανο μὲ περισσὴ εὐλάβεια στὸ νεόδμητο περίπτερο ἐξάστυλο ναό τον ὀποιον ἔκτισε ἐκείνη τὴν χρονικὴ περίοδο ὁ Κίμων. 
 Τὸ ἡρῶο, τὸ ὁποῖον ὀνομάστηκε Θησεῖον, οἰκοδομήθηκε πάνω σ' ἕνα λόφο – τύμβο τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀγοραίου Κολωνοῦ. Ὁ Πλούταρχος ἐξηγεῖ ὅτι, τὸ ἡρῶο τὸ οἰκοδόμησαν στὴν μέση τῆς πόλεως δίπλα ἀπὸ τὸ γυμνάσιο δηλαδὴ στὴν καρδιά του κλεινὸν ἄστυ: «...ἐν μέσῃ τῇ πόλει παρὰ τὸ νῦν γυμνάσιον.» 
 Ἐκεῖθεν, λέγουν τὰ μυθολογικὰ σχόλια εἶχε τὸ ἐργαστήριο τοῦ κι ὁ μεταλλουργὸς Ἥφαιστος. Ἴσως γι' αὐτὸ ὁ ναὸς ἀργότερα νὰ ἀφιερώθηκε στὸ Ἥφαιστο ἂν καὶ κάποιοι χαρτογράφοι δείχνουν τὸ ναὸ τοῦ Ἡφαίστου δίπλα ἀπὸ ναὸ τοῦ Θησέα. 
 Ἐν τούτοις, σύμφωνα μὲ τὸ ἱστορικό, οἱ Ἀθηναῖοι καθόρισαν τὴν ὀγδόη Πυανεψιῶνος ὡς ἐπετειακὴ ἡμέρα τῆς μέγιστης λατρευτικῆς προσφορᾶς λόγῳ τῆς νικητήριας ἐπιστροφῆς τοῦ ἥρωα ἀπὸ τὴν Κρήτη κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνία.   Παράλληλα, παρ' ἑκάστην τῆς ὄγδοης τοῦ μηνός, δηλαδὴ στὶς 8 τοῦ κάθε μῆνα, θεσπίστηκε νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ Θησέως ὡς μέγα εὐεργέτου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ἰδιαιτέρως ὅμως ἑορτάζονταν τὰ Θησεία κατὰ τὴν ὀγδόη τοῦ μῆνα Ἑκατομβαιῶνος, διότι, ὑπῆρχε συνταύτιση μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἥρωα εἰς στὴν Ἀθήνα (δεκαεξαετὴς ὄντας ἐκ Τροιζῆνος). 
 Ὁ Θησέας, μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, εἶχε κιόλας ἀναγνωριστεῖ ὡς ἐθνικὸς ἥρωας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ μετατροπὴ τοῦ σὲ ἀντικείμενο λατρείας δὲν φαίνεται νὰ ἦταν μόνο ἀνθρώπου ἔργο ἀλλὰ οὐράνιας θελήσεως. Ἔτσι, συνεκδοχικά, ἐξελίχθηκαν δύο ἑορτασμοί, τὰ Θήσεια καὶ τὰ Ἐπιτάφια
 Τὰ Θήσεια τελοῦνταν μὲ τὴν πρώτη μέρα μὲ πομπή, θυσία καὶ τέλος διανομὴ τροφίμων στοὺς πένητες. Τὴν ἑπομένη ἐκτελοῦνταν λαμπαδηδρομία, στρατιωτικὲς ἀσκήσεις καὶ κατὰ τὴν νύκτα συμπόσιο δεῖπνον. Τὴν Τρίτη ἡμέρα γίνονταν ἀθλητικοὶ ἀγῶνες μὲ ἐννέα γυμνικὰ ἀγωνίσματα: δόλιχος, στάδιον, δίαυλος, πάλη, πυγμή, παγκράτιον, ὁπλίτης δρόμος, ὀπλομαχία κι ἀκοντισμό
 Στὴν ἀθλητικὴ ἑορτὴ λάμβαναν μέρος ἔφηβοι καὶ παιδιὰ γιατί θεωροῦνταν γιορτὴ τῶν νέων. Τὴν τετάρτη ἡμέρα γίνονταν οἱ θρυλικὲς ἀρματοδρομίες
 Μετά τα Θήσεια ξεκινοῦσαν τὰ Ἐπιτάφια ποὺ ἦταν γιορτὴ τῶν νεκρῶν. Στὴν ἑορτὴ τῶν Ἐπιταφίων οἱ ἱερεῖς τοῦ Θησέα ἀπάγγελαν ἢ ἔψαλλαν τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἥρωος καὶ συνάμα ὅλων ἐκείνων τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν ποὺ ἔπεσαν στὴ μάχη. 
 Τὸ ἐγκώμιο φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἀρχαία συνήθεια συνδεδεμένη μὲ τὴν λατρεία τοῦ Θησέως, ὅπου ἑρμηνεύονταν μεταξὺ ἀφήγησης καὶ ὑμνωδίας. 
 Ἡ ἀπαγγελία - ὑμνωδία τοῦ ἐγκωμίου πραγματοποιοῦνταν κωμαστικά, δηλαδή, ἐν πομπῇ χοροῦ. Οἱ στίχοι τοῦ ὕμνου θὰ πρέπει νὰ ἄδονταν μὲ ἕναν τρόπο ἀφηγηματικὸ(ρετσιτατίβο) ὅπως καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
 Ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἡ λέξη Ἐπιτάφιος εἶναι σύνθετη κι ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς Ἑλληνίδες λέξεις ἐπὶ καὶ τάφος, τοὐτέστιν ἐπὶ τοῦ τάφου.  
 Ἡ ἔννοια συσχετίζεται μὲ τὴν τοποθέτηση ἐντός του κουβούκλιου ἑνὸς χρυσοκέντητο ὕφασμα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ νεκροῦ τιμώμενου προσώπου.  

Ὁ ἐπιτάφιος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς ἑλληνορθόδοξης χριστιανικῆς ἐκκλησίας, μὲ τὴν χρυσοκέντητη μορφή του Θεανθρώπου ἐντός του ἀνθοστόλιστου κουβούκλιου φαίνεται ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὸ δρώμενο τοῦ ἀρχαίου ἐπιταφίου τοῦ ἥρωος Θησέα κατὰ τὰ κλασικὰ χρόνια τοῦ χρυσοῦ αἰῶνα τῶν Ἀθηνῶν. 

  Ἐν ὀλίγοις τὰ ἐγκώμια ἦταν ὕμνοι πρὸς τιμὴ τοῦ Θησέα ποὺ ἐγκωμίαζαν τὶς παναθρώπινες εὐεργετικὲς πράξεις του.   Εἰκάζεται δὲ ὅτι ἡ συνήθεια τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Θησέα μὲ τὴν περιφορὰ τῶν ὀστῶν τῶν ἀδομένων ἐν χορῷ μεταφέρθηκε κατὰ ἕνα μέρος της στὴν χριστιανικὴ παράδοση - ὅπως βλέπουμε στὴν ἄνωθεν εἰκόνα. 
 Πόσο ἐφικτὸ εἶναι νὰ ἐννοήσουμε τὴν υἱοθέτηση ἑνὸς ἔθους ἤτοι μιᾶς μεγάλης προχριστιανικῆς ἑορτῆς, γιὰ ἕναν ἥρωα ποὺ πίστευαν ὅτι μετὰ θάνατον μετάβαση εἰς τὰ νησιὰ τῶν μακάρων ἤτοι τὸν χριστιανικὸ παράδεισο, γιὰ μιὰ ἄλλη τεράστια μορφὴ ἐκείνη τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; 
 Ὁ ἀφηρωισμὸς τοῦ Θησέα, προφανῶς ξεκίνησε μὲ τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς νέας πολιτιστικῆς περιόδου τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας τὴν ὁποία οἱ νεότεροι ἑρμηνευτὲς τῆς ἱστορίας τὴν ὀνόμασαν κλασσική. 
 Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπακολούθηση τῆς ἐκκίνησης τοῦ καθαρῶς Ἀθηναϊκοῦ φιλοσοφικοῦ ρεύματος ὅπου ἔμελλε νὰ ἐπιφέρει τὴν ἵδρυση τῆς πρώτης ἀκαδημαϊκῆς σχολῆς. Μὲ τὴν ἀπαρχὴ τῆς προγονικῆς λατρείας τους ἥρωος καὶ ἠμίθεου ἄνακτα τῶν Ἀθηνῶν ὁ ὁποῖος τοποθέτησε ὑψηλά τον πήχη τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἡ κοινωνία ἐπείσθει εἰς τὴν θεμελίωση τῆς πνευματικῆς ἀνάπτυξης τῶν πολιτῶν γιὰ τὸν ὁρισμὸ μιᾶς ὑγιοῦς πολιτείας. 
 Ἐκ τούτου συντελεῖται ἡ κληρονομικότητα τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς σκέψης τῶν Ἀθηναίων ὅπου ἐπιδρᾶ θετικὰ στὴν ἐπαφή της μὲ τὸν ἐπερχόμενο Σωτῆρα Χριστὸ διὰ τὸν ὁποῖο εἶχε γίνει λόγος, ἤδη, ἀπὸ τὸν Σωκράτη κι ἀπὸ τὸν Πλάτωνα
 Συνελλόντι, τὰ δρώμενα πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέα - ποὺ δὲν ἦταν Θεὸς ἀλλὰ μετὰ θάνατον ὁ Θεὸς τὸν ἐνέταξε εἰς τὰ Ἠλύσια πεδία ἢ νησιά των μακάρων διὰ τὶς καλές του πράξεις - συνεχίστηκαν στὴν λειτουργία τοῦ πάθους τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου Χριστοῦ ποὺ νίκησε τὸν θάνατο καὶ ἀνέστησε ἐκ τοῦ Ἅδου ὅλους τους πιστεύσαντες. 
 Εἶναι πασίδηλη, λοιπόν, ἡ ἐθιμοτυπικὴ συνήθεια τῆς περιφορᾶς τοῦ ἐπιταφίου ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια στὴν Ἀθήνα χωρὶς νὰ θεωρεῖται ὅτι ὑπῆρξε ἐπιρροὴ ἀπὸ κάποιον πολιτισμὸ τῆς Ἀνατολῆς. 
 Ὁ Θησέας ἦταν ἕνας Ἕλληνας ἥρωας, ἐκπρόσωπος τῆς Ἰωνικῆς φυλῆς ἢ μᾶλλον τῶν αὐτοχθόνων Ἀθηναίων, ὅπου ἡ "ἁγιοποίηση" τοῦ ὁδήγησε τοὺς Ἀθηναίους στὴν δημιουργία ποικιλίας δρωμένων πρὶν νὰ εἰσαχθοῦν ὁρισμένα ἐξ ἀνατολάς, ὅπως τὰ Ἀδώνια
 Συνελλόντι εἰπεῖν, τὸ δρώμενο τῆς ἐπιτάφιας περιφορᾶς, ποὺ σήμερα διατηροῦμε στὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ ἑλληνορθόδοξου χριστιανισμοῦ, μεταγγίσθηκε, αὐτούσιο, ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἀθηναϊκὴ θρησκευτικὴ λατρεία. Εἶναι τὸ ἴδιο δρώμενο, ὡς πρὸς τὴν περιφορὰ τοῦ νεκροῦ, σὲ μιὰ ἐπιτάφια πομπή. 
 Ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ δικαίου ἥρωος Θησέα, ποὺ ἔθεσε τὰ βασικὰ θεμέλια τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, ἐδέχθη τὶς τιμὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς ἀγαθοὺς καὶ δικαίους, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῆς περιφορὰ τοῦ Δίκαιου Κριτῆ καὶ Πλάστη τῶν ὅλων Κυρίου καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁμοίως δὲ συμβαίνει σὲ ὁρισμένες περιοχὲς καὶ πρὸς τὴν Μήτηρ Αὐτοῦ τὴν Θεοτόκο Μαρία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ εἰς ὁρισμένους Ἁγίους Τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ
 Ἐν τούτοις, δυνάμεθα νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι, ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ Θησέα θυμίζει τὴ σήμερον τὴν λιτάνευση ἱερῶν λειψάνων χριστιανῶν πολιούχων Ἁγίων. Μάλιστα, εἰς τὴν ἐκδοχὴ τὴν ὁποίαν προσάπτει ὁ Πλούταρχος, στὸν βίο τοῦ Θησέα, γίνεται πασιφανὴς ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Θησέα Αἰγεΐδη ὡς Ἁγίου πολιούχου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο ἀνοικοδομήθηκε καὶ ὁ ναὸς πρὸς τιμήν του. 
 Ὁ Θησέας δύνανται νὰ θεωρηθεῖ ἕνας πρὸ Χριστοῦ Ἅγιος, ὅπου πίστεψε στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδη καὶ μετέβει μετ' Ἐκείνου εἰς τοὺς Οὐρανούς. 
 Ἐν τέλει, ὁ Θησέας ὡς ὑμνωδόςκιθαρωδός - λυρωδὸς εἶναι πιθανὸν νὰ συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στοὺς δώδεκα ἐθνικοὺς πρεσβύτερους – βασιλεῖς ἐκ τῶν εἰκοσιτεσσάρων συγκαθήμενων πέριξ τοῦ θρόνου τοῦ ἀρνίου τῆς οὐρανίου βασιλίας(δες Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου).
 Ὁ ἐπιτάφιος... ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δρώμενο ποὺ μετέβη εἰς τὴν χριστιανικὴ λατρεία καὶ τελέστηκε ἀπὸ τοὺς πρώιμους κιόλας χρόνους της ἐκκλησίας του Χριστοῦ. 
 Ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος μετὰ ἐγκωμίων καὶ περιφορᾶς της σωροῦ συνέβη εἰς τὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὴν ἐποχὴ τοῦ Κίμωνος ὅταν μετέφερε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἥρωα Θησέα στὴν Ἀθήνα καὶ τὰ περιέφερε ὡς φυλακτήρια λιτανεία εἰς τὴν πόλη... 
 Στὴν Χριστιανικὴ παράδοση ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος, σύμφωνα μὲ τὸν Ἑλληνορθόδοξο συναξαριστὴ, ἦταν τῆς Παναγίας Θεοτόκου Μητέρας τοῦ Φωτὸς στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ἔψαλλαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μὲ τὸν μὲ τὸν ἀνιψιό του Ἅγιο Διονύσιο νέους ἐγκωμιαστικοὺς ὕμνους μετὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
 Ὀπόταν, οἱ θεωρίες κάποιων ἀνίδεων, περὶ τῆς σύνδεσης τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία καταρρίπτονται, καθότι, συνεχῶς ἀναδύονταν τόσα κοινὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμὸ ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ ὅποια ἰουδαϊκὰ εἶναι κι αὐτὰ ἑλληνικά... 
 Μάλιστα, προσφάτως οἱ ἐρευνητὲς φιλόλογοι συζητοῦν τὴν ἀδιάλειπτη δράση τῆς Ἁγίας Εὐδοκίας ἤτοι καὶ Ἀθηναΐς τὴν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ αὐτοκράτειρας τοῦ Βυζαντίου εἰς τὸ συγχροτισμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθους μετὰ τοῦ χριστιανικοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ 5ου αἰῶνα, ὅπου διέμενε ἐξορισμένη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα
 ΧΑΙΡΕΤΕ 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA, τόμος 23 
•Πλούταρχου, βίοι Παράλληλοι, Θησέας 
•Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου