Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θησέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θησέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

  

ЭIЄ

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΤΙΣ ΑΔΙΚΕΣ ΘΑΝΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΕΠΕΒΑΛΛΕ ΣΕ
ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
(ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ)

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

                     
 Μελετῶντας τὴν παγκόσμια ἱστορία ἀναδεικνύεται τὸ γεγονὸς τῆς παρουσίας τῶν δικαστικῶν θεσμῶν, εἰς τὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, μὲ διαφορετικοὺς τρόπους καὶ κανόνες ἐκτέλεσης τῶν ποινῶν
 Ἐν ὀλίγοις, τά ἀποτελέσματα τῶν δικῶν τῆς ἀρχαιότητος, μὲ κριτήριο τὴν τιμωρία καὶ οὐχὶ τὸν σωφρονισμό των παρανομησάντων, σὲ ἀρκετὲς τῶν περιπτώσεων προσδίδουν τις ἐκτελεστικὲς ποινές μὲ μεγάλη αὐστηρότητα καὶ ἰδιαίτερο αὐταρχισμὸ ἀκόμα καὶ σὲ περιπτώσεις ὅπου οἱ δικαστὲς ὑπόκεινταν σὲ δημοκρατικὸ πολίτευμα ὅπως ἐκεῖνο τῆς Ἀθήνας
Ὁ Περικλῆς ὁ Ἀθηναῖος ἀγορεύει εἰς τὴν Πνύκα ὑπερασπιζόμενος τὴν ἰδέα περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.. 

 Ἐξετάζοντας τρεῖς πασίγνωστες περιπτώσεις τῆς ἀρχαίας δικονομίας τῶν Ἀθηνῶν, καταλήγουμε στὸ ἀσφαλές συμπέρασμα περί τῶν καλοπροαίρετων ἀντανακλαστικῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ λαοῦ τῆς Ἀθήνας, καθ' ὅλην τὴν χρονικὴ διάρκεια τῆς παλαιᾶς ἱστορίας, ὅταν ἀπὸ λάθος χειρισμούς ὁδήγησαν ἀδίκως στὸν θάνατον ἢ τὴν ἐξορίαν κάποια ἐξέχοντα πρόσωπα. 
 Ὅλα ἐτοῦτα, πάντοτε, εἰς τὸ ὄνομα τῆς κοινωνικῆς κάθαρσης, τῆς πόλης - κράτους. Ἰδοὺ οἱ τρεῖς πιὸ τρανταχτὲς περιπτώσεις τῆς ἀρχαίας Ἀθηναϊκῆς δικομανίας: 

Α' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 
Λύκος καὶ Μενεσθέας ὅπου συνετέλεσαν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς στιγμὲς στὴν δολιοφθορὰ τοῦ Λαοῦ μὲ τὴ ρητορικὴ τοῦ ψεύδους καταφέρνοντας τὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ Θησέα μέγιστου ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς κορυφαίους τοῦ Πανελληνίου μαζὶ μὲ τὸν Ἡρακλῆ, ἐπηρέασε τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν.  Τοῦτο ὅμως τὸ ἄδικο σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ἐπέφερε τὸν λοιμό. Ἡ λύση τῆς ἐπιδημικῆς κρίσης ἦρθε ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν ὅταν συνέστησε τὴν ἐπαναφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἥρωος εἰς τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν Σκῦρο ὅπου εἶχε δολοφονηθεῖ καὶ κείτωνταν ἐκεῖ σὲ ἄγνωστο ταφικὸ σημεῖο.   Τότε ὁ Κίμων, ἐξέχων καὶ ἡρωικότατος στρατηγός - πολιτικός, ἐκστρατεύοντας στὴν Σκῦρο κατέβαλλε τοὺς ἐντοπίους καὶ ἀναζητῶντας τὸ σημεῖο ταφῆς τὸ βρῆκε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς ἀετοῦ. Ἀνασκάπτωντας, ὡς "κοινῶς" ἀνασκαφεὺς ἀρχαιολόγος ἀνακάλυψε μία θήκη ποὺ ἐμπεριέχει ὀστᾶ μεγάλου σώματος, μία χάλκινη αἰχμὴ καὶ ξίφος ἤτοι σπαθί! 
 Κατόπιν, μετέφερε τὰ ἱερὰ ὀστᾶ τοῦ Θησέως μὲ λαμπρὲς τελετὲς στὴν πόλη ποὺ εὐεργέτησε ὅσο κανένας ἄλλος βασιλιᾶς της. Ἔτσι, ἡ ἱερὰ Ἀθήνα ἐξιλεώθηκε [δὲς Πλούταρχου Βίοι Παράλληλοι - Θησεύς]. 

Β' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 
Μέδητος, υἱός του Λέρου εἰς Ἀθήνας ὡς ρήτωρ μετὰ τοῦ Ἀνίτου ἐκατηγόρησαν τὸν Σωκράτη γιὰ διαφθορὰ τῶν νέων καὶ τὸν ὁδήγησαν νὰ πιεῖ τὸ κώνειο μετὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου. Οἱ Ἀθηναῖοι ἐκ πρώτης ἔδωσαν πίστη στὴν κατηγορία τους ὅμως ὅταν συναισθάνθηκαν τὸ ἁμάρτημα ὅπου περιέπεσαν διὰ μιὰ τέτοια ἄδικη καταδίκη καὶ ὅτι ἔπρεπε μᾶλλον νὰ τὸν μιμηθοῦν κατὰ πάντα καὶ οὐχὶ νὰ πιστέψουν εἰς τὴν κατ' αὐτοῦ συκοφαντίαν, λιθοβόλησαν τοὺς κακόβουλους κατήγορούς του καὶ ἔστησαν ἄγαλμα τοῦ εἰς τὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἐξιλέωση... 
(δὲς Λεξικὸ τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν).
 
ΕΚ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ Η ΦΡΑΣΗ "ΠΡΟΣ ΕΞΙΛΕΩΣΙΝ(ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ)"

Γ' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ
Ἀγνωνίδης ρήτωρ καὶ δημαγωγὸς κατηγορήσας γιὰ προδοσία τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Φωκίων στέλνοντάς τον νὰ πιεῖ τὸ κώνιο. 
 Διὰ τοῦτο ἔπειτα, θανατωθῇς  Ἀγνωνίδης ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, μετὰ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας περὶ τῆς ἀθωότητας τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τους Φωκίωνα (δὲς Λεξικὸ τῶν ἀρχαίων καὶ κύριων ὀνομάτων Νικολάου Λωρέντη). 

ΕΚ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ Η ΣΗΜΕΙΩΣΗ "ΕΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΣΑΝ ΤΗΝ ΑΔΙΚΟΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΑ"

  Παραθέτοντας καὶ τὶς τρεῖς περιπτώσεις ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι, ἡ Ἀθηναϊκὴ δημοκρατία, τὸ πανελλήνιο σύμβολο τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιακοῦ κώδικα, ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ ἁμαρτάνει καὶ νὰ ἀστοχεῖ εἰς τὶς πράξεις της. 
 Ὡστόσο, ἡ μεταμέλεια, ἤτοι καὶ ὡς πράξη μετανοίας, τέθηκε ξεκάθαρα γιὰ πρώτη φορὰ στὰ ἱστορικά χρονικά, ἀπὸ τὸ κράτος τῶν Ἀθηνῶν. 
 Τὰ λάθη τῶν δημοκρατικῶν Ἀθηναίων ὑπῆρξαν τεράστια καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ὄπου περιέγραψα - ἴσως καὶ σὲ ἀκόμη περισσότερες περιπτώσεις. 
 Ἐν τούτοις, ἔπειτα ἀπὸ τὴν παραίνεση ἀρχόντων καὶ λαοῦ, ἡ ἐπανεκδίκαση μιᾶς λάθος δικαστικῆς ἀπόφασης ἐξοστρακισμοῦ ἢ θανατικῆς ποινῆς ἐπανέφερε στὸ φῶς τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης, διόρθωνε, κατὰ μέρους, τὴν κακότητα τῆς δικαστικῆς πλάνης κρίνοντας ὡς δίκαιον καὶ ὀρθὸν τὴν ἀποκατάσταση τῆς μνήμης τοῦ νεκροῦ καὶ τὴν ἐξιλέωση τοῦ κράτους - πολιτείας μὲ ἀπόδοση τιμῶν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἥρωος
 Τοῦτα συνέβησαν εἰς τὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ ὁποία μετενόησε γιὰ τὶς πράξεις της τόσο εἰς τὴν περίπτωση τοῦ Θησέα, ὅσο τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Φωκίωνος
 Ἄντ' αὐτοῦ, παραθέτοντας συγκριτικὰ μία ἐπίσης μεγάλη δίκη τῆς παγκοσμίου ἱστορίας - ποὺ ἀφορᾶ τὸν ἑλληνισμὸ λόγῳ θρησκευτικῆς Πίστεως -  βλέπουμε ὅτι, οἱ Ἰουδαῖοι ἀρχιερεῖς - δικαστὲς εἰς τὴν δίκη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνήγαγαν τὴν ἐκτελεστική τους ἀπόφαση ὡς ἀνάγκη ἐπιβίωσης τοῦ Ἑβραϊκοῦ ἔθνους
 Δηλαδή, ὁ ἰσχυρισμὸς, τῆς παρανόμου ἀποφάσεως, ἦταν νὰ σωθεῖ τὸ ἔθνος θυσιάζοντας στὸ βωμὸ τῶν ἐθνικῶν ἀξιῶν ἕνα ὑποτιθέμενα δικό τους άτομο χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι, ὅπως, κήρυττε ἀπεναντίας ὁ ἐνσαρκωμένος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ λέγοντας τοὺς ξεκάθαρα ὅτι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ ποίμνιον Του. [δὲς λεπτομέρειες εἰς τὴν Καινὴ Διαθήκη]. 
 Εἶναι λοιπὸν πασιφανὲς ὅτι, ἡ στάση τῶν ἄλλων λαῶν καὶ δὴ τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρξε ἀπαξιωτικὴ εἰς τὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. 
 Παραποιῶντας συνεχῶς τοὺς μωσαϊκοὺς νόμους νουθετοῦσαν μὲ ὑστεροβουλία καὶ ἰδιοτέλεια ἐκφράζοντας πάντα τὰ προσωπικά τους ἰδεώδη μὲ ἀτομικισμὸ ὀλιγαρχικῆς νοοτροπίας. 
 Ἡ ἀδικία τῶν Ἰουδαίων ἀρχιερέων ἢ οἱανδήποτε ἄλλη ἄδικη θανατικὴ ἢ ἐξουθενωτικὴ ποινὴ ἐτέθη εἰς ἄνθρωπο ὑπὲρ τῶν ἐξουσιαστικῶν ἢ φατριακὼν συμφερόντων κρίνεται κατὰ κάποιο τρόπο παρόμοια μὲ ἐκείνη ποὺ ἔπραξαν οἱ δημοκράτες Ἀθηναῖοι εἰς τοὺς εὐεργέτας τους. 
 Ὅμως, σύμφωνα μὲ τὶς φιλολογικὲς καὶ ἱστορικὲς πηγές, οἱ Ἀθηναῖοι μετενόησαν, ἐξιλεώθηκαν, μετεμελήθησαν,  ἐνώπιον Θεοῦ κι ἀνθρώπων κι αὐτὸ εἶναι τὸ δίδαγμα ἐτούτης τῆς μελέτης... 
 Ἄντ' αὐτοῦ, μέχρι τὴ σήμερον ἀναμένομεν  νὰ εἰπωθεῖ μιὰ καθοριστικὴ συγγνώμη τῶν Ἰουδαίων(σημερινών Ἑβραίων ἀπανταχοῦ τῆς ἀνθρωπότητος) καὶ τῶν Ρωμαίων (σημερινῶν Παπικῶν ἀρχιερέων τοῦ Βατικανοῦ), γιὰ τὰ ἀποτροπιαστικὰ μαρτυρία ὅπου ἐδέχθη ὁ Κυρίος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες, κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς παράτυπης καταδίκης ἑνὸς ἀθώου, ὅπως ἐπίσης, καὶ γιὰ τὴν ἐξευτελιστικὴ θανατικὴ ποινὴ τῆς Σταυρώσεως Του ὡς κοινὸς κακοῦργος. 
  Ἡ ἀθωότητα τοῦ ἐνσαρκωμένου Χριστοῦ πρέπει νὰ ἐπικυρωθεῖ μὲ μιὰ νέα δίκη ὅπου μέλλει νὰ διαλευκάνει τὸ ἀνόητο διήγημα τῆς καταγγελίας τῶν Ἑβραίων ὅτι,  ὁ Θεάνθρωπος ὑπῆρξε λαοπλάνος τῆς οἰκουμένης. 
 Ἔτσι μέλλει νὰ ὁδηγηθεὶ ἡ φυλή των Ἑβραίων εἰς μετάνοια γιὰ τὸ ἔγκλημα τῆς παράνομης Σταυρώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπου, βαραίνει τὰς κεφαλάς των ἐπιγόνων τους, ἀφοῦ, δυστυχῶς, συνεχίζουν κρυφὰ καὶ ὕπουλα τὴν σπίλωση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεανθρώπου. 
 Ἐπιπλέον, τὸ κείμενο τοῦτο ἀφιερώνεται σὲ ἐκείνους ποὺ σφαλερῶς ὁμολογοῦν ὅτι καὶ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἴδιοι μὲ τ' ἄλλα ἔθνη ἐφόσον θανατώσαμε τοὺς δικαίους καὶ ἐθνικοὺς εὐεργέτας μας, μὴ γνωρίζοντας οὗτοι, ὅτι, ὁ ἑλληνικὸς κόσμος καὶ δὴ ἡ σοφὴ πόλης τῶν Ἀθηνῶν ὑποχρεώθει εἰς ταπείνωσην καὶ μετανοησία. 
 Αὐτή της ἡ πράξη προσέλκυσε, ἄμεσα, τὴν χάριν Τοῦ Θεοῦ ἐπιφέροντας εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας πνευματικοὺς καρποὺς ἀπὸ πληθώρα Ἁγίων!! Ἀμήν!! 
ΠΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ Η ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ... Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ! 

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Νικολάου Λωρέντη, Λεξικὸ τῶν ἀρχαίων καὶ κύριων ὀνομάτων 
•Νικολάου Καραβία Γρίβα, Λεξικὸ τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1841 
•Πλούταρχου Βίοι Παράλληλοι - Θησεύς 
•Καινὴ Διαθήκη

Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

  

ЭIЄ

Ο ΣΦΑΙΤΕΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ

(Γεωστρατηγικὰ & πολιτικὰ "παίγνια" τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας) 

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 


  Θησέας, μιὰ ἰδιαίτερα γνωστὴ καὶ διάσημη φυσιογνωμία ὡς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὑπῆρξε λαμπρότατος ἠλιακος ἥρωας τῆς ἑλληνικῆς μυθιστορίας καὶ ἡ δοξασμένη φήμη του κατάφερε νὰ παραμείνει ἀναλλοίωτη εἰς τὶς χιλιετίες. 
 Ὡς ἀπόγονος τοῦ Αἰγέως, ἔλαβε τὴν βασιλία τῶν Ἀθηνῶν, κληρονομικῶν δικαιώματι. 
 Κατατασσόμενος εἰς τὴν κορυφὴ τοῦ ἑλληνικοῦ πάνθεου τῶν ἡρώων, μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδερφο τοῦ Ἡρακλῆ, ἦταν φυσικὸ νὰ γνωρίσει τὰ πλέον τρωτὰ σημεῖα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἤτοι τὸν φθόνο καὶ τὴν ἀχαριστία τοῦ ἀνθρώπου. 
 Τὸ ἀπάνθρωπο κι ἀπεχθὲς πάθος τῆς ἀνθρωπίνης ἀχαριστίας, ὅπου καὶ ἑδράζεται εἰς τὴν καρδιακὴ ἕδρα κι ἐκδηλώνεται μὲ τὸ συναίσθημα τῆς μοχθηρίας, τέθηκε, ἐναντίον τοῦ ἡμιθέου καὶ ἥρωος τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πανελληνίου, εἰς τὸ λυκόφως τῆς ζωῆς του. 
 Ὡς πρωταγωνιστής, αὐτῆς τῆς ἀνόσιας πράξης, ὑπῆρξε ὁ θεῖος του, ἐκ πατρός, Μενεσθέας. 
 Ὁ Μενεσθεύς, μετατράπηκε ἄμεσα σὲ σφαιτεριστή, ὅταν ἀνέλαβε ὁ Θησέας τὴν βασιλεία, καθὼς ὑπῆρξε σφοδρὸς ἀντίζηλος του. 
 Λέγεται ὅτι, στὰ νιᾶτα του ὑπῆρξε ὑποψήφιος μνηστῆρας τῆς Ἑλένης τῆς Σπάρτης ποὺ ἔκλεψε ὁ Θησέας μαζὶ μὲ τὸν Πειρίθοο. Ἄλλωστε, τὸν φθόνο του γιὰ τοὺς Αἰγηίδες τὸ κληρονόμησε αὐτούσιο ἀπὸ τὸν πατέρα του Πετεώ
 Δεδομένου ὅτι ὁ Θησέας, γνώριζε περὶ τῶν τυχοδιωκτῶν μνηστήρων τῆς Ἑλένης, προέβει σὲ κλοπὴ τῆς δωδεκάχρονης "νύφης" δημιουργῶντας σοβαρὴ ἀντιπάθεια σὲ πολλοὺς κύκλους τοπικῶν ἀρχόντων καὶ κυρίως στοὺς βασιλοπαῖδες ἀδερφούς της Διοσκούρους. 
 Οἱ Διόσκουροι, ἐρχόμενοι κάποια στιγμὴ στὸ προσκήνιο τῆς ἐξουσίας, μὴ ἔχοντας τὴν δύναμη νὰ βρεθοῦν ἐνώπιος ἐνωπίων μὲ τὸν Θησέα, υἱοθετοῦν ἕναν τύπο ὑποστατικοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀντίζηλου Μενεσθέα, καὶ μὲ τὴν δύναμη τοῦ βασιλείου τῆς Λακεδαίμονος καταφέρνουν νὰ παραπλανήσουν τὸν ἀθηναϊκό λαὸ, ἱκανὸ ἴσως καὶ διὰ τῆς βίας, καὶ νὰ τὸν στρέψουν ἐνάντια στὸν εὐεργέτη ἥρωα τοὺς ἔλειπε ἐκείνη τὴν περίοδο εἰς τὴν γῆ τῶν Μολοσσῶν γιὰ ἐξωτερικὲς πολιτικὲς ὑποθέσεις. 
 Ἔτσι, λοιπὸν, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς παραμέλησης τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν, ὁδηγήθησαν τὸν λαό, μὲ  παραπλάνηση, εἰς τὸ ν' ἀπαρνηθεὶ τὸν εὐεργέτη καὶ σωτῆρα βασιλιᾶ τους Θησέα. 
 Γι' αὐτὸ τὸν λόγο, ὁ Θησέας, ἐπανερχόμενος, ἀποσπάστηκε ἐκ τῆς ἡγεσίας τοῦ κράτους ὅπου ἵδρυσε μὲ θεμιτοὺς νόμους καὶ δικαιοσύνη, καὶ καταράστηκε τοὺς Ἀθηναίους
 Ὕστερα, λαμβάνοντας τὴν συνετὴ ἀπόφαση νὰ αὐτοεξοριστῇ στὴν Σκῦρο ὅπου διατηροῦσε πατρικὴ κτηματικὴ περιουσία ἔμεινε ἐκεῖ ἕως τὴν ὕπουλη δολοφονία του εἰς τὴν νῆσο των Σποράδων(δες Πλούταρχου - βίοι παράλληλοι Θησέας). 
  Ἐν ὀλίγοις, ὅταν ὁ Θησέας, γερασμένος πλέον, ἀλλά, πάντοτε ἐν ἰσχύ, προσπάθησε νὰ ἀνακαταλάβει τὴν ἐξουσία μαχόμενος ὑπὲρ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τοῦ πολιτειακοῦ θεσμοῦ ποὺ ἐφήρμοσε, ὁ λαὸς παραπλανημένος ἀπὸ τὸν συκοφάντη Μενεσθέα καὶ τὴν λακωνικὴ ἐπιρροὴ ἀμφέβαλλε καὶ δὲν τάχθηκε μὲ τὸ μέρος του. 
Κατανοῶντας τὴν μεταστροφὴ τοῦ λαοῦ, καὶ πλήρη ἐναντίωση στὸ πρόσωπο του, ἀπογοητευμένος ἔπαυσε τὴν πολεμική του ὁρμὴ κι ἀποχώρησε γιὰ νὰ μὴν θέσει σὲ περαιτέρω κίνδυνο τὴν ἰσορροπία τῆς ἀγαπημένης του πόλεως. 
  Ἕν τούτοις, μία ἀκόμη αἰτία, τῆς ἀντιπάθειας τοῦ Μενεσθέα, ὑπῆρξε καὶ ἡ διαδοχὴ τοῦ θρόνου τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου τὴν ἐποφθαλμιοῦσε καρτερικὰ ἐκ τοῦ πάλαι. 
  Συνελλόντι, ὁ Αἰγέας τὸν εἶχε κάποια χρονικὴ στιγμὴ ἐξορίσει ἔπειτα ἀπὸ μία παράτυπη ὑπονόμευση τῆς βασιλείας του. Βέβαιον εἶναι ὅτι, ἡ διεκδίκηση τοῦ θρόνου προκύπτει ἐκ τῆς κοινῆς καταγωγῆς του Μενεσθέα καὶ τοῦ Αἰγέα ἀπὸ τὸ κοινὸ γένος των Ἐρεχθειδῶν
 Ὅμως, ὁ Αἰγέας ἦταν ἐγγονὸς τοῦ πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Ἐρεχθέως Πανδίονος ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν πατέρα του Μενεσθέα, τὸν ἐπονομαζόμενον Πετεό, γιό του ἐρεχθείδη Ὀρνέα. Ὁ Ὀρνέας, ἦταν ὁ τρίτος στὴ σειρὰ υἱός του Ἐρεχθέα. Πρωτότοκος ὑπῆρξε ὁ Κέκροπας ὁ νεότερος, ποὺ γέννησε τὸν Πανδίονα, κι ὁ Πανδίονας τὸν Αἰγέα κι αὐτὸς τὸν Θησέα. 
 Κάποια ἐποχή, ὁ Πετεώς, πρωτοξάδερφος μὲ τὸν Πανδίονα, τὸν ἐξεδίωξε τὸν ξαδερφο του παράτυπα ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ κατέλαβε παρανόμως τὴν ἐξουσία. Ἔτη ὀλίγον, οἱ Πανδιονίδες, μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν Αἰγέα καὶ τὸ σπαθὶ αὐτοῦ, ἐκθρονίζουν τὸ Πετεὼ ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ βασιλείου τῶν Ἀθηνῶν καὶ βασιλεὺς στέφεται ὁ Αἰγέας. 
 Ὁ Αἰγεύς, συμφώνως τῶν μυθολογουμένων ἱστοριῶν, φαίνεται νὰ κατακρεμνίζεται στὴν θάλασσα τῆς Ἀττικῆς καὶ τὸ στέμμα του μεταπίπτει εἰς τὸν μονογενῆ υἱὸν τοῦ Θησέα.   
  Ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Θησέως, ἡ Ἀθήνα ἀκμάζει καὶ γίνεται ἡγεμονεύουσα πόλη σὲ ὅλο τὸ Αἰγαῖο, Κρήτη καὶ νησιά. Μάλιστα, εἶχε τόσο ἁπλωθεῖ ἡ ἐπικράτεια τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου οἱ ἀρχαῖες καταγραφὲς στὸ λεξικὸ τοῦ Σουΐδα ἀναγορεύουν τὸν Θησέα ὡς βασιλιᾶ τῆς μινωικῆς Κρήτης καὶ ὤντι θαλασσοκράτορα. Τοῦτο τὸν ὤθησε νὰ ἱδρύσει τὶς πρῶτες ἀποικίες στὶς ἀκτὲς καὶ τὴν ἐνδοχώρα τῆς Μικρῆς Ἀσίας
 Ὁ Θησέας, ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἐφήρμοσε μία ἐξωτερικὴ πολιτικὴ μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση τοῦ Πανελληνίου ἤτοι τῶν ὅμαιμων, ὁμόθρησκων, ὁμόγλωσσων κι ὁμότροπων φυλῶν ποὺ συγγένευαν μεταξύ τους σὲ ὅλη τὴν ἠπειρωτικὴ χερσόνησο τοῦ Αἵμου. Αὐτὸ εἶχε σὰν συνέπεια νὰ λείπει μεγάλα διαστήματα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. 
 Στὴν ἐξωτερικὴ πολιτική, ποὺ θέλησε νὰ ἐφαρμόσει, δυστυχῶς, ἡ τύχη του γύρισε τὴν πλάτη. 
 Οἱ φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν βασιλιᾶ τῆς Ἠπείρου Ἀϊδωνέα ἢ ἀκόμη καὶ ἡ συνένωση τοῦ θεσσαλοῦ ἀδελφοποιητοῦ φίλου του Πειρίθοου μετὰ τῆς κόρης τοῦ ἠπειρώτη βασιλιᾶ, Περσεφόνης, θὰ ἦταν γιὰ τὴν Ἀθήνα ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα πρὸς τὶς διόδους τῆς εὐρωπαϊκῆς, κεντρικῆς καὶ βόρειας, ἠπείρου, μὲ τὰ τεράστια ἀνεκμετάλλευτα ἐδάφη της. 



Στὴν ἀπεικόνιση αὐτή, ὑπάρχων σὲ μελανόμορφο ἀθηναϊκὸ ἀμφορέα τοῦ 6ου αἰῶνα π.Χ. ἀποτυπώνεται ἡ μορφὴ τοῦ γενειοφόρου Θησέα ποὺ ἐπαληθεύει τὴν πεποίθηση τῶν Ἀθηναίων περὶ τῆς ἰσχυρῆς καὶ σώφρων προσωπικότητας τοῦ μεγάλου βασιλέα τους. Ἐδῶ, δὲν φαίνεται πλέον ὡς νεαρὸς πρίγκιψ, γιὸς τοῦ βασιλιᾶ Αἰγέα, ἀλλά, ὡς σεβαστὸς ἄνακτας ὅπου συνοίκησε τοὺς ἀττικούς δήμους καὶ ἔγινε ὁ σοφὸς κυβερνήτης βασιλιᾶς τῶν Ἀθηνῶν. Οὕτως θέσπισε τὶς ἀρχὲς τῆς Δημοκρατίας. 

  Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Θησέα ὁμοιάζον ὡς ἐπεκτατικὴ εἶχε δυσαρεστήσει τοὺς Λακεδαιμονίους, οἱ ὁποῖοι ἔψαχναν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐκθρονίσουν τὸν Θησέα καὶ νὰ ὑποδρασκελίσουν τὰ φρονήματα τοῦ δημοκρατικοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ὡς ριψοκίνδυνο τέχνασμα, θεωρήθηκε, ἐπίσης, καὶ ἡ συνένωση τοῦ Θησέα μὲ τὴν πριγκίπισσα Ἑλένη, ὅπου ἀπέφερε τὴ γέννηση μιᾶς κόρης, ἐκ τῶν δυὸ σημαντικῶν βασιλικῶν οἴκων τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνας καὶ Σπάρτης. 
 Ἡ ὀνομασία τῆς γαλαζοαίματης κόρης τοῦ Θησέα καὶ τῆς Ἑλένης ἦταν Ἰφιγένεια, λέξη σύνθετος ποὺ προκύπτει ἐκ τῆς συρραφῆς τῶν λέξεων Ἰφί+γένος. Φιλολογικὲς καταθέσεις μαρτυροῦν περὶ τῆς συνένωσης τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων μετὰ τῶν Πελασγῶν. 
 Ἡ ὅλη προσπάθεια ὅπου συνετελέσθη ὑπὸ τὴν συνένωση τῶν δύο συγγενῶν φυλῶν Ἑλλήνων καὶ Πελασγῶν, τέθηκε ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἑνὸς πολιτεύματος ποὺ νὰ ἐξισώνει τὸν λαὸ μὲ τὴν ἄρχουσα τάξη, κάτι τὸ ὁποῖον, βεβαιως φαίνεται νὰ ἔβλαπτε τὰ κυριαρχικὰ συμφέροντα τῶν εὐγενών ὀλιγαρχικῶν παρατάξεων. 
 Ἡ καινοτομία τοῦ Θησέα στοὺς πολιτειακοὺς θεσμοὺς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, εἶχε πλέον ἀρχίσει νὰ γίνεται ταξικὰ ἐπικίνδυνη. 
 Οἱ Λακεδαιμόνιοι, ἐκπρόσωποι τῆς ὀλιγαρχικῆς τάξης καὶ τοῦ ἀκραίου στρατιωτικοῦ δόγματος ἐπιβολῆς καὶ βίας, χρησιμοποίησαν ἄμεσα τὰ φθονερὰ καὶ δόλια αἰσθήματα τοῦ Μενεσθέως ποὺ καραδοκοῦσε εἰς τὰ μετόπισθεν νὰ βλάψει τὸν ἀνιψιό του, καὶ πέτυχαν τὸν στόχο τους. 
 Οἱ ὀλιγαρχικὲς πεποιθήσεις του Μενεσθέα, δὲν φάνηκαν νὰ ἐπηρεάζουν τοὺς Ἀθηναίους πολῖτες οἱ ὁποῖοι τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ σπέκουλα τῶν Λακεδαιμονίων μετατράπηκαν σὲ ἄβουλο ὄχλο. 
 Ἀφοῦ τὰ σπαρτιατικὰ συμφέροντα κατάφεραν νὰ ἀδρανοποιήσουν τὴν δημοκρατικὴ ἐξουσία τῶν Ἀθηνῶν δημιουργῶντας σοβαρὲς ὑπόνοιες γιὰ τὴν δῆθεν στρεβλὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ὅπου θεσπιστῇς τοῦ ἦταν ὁ Θησέας, ἔφεραν τὴν πολιτειακὴ ἀνωμαλία. 
 Ἀναλαμβάνοντας, τροποτινά, ὁ Μενεσθεύς, τὴν ἐξουσία παρέμεινε ἐξάπαντως ὑπόχρεος στοὺς Λακεδαίμονες, ἄνακτες, γιοὺς τοῦ Διός.   Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἀθήνα, ἀπὸ θαλασσοκράτηρα καὶ πρωταγωνίστρια μετατράπηκε αὐτομάτως ὑπόχρεοι καὶ ὑπόδουλοι τοῦ ἡγεμονικοῦ ἅρματος ποὺ ὁδηγοῦσαν οἱ πελοπονησιακὲς δυνάμεις. 
 Μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἀπρόβλεπτη μετατροπὴ τῆς ἱστορικῆς πλοκῆς, ἡ λαμπερὴ καὶ περιτείχιστη πόλη τῆς Ἀθήνας, τὸ πτολίεθρον ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Ὅμηρος, μεταβάλλεται, κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, σὲ φτωχὸ ἑταῖρο τῶν Πελοποννησιακῶν δυνάμεων τῆς ἡγεσίας τῶν Ἀτρειδῶν. 
 Σήμερον, ἐὰν εἰκάσουμε τὴν πορεία τῆς ἱστορίας, ἐὰν καὶ ἐφόσον, ὁ Θησέας, πετύχαινε νὰ ἑνώσει τὶς φυλὲς τῶν Ἑλλήνων τῆς ἠπειρωτικῆς χώρας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ ὑπάρξει ἄλλη φυλὴ ἐπὶ τοῦ πλανήτου. 
 Ἐπίσης, ἠδύνατο, ἴσως, νὰ εἶχε ἀλλάξει πλήρως τὸ ροῦν τῆς ἱστορίας, ἡ στρατηγικὴ σκέψη τοῦ Θησέα, δηλαδή, νὰ ἑνώσει τοὺς Ἕλληνες μὲ ἐπιγαμίες ἤτοι δεσμοὺς αἵματος. (Τοῦτο, ἔπραξε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος πολλοὺς αἰῶνες μετέπειτα...) 
 Ἔτσι, θὰ ὁδηγοῦσε τοὺς Ἕλληνες σὲ βαθιὲς ἐκπολιτιστικὲς ἐκστρατεῖες, χωρὶς τρόπαια ἀνηλεοῦς μάχης ὅπως π.χ. ἦταν ἡ ἀργοναυτική, γιὰ τὸν ἐκβαρβαρισμὸ τῆς Ἀσίας. Ἡ Ἀσία ἦταν τὸ δέλεαρ γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὅπως καὶ γιὰ τοὺς νῦν βορειοευρωπαίους. 
 Ὅμως, μέλλει νὰ ὑφίστανται, ὁ ἐξ ἀνατολάς, μόνιμος κίνδυνος ἐχθρικῶν ἐπιθέσεων κατὰ τῆς Εὐρώπης, λόγῳ τοῦ γεωλογικοῦ εὐρασιατικοῦ συνδέσμου καὶ τῶν γεωστρατηγικῶν συμφερόντων τῆς εὐρασιατικῆς ζώνης! 

Στὸν χάρτη βλέπουμε ὑπογραμμισμένο τὸ σημεῖο ὅπου ἐγκαταβιοῦσαν οἱ Ἀμαζόνες. Αὐτὰ τὰ ἐδάφη ἀκόμη καὶ σήμερα θεωροῦνται τὰ πιὸ κομβικὰ σημεῖα τοῦ εὐρασιατικοῦ τόξου. Ὁ Θησέας φρόντισε νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ κι ἴσως ἀκόμη παραπέρα, προσπαθῶντας νὰ ἀναχαιτίσει τὸν κίνδυνο καθόδου τῶν φυλῶν της Ἀμαζονίας. Ἀτρόμητος, ὅπως ἦταν, ἔκλεψε τὴν βασίλισσα τῶν Ἀμαζόνων 
ὅπου εἶχαν κι δυὸ τοὺς ἐρωτευτεῖ παράφορα. 
Πίστεψε βέβαια πρὸς στιγμήν, ὅτι, μιὰ ἐρωτικὴ ἱστορία, ἠδύνατο νὰ μαλακώσει τὶς καρδιὲς τῶν Ἀμαζόνων, ἀλλά, ἀντ' αὐτοῦ προκλήθηκε μεγαλύτερα ἔχθρα ὑποκινῶντας μεγάλη ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Ἀθήνας. Ἀντιλαμβανόμενος τὴν σκληροκαρδία τῶν Ἀμαζόνων, ὁ Θησέας, ἐξόντωσε μεγάλη μερίδα τῶν πολεμιστῶν της φυλὴ τοὺς μὴν ἀφήνοντας περιθώρια γιὰ ἐπαναληπτικοὺς πολέμους. Μετὰ τούτου, οἱ Ἀμαζόνες, χάθηκαν γιὰ ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας... ἴσως μόνο στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀχιλλέα νὰ ξαναεμφανίζονται γιὰ λίγο... 


 Συνοπτικά, ἡ ἑλληνικὴ μυθιστορία διδάσκει τὸ βασικὸ ἐλάττωμα τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, τὸ δαιμόνιο τῆς πρωτοκαθεδρίας ἤτοι καὶ φιλοπρωτίας ἢ φιλαρχίας, ποὺ ἐκπηγάζει ἐκ τοῦ φθόνου καὶ τῆς μεταξὺ ἡμῶν διχόνοιας. Ἡ διχόνοια εἰναι αὐτὴ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ συχνὰ εἰς τὸ ἔρεβος χάνοντας τὸν σκοπὸ τῆς ἀποστολῆς μας ὡς γένος.
 Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θησέα, ὑπῆρχαν τὰ συμφέροντα καὶ οἱ ἄδικες ἐξουσίες. Ὁ μόνος ἀγαθὸς κυβερνήτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρξε ὁ Θησέας, ὁ μόνος ποὺ ἔδειξε αὐταπάρνηση καὶ ζῆλο ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του

ΧΑΙΡΕΤΕ! 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

•Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι-Θησεύς
•Διοδώρου Σικελιώτου, Ἱστορικὴ βιβλιοθήκη
•βιβλιοθήκη του Ἀπολλοδώρου τοῦ Ἀθηναίου
•Λεξικό του Σουΐδα










Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

 


                                     ЭIЄ

ΑΡΓΩ: ΤΟ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΗΣ ΠΕΠΛΟΦΟΡΟΥ ΑΘΗΝΑΣ 
ΣΤΗΝ ΠΟΜΠΗ ΤΩΝ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΩΝ
 Ἔρευνα & συγγραφὴ: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 
-
   Εἰς τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἐκ τοῦ πάλαι, ὑπῆρξαν ρωμαλαῖοι ἄνδρες, οἱ ὀνομαστοὶ ἥρωες, οἱ ὁποῖοι ὄργωναν στεριὲς καὶ διέπλεαν γνωστὲς κι ἄγνωστες θάλασσες μὲ τὰ πολύκωπα πλοῖα τους. 
 Οἱ πρῶτες μυθικοϊστορικὲς ἀναφορές, πλωτῶν ταξιδίων, περιγράφονται μὲ τοὺς ἡμιθέους καὶ ἥρωες Ἀργοναῦτες. Οἱ διάσημοι ἐκστρατευτὲς τῆς Ἑλλάδος, μὲ ναύκληρο τὸν Ἰάσονα Αἰσονίδη, ἔπλευσαν στὰ μήκη καὶ στὰ πλάτη τῆς ὑφηλίου, ἀνακτῶντας τὸν τίτλο τῶν ἄριστων καὶ ἐπιφανεστέρων ἡρώων ὅλων τῶν ἐποχῶν. 
 Οἱ αἱρετοὶ Ἀργοναῦτες, ἐκ τῶν εὐγενεστέρων γόνων τῆς ἑλληνίδος φυλῆς, συνενώθηκαν, ἴσως ἐπὶ πολλοστὴ φορά, διὰ τὴν ἐπίτευξη μιᾶς ὑψίστου σημασίας μυστικὴν "κρατικὴν" ὑπηρεσίαν, ἀναφερόμενη μὲ τὸ κωδικὸ ὄνομα Χρυσόμαλλον Δέρας
 Τὸ πλοῖο τῆς ἐκστρατείας, κατασκευασμένο μὲ ὑπερσύγχρονο ἐξοπλισμό, διέθετε κι αὐτὸ ἕνα ἔνδοξο παρελθόν. Ἡ θεωρία αὐτὴ συνάγεται ἐκ τῆς μαρτυρίας, ὅπου θέλει τὸ ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον τοῦ πλοίου νὰ ἔγινε δωρεὰ στὸν κατασκευαστὴ ἀπὸ τὴν Ἀθηνᾶ Ἐργάνη τὴν ἐπονομαζόμενη καὶ θεὰ τῆς σοφίας. Τὸ ὄνομα τοῦ πλοίου ἔφερε τὸ κωδικὸ ὄνομα Ἀργῶ
 Συμφώνως, μὲ τὸ Μέγα ἐτυμολογικὸ λεξικὸ εἰς τὸ λῆμμα Ἀργῶ, μᾶς παρέχεται ἡ ἐτυμολόγησης τῆς ὀνομασίας τοῦ ξακουστοῦ πλοίου τῶν Ἀργοναυτῶν. 
  Ἡ ἀξιόπλοος ναῦς ἔλαβε τὴν ὀνομασία της λόγῳ τῆς ταχύτητας ποὺ ἀνέπτυσσε στὴν θάλασσα. Ἡ λέξη ἀργός, στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, σημαίνει ταχύς, καθότι, τὸ σκαρὶ τοῦ πλοίου ἔτρεχε μὲ ταχύτητα πέραν τῆς συνηθισμένης. Λέγει λοιπὸν τὸ λεξικό: «Αργώ: Η ναυς. αφ' ου και οι Αργοναύται. Εΐρηται ότι Άργος αυτήν κατασκεύασεν. ή ότι εν Άργει τη πόλει κατασκευάθη, ως Ηγή[σιππος] ιστορεί. Ή ότι ταχεία ην. αργόν γαρ και το ταχύ. ένθεν και ΛΗΘΑΡΓΟΣ, ο της λήθης ταχύς. Πρώτην δ' αυτήν ναυπηγηθήναι φασίν.»

Ἀναπαράσταση τῆς Ἀργοῦς ὅπως τὴν φαντάζονται οἱ σύγχρονοι ἐρευνητές. Ὡστόσο, τὸ πραγματικὸ σχῆμα τῆς Ἀργοῦς δὲν ἔχει ἀκόμη διαπιστωθεῖ μὲ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα. Ὁ Θεόδωρος Ἀξιώτης καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, τὸ πλοῖο τῆς Ἀργοῦς εἶχε δόλιχον σχῆμα, κοινῶς μακρόστενο 
ὅπως οἱ αὐτοκινητάμαξες (ὀτομοτρίς).
 
  Ἕως τὴ σήμερον, ἱστορικῶς, παραμένει ἄγνωστος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκστρατευτικῶν ἀποστολῶν τῆς Ἀργοῦς. Τὰ βασικὰ μέλη τοῦ ἐκστρατευτικοῦ πληρώματος, ἐξαιρουμένου τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, Ἰάσονα, ἦταν δύο. 
 Ὁ Ἡρακλῆς καὶ ὁ Θησέας, οἱ ἐπιφανέστεροι πανελλήνιοι ἥρωες. Μάλιστα, διὰ τὸν ἥρωα καὶ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρχε μιὰ πανελλήνια παροιμία ποὺ τὴν διέσωσε ὁ Πλούταρχος γράφοντας: «οὐκ ἄνευ Θησέως·» [μετάφραση - ἀπόδοση: τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει χωρὶς τὴν συμμετοχὴ τοῦ Θησέως] (Βίοι παράλληλοι - Θησεὺς 29.3). 
 Τὸ γεγονὸς τοῦτο, τῆς ἀναγκαίας συμμετοχῆς τοῦ Θησέα διὰ τὴν ἐπιτυχία κάθε ἀποστολῆς, ἠδύνατο νὰ θεωρηθεῖ ὡς αἰτίαν τῆς μετέπειτα ἀφιέρωσης τῆς Ἀργοῦς, στὸν ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς εἰς τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. 
  Ἄλλωστε, ὡς μαρτυρεῖτε, ἡ ἐμπνευστὴς τῆς Ἀργοῦς ὑπῆρξεν ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία ταυτόχρονα θεωροῦνταν ἡ πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια ἡ ἱδρυτὴς καὶ προστάτης της ἱεροῦ πτολίεθρου τῶν Ἀθηνῶν! 
  Ὅταν, λοιπόν, ἐν τέλει, ἡ ἀποστολὴ τῶν πεζοναυτῶν - Ἀργοναυτῶν ἀποπερατώθηκε, τὸ ἱερὸ πλοῖο, μὲ τὰ ὑπερσύγχρονα ἐξαρτήματα του, τέθηκαν πρὸς φύλαξιν σὲ κάποιον ἱερὸ τόπο. Οἱ περισσότερες ἀπόψεις συγκλίνουν πρὸς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου, πολιοῦχος ἦταν ἡ θεὰ τῆς Σοφίας ἡ ὁποία ἦταν ἡ ἀρχιτέκτων, ὅπως εἴπαμε, τῶν σχεδίων τῆς ὑπερσύγχρονης ναῦς. 
Οἱ πληροφορίες, γιὰ τὴν ἰδιαίτερη τεχνολογία τῆς Ἀργοῦς, θεωροῦνται λιγοστὲς μὲν ἀλλὰ ὑπαρκτὲς δέ. Μία ἐξ αὐτῶν, τῶν σπάνιων ἱστορικῶν ἀναφορῶν, διασώθηκε εἰς μίαν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ 19ου αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ τὴν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Νικόλαου Λωρέντη μὲ τὴν φερωνυμία: "Λεξικὸν τῶν ἀρχαίων μυθολογικῶν καὶ ἱστορικῶν καὶ γεωγραφικῶν κυρίων ὀνομάτων"
 Εἰς τὸ λῆμμα "Παναθήναια" τοῦ λεξικοῦ κατατίθενται τὰ ἑξῆς γραφθέντα: «Ἀρχαῖα καὶ ἐπίσημος ἑορτὴ ἐν Ἀθήναις πανηγυριζομένη πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, συσταθεῖσα τὸ πρῶτον ὡς λέγεται ὑπὸ τοῦ Ὀρφέως ἢ κατ' ἄλλους ὑπὸ τοῦ βασιλέως Ἐριχθονίου, καὶ κατ' ἀρχὰς μὲν Ἀθήναια καλουμένη, ὕστερον δὲ ἀνανεωθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θησέως ὠνομάσθη Παναθήναια πρὸς ἀνάμνησιν τῆς ὑπ' αὐτοῦ γενομένης συνοικήσεως τῶν Ἀθηναίων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πόλιν τὰς Ἀθήνας, οἵτινες πρότερον εὑρίσκοντο ἐσπαρμένοι ἐφ' ὅλης τῆς Ἀττικῆς κατὰ κώμας καὶ χωρία. Διέφερον δὲ τὰ ἰδίως λεγόμενα μεγάλα Παναθήναια ἀπὸ τὰ μικρὰ Παναθήναια. τὰ μὲν πρῶτα ἐπανηγυρίζοντο ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν κατὰ τὴν 28 ἡμέραν τοῦ Ἑκατομβαιῶνος μηνὸς μὲ πολλὴν πομπὴν καὶ μεγαλοπρέπειαν, διαρκοῦντα πολλὲς ἡμέρας καθ' ἂς ἐτελοῦντο καὶ διάφορα εἴδη ἀγώνων, ὅτε ἐφέρετο καὶ ὁ πέπλος τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς ἐφ' ἑνὸς πλοίου κινουμένου διὰ μηχανῶν καὶ τεχνικῶν κωπίων διὰ μέσου τῆς πόλεως· τὰ δὲ μικρὰ Παναθήναια ἑορτάζοντο ἀνὰ πᾶν ἔτος ἢ κατὰ τινὰς ἀνὰ πᾶσαν τριετίαν κατὰ τὴν 20 ἡμέραν του Θαργηλιῶνος μηνός.»
  Ἡ ἐν λόγῳ ἀναφορὰ τοῦ παλαιοῦ λεξικοῦ του Λωρέντη ὁμιλεῖ ξεκάθαρα γιὰ ἕνα πλοῖο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα τῆς ἐποχῆς του. 
 Διακρίνουμε λοιπόν, στὴν περιγραφή, μιὰ μηχανοκίνητη λέμβο μὲ τεχνικοὺς ἐρετμοὺς (κωπιά). Πρόκειται δηλαδὴ, γιὰ ἕνα ὑπερσύγχρονο, γιὰ τὴν ἐποχή του, κατασκεύασμα ποὺ μετά την ἀνέλκηση του ἀπὸ τὴν θάλασσα φυλάσσονταν στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν
 Ἡ περιφορὰ τῆς μηχανοκίνητης λέμβου τελοῦνταν κάθε τετραετία στὰ Μεγάλα Παναθήναια. Τὴν ἑορτὴ διαμόρφωσε ὁ Θησέας μετατρέποντας μιὰ παλαιότερη πανήγυρις τῶν Ἀθήναιων, ἀπὸ τοῦ Ἐριχθονίου - Ἐρεχθέως, τὰ Ἀθήναια
 Στὴν φάση αὐτὴ ὀφείλω νὰ περιγράψω ἐκτενέστερα τὴν μορφὴ τῆς λέμβου ποὺ φυλάσσονταν στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. 
 Τὸ πλοῖο αὐτὸ ἦταν μιὰ τριακόντορος, ὅπως γράφει ὁ Πλούταρχος στὸν βίο τοῦ Θησέα (παραγρ. 23), καὶ συντηροῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θησέως μέχρι καὶ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια ἐπὶ ἐποχῆς Δημητρίου Φαληρέα
 Ἄραγε, ἡ Ἀργῶ εἶναι δυνατὸν νὰ ταυτίζεται, ὡς ἕνα πλοῖο τῆς Ἀθηνᾶς, μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ταξίδεψε ὁ Θησέας στὴν ἀποστολή του γιὰ νὰ παλέψει καὶ νὰ ἐξοντώσει τὸν Μινώταυρο τῆς Μινωικῆς Κρήτης; 
 Τὸ πλοῖο τοῦ Θησέα, ὅπως λέγει ὁ Πλούταρχος εἰς τόν βίο τοῦ ἡμιθέου βασιλέα, κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἀφοῦ πρῶτα κατόρθωσε νὰ ἐξοντώσει τὸν θηριώδη Μινώταυρο, ἀνασύρθηκε ἐκ τῆς θαλάσσης καὶ ἀφιερώθηκε στὸν ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς στὴν Ἀκρόπολη (πιθανὸν στὸ ἐκατόμπεδο ποὺ βρίσκεται μεταξὺ Παρθενῶν καὶ Ἐρεχθείου). 
 Ἐν τούτοις, τὴν ὕπαρξη κρύπτης ὅπου φυλάσσονταν ἡ Ἀργῶ, εἰς τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Παρθενῶνα, ἐπισήμανε κι ὁ ἐρευνητὴς συγγραφέας Θεόδωρος Ἀξιώτης, ὅπου, υἱοθετῶντας τὶς μελέτες τοῦ μαθηματικοῦ Θεοφάνη Μανιά, ἔγραψε τὰ ἑξῆς σχόλια: «Ὁ ἀριθμὸς 144 εἶναι ὁ ἀριθμὸς πάνω στὸν ὁποῖο χτίστηκε ὁ Παρθενῶνας, ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς. Ἡ ἴδια ἡ θεὰ εἶναι ἡ δημιουργὸς τῆς Ἀργοῦς καὶ ἡ Ἀργῶ ἔχει ναυπηγηθεῖ πάνω στὸν ἀριθμὸ 72(144). Ὁ 144, λοιπόν, εἶναι τὸ κλειδὶ τοῦ Παρθενῶνα καὶ τῆς Ἀργοῦς.»[Θεόδωρου Αξιώτη, Αργώ η πρώτη Αργοναυτική εκστρατεία του 3.500 π.Χ.].
  Ἐπιπλέον, διὰ μέσῳ μιᾶς παλαιοτέρας ἱστορικῆς πηγῆς, ἀνασύρω πλείονα στοιχεῖα περὶ τοῦ ἱεροῦ πλοίου τῆς πομπῆς τῶν Παναθηναίων, τὰ ὁποῖα ὁμολογοῦν τὴν ὑπερεξελιγμένη τεχνολογικὴ κατασκευαστική του δομή. 
 Πιὸ συγκεκριμένα, στὴν "Χρονολογία ἱστορικὴ" τοῦ Κυριάκου Μελίρρυτου συναντᾶμε μιὰ ἐξαιρετικὰ ἀναλυτικὴ περιγραφὴ τῆς Ἀργοῦς ἢ τῆς ναῦς τοῦ Θησέως, ὅπου περιγράφονται τὰ ἑξῆς: «...πολλά παρ' ημίν απίθανα οι αρχαίοι εγίνωσκον· αλλ' ούτις την γνώσιν αφήρηται τούτου κατηγορεί προχειρότατα· πολλά αρχαία ως μύθοι εξελήφθησαν· αλλ' η νυν ανεύρεσις αποδεικνύει αυτά αληθέστατα· ο Ίκαρος εστί μύθος, αλλ' ο Μογκολφιέρης[1] επαλήθευσεν· η ναυς, ήτις εν τοις Παναθηναίοις έφερε τον πέπλον εκινείτο εξ ενδόθεν αοράτων μηχανών φερομένη δια των οδών αυτοκίνητος· αι σημεριναί των Άγγλων αυτοκίνητοι Άμαξαι εισί ταυτοδύναμοι· αλλ' η ναυς ίσως άνευ τροχών εντεχνεστέρα.».
  Σύμφωνα μὲ τὶς παλαιότατες φιλολογικὲς πηγὲς τοῦ Κ. Μελίρρυτου, τὸ πλοῖο τῆς πομπῆς τῶν Παναθηναίων δὲν ἦταν ἕνα σύνηθες πλεούμενο, καθότι, κινοῦνταν μὲ ἐσωτερικὲς ἀόρατες μηχανὲς καὶ μετακινοῦνταν στὶς ὁδοὺς τῆς πομπῆς αὐτοκινούμενο χωρὶς καμία ἀνθρώπινη παρεμβολή. 
 Σημειώνει ἀκόμη ὅτι, οἱ σημερινὲς αὐτοκινούμενες ἅμαξες ἤτοι καὶ αὐτοκινητάμαξες (δὲς καὶ ὀτομοτρὶς) στὴν Ἀγγλία εἶχαν τὴν ἴδια δυναμικὴ στὴν ταχύτητα μετακίνησης. Ὡστόσο ἡ ἀρχαία ναῦς τῶν Παναθηναίων, πιθανὸν ἡ Ἀργῶ, νὰ ὑπῆρξε πιὸ ἐξελιγμένη τεχνολογικὰ καὶ δὲν εἶχε ρόδες. 
 Συνάμα, ὁ γάλλος ἐφευρέτης Ἰωσὴφ Μιχαὴλ Μονγκολφιέ, ποὺ ἔζησε τὸν 18ο αἰῶνα μ.Χ. μιλῶντας γιὰ τὴν Ἀργῶ περιγράφει ἕνα ἱπτάμενο πλοῖο ποὺ προσθαλασσώνεται ἐνῷ παράλληλα μπορεῖ καὶ ἵπταται. 


Αὐτοκινητάμαξα σειρᾶς 621 ΟΣΕ στὴν Ἀττικὴ ποὺ κατασκευάστηκαν στὴν Ἑλλάδα τὸ 2004-2006. 


Ἐδῶ βλέπουμε τὶς σεληνιακὲς αὐτοκινητάμαξες τοῦ μέλλοντος 
οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται Lunar Maglev & Maglev Trainz κατὰ τὸ σχέδιο τῆς Ἀργοῦς. Εἶναι πιθανὸν ἡ Ἀργῶ νὰ εἶχε παρόμοιο σχῆμα καὶ κατασκευαστικὴ δομῆ. 

 Ὁ Μονγκολφιέρ (Joseph-Michel Montgolfier), ὡς ἐρευνητής, γνώστης καὶ κατασκευαστὴς ἀεροναυτικῶν μέσων, πιθανὸν νὰ εἶχε διεισδύσει σὲ κρυφὲς βιβλιοθῆκες τῆς Δύσης ἀνακαλύπτοντας σημαντικὲς λεπτομέρειες γιὰ τὴν ὑψηλὴ τεχνολογία τοῦ προϊστορικοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. 
 Κυρίως, δὲ γιὰ τὴν ὑπερτεχνολογία τῆς ἱπτάμενης Ἀργούς, καθότι πολλοὶ μελετῆτες, ὅπως εἴδαμε, ἐπισημαίνουν ὅτι, ἡ Ἀργῶ δὲν ἦταν ἕνα ἁπλὸ πλοῖο, ἀλλά, ταξίδευε μὲ διττὸ τρόπο ἐκ θαλάσσης καὶ ἀέρος, ἐνῷ, παράλληλα εἶχε καὶ αὐτόματο ἐγκέφαλο πλοήγησης κατασκευασμένο ἀπὸ τὸ ξύλο της ὀξιὰς ἤτοι καὶ φηγούς[2]. 
 Ἡ κατασκευάστρια τοῦ ὑπερσύγχρονου αὐτοῦ συστήματος ὑπῆρξε μᾶλλον ἡ πρώτη ἀργοναύτισσα μὲ τὴν ἐπωνυμία Ἀθηνᾶ Ἐργάνη[3] πολιοῦχος τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ἐν ὀλίγοις, δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθεῖ τυχαῖο τὸ ὅτι, ἡ Ἀθηνᾶ Ἐργάνη λατρεύονταν εἰς τὸν ἐξάστυλο ναό του Θησείου μαζὶ μὲ τόν 'Ἥφαιστο, ἐνῷ, ταυτόχρονα ὁ σηκὸς τοῦ ναοῦ ἀποδόθηκε, κατὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἀπὸ τὸν Κίμωνα, στὸ Θησέα, τὸν ἥρωα - ἡμίθεο καὶ λυτρωτὴ τῶν Ἑλλήνων Ἀθηναίων τε καὶ Κρητῶν ἀπὸ τὸ κλείδωμα τῶν ψυχῶν τους ἐκ τῆς Μινωταυρικῆς θηριώδους τυραννίας. 
Χαῖρε Ἄνακτα τῶν Ἀθηνῶν Θησέα! 

 


Εἰκόνες ἀπὸ τὶς βίβλους ποὺ κάνουν λόγο περὶ τῆς μηχανοκίνητης ναῦς τῶν Παναθηναίων. 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωσὴφ Μιχαὴλ Μονγκολφιέ, ἐκ Γαλλίας, σπουδαῖο ἐρευνητὴ ποικίλων ἐπινοήσεων καὶ ἐφαρμογῶν κυρίως στὴν ὑδραυλικὴ καὶ ἀεροναυτικὴ ἐπιστήμη. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ κατασκεύασε τὸ γνωστὸ ἀερόστατο Μονγκολφιέρα. Ὁ Μελίρρυτος τὸν ἀναγράφει ὡς Μονγκολφιέρη, διατηρῶντας τὸν ἐξελληνισμένο τύπο τῶν ὀνομάτων ὅπως εἴθισται εἰς τὴν παλαιὰν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία. 
[2] Ὁ Φηγούς, ἦταν ἕνας οἰκισμὸς στὴν περιφέρια τοῦ ἄστεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀνῆκε στὴν Ἐρεχθηίδα φυλή. Τὴν ὀνομασία του τὴν ἔλαβε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ δέντρου της ὀξιὰς δηλωνότι, στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα λέγονταν φηγός. Παρ' ὅτι λέγεται ὅτι, τὸ ξύλο της φηγούς, ποὺ τοποθετήθηκε στὴν Ἀργῶ, προέρχονταν ἀπὸ τὸ μαντεῖο της Δωδώνης, τὰ στοιχεῖα δείχνουν νὰ ὑπάρχει συσχέτιση μὲ τὴν περιοχή της Πεντέλης καὶ τὰ ἐνεργειακά της πεδία. Ἐκεῖ φύονταν δάσος ἀπὸ ὀξιές - φηγούς. 
[3]Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικό του Λωρέντη, στὸ λῆμμα "Ἀθηνᾶ", ἡ φερωνυμία τῆς Ἀθηνᾶς ἐργάνης εἰσήχθη διότι ἐστάσθει ἐφευρέτης διαφόρων χρήσιμων ἐργασιῶν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, χαρακτηριζόμενη ὡς θεὰ τῆς σοφίας τῆς φρονήσεως καὶ περὶ τοῦ πολέμου συνέσεως κι ἐμπειρίας. 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Νικόλαου Λωρέντη,"Λεξικόν τῶν ἀρχαίων μυθολογικῶν καὶ ἱστορικῶν καὶ γεωγραφικῶν κυρίων ὀνομάτων, ἐν Βιέννῃ Αὐστρίας 1837
•ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ φιλοπονηθεῖσα ὑπὸ Κυριάκου Μελιρρύτου τοῦ Θεσσαλονικέως, ἐν Ὀδησσῷ 1836
•Θεόδωρου Ἀξιώτη, Ἀργῶ ἡ πρώτη Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία τοῦ 3.500 π.Χ., Ἀθήνα 1985

 



Σάββατο 18 Απριλίου 2020

 
  ЭIЄ
ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΚΙ Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ  ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Στοὺς ἀρχαϊκοὺς χρόνους, εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἄρχισε νὰ φυσάει ἕνας καινούριος ἀέρας. Ξεκινοῦσε μιὰ ἐποχὴ ἀναπολήσεως παλαιῶν προτύπων τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας. 
 Πρόσωπα ἡρωικὰ μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας κι ἀνιδιοτέλειας ἄρχισαν νὰ κυριαρχοῦν στὶς καθημερινὲς συζητήσεις τῶν ἀγοραίων πολιτῶν του κλεινὸν ἄστυ. 
 Μάλιστα, ὁ ἄρχοντας Πεισίστρατος θεωρεῖται ὁ πρωταίτιος τῆς εἰσαγωγῆς λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀθηναίου ἥρωα Θησέα
 Ὑπενθυμίζοντας τὸ χρέος τῆς πόλης πρὸς τὸν παλαιὸ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ ἕνωσε ὅλες τὶς κῶμες εἰς μίαν πόλην δημιουργοῦντας τα συνοίκια, οἱ Ἀθηναῖοι συναίνεσαν ὁμοθυμαδόν. 
 Κατὰ τὸ πέρας τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, τὸ ἔτος 475 π.Χ. ὁ Κίμων ἐξεστράτευσε στὸ κεντρικὸ Αἰγαῖο ἐναντίον τῆς νήσου Σκύρου καὶ κατάφερε νὰ τὴν κατακτήσει. Τότε, ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς ἄρχισε νὰ ψάχνει στὸ νησὶ διὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸν τόπο ἐνταφιασμοῦ τοῦ Θησέα. 
 Ὅταν πιὰ εἶχε φτάσει στὸ ὅριο κάθε ἀπέλπιδα προσπάθεια, ξάφνου ἀπὸ τὸ πουθενὰ εἶδαν νὰ ξεπροβάλλει ἕνας ἀετὸς τοῦ ὁποίου ἡ προσγείωση κατέληξε στὴν κορυφὴ ἑνὸς λόφου, ὁμοιάζοντα μὲ τυμβικὸ μνημεῖο. Ὁ ἀετὸς ἄρχισε εὐθὺς νὰ σκαλίζει τὸ χωμάτινο ἐπιστέγασμα μὲ τὰ νύχια του καὶ νὰ τὸ τρυπᾶ μὲ τὸ ράμφος του. 
 Βλέποντας ὁ Κίμων τὸ ὑπερβατικὸ γεγονὸς τὸ ἀναγνώρισε ὡς θεϊκὸ σημάδι, διὰ τοῦτο ἄρχισε ἄμεσα τὴν ἀποχωμάτωση. Δὲν παρῆλθε ὀλίγος χρόνος καὶ βρέθηκε ἔμπροσθεν μιᾶς μεγάλης ἐκπλήξεως. Στὸ σημεῖο τῆς ἀνασκαφῇς ξεχώρισε ἐκ τῶν χρωμάτων μία παλαιότατη καὶ μεγάλη σαρκοφάγο. Πλησίον τῆς εὑρίσκονταν ἡ αἰχμὴ μιᾶς χάλκινης λόγχης καὶ ἕνα ξίφος μὲ ἐλεφαντοστέϊνη λαβή. 
 Τὰ ὀστᾶ τῆς σαρκοφάγου ἦταν ὑπερμεγέθης καὶ ἔμοιαζαν νὰ ἀνήκουν σὲ γίγαντα. Τότε ἐννόησε ὅτι πρόκειται γιὰ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνδρίου ἄνακτος τῶν Ἀθηνῶν Θησέα καὶ ἔσπευσε ταχέως νὰ τὰ μεταφέρει μὲ τὴν τριήρη του στὴν Ἀθήνα, θεωρῶντας τὸ ἑαυτόν του εὐλογημένο. 

Ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς Κίμωνας βρίσκει τὴν σαρκοφάγο τοῦ Πολέμαρχου Θησέα στὴν Σκῦρο. 

  Ὅταν προσάραξε ὁ Κίμωνας μὲ τὸ στόλο του στὸ Φάληρο (τὸ πρῶτο λιμάνι τῶν Ἀθηνῶν πρὶν τὸν Πειραιᾶ) οἱ Ἀθηναῖοι τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ μιὰ λαμπροτάτη τελετὴ ἄνευ προηγουμένου. Ἔπειτα, ἐναπέθεσαν τὸ ἱερὸν λείψανο μὲ περισσὴ εὐλάβεια στὸ νεόδμητο περίπτερο ἐξάστυλο ναό τον ὀποιον ἔκτισε ἐκείνη τὴν χρονικὴ περίοδο ὁ Κίμων. 
 Τὸ ἡρῶο, τὸ ὁποῖον ὀνομάστηκε Θησεῖον, οἰκοδομήθηκε πάνω σ' ἕνα λόφο – τύμβο τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀγοραίου Κολωνοῦ. Ὁ Πλούταρχος ἐξηγεῖ ὅτι, τὸ ἡρῶο τὸ οἰκοδόμησαν στὴν μέση τῆς πόλεως δίπλα ἀπὸ τὸ γυμνάσιο δηλαδὴ στὴν καρδιά του κλεινὸν ἄστυ: «...ἐν μέσῃ τῇ πόλει παρὰ τὸ νῦν γυμνάσιον.» 
 Ἐκεῖθεν, λέγουν τὰ μυθολογικὰ σχόλια εἶχε τὸ ἐργαστήριο τοῦ κι ὁ μεταλλουργὸς Ἥφαιστος. Ἴσως γι' αὐτὸ ὁ ναὸς ἀργότερα νὰ ἀφιερώθηκε στὸ Ἥφαιστο ἂν καὶ κάποιοι χαρτογράφοι δείχνουν τὸ ναὸ τοῦ Ἡφαίστου δίπλα ἀπὸ ναὸ τοῦ Θησέα. 
 Ἐν τούτοις, σύμφωνα μὲ τὸ ἱστορικό, οἱ Ἀθηναῖοι καθόρισαν τὴν ὀγδόη Πυανεψιῶνος ὡς ἐπετειακὴ ἡμέρα τῆς μέγιστης λατρευτικῆς προσφορᾶς λόγῳ τῆς νικητήριας ἐπιστροφῆς τοῦ ἥρωα ἀπὸ τὴν Κρήτη κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνία.   Παράλληλα, παρ' ἑκάστην τῆς ὄγδοης τοῦ μηνός, δηλαδὴ στὶς 8 τοῦ κάθε μῆνα, θεσπίστηκε νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ Θησέως ὡς μέγα εὐεργέτου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ἰδιαιτέρως ὅμως ἑορτάζονταν τὰ Θησεία κατὰ τὴν ὀγδόη τοῦ μῆνα Ἑκατομβαιῶνος, διότι, ὑπῆρχε συνταύτιση μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἥρωα εἰς στὴν Ἀθήνα (δεκαεξαετὴς ὄντας ἐκ Τροιζῆνος). 
 Ὁ Θησέας, μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, εἶχε κιόλας ἀναγνωριστεῖ ὡς ἐθνικὸς ἥρωας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ μετατροπὴ τοῦ σὲ ἀντικείμενο λατρείας δὲν φαίνεται νὰ ἦταν μόνο ἀνθρώπου ἔργο ἀλλὰ οὐράνιας θελήσεως. Ἔτσι, συνεκδοχικά, ἐξελίχθηκαν δύο ἑορτασμοί, τὰ Θήσεια καὶ τὰ Ἐπιτάφια
 Τὰ Θήσεια τελοῦνταν μὲ τὴν πρώτη μέρα μὲ πομπή, θυσία καὶ τέλος διανομὴ τροφίμων στοὺς πένητες. Τὴν ἑπομένη ἐκτελοῦνταν λαμπαδηδρομία, στρατιωτικὲς ἀσκήσεις καὶ κατὰ τὴν νύκτα συμπόσιο δεῖπνον. Τὴν Τρίτη ἡμέρα γίνονταν ἀθλητικοὶ ἀγῶνες μὲ ἐννέα γυμνικὰ ἀγωνίσματα: δόλιχος, στάδιον, δίαυλος, πάλη, πυγμή, παγκράτιον, ὁπλίτης δρόμος, ὀπλομαχία κι ἀκοντισμό
 Στὴν ἀθλητικὴ ἑορτὴ λάμβαναν μέρος ἔφηβοι καὶ παιδιὰ γιατί θεωροῦνταν γιορτὴ τῶν νέων. Τὴν τετάρτη ἡμέρα γίνονταν οἱ θρυλικὲς ἀρματοδρομίες
 Μετά τα Θήσεια ξεκινοῦσαν τὰ Ἐπιτάφια ποὺ ἦταν γιορτὴ τῶν νεκρῶν. Στὴν ἑορτὴ τῶν Ἐπιταφίων οἱ ἱερεῖς τοῦ Θησέα ἀπάγγελαν ἢ ἔψαλλαν τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἥρωος καὶ συνάμα ὅλων ἐκείνων τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν ποὺ ἔπεσαν στὴ μάχη. 
 Τὸ ἐγκώμιο φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἀρχαία συνήθεια συνδεδεμένη μὲ τὴν λατρεία τοῦ Θησέως, ὅπου ἑρμηνεύονταν μεταξὺ ἀφήγησης καὶ ὑμνωδίας. 
 Ἡ ἀπαγγελία - ὑμνωδία τοῦ ἐγκωμίου πραγματοποιοῦνταν κωμαστικά, δηλαδή, ἐν πομπῇ χοροῦ. Οἱ στίχοι τοῦ ὕμνου θὰ πρέπει νὰ ἄδονταν μὲ ἕναν τρόπο ἀφηγηματικὸ(ρετσιτατίβο) ὅπως καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
 Ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἡ λέξη Ἐπιτάφιος εἶναι σύνθετη κι ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς Ἑλληνίδες λέξεις ἐπὶ καὶ τάφος, τοὐτέστιν ἐπὶ τοῦ τάφου.  
 Ἡ ἔννοια συσχετίζεται μὲ τὴν τοποθέτηση ἐντός του κουβούκλιου ἑνὸς χρυσοκέντητο ὕφασμα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ νεκροῦ τιμώμενου προσώπου.  

Ὁ ἐπιτάφιος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς ἑλληνορθόδοξης χριστιανικῆς ἐκκλησίας, μὲ τὴν χρυσοκέντητη μορφή του Θεανθρώπου ἐντός του ἀνθοστόλιστου κουβούκλιου φαίνεται ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὸ δρώμενο τοῦ ἀρχαίου ἐπιταφίου τοῦ ἥρωος Θησέα κατὰ τὰ κλασικὰ χρόνια τοῦ χρυσοῦ αἰῶνα τῶν Ἀθηνῶν. 

  Ἐν ὀλίγοις τὰ ἐγκώμια ἦταν ὕμνοι πρὸς τιμὴ τοῦ Θησέα ποὺ ἐγκωμίαζαν τὶς παναθρώπινες εὐεργετικὲς πράξεις του.   Εἰκάζεται δὲ ὅτι ἡ συνήθεια τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Θησέα μὲ τὴν περιφορὰ τῶν ὀστῶν τῶν ἀδομένων ἐν χορῷ μεταφέρθηκε κατὰ ἕνα μέρος της στὴν χριστιανικὴ παράδοση - ὅπως βλέπουμε στὴν ἄνωθεν εἰκόνα. 
 Πόσο ἐφικτὸ εἶναι νὰ ἐννοήσουμε τὴν υἱοθέτηση ἑνὸς ἔθους ἤτοι μιᾶς μεγάλης προχριστιανικῆς ἑορτῆς, γιὰ ἕναν ἥρωα ποὺ πίστευαν ὅτι μετὰ θάνατον μετάβαση εἰς τὰ νησιὰ τῶν μακάρων ἤτοι τὸν χριστιανικὸ παράδεισο, γιὰ μιὰ ἄλλη τεράστια μορφὴ ἐκείνη τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; 
 Ὁ ἀφηρωισμὸς τοῦ Θησέα, προφανῶς ξεκίνησε μὲ τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς νέας πολιτιστικῆς περιόδου τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας τὴν ὁποία οἱ νεότεροι ἑρμηνευτὲς τῆς ἱστορίας τὴν ὀνόμασαν κλασσική. 
 Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπακολούθηση τῆς ἐκκίνησης τοῦ καθαρῶς Ἀθηναϊκοῦ φιλοσοφικοῦ ρεύματος ὅπου ἔμελλε νὰ ἐπιφέρει τὴν ἵδρυση τῆς πρώτης ἀκαδημαϊκῆς σχολῆς. Μὲ τὴν ἀπαρχὴ τῆς προγονικῆς λατρείας τους ἥρωος καὶ ἠμίθεου ἄνακτα τῶν Ἀθηνῶν ὁ ὁποῖος τοποθέτησε ὑψηλά τον πήχη τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἡ κοινωνία ἐπείσθει εἰς τὴν θεμελίωση τῆς πνευματικῆς ἀνάπτυξης τῶν πολιτῶν γιὰ τὸν ὁρισμὸ μιᾶς ὑγιοῦς πολιτείας. 
 Ἐκ τούτου συντελεῖται ἡ κληρονομικότητα τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς σκέψης τῶν Ἀθηναίων ὅπου ἐπιδρᾶ θετικὰ στὴν ἐπαφή της μὲ τὸν ἐπερχόμενο Σωτῆρα Χριστὸ διὰ τὸν ὁποῖο εἶχε γίνει λόγος, ἤδη, ἀπὸ τὸν Σωκράτη κι ἀπὸ τὸν Πλάτωνα
 Συνελλόντι, τὰ δρώμενα πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέα - ποὺ δὲν ἦταν Θεὸς ἀλλὰ μετὰ θάνατον ὁ Θεὸς τὸν ἐνέταξε εἰς τὰ Ἠλύσια πεδία ἢ νησιά των μακάρων διὰ τὶς καλές του πράξεις - συνεχίστηκαν στὴν λειτουργία τοῦ πάθους τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου Χριστοῦ ποὺ νίκησε τὸν θάνατο καὶ ἀνέστησε ἐκ τοῦ Ἅδου ὅλους τους πιστεύσαντες. 
 Εἶναι πασίδηλη, λοιπόν, ἡ ἐθιμοτυπικὴ συνήθεια τῆς περιφορᾶς τοῦ ἐπιταφίου ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια στὴν Ἀθήνα χωρὶς νὰ θεωρεῖται ὅτι ὑπῆρξε ἐπιρροὴ ἀπὸ κάποιον πολιτισμὸ τῆς Ἀνατολῆς. 
 Ὁ Θησέας ἦταν ἕνας Ἕλληνας ἥρωας, ἐκπρόσωπος τῆς Ἰωνικῆς φυλῆς ἢ μᾶλλον τῶν αὐτοχθόνων Ἀθηναίων, ὅπου ἡ "ἁγιοποίηση" τοῦ ὁδήγησε τοὺς Ἀθηναίους στὴν δημιουργία ποικιλίας δρωμένων πρὶν νὰ εἰσαχθοῦν ὁρισμένα ἐξ ἀνατολάς, ὅπως τὰ Ἀδώνια
 Συνελλόντι εἰπεῖν, τὸ δρώμενο τῆς ἐπιτάφιας περιφορᾶς, ποὺ σήμερα διατηροῦμε στὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ ἑλληνορθόδοξου χριστιανισμοῦ, μεταγγίσθηκε, αὐτούσιο, ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἀθηναϊκὴ θρησκευτικὴ λατρεία. Εἶναι τὸ ἴδιο δρώμενο, ὡς πρὸς τὴν περιφορὰ τοῦ νεκροῦ, σὲ μιὰ ἐπιτάφια πομπή. 
 Ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ δικαίου ἥρωος Θησέα, ποὺ ἔθεσε τὰ βασικὰ θεμέλια τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, ἐδέχθη τὶς τιμὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς ἀγαθοὺς καὶ δικαίους, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῆς περιφορὰ τοῦ Δίκαιου Κριτῆ καὶ Πλάστη τῶν ὅλων Κυρίου καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁμοίως δὲ συμβαίνει σὲ ὁρισμένες περιοχὲς καὶ πρὸς τὴν Μήτηρ Αὐτοῦ τὴν Θεοτόκο Μαρία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ εἰς ὁρισμένους Ἁγίους Τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ
 Ἐν τούτοις, δυνάμεθα νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι, ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ Θησέα θυμίζει τὴ σήμερον τὴν λιτάνευση ἱερῶν λειψάνων χριστιανῶν πολιούχων Ἁγίων. Μάλιστα, εἰς τὴν ἐκδοχὴ τὴν ὁποίαν προσάπτει ὁ Πλούταρχος, στὸν βίο τοῦ Θησέα, γίνεται πασιφανὴς ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Θησέα Αἰγεΐδη ὡς Ἁγίου πολιούχου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο ἀνοικοδομήθηκε καὶ ὁ ναὸς πρὸς τιμήν του. 
 Ὁ Θησέας δύνανται νὰ θεωρηθεῖ ἕνας πρὸ Χριστοῦ Ἅγιος, ὅπου πίστεψε στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδη καὶ μετέβει μετ' Ἐκείνου εἰς τοὺς Οὐρανούς. 
 Ἐν τέλει, ὁ Θησέας ὡς ὑμνωδόςκιθαρωδός - λυρωδὸς εἶναι πιθανὸν νὰ συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στοὺς δώδεκα ἐθνικοὺς πρεσβύτερους – βασιλεῖς ἐκ τῶν εἰκοσιτεσσάρων συγκαθήμενων πέριξ τοῦ θρόνου τοῦ ἀρνίου τῆς οὐρανίου βασιλίας(δες Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου).
 Ὁ ἐπιτάφιος... ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δρώμενο ποὺ μετέβη εἰς τὴν χριστιανικὴ λατρεία καὶ τελέστηκε ἀπὸ τοὺς πρώιμους κιόλας χρόνους της ἐκκλησίας του Χριστοῦ. 
 Ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος μετὰ ἐγκωμίων καὶ περιφορᾶς της σωροῦ συνέβη εἰς τὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὴν ἐποχὴ τοῦ Κίμωνος ὅταν μετέφερε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἥρωα Θησέα στὴν Ἀθήνα καὶ τὰ περιέφερε ὡς φυλακτήρια λιτανεία εἰς τὴν πόλη... 
 Στὴν Χριστιανικὴ παράδοση ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος, σύμφωνα μὲ τὸν Ἑλληνορθόδοξο συναξαριστὴ, ἦταν τῆς Παναγίας Θεοτόκου Μητέρας τοῦ Φωτὸς στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ἔψαλλαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μὲ τὸν μὲ τὸν ἀνιψιό του Ἅγιο Διονύσιο νέους ἐγκωμιαστικοὺς ὕμνους μετὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
 Ὀπόταν, οἱ θεωρίες κάποιων ἀνίδεων, περὶ τῆς σύνδεσης τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία καταρρίπτονται, καθότι, συνεχῶς ἀναδύονταν τόσα κοινὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμὸ ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ ὅποια ἰουδαϊκὰ εἶναι κι αὐτὰ ἑλληνικά... 
 Μάλιστα, προσφάτως οἱ ἐρευνητὲς φιλόλογοι συζητοῦν τὴν ἀδιάλειπτη δράση τῆς Ἁγίας Εὐδοκίας ἤτοι καὶ Ἀθηναΐς τὴν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ αὐτοκράτειρας τοῦ Βυζαντίου εἰς τὸ συγχροτισμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθους μετὰ τοῦ χριστιανικοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ 5ου αἰῶνα, ὅπου διέμενε ἐξορισμένη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα
 ΧΑΙΡΕΤΕ 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA, τόμος 23 
•Πλούταρχου, βίοι Παράλληλοι, Θησέας 
•Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου 




Τρίτη 25 Ιουνίου 2019


ЭIЄ
ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΚΑΛΙΜΠΟΥΡ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ - ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ ΚΙ Ο ΙΠΠΟΤΙΣΜΟΣ

Ἔρευνα & συγγραφὴ: Ἰωάννης Βαφίνης 


  Στὴν προϊστορικὴ ἐποχὴ ἔζησαν ἄνθρωποι ποὺ ἀπόκτησαν μεγάλη φήμη ἐκ τῶν κοινοφελὼν ἔργων τους. Τὰ ἡρωικά τους κατορθώματα καταγράφηκαν στὴν μνήμη τῶν λαῶν τους ὡς μεγάλες εὐεργεσίες. 
 Εἰς τὸ πάλαι ποτέ, εἰς τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας, κράδαινε τὸ βασιλικὸ σκῆπτρο ἕνας ἀπόγονος τῶν  ὅπου τὸ ὄνομα τοῦ ἦταν Αἰγεύς
 Ὁ Αἰγέας, λοιπόν, ὡς ἀπόγονος τῶν γηγενῶν Ἐρεχθείδων, εἶχε ἕναν ἀθεράπευτο καημὸ στὴν βασιλικὴ βιωτή του. Ἔχοντας τελέσει δύο γάμους δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσει ἕναν διάδοχο τοῦ βασιλικοῦ του θρόνου. 
 Μὴ δυνάμενος νὰ τὸ ἀποδεχθεῖ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ πάει στὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, γιὰ νὰ λάβει χρησμὸ περὶ τῆς ἀτεκνίας του.   Ἡ Πυθία ἔδωσε τὸν χρησμὸ λέγοντάς του νὰ μὴν ἀνοίξει τὸ στόμιο τοῦ ἀσκοῦ μὲ τὸ κρασί, πρὶν ἐπιστρέψει στὴν Ἀθήνα. 
 Ἐκεῖνος μὴ κατανοῶντας τὸν χρησμὸ κατὰ τὴν ἐπιστροφή του πέρασε ἀπὸ τὴν πόλη της Τροιζήνας, ὅπου κατοικοέδρευε ὁ φίλος του βασιλιᾶς Πιτθέας. Μεταξὺ τῶν δύο βασιλέων διατηροῦνταν ἀπὸ καιροῦ μιὰ σεβαστὴ φιλία. Γι' αὐτό, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ συμποσίου, ὁ Αἰγεύς του ἀποκάλυψε τὸν δυσνόητο χρησμὸ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν Πυθία. Ὁ Πιτθέας, ὄντας σοφὸς γέροντας, κατανόησε γιὰ τὸ πὼς ἔπρεπε νὰ τὸ διαχειριστεῖ. Ἀφοῦ πρῶτα μέθυσε μὲ δυνατὸ οἶνο τὸν Αἰγέα τὸν ἔβαλε νὰ συγκοιμηθεῖ στὴν κλίνη μὲ τὴν κόρη του Αἴθρα
 Ἡ πριγκιποπούλα της Τροιζήνας, μετὰ τὴν νυχτερινὴ συνεύρεση μὲ τὸν βασιλιᾶ τῆς Ἀθήνας, μεταφέρθηκε στὸ νησὶ τῆς Ἀγάπης ὅπου συνδέθηκε ὑπερβατικὰ καὶ μὲ τὸν θεὸ τῆς θάλασσας Ποσειδῶνα[δεν συνευρέθηκε μὲ τὸν Ποσειδῶνα ἁπλᾶ κάποια οὐράνια παρέμβαση συνέβει εἰς τὴν σύλληψη τοῦ μεγάλου ἥρωα Θησέα]. 
 Ὁ Αἰγέας, μαθαίνοντας ἄμεσα γιὰ τὴν ἐγκυμοσύνη της Αἴθρας τῆς ἀποκάλυψε τὸ σχέδιο πρὶ τοῦ ἀπογόνου του. Δηλαδή, τὴν ἐνημέρωσε γιὰ τὴν τοποθέτηση τῶν ἱερῶν συμβόλων τῆς βασιλικῆς γενιᾶς τῶν Ἀθηνῶν κάτω ἀπὸ ἕνα πελώριο βράχο. 
 Τῆς ἄφησε, ἀμέσως ἐντολὴ ὅτι ἐὰν γεννήσει γιό, κι ἀφοῦ πρωτίστως ὁλοκληρώσει τὰ δεκαέξι του χρόνια, νὰ τὸν ὁδηγήσει εἰς τὸ σημεῖο τῆς κρύπτης γιὰ νὰ πάρει τὸ βασιλικὸ σπαθὶ μὲ τὰ χρυσᾶ πέδιλα
 Ἐφόσον ὁ νεαρὸς κατάφερνε νὰ σηκώσει τὸν βράχο, γιὰ νὰ λάβει τὰ τεκμήρια τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, τοῦτο ἄμεσα θὰ πιστοποιοῦσε καὶ τὴν γνησιότητα τοῦ βασιλικοῦ διαδόχου του θρόνου τῶν Ἀθηνῶν. 

Ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ἀνάγλυφο ποὺ δείχνει τὸν Θησέα νὰ σηκώνει τὸν πελώριο βράχο γιὰ νὰ πάρει τὸ σπαθὶ καὶ τὰ σανδάλια τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τοῦ πατέρα τοῦ Αἰγέα. 
Πίσω ἀκριβῶς φαίνεται ἡ Αἴθρα νά 
τὸν κατευθύνει. 

  Μετὰ λοιπόν, τὴν παρέλευση ἐννέα μηνῶν ἡ Αἴθρα γέννησε ἕναν υἱὸ τὸν ὁποῖο ὀνόμασε Θησέα ἤτοι καὶ Θεσέα ἕνεκα τῆς θέσης ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀποκαλύψει πρὶν ξεκινήσει τὴν πορεία τῶν ἄθλων. 
 Ὁ Θησέας, ἕως τὰ δεκαέξι του χρόνια, ἔλαβε παντὼς ἐπιστητοῦ ἐκπαίδευση ἐκ τοῦ παιδαγωγοῦ Κοννίδα. Συντελοῦντος τῆς προβλεπόμενης ἡλικίας καὶ κατόπιν παραινέσεως τῆς μητρός του Αἴθρας ὁ Θησέας ὁδηγήθηκε στὸν μυστικὸ σημεῖο ὅπου εἶχε τοποθέτηση ὁ πατέρας του κάτω ἀπὸ ἕνα γιγάντιο βράχο τὸ σπαθὶ μὲ τὰ χρυσᾶ σανδάλιά του. 
 Ὁ Ἀθηναῖος ἥρως, ἀποδεικνύοντας τὴν θεία καταγωγή του σήκωσε μὲ μιὰ κίνηση τὸν ὀγκώδεις βράχο καὶ πῆρε τὰ ἱερὰ σύμβολα. 
 Τοῦτος μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρῶτος του ἆθλος ὅπου τὸν ὁδήγησε στὰ ἑπόμενα πολυθρύλητα κατορθώματα του. 
 Ὅπως διαφαίνεται ἱστορικά, τὸ σπαθὶ καὶ τὰ χρυσᾶ σανδάλια εἶχαν κάποια ἰδιαίτερη συμβολικὴ ἀξία καὶ ὁ κάτοχος τῶν ἱερῶν συμβόλων χρίζονταν, ἐλέῳ Θεοῦ, βασιλιᾶς ἢ διάδοχος τοῦ θρόνου. 

Ἡ εἰκόνα ἑνὸς σπαθιοῦ ποὺ βρέθηκε στὸν τύμβο τοῦ πολεμιστῆ ὅπως ἀναγράφεται κάτωθι στὴν ἀνάρτηση τοῦ φωτογραφικοῦ 
ἀρχαιολογικοῦ ὑλικοῦ τοῦ Edouard Dodwell:"Ancient sword found 
at the tomb of a warrior in Athens 1819 Edouard Dodwell". Γιὰ τοὺς Ἀθηναίους, εἶχε παραμείνει ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ τους Θησέα ὁ συμβολισμὸς τῆς ἱερότητας τοῦ σπαθιοῦ 
καὶ ἡ ἀξία τῆς κληρονομικότητας. 

 Μολαταῦτα, τὰ ἄνωθεν ἱστορημένα γεγονότα πρεπει νὰ θεωρηθοῦν ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ἱστοριοδίφες γνήσια καὶ ἀληθεῖς, ἱστορικὰ κι οὐχὶ παραϊστορία, καθ' ὅσον, οἱ ἱστορικοὶ τῆς ἀρχαιότητας τὰ κατέγραψαν μὲ τὴν πρόθεση ἐγκυρότητος εἰς τὶς μακροσκελεῖς ἐξιστορήσεις τους. 
  Ἔτσι, ἂν θελήσουμε νὰ παραβάλλουμε τὴν ἱστορία τοῦ σπαθιοῦ τοῦ Θησέα μὲ τὴν ἱστορία τοῦ σπαθιοῦ του Ἀρθούρου, τὸ ἐπονόμαστο ἐξκάλιμπουρ, μέλλει νὰ ἀποκαλυφθοῦν ἐμφανῆ στοιχεῖα μεταβάσεως τῆς πρώτης ἱστορίας τοῦ σπαθιοῦ τοῦ Θησέα στὴν δεύτερη καὶ κατὰ πολὺ μεταγενέστερη τοῦ Ἀρθούρου ἡ ὁποία διασώζεται ἐλαφρῶς μυθιστοριοποιημένη. 
 Τούτη, λοιπόν, τὴν παραβαλλομένη ὑπόθεση εἰς τὴν Βρετανικὴ μυθολογία, ὡσὰν παραμυθία, ἀναμοχλεύουμε δθακριτικὰ ἐντρυφῶντας στὰ δρώμενα τῆς μεσαιωνικῆς Βρετανίας. Πρωταγωνιστής, ἐδῶ, εἶναι ὁ Ἀρθοῦρος, ὁ ἱδρυτὴς τοῦ τάγματος τῆς στρογγυλῆς τραπέζης. Στὴν πορεία ὅμως, τῆς περιγραφῆς τοῦ μύθου, θὰ δοῦμε ὅτι τὰ μυθολογικὰ γεγονότα τοῦ Ἀρθουριανοῦ κύκλου βασίζονται στὴν μεταγραφὴ τοῦ βίου Ἀττικῶν ἡρώων, ὅπως λόγου χάριν, τοῦ Θησέα, τοῦ Ἰκάριου, τοῦ Ἱππότη κ.α. 
  Ἐν ὀλίγοις, ὁ Ἀρθοῦρος ἐθεωρεῖτο ἕνας μικρὸς ἥρωας ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ βασιλέψει στὴν Κελτικὴ Βρετανία πρὶν τὴν εἰσβολὴ τῶν Σαξόνων καὶ τῶν Νορμανδῶν
 Μεγάλωσε σὲ μιὰ φτωχὴ ἀγροτικὴ οἰκογένεια, θεωρῶντας, συμφώνως του μυθοπλάστου, ὅτι συντηροῦσε τὸ λαϊκὸ ἔρεισμα ἐκ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαίθρου (δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό, ὅπως καὶ ὁ Θησέας, ἄλλωστε, ὑπῆρξε πολὺ λαοφιλὴς καὶ συνάμα προστάτης τῶν ἀδυνάτων χαμηλῶν κοινωνικῶν τάξεων). 
  Ὁ μῦθος τῆς Ἀρθουριανῆς λογοτεχνίας λέει ὅτι, κάποτε ὑπῆρχε ἕνα ἱερὸ σπαθὶ ποὺ κατασκευάστηκε μὲ μαγικὸ τρόπο ἀπὸ τὸν μάγο Μέρλιν, κι ὀνομάστηκε ἐξκάλιμπερ ἢ ἐξκάλιμπουρ. Τὸ σπαθὶ τὸ δώρισε στὸν βασιλιᾶ Πέντραγκον ὁ Μέρλιν, σὲ κάποια μεταξύ τους συνδιαλλαγή. 
  Τελικά, ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, ὁ Οὖθερ Πέτραγκον, ὁ γνήσιος πατέρας του Ἀρθούρου, κάρφωσε τὸ ἐξκάλιμπερ σ' ἕνα βράχο, λίγο πρὶν πεθάνει. Γιὰ πολὺ καιρὸ οἱ ἱππότες της Βρετανίας προσπαθοῦσαν νὰ ξεσφηνώσουν τὸ ἱερὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ βράχο μὰ κανείς τους δὲν τὸ κατάφερνε. 
  Ὁ μικρὸς Ἀρθοῦρος, μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονιῶν του υἱοθετήθηκε ἀπὸ μιὰ ἀγροτικὴ οἰκογένεια. Κάποια στιγμή, ποὺ ἐκτελοῦσε χρέη ἱπποκόμου, τοῦ ζητήθηκε ἀπὸ κάποιον ἱππότη νὰ τοῦ φέρει ἕνα σπαθί.   Ἐκεῖνος, ἀναζητῶντας τὴν εὕρεση ἑνὸς σπαθιοῦ ὁδηγήθηκε στὸν βράχο μὲ τὸ καρφωμένο ἐξκάλιμπουρ. Χωρὶς νὰ γνωρίζει τίποτα γιὰ τὸ μυστήριο ποὺ περιβάλλει αὐτὸ τὸ σπαθί, τραβῶντας το, τὸ ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὸν βράχο. Τότε, βλέποντας ὅλοι τὸ γεγονὸς θεώρησαν ὅτι, ἡ κατάρα τοῦ σπαθιοῦ λύθηκε κι ὁ Ἀρθοῦρος μέλλει νὰ ἀνακηρυχθεῖ ὁ νέος βασιλιᾶς της Κελτικῆς Βρετανίας

Ζωγραφικὴ ἀπεικόνιση τοῦ νεαροῦ 
Ἀρθούρου ποὺ ἕλκει τὸ ἐξκάλιμπουρ καὶ τὸ ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸν βράχο 

  Μετὰ ἀπὸ τὴν στέψη του, ὁ Ἀρθοῦρος, γίνεται ἐκτελεστὴς μεγάλων ἄθλων εἴτε πολεμικῆς ὑπεροχῆς εἴτε κυβερνητικῆς διαχείρισης. 
 Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀντανακλοῦν μιὰ ἐλαφρῶς παρηλλαγμένη ἐξιστόρηση σημαντικῶν ἡρωικῶν ἄθλων τῆς ζωῆς τοῦ Ἕλληνα Θησέα, πρότυπου βασιλιᾶ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. 
 Οἱ ἆθλοι τοῦ Θησέως, ποὺ υἱοθετήθηκαν καὶ μεταφέρθηκαν στὴν ἀνάπλαση τῆς μυθολογικης ὕλης τοῦ Ἀρθούρου πιστοποιοῦνται κι ἀπὸ τὴν ἐγκυκλοπαίδεια ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ στὰ λήμματα, Θησέας καὶ Ἀρθοῦρος ἀντίστοιχα. 
 Πιὸ συγκεκριμένα, στὸ λῆμμα Ἀρθοῦρος, ἀναφέρεται ὁ ἐν λόγῳ βασιλέας της Βρετανίας ὡς ἥρωας ποὺ ἔφερε τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν δημιουργία, τὸ ὁποῖο τροποτινὰ ἀντικατοπτρίζει τὰ μεγάλα ἔργα ποὺ πρόσφερε στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁ Ἕλληνας Ἀθηναῖος ἥρωας Θησέας [1]. 
 Ὀφείλω ἐδῶ νὰ ἐνημερώσω ὅτι, ὁ Θησέας ὑπῆρξε πρόσωπο ἱστορικὸν καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνουν μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγὲς ὅπως ἡ μαρτυρία περὶ τῆς συλλογῆς καὶ μεταφορᾶς των ὀστώντου ἥρωος στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὸν πολιτικό - στρατηγὸ Κίμωνα Μιλτιάδους
 Τὸ ὄνομα τοῦ Θησέα δὲν ἔσβησε στὴν πορεία τοῦ χρόνου, ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν χριστιανικὴ ἐποχὴ ὅπου ἐξυμνήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο τῶν Ἀθηνῶν, Μιχαὴλ Χωνιάτηὡς προστάτης τῶν γραμμάτων καὶ πρωτεργάτης τῶν νόμων καὶ τῆς δικαιοσύνης. 
 Ἐπιπλέον, στὸ λῆμμα Ἀρθοῦρος, καταγράφεται ἡ ἐνδεδειγμένη κλοπὴ θεμάτων ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία, ὅπως, τὸ δικαίωμα στὴν ἐξουσία μὲ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ξίφους, παρμένο ἀπὸ τὸν μῦθο τοῦ Θησέα, καὶ ἐπίσης ὁ τρόπος γέννησης τοῦ Ἀρθούρου, παρμένος ἀπὸ τὸν μῦθο τοῦ Ἡρακλῆ κι ὁμοίως ἡ προδοσία της σύζυγο τοῦ βασιλιᾶ Ἀρθούρου ἀπὸ συγγενικὸ πρόσωπο κλεμμένο ἀπὸ τὴν βιογραφία τοῦ Ἀχαιοῦ βασιλέα Ἀγαμέμνων

Ζωγραφικὴ ἀπεικόνιση τῆς ἔλευσης 
τοῦ ἥρωα Θησέα στὰ πατρογονικὰ ἐδάφη ὅπου ἀναγνωρίζεται, κατὰ τὴν πρώτη τους συνάντηση, ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ, βασιλέα τῆς Ἀθήνας, Αἰγέα, διὰ μέσου τοῦ βασιλικοῦ 
σπαθιοῦ - ξίφους. 

 Ἐν τούτοις, περὶ τῆς ἱστορικῆς ὑπάρξεως τοῦ βασιλέως Ἀρθούρου δὲν τίθεται κανένα ἀξιόπιστο κριτήριο. Οὕτως εἰπεῖν, ἡ φερωνυμία τοῦ ἐν λόγῳ προσώπου μέλλει νὰ ἀναζητηθεῖ ὡς μιὰ παραφθορὰ τοῦ ὀνόματος ἐκ τοῦ λαμπροτάτου ἄστρου του Βοώτη Ἀρκτούρου
 Ὁ Ἀρκτοῦρος, ἐμφανῶς ἐμπεριέχει μία μυθολογικὴ σχέση μὲ τὸν Ἀττικὸ ἥρωα Ἰκάριο, τοῦ ὁποίου ἡ βιογραφία ἀποσυμβολίζει τὸν μῦθο του ἀστέρα Ἀρκτοῦρο του Βοώτη. Συνελλόντι, ὁ Ἀρκτοῦρος σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία εἶναι ὁ Ἰκάριος ποὺ καταστερίστηκε στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸν θεὸ Ζεύς. 
  Ἡ ἱστορία του Ἰκάριου ἢ Ἴκαρου ἢ Ἰκαρίων, τῆς Αἰγηίδος φυλῆς τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου διαβιοῖ ἐπὶ τῆς βασιλείας του Ἐρεχθείδη Πανδίονα στὴν περιοχὴ τῶν Μεσογείων Ἀττικῆς, μυθιστορεῖται μὲ τὰ ἑξῆς περαιτέρω σχόλια: "Κάποτε ὅταν ὁ Ἰκάριος δέχτηκε νὰ φιλοξενήσει τὸν Διόνυσο, ὁ θεὸς τῆς ἀμπέλου καὶ τοῦ οἴνου γιὰ νὰ ἀνταμείψει τὴν θερμὴ ὑποδοχή του Ἰκάριου, τοῦ ἔκανε δῶρο τὴν γνώση της ἀμπελοκαλλιέργειας καὶ τῆς οἰνοποιίας. 
 Ὁ Ἰκάριος θέλοντας νὰ μεταλαμπαδεύσει τὴν τέχνη τῆς διονυσιακῆς καλλιέργειας καὶ παραγωγῆς τοῦ ὑδαροῦς ποτοῦ συναντῶντας τοὺς ἡμεδαποὺς συμπολῖτες του πρόσφερε νὰ πιοῦν τὸν ἄκρατο διονυσιακὸ οἶνο. Ἡ μέθη ποὺ τοὺς προκάλεσε τὸ ἀλκοὸλ τοῦ οἴνου ἀντιμετωπίστηκε ἄμεσα μὲ βαριὰ καχυποψία καὶ χωρὶς νὰ τὸν δικάσουν θανάτωσαν τὸν Ἰκάριο, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ θῦμα προσπάθησε νὰ τοὺς δηλητηριάσει. Λίγο ἀργότερα ἡ κόρη του Ἠριγόνη, καθοδηγούμενη ἀπὸ τὴν σκύλα της Μαίρα ἢ Μαρία, ἔφτασε στὸν Ὑμηττὸ ὅπου ἐκεῖ βρῆκε τὸν τάφο τοῦ πατέρα της ὅπου τὸν εἶχαν θάψει οἱ φονεῖς του. Στὸ σημεῖο αὐτό, ἡ νεαρὴ κόρη, ἀπὸ τὴν λύπη της, ἀπαγχονίστηκε"
 Ἡ Ἠριγόνη, ὑπῆρξε ἕνα μυθολογικὸ πρόσωπο ὅπου συμβόλιζε τὴν Αὐγή, κι ἀναφέρονταν ὅτι πέθανε σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ὁ ἄδικος θάνατος τῆς ἐπέφερε τὴν θεία μῆνιν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέλθει ἡ ἀρρώστια τῆς πανούκλας ἢ τῆς λύσσας σὲ ὅλες τὶς παρθένες τῆς Ἀττικῆς, ποὺ πλέον ἀλλόφρονες ἀπαγχονίζονταν ὡσάν την Ἠριγόνη. 
 Ὁ Δίας κι ὁ Διόνυσος, βλέποντας τὴν τροπὴ τοῦ μοιραίου δράματος, μετέτρεψαν σὲ οὐράνιους ἀστερισμούς τους τρεῖς πρωταγωνιστές. Ὁ Ἰκάριος ἔγινε ὁ λαμπρὸς ἀστήρ του Βοώτη, ἐπονομαζόμενος ὡς Ἀρκτοῦρος ἢ Ἀρθοῦρος, ἡ Ἠριγόνη ὁ ἀστερισμὸς τῆς Παρθένου καὶ ἡ σκυλίτσα Μαίρα τὸ ἄστρο τοῦ κυνός
 Γιὰ νὰ ἐξευμενίσουν τὸ κακό, οἱ Ἀθηναῖοι, ἔπιασαν τοὺς δράστες τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοὺς τιμώρησαν. Ἔπειτα, θέσπισαν μιὰ ἐξωραϊστικὴ καὶ γονιμικἠ ἑορτὴ ποὺ τὴν ὀνόμασαν ΑἰώραἘώρα. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἑορτῆς δίνονταν ἕνας ἐπιτραπέζιος δεῖπνοςΕὔδειπνος λεγόμενος, ὅπου ἔψαλλαν ὁμόφωνα ἕνα ἆσμα. 
 Τοῦτο, τὸ ἑλληνικὸ ἀθηναϊκὸ ἔθος υἱοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς Βάρδους μυθογράφους γιὰ νὰ περιγράψουν τὶς γιορτὲς τῶν ἱπποτῶν τῆς στρογγυλῆς τραπέζης μὲ τὰ ἄσματα καὶ τὸ πιοτὸ ποὺ ἔπιναν στὸ κύπελλο μπράγκα
 Κατὰ τὴν ἐποχή, λοιπόν, τοῦ Ἰκάριου καὶ τῆς Ἠριγόνης γεννιέται καὶ ὁ μῦθος τοῦ σπαθιοῦ τοῦ Αἰγέα του γιοῦ τοῦ Πανδίονα καὶ πατέρα τοῦ Θησέα. Ἀποσπασμάτια αὐτοῦ τοῦ μύθου φαίνεται πὼς ταξίδεψαν πρὸς τὴν Βρετανικὴ ἤπειρο, στοὺς μεταχριστιανικοὺς αἰῶνες, τότε ποὺ πλάθεται ἐκ τῶν ἐπικῶν ποιητῶν ὁ μορφικὸς χαρακτῆρας τοῦ βασιλιᾶ Ἀρθούρου. 
 Οἱ ὁμοιότητες τοῦ μύθου ὅπου ἔπλασαν γιὰ τὸν Βρετανὸ βασιλέα ἕλκουν τὴν καταγωγή τους ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικῆς ποιήσεως
 Ἐπιπλέον, περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἱπποτικοῦ τάγματος τοῦ Ἀρθούρου, ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε τὶς πιθανὲς ρίζες προελεύσεως εἰς τὴν ἀρχαία προϊστορικὴ Ἀθήνα. Τὸ καιρὸ ἐκεῖνο ὑπῆρξε ἕνας μυθολογικὸς ἥρωας ποὺ ὀνομάζονταν Ἱππότης
 Προκειμένου ὅμως, νὰ ἀποκαλύψουμε τὰ πιὸ βαθιὰ αἴτια τῆς πατρότητας τοῦ ὅρου τῆς ἱππικῆς ἢ ἱπποτικῆς ἢ ἰππευτικὴς τέχνης ἀναζητοῦμε τὰ χνάρια τοῦ θαλάσσιου θεοῦ Ποσειδῶνα, ὁ ὁποῖος δίδαξε τοὺς Ἀθηναίους, πρώτους ἀπ' ὅλους, τὴν ἱππικὴ τέχνη. Γιὰ τὴν ἐν λόγῳ εὐεργεσία του στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ὀνομάστηκε καὶ Ἴππιος Ποσειδῶν
 Οἱ Ἀθηναῖοι, τιμοῦσαν τὸν Ἴππιο Ποσειδῶνα σ' ἕνα ἀπ' τοὺς ἱεροὺς λόφους τῆς Ἀθήνας ποὺ ὀνομάζονταν Ἴππιος Κολωνός
 Στὰ μυθολογούμενα τους, οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξιστοροῦσαν τὸ γεγονὸς τῆς διδασκαλίας τῆς ἱππικῆς τέχνης ἀπὸ τὸν Ποσειδῶνα στοὺς ἐγχώριους κατοίκους τῆς ἐνδόξου πόλεως. 
 Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ἦταν ἐκεῖνος ὅπου προσάρτησε πρῶτος ἕνα αὐτοσχέδιο ἅρμα στοὺς ἵππους. Ἔτσι, γεννήθηκε ἡ ἀρματοδρομία. Πραγματικά, μιὰ τόσο βαθιὰ ἐπιρροὴ εἶχε ἡ ἰππευτικὴ τέχνη στὴν ζωὴ τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν ὅπου θεσμοθετήθηκε ἰδιαιτέρα ὀνομασία κοινωνικῆς τάξης ἡ ὁποία ὀνομάζονταν Ἱππεῖς [2]. 
 Αὐτοί, ὑπῆρξαν, κατὰ μίαν ἐκδοχή, οἱ πρῶτοι ἱππότες, οἱ ἀσχολούμενοι μόνο μὲ τὰ ἄλογα, τὴν ἱππικὴ τέχνη, τοὺς κανόνες εὐγένειας καὶ τὴν τιμὴ τῶν ὅπλων, οἱ κοινῶς ὀνομαστοὶ εὐπατρίδες. Τοῦτοι, οἱ ἀλογοτρόφοι ἱππεῖς ἦταν μιὰ κοινότητα μέσα στὴν κοινότητα τῆς πολιτείας, ποὺ συμμετεῖχαν ὑπὸ τὴν μορφὴ ἱεροτελεστίας στὴν μεγαλύτερη ἑορταστικὴ ἐκδήλωση τῶν Ἀθηνῶν, τὰ Παναθήναια


Τὸ ἐξκάλιμπουρ ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ταινία γυρισμένη τὸ 1981 κι ἀντ' αὐτοῦ στήν 
κάτωθι εἰκόνα βλέπουμε τὴν ἀνάπλαση ἑνὸς μυκηναϊκοῦ σπαθιοῦ στὴν ἐποχὴ τοῦ Θησέα. 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στὸ κύκλο τῆς Ἀρθουριανῆς λογοτεχνίας συγκαταλέγεται καὶ ἡ περιπέτεια τοῦ Τριστάνδου καὶ τῆς Ἰζόλδης. Ἰδοὺ τί λέει ἡ Wikipedia στὸ λῆμμα Ἰζόλδη. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς περιπέτειας στὴ περιοχή της Βρετάνης, ὁ Τριστάνδος ὑποφέρει ἀπὸ μιὰ δηλητηριασμένη πληγή, ποὺ μόνο ἡ Ἰζόλδη, ὁ πιὸ ἐξειδικευμένος ἰατρὸς τοῦ κόσμου, δύναται τὴν θεραπεύσει. Στέλνει, λοιπόν, ἕνα πλοῖο, ζητῶντας ἀπ' τὸ πλήρωμά του νὰ ἀνοίξει τὰ λευκὰ πανιὰ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἂν εἶναι ἡ Ἰζόλδη ἐπάνω στὸ πλοῖο κι ἂν δὲν εἶναι νὰ παραμείνουν μὲ τὰ μαῦρα. Ἡ Ἰζόλδη συμφωνεῖ νὰ πάει, καὶ τὸ πλοῖο ξεκινάει μὲ τὰ λευκά του πανιὰ ψηλά. Ὡστόσο, ὁ Τριστάνδος εἶναι πολὺ ἀδύναμος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κοιτάξει ἔξω ἀπ' τὸ παράθυρό του γιὰ νὰ δεῖ τὸ χρῶμα τῶν πανιῶν. Γι' αὐτὸ ζητᾶ ἀπὸ τὴ νόμιμη σύζυγό του νὰ τὸ ἐλέγξει. Ὅμως ἀπὸ ζηλοτυπία, ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἴσελτ, τοῦ λέει ὅτι τὰ πανιὰ εἶναι μαῦρα καὶ ὁ Τριστάνδος μέσα στὴν ἀπόγνωση τοῦ πεθαίνει ἀμέσως. Ὅταν ἡ Ἰζόλδη, ἐπιστρέφει βρίσκει τὸν ἐραστή της νεκρό. Ἡ ὑπόθεση τῆς θανατηφόρας παρεξήγησης τῶν λευκῶν καὶ μαύρων πανιῶν εἶναι κλεμμένη ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ βασιλιᾶ Αἰγέα καὶ τοῦ γιοῦ τοῦ Θησέα στὴν ἑλληνικὴ μυθιστορία. Ἐκεῖ, βλέπουμε τὸν Αἰγέα νὰ παραγγέλνει στὸν γιὸ τοῦ Θησέα, ἂν γυρίσει νικητὴς ἀπὸ τὴν Κρήτη, νὰ ἀλλάξει τὰ μαῦρα πανιὰ καὶ νὰ βάλει λευκὰ ἢ πορφυρᾶ (κατὰ μία ἄλλη ἐκδοχή). Ἀφοῦ, ἐν τέλει σκοτώνει τὸν Μινώταυρο, γυρνάει πίσω στὴν Ἀθήνα, ἀλλά, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ ἀναγκάζεται, ἀφοῦ, συγκοιμήθηκε μὲ τὴν Ἀριάδνη νὰ τὴν ἀφήσει πίσω. Ἐπειδή, λοιπὸν ἦταν θλιμμένος γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς Ἀριάδνης, ξεχνάει ν'αλλάξει τὰ πανιὰ κι ὁ Αἰγεὺς βλέποντας τὰ μαῦρα ἱστία γκρεμίζεται ἀπὸ τὸν βράχο τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν (κατὰ ἄλλους ἀπὸ τὸν βράχο τοῦ Σουνίου). 
[2] Ἡ μοναδικὴ καταγραφὴ περὶ ἀρχαίας ἱππικῆς τέχνης συναντᾶτε στὸ σύγγραμα τοῦ Ἀθηναίου ἱστορικοῦ φιλοσόφου καὶ στρατιωτικοῦ Ξενοφῶντα, "Περὶ ἱππικῆς". Ὁ Ξενοφῶντας ὑπῆρξε ἕνας ἄριστος ἱππέας ἀλλὰ καὶ εὐγενὴς ἱππότης. Ὡς ἔφιππος πολεμιστὴς ἔλαβε μέρος σὲ πολλὲς μάχες καὶ ἐκτὸς συνόρων τῆς πατρίδας του, ὅπως παρὰ τὸ πλευρὸ τοῦ φιλέλληνα βασιλέα της Περσίας Κύρου. Θὰ λέγαμε ὅμως ὅτι, ἡ ἔννοια τοῦ ἱππότη πρωτοεμφανίζεται στὰ ἐπικὰ κείμενα τοῦ Ὁμήρου, ὅπου, ὁ ραψωδὸς προσφωνεῖ τὸν Νέστορα στὴν Ἰλιάδα ὡς ἱππότη: "ἱππότα Νέστωρ" (Ἰλιὰς Β 336). 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ,  ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν
•Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι/Θησέας 
•Διόδωρου Σικελιώτης, Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 
•Ἀπολλόδωρου Βιβλιοθήκη 
•Παυσανίου, Ἀττικά 
•Ὁμήρου, Ἰλιάς