Σάββατο 18 Απριλίου 2020

 
  ЭIЄ
ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΚΙ Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ  ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Στοὺς ἀρχαϊκοὺς χρόνους, εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἄρχισε νὰ φυσάει ἕνας καινούριος ἀέρας. Ξεκινοῦσε μιὰ ἐποχὴ ἀναπολήσεως παλαιῶν προτύπων τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας. 
 Πρόσωπα ἡρωικὰ μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας κι ἀνιδιοτέλειας ἄρχισαν νὰ κυριαρχοῦν στὶς καθημερινὲς συζητήσεις τῶν ἀγοραίων πολιτῶν του κλεινὸν ἄστυ. 
 Μάλιστα, ὁ ἄρχοντας Πεισίστρατος θεωρεῖται ὁ πρωταίτιος τῆς εἰσαγωγῆς λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀθηναίου ἥρωα Θησέα
 Ὑπενθυμίζοντας τὸ χρέος τῆς πόλης πρὸς τὸν παλαιὸ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ ἕνωσε ὅλες τὶς κῶμες εἰς μίαν πόλην δημιουργοῦντας τα συνοίκια, οἱ Ἀθηναῖοι συναίνεσαν ὁμοθυμαδόν. 
 Κατὰ τὸ πέρας τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, τὸ ἔτος 475 π.Χ. ὁ Κίμων ἐξεστράτευσε στὸ κεντρικὸ Αἰγαῖο ἐναντίον τῆς νήσου Σκύρου καὶ κατάφερε νὰ τὴν κατακτήσει. Τότε, ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς ἄρχισε νὰ ψάχνει στὸ νησὶ διὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸν τόπο ἐνταφιασμοῦ τοῦ Θησέα. 
 Ὅταν πιὰ εἶχε φτάσει στὸ ὅριο κάθε ἀπέλπιδα προσπάθεια, ξάφνου ἀπὸ τὸ πουθενὰ εἶδαν νὰ ξεπροβάλλει ἕνας ἀετὸς τοῦ ὁποίου ἡ προσγείωση κατέληξε στὴν κορυφὴ ἑνὸς λόφου, ὁμοιάζοντα μὲ τυμβικὸ μνημεῖο. Ὁ ἀετὸς ἄρχισε εὐθὺς νὰ σκαλίζει τὸ χωμάτινο ἐπιστέγασμα μὲ τὰ νύχια του καὶ νὰ τὸ τρυπᾶ μὲ τὸ ράμφος του. 
 Βλέποντας ὁ Κίμων τὸ ὑπερβατικὸ γεγονὸς τὸ ἀναγνώρισε ὡς θεϊκὸ σημάδι, διὰ τοῦτο ἄρχισε ἄμεσα τὴν ἀποχωμάτωση. Δὲν παρῆλθε ὀλίγος χρόνος καὶ βρέθηκε ἔμπροσθεν μιᾶς μεγάλης ἐκπλήξεως. Στὸ σημεῖο τῆς ἀνασκαφῇς ξεχώρισε ἐκ τῶν χρωμάτων μία παλαιότατη καὶ μεγάλη σαρκοφάγο. Πλησίον τῆς εὑρίσκονταν ἡ αἰχμὴ μιᾶς χάλκινης λόγχης καὶ ἕνα ξίφος μὲ ἐλεφαντοστέϊνη λαβή. 
 Τὰ ὀστᾶ τῆς σαρκοφάγου ἦταν ὑπερμεγέθης καὶ ἔμοιαζαν νὰ ἀνήκουν σὲ γίγαντα. Τότε ἐννόησε ὅτι πρόκειται γιὰ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνδρίου ἄνακτος τῶν Ἀθηνῶν Θησέα καὶ ἔσπευσε ταχέως νὰ τὰ μεταφέρει μὲ τὴν τριήρη του στὴν Ἀθήνα, θεωρῶντας τὸ ἑαυτόν του εὐλογημένο. 

Ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς Κίμωνας βρίσκει τὴν σαρκοφάγο τοῦ Πολέμαρχου Θησέα στὴν Σκῦρο. 

  Ὅταν προσάραξε ὁ Κίμωνας μὲ τὸ στόλο του στὸ Φάληρο (τὸ πρῶτο λιμάνι τῶν Ἀθηνῶν πρὶν τὸν Πειραιᾶ) οἱ Ἀθηναῖοι τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ μιὰ λαμπροτάτη τελετὴ ἄνευ προηγουμένου. Ἔπειτα, ἐναπέθεσαν τὸ ἱερὸν λείψανο μὲ περισσὴ εὐλάβεια στὸ νεόδμητο περίπτερο ἐξάστυλο ναό τον ὀποιον ἔκτισε ἐκείνη τὴν χρονικὴ περίοδο ὁ Κίμων. 
 Τὸ ἡρῶο, τὸ ὁποῖον ὀνομάστηκε Θησεῖον, οἰκοδομήθηκε πάνω σ' ἕνα λόφο – τύμβο τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀγοραίου Κολωνοῦ. Ὁ Πλούταρχος ἐξηγεῖ ὅτι, τὸ ἡρῶο τὸ οἰκοδόμησαν στὴν μέση τῆς πόλεως δίπλα ἀπὸ τὸ γυμνάσιο δηλαδὴ στὴν καρδιά του κλεινὸν ἄστυ: «...ἐν μέσῃ τῇ πόλει παρὰ τὸ νῦν γυμνάσιον.» 
 Ἐκεῖθεν, λέγουν τὰ μυθολογικὰ σχόλια εἶχε τὸ ἐργαστήριο τοῦ κι ὁ μεταλλουργὸς Ἥφαιστος. Ἴσως γι' αὐτὸ ὁ ναὸς ἀργότερα νὰ ἀφιερώθηκε στὸ Ἥφαιστο ἂν καὶ κάποιοι χαρτογράφοι δείχνουν τὸ ναὸ τοῦ Ἡφαίστου δίπλα ἀπὸ ναὸ τοῦ Θησέα. 
 Ἐν τούτοις, σύμφωνα μὲ τὸ ἱστορικό, οἱ Ἀθηναῖοι καθόρισαν τὴν ὀγδόη Πυανεψιῶνος ὡς ἐπετειακὴ ἡμέρα τῆς μέγιστης λατρευτικῆς προσφορᾶς λόγῳ τῆς νικητήριας ἐπιστροφῆς τοῦ ἥρωα ἀπὸ τὴν Κρήτη κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνία.   Παράλληλα, παρ' ἑκάστην τῆς ὄγδοης τοῦ μηνός, δηλαδὴ στὶς 8 τοῦ κάθε μῆνα, θεσπίστηκε νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ Θησέως ὡς μέγα εὐεργέτου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. 
 Ἰδιαιτέρως ὅμως ἑορτάζονταν τὰ Θησεία κατὰ τὴν ὀγδόη τοῦ μῆνα Ἑκατομβαιῶνος, διότι, ὑπῆρχε συνταύτιση μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἥρωα εἰς στὴν Ἀθήνα (δεκαεξαετὴς ὄντας ἐκ Τροιζῆνος). 
 Ὁ Θησέας, μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, εἶχε κιόλας ἀναγνωριστεῖ ὡς ἐθνικὸς ἥρωας τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ μετατροπὴ τοῦ σὲ ἀντικείμενο λατρείας δὲν φαίνεται νὰ ἦταν μόνο ἀνθρώπου ἔργο ἀλλὰ οὐράνιας θελήσεως. Ἔτσι, συνεκδοχικά, ἐξελίχθηκαν δύο ἑορτασμοί, τὰ Θήσεια καὶ τὰ Ἐπιτάφια
 Τὰ Θήσεια τελοῦνταν μὲ τὴν πρώτη μέρα μὲ πομπή, θυσία καὶ τέλος διανομὴ τροφίμων στοὺς πένητες. Τὴν ἑπομένη ἐκτελοῦνταν λαμπαδηδρομία, στρατιωτικὲς ἀσκήσεις καὶ κατὰ τὴν νύκτα συμπόσιο δεῖπνον. Τὴν Τρίτη ἡμέρα γίνονταν ἀθλητικοὶ ἀγῶνες μὲ ἐννέα γυμνικὰ ἀγωνίσματα: δόλιχος, στάδιον, δίαυλος, πάλη, πυγμή, παγκράτιον, ὁπλίτης δρόμος, ὀπλομαχία κι ἀκοντισμό
 Στὴν ἀθλητικὴ ἑορτὴ λάμβαναν μέρος ἔφηβοι καὶ παιδιὰ γιατί θεωροῦνταν γιορτὴ τῶν νέων. Τὴν τετάρτη ἡμέρα γίνονταν οἱ θρυλικὲς ἀρματοδρομίες
 Μετά τα Θήσεια ξεκινοῦσαν τὰ Ἐπιτάφια ποὺ ἦταν γιορτὴ τῶν νεκρῶν. Στὴν ἑορτὴ τῶν Ἐπιταφίων οἱ ἱερεῖς τοῦ Θησέα ἀπάγγελαν ἢ ἔψαλλαν τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἥρωος καὶ συνάμα ὅλων ἐκείνων τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν ποὺ ἔπεσαν στὴ μάχη. 
 Τὸ ἐγκώμιο φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἀρχαία συνήθεια συνδεδεμένη μὲ τὴν λατρεία τοῦ Θησέως, ὅπου ἑρμηνεύονταν μεταξὺ ἀφήγησης καὶ ὑμνωδίας. 
 Ἡ ἀπαγγελία - ὑμνωδία τοῦ ἐγκωμίου πραγματοποιοῦνταν κωμαστικά, δηλαδή, ἐν πομπῇ χοροῦ. Οἱ στίχοι τοῦ ὕμνου θὰ πρέπει νὰ ἄδονταν μὲ ἕναν τρόπο ἀφηγηματικὸ(ρετσιτατίβο) ὅπως καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
 Ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἡ λέξη Ἐπιτάφιος εἶναι σύνθετη κι ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς Ἑλληνίδες λέξεις ἐπὶ καὶ τάφος, τοὐτέστιν ἐπὶ τοῦ τάφου.  
 Ἡ ἔννοια συσχετίζεται μὲ τὴν τοποθέτηση ἐντός του κουβούκλιου ἑνὸς χρυσοκέντητο ὕφασμα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ νεκροῦ τιμώμενου προσώπου.  

Ὁ ἐπιτάφιος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς ἑλληνορθόδοξης χριστιανικῆς ἐκκλησίας, μὲ τὴν χρυσοκέντητη μορφή του Θεανθρώπου ἐντός του ἀνθοστόλιστου κουβούκλιου φαίνεται ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὸ δρώμενο τοῦ ἀρχαίου ἐπιταφίου τοῦ ἥρωος Θησέα κατὰ τὰ κλασικὰ χρόνια τοῦ χρυσοῦ αἰῶνα τῶν Ἀθηνῶν. 

  Ἐν ὀλίγοις τὰ ἐγκώμια ἦταν ὕμνοι πρὸς τιμὴ τοῦ Θησέα ποὺ ἐγκωμίαζαν τὶς παναθρώπινες εὐεργετικὲς πράξεις του.   Εἰκάζεται δὲ ὅτι ἡ συνήθεια τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Θησέα μὲ τὴν περιφορὰ τῶν ὀστῶν τῶν ἀδομένων ἐν χορῷ μεταφέρθηκε κατὰ ἕνα μέρος της στὴν χριστιανικὴ παράδοση - ὅπως βλέπουμε στὴν ἄνωθεν εἰκόνα. 
 Πόσο ἐφικτὸ εἶναι νὰ ἐννοήσουμε τὴν υἱοθέτηση ἑνὸς ἔθους ἤτοι μιᾶς μεγάλης προχριστιανικῆς ἑορτῆς, γιὰ ἕναν ἥρωα ποὺ πίστευαν ὅτι μετὰ θάνατον μετάβαση εἰς τὰ νησιὰ τῶν μακάρων ἤτοι τὸν χριστιανικὸ παράδεισο, γιὰ μιὰ ἄλλη τεράστια μορφὴ ἐκείνη τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; 
 Ὁ ἀφηρωισμὸς τοῦ Θησέα, προφανῶς ξεκίνησε μὲ τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς νέας πολιτιστικῆς περιόδου τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας τὴν ὁποία οἱ νεότεροι ἑρμηνευτὲς τῆς ἱστορίας τὴν ὀνόμασαν κλασσική. 
 Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπακολούθηση τῆς ἐκκίνησης τοῦ καθαρῶς Ἀθηναϊκοῦ φιλοσοφικοῦ ρεύματος ὅπου ἔμελλε νὰ ἐπιφέρει τὴν ἵδρυση τῆς πρώτης ἀκαδημαϊκῆς σχολῆς. Μὲ τὴν ἀπαρχὴ τῆς προγονικῆς λατρείας τους ἥρωος καὶ ἠμίθεου ἄνακτα τῶν Ἀθηνῶν ὁ ὁποῖος τοποθέτησε ὑψηλά τον πήχη τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ἡ κοινωνία ἐπείσθει εἰς τὴν θεμελίωση τῆς πνευματικῆς ἀνάπτυξης τῶν πολιτῶν γιὰ τὸν ὁρισμὸ μιᾶς ὑγιοῦς πολιτείας. 
 Ἐκ τούτου συντελεῖται ἡ κληρονομικότητα τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς σκέψης τῶν Ἀθηναίων ὅπου ἐπιδρᾶ θετικὰ στὴν ἐπαφή της μὲ τὸν ἐπερχόμενο Σωτῆρα Χριστὸ διὰ τὸν ὁποῖο εἶχε γίνει λόγος, ἤδη, ἀπὸ τὸν Σωκράτη κι ἀπὸ τὸν Πλάτωνα
 Συνελλόντι, τὰ δρώμενα πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέα - ποὺ δὲν ἦταν Θεὸς ἀλλὰ μετὰ θάνατον ὁ Θεὸς τὸν ἐνέταξε εἰς τὰ Ἠλύσια πεδία ἢ νησιά των μακάρων διὰ τὶς καλές του πράξεις - συνεχίστηκαν στὴν λειτουργία τοῦ πάθους τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου Χριστοῦ ποὺ νίκησε τὸν θάνατο καὶ ἀνέστησε ἐκ τοῦ Ἅδου ὅλους τους πιστεύσαντες. 
 Εἶναι πασίδηλη, λοιπόν, ἡ ἐθιμοτυπικὴ συνήθεια τῆς περιφορᾶς τοῦ ἐπιταφίου ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια στὴν Ἀθήνα χωρὶς νὰ θεωρεῖται ὅτι ὑπῆρξε ἐπιρροὴ ἀπὸ κάποιον πολιτισμὸ τῆς Ἀνατολῆς. 
 Ὁ Θησέας ἦταν ἕνας Ἕλληνας ἥρωας, ἐκπρόσωπος τῆς Ἰωνικῆς φυλῆς ἢ μᾶλλον τῶν αὐτοχθόνων Ἀθηναίων, ὅπου ἡ "ἁγιοποίηση" τοῦ ὁδήγησε τοὺς Ἀθηναίους στὴν δημιουργία ποικιλίας δρωμένων πρὶν νὰ εἰσαχθοῦν ὁρισμένα ἐξ ἀνατολάς, ὅπως τὰ Ἀδώνια
 Συνελλόντι εἰπεῖν, τὸ δρώμενο τῆς ἐπιτάφιας περιφορᾶς, ποὺ σήμερα διατηροῦμε στὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ ἑλληνορθόδοξου χριστιανισμοῦ, μεταγγίσθηκε, αὐτούσιο, ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἀθηναϊκὴ θρησκευτικὴ λατρεία. Εἶναι τὸ ἴδιο δρώμενο, ὡς πρὸς τὴν περιφορὰ τοῦ νεκροῦ, σὲ μιὰ ἐπιτάφια πομπή. 
 Ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ δικαίου ἥρωος Θησέα, ποὺ ἔθεσε τὰ βασικὰ θεμέλια τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων, ἐδέχθη τὶς τιμὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς ἀγαθοὺς καὶ δικαίους, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῆς περιφορὰ τοῦ Δίκαιου Κριτῆ καὶ Πλάστη τῶν ὅλων Κυρίου καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁμοίως δὲ συμβαίνει σὲ ὁρισμένες περιοχὲς καὶ πρὸς τὴν Μήτηρ Αὐτοῦ τὴν Θεοτόκο Μαρία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ εἰς ὁρισμένους Ἁγίους Τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ
 Ἐν τούτοις, δυνάμεθα νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι, ἡ περιφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ Θησέα θυμίζει τὴ σήμερον τὴν λιτάνευση ἱερῶν λειψάνων χριστιανῶν πολιούχων Ἁγίων. Μάλιστα, εἰς τὴν ἐκδοχὴ τὴν ὁποίαν προσάπτει ὁ Πλούταρχος, στὸν βίο τοῦ Θησέα, γίνεται πασιφανὴς ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Θησέα Αἰγεΐδη ὡς Ἁγίου πολιούχου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο ἀνοικοδομήθηκε καὶ ὁ ναὸς πρὸς τιμήν του. 
 Ὁ Θησέας δύνανται νὰ θεωρηθεῖ ἕνας πρὸ Χριστοῦ Ἅγιος, ὅπου πίστεψε στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδη καὶ μετέβει μετ' Ἐκείνου εἰς τοὺς Οὐρανούς. 
 Ἐν τέλει, ὁ Θησέας ὡς ὑμνωδόςκιθαρωδός - λυρωδὸς εἶναι πιθανὸν νὰ συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στοὺς δώδεκα ἐθνικοὺς πρεσβύτερους – βασιλεῖς ἐκ τῶν εἰκοσιτεσσάρων συγκαθήμενων πέριξ τοῦ θρόνου τοῦ ἀρνίου τῆς οὐρανίου βασιλίας(δες Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου).
 Ὁ ἐπιτάφιος... ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δρώμενο ποὺ μετέβη εἰς τὴν χριστιανικὴ λατρεία καὶ τελέστηκε ἀπὸ τοὺς πρώιμους κιόλας χρόνους της ἐκκλησίας του Χριστοῦ. 
 Ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος μετὰ ἐγκωμίων καὶ περιφορᾶς της σωροῦ συνέβη εἰς τὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὴν ἐποχὴ τοῦ Κίμωνος ὅταν μετέφερε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἥρωα Θησέα στὴν Ἀθήνα καὶ τὰ περιέφερε ὡς φυλακτήρια λιτανεία εἰς τὴν πόλη... 
 Στὴν Χριστιανικὴ παράδοση ὁ πρῶτος ἐπιτάφιος, σύμφωνα μὲ τὸν Ἑλληνορθόδοξο συναξαριστὴ, ἦταν τῆς Παναγίας Θεοτόκου Μητέρας τοῦ Φωτὸς στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ἔψαλλαν ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος μὲ τὸν μὲ τὸν ἀνιψιό του Ἅγιο Διονύσιο νέους ἐγκωμιαστικοὺς ὕμνους μετὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
 Ὀπόταν, οἱ θεωρίες κάποιων ἀνίδεων, περὶ τῆς σύνδεσης τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία καταρρίπτονται, καθότι, συνεχῶς ἀναδύονταν τόσα κοινὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμὸ ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ ὅποια ἰουδαϊκὰ εἶναι κι αὐτὰ ἑλληνικά... 
 Μάλιστα, προσφάτως οἱ ἐρευνητὲς φιλόλογοι συζητοῦν τὴν ἀδιάλειπτη δράση τῆς Ἁγίας Εὐδοκίας ἤτοι καὶ Ἀθηναΐς τὴν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ αὐτοκράτειρας τοῦ Βυζαντίου εἰς τὸ συγχροτισμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθους μετὰ τοῦ χριστιανικοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ 5ου αἰῶνα, ὅπου διέμενε ἐξορισμένη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα
 ΧΑΙΡΕΤΕ 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA, τόμος 23 
•Πλούταρχου, βίοι Παράλληλοι, Θησέας 
•Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου 




Σάββατο 28 Μαρτίου 2020


ЭIЄ
ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΝ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ ΣΩΤΗΡΑ 
έρευνα και συγγραφή Ιωάννης Βαφίνης
  Κατά την πρώτη περίοδο του χριστιανισμού, σύμφωνα με τα ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία που διαθέτομαι, σημειώνονται οι πρώτες καταγραφές των Αγίων και ιερών Ευαγγελίων. Οι φιλολογικές και θεολογικές πηγές υποστηρίζουν, αδιάψευστα, περί της αγιοπνευματικής ταυτότητας αυτών των κειμένων.
 Τα ιερά Ευαγγέλια ήταν τέσσερα, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννου, κατά σειράν αναγνώσεως της Αγίας Γραφής. Παρότι, ανιχνεύονται κι άλλες προσπάθειες συγγραφής ευαγγελικων κειμένων μόνον τα προλεχθεντα κρίθηκαν από τους Πατέρες και δια μέσου οικουμενικών συνόδων ως γνήσια ευαγγελικά κείμενα. 
 Το περιεχόμενο των Αγίων Ευαγγελίων, επικεντρώνεται κυριολεκτικά στην ζωή και το έργο του Θεού και Σωτήρα ημών Ιησού Χριστού επί της γης, από την γέννηση την διδασκαλία την σταύρωση και την ανάσταση Αυτού. Πέραν της Θεολογικής διδαχής περί της ενσαρκώσεως του Θεανθρώπου για την λύτρωση του ανθρώπου, τα Ευαγγέλια εμπεριέχουν πληροφορίες ιστορικού ενδιαφέροντος.
  Πιο συγκεκριμένα στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου και αγαπημένου μαθητή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, σημειώνετε ένα γεγονός το οποίο και αναδεικνύει το προετοιμασμένο θεϊκό σχέδιο δια την εξελικτική πορεία της χριστιανικής πίστεως, εις όλη την ανθρωπότητα επί του πλανήτη γη!


  Διαβάζουμε, λοιπόν, το εδάφιον του ευαγγελιστή, το οποίον λέγει: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» (κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ΙΒ' 20-23).
 Η εκλογή των Ελλήνων από το Θεάνθρωπο Χριστόν σύμφωνα με την μαρτυρία του ευαγγελιστού Ιωάννου, προλέγει τα μελλούμενα του θεϊκού σχεδίου. Η ελληνική φυλή που είχε δώσει τις εξετάσεις της κατά την ιστορική της πορεία έμελλε να λάβει την επιβράβευση από τον ίδιο τον Δημιουργό των πάντων. Είναι μεμαρτυρημένο το γεγονός της θυσίας των Ελλήνων Χριστιανών εις το όνομα του Ιησού Χριστού. Η σύγχρονη ιστορική καταγραφή διαπιστώνει ότι, επί του συνόλου των έντεκα εκατομμυρίων μαρτύρων τα δέκα εκατομμύρια ήταν Έλληνες. Και ίσως να έπεται και συνέχεια...
  Ωστόσο, το έτερον της εκλογής βασίζονταν στην επιστημοσύνη κι ανθρωπιά του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων και δη της πολιτισμικής ανόδου της πόλεως των Αθηνών με την απαρχή εγκαθιδρύσεως φιλοσοφικής Ακαδημίας. 
 Μια πιο εξιδεικευμένη αναφορά είχε κάνει ο γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπεδινός σε μια ραδιοφωνική ομιλία του, όπου αναμετάδοσε προ καιρού ο ραδιοφωνικός σταθμός της Πειραϊκής Εκκλησίας. Στην προκειμένη ομιλία, ο μακαριστός γέρων, αποκαλύπτει λεπτομέρειες που συνέβησαν κατά την διάρκεια της συνάντησης των Ελλήνων μετά του Θεανθρώπου Χριστού. 
 Αποκαλύπτει λοιπόν τα εξής: «Οι Έλληνες (ορισμένοι εξ Αθηνών) ήταν μορφωμένοι και συνομίλησαν με τον Ιησού Χριστόν ουχί μόνον για θέματα θεολογικά αλλά και επιστημονικά» (Το αρχείο της ομιλίας υπάρχει στον ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής εκκλησίας).
 Τα σχόλια του γέροντα έρχονται σε συνάφεια με τις σημειώσεις από τους δύο παλαιούς ελληνολάτρες συγγραφείς: του Φίλωνος[1]του Ιουδαίου στο βιβλίο (Philo Judaeus, De Providentia: Fragment 2 section 66 line 9) και του Ευσέβιου Καισαρείας[2] στο περί της “Ευαγγελικής Προπαρασκευής” (Praeparatio Evangelica, Book 8, chapter 14, section 66, line 7).

Ευσέβιος Καισαρείας του Παμφίλου 


Φίλων Αλεξανδρεύς ο Έλλην σοφός 
 επονομαζόμενος και Ιουδαίος
(τοιχογραφία από τον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου 
Γαργαρέττας στην Αθήνα- αρχείο Ι.Β)

 Στα δύο αυτά συγγράμματα συναντάμε το απολεσθέν εδάφιο με την φράση: «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» Η συνέχεια της ευαγγελικής περικοπής, που διασώθηκε από τους δύο προλεχθέντες συγγραφείς, περιγράφει τα εξής: «μόνη γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἀψευδῶς ἀνθρωπογονεῖ, φυτὸν οὐράνιον καὶ βλάστημα θεῖον ἠκριβωμένον, λογισμὸν ἀποτίκτουσα οἰκειούμενον ἐπιστήμῃ.» Μετάφραση: (μόνο η Ελλάς, αληθινά, γεννάει ανθρώπους που έχουν φύτρα ουράνια γι' αυτό είναι εξακριβωμένο θεϊκό βλάστημα που σπέρνει τον λογισμό οικειοποιούμενο την επιστήμη).
  Η υποτιθέμενη απολεσθείσα φράση φαίνεται να περικόπηκε από το Ευαγγέλιο του Ιωάννου στους πρώιμους μεταβατικούς χρόνους του χριστιανισμού. Ο καθηγητής Ελευθέριος Πρόκος, κατά το έτος 1974, εντόπισε την περί ου ο λόγος περικοπή στην βιβλιοθήκη του Βατικανού όπου βρίσκονταν το σύγγραμμα του Ευσέβιου Καισαρείας ή του Παμφίλου. 
 Εν κατακλείδι, παρότι η πηγή παραμένει ασαφής θα ήταν δυνατόν να αντιληφθούμε πόσο ταιριάζει η περιγραφή, της απολεσθείσας περικοπής, στην πραγματική υπόσταση των Ελλήνων. Ο Υιός του ανθρώπου είχε την επίγνωση για το τι μέλλει να συμβεί. Οι Έλληνες ήταν το γένος των ανθρώπων που φώτισαν την οικουμένη και δια μέσω της επιστημονικής γλώσσας τους και το ανυπέρβλητο φιλοσοφικό τους πνεύμα θα συναινούσαν μετά πολύς πίστεως στην διάδοση της διδασκαλίας Του σε όλη την ανθρωπότητα.
 Οι Έλληνες διδάσκαλοι δεν υπήρξαν κενόσπουδοι, όπως συνηθίζουν τη σήμερον, καθότι επέμεναν στην διδασκαλία τους στην αποβολή κάθε κακής συνήθειας, οδηγούμενοι προς την κοινοφελής ψυχική εντέλεια. Οι φιλόσοφοι φαντάζονταν  τους μαθητές τους ως κάρπιμα δένδρα  που επεδίωκαν την απόκτηση της αρετής.  
 Το φιλοσοφικό δόγμα των αρχαίων Ελλήνων, κυρίως δε των Αθηναίων φιλοσόφων, συμφωνεί απόλυτα με την περικοπή της άκαρπης συκιάς του χριστιανικού ευαγγελίου. Αυτή την συκήν, όπου συμβόλιζε τον λαό του Ισραήλ, την κατηράσθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, καθώς την βρήκε άκαρπη στα έργα!
  Επιπλέον, δίχως την θεία ελληνική γλώσσα, την οποία, ως δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο ίδιος είχε δημιουργήσει και προσδώσει στους Έλληνες, δεν θα ήταν εφικτό να διαδοθεί ο Χριστιανισμός ως τα πέρατα του κόσμου. Ακόμα και οι φιλοσοφικές ρήσεις των Ελλήνων όπου δόθηκαν εκ του σπερματικού λόγου συσχετιζομένου με τον Θείο Λόγο, σύμφωνα με την θεωρία του θεολόγου Ιουστίνου, διετρανώνουν εμφανώς ότι, οι Έλληνες είναι υιοί Θεού, ουράνιοι γόνοι!
Αμήν!

Ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος υπήρξε σπουδαστής
της φιλοσοφίας και της ρητορικής στην Ακαδημία
των Αθηνών. Παρότι, προέρχονταν από οικογένεια
 παγανιστών, ύστερα από μια συζήτηση μ' έναν γέροντα
 στην Αθήνα μετατράπηκε σε ένθερμο χριστιανό
αλλά δεν αποποιήθηκε την φιλοσοφική του ιδιότητα.
Στην απολογία του, την οποία έστειλε στον Ρωμαίο
 αυτοκράτορα, αναφέρει ότι η χάρης του Θεού 
παραχώρησε πνεύμα αληθείας στους Έλληνες φιλοσόφους
όπως και στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. 
Κάθε τι αληθινό που είπαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι 
- Αθηναίοι και μη- είναι χάρισμα του Θεού Λόγου 
άρα και χριστιανικό.

  
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Παλαιές πληροφορίες θέλουν τον επονομαζόμενο Φίλωνα τον Ιουδαίο, ως  γόνο ελληνικής οικογένειας. Σήμερα θεωρείται ο ιδρυτής της θρησκευτικής φιλοσοφίας!
[2] Ο Ευσέβιος Καισαρείας του Παμφίλου θεωρείται σήμερα ο πατέρας της Εκκλησιαστικής  Ιστορίας!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΙΩΑΝΝΟΥ
-ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΠΑΜΦΙΛΙΑΣ, Ευαγγελικής Προπαρασκευής” (Praeparatio Evangelica, Book 8, chapter 14, section 66, line 7).
-ΦΙΛΩΝΟΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥ, Philo Judaeus, De Providentia: Fragment 2 section 66 line 9

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020


ЭIЄ
 ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΛΟΓΗΣ, ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΤΙΚΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 
-
 Εἰς τὴν ἀρχαϊκὴ ἐποχὴ γεννιέται ἕνας λυρικὸς ποιητὴς τῆς ὑψηλῆς διανόησης. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἀρχίλοχο ἐκ τῆς νήσου Πάρου. 
 Ἡ γέννησης τοῦ τοποθετεῖται κατὰ τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ 7ου αἰῶνος, δηλαδή, ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον εἰς τὸ ἔτος 680 π.Χ.   Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ὁ Ἀρχίλοχος, φαίνεται νὰ μελοποίησε πολυποίκιλες μορφὲς ποιητικῶν μέτρων, κυρίως ὅμως ἰαμβικοὺς καὶ τροχαϊκοὺς πόδες. 
 Οἱ φιλολογικὲς πηγὲς τὸν καταλογίζουν ὡς πατέρα τοῦ σκωπτικοῦ ἰάμβου, τοῦ ὁποίου καὶ θεωρεῖται ὁ πρωτοπόρος ἐκφραστής. 
 Ἐν τούτοις, στὴν ἐλεγειακὴ ποίηση, ἡ ὁποία κυριαρχοῦσε ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του, φαίνεται νὰ συνέγραψε πολεμικά, ἐρωτικά, ἠθικά, φιλοσοφικὰ καὶ γνωμικὰ θέματα. 
 Βεβαίως, ἡ προσφορά του Ἀρχίλοχου στὴν ἑλληνικὴ μουσικοποιητικὴ τέχνη, ἐντοπίζεται ἀλλαχόθεν καὶ δὴ περὶ τοῦ εἴδους ποὺ ἔφερε τὴν ἐπωνυμία ὡς Παρακαταλογή
 Ἐκ πρώτης, τὸ λεξικὸ τοῦ Ἡλίου συνιστᾶ τὰ ἑξῆς σχόλια περὶ τῆς παρακαταλογῆς στὸ ὁμώνυμο λῆμμα: «Ἐν τῇ ἀρχαίᾳ μουσικῇ τὸ ἀνώμαλον καὶ σύνηθες εἶδος ὠδῆς, περὶ ταύτης δὲ ὁ Ἀριστοτέλης λέγει: «Διὰ τί ἡ παρακαταλογὴ ἐν ταῖς ᾠδαῖς τραγικόν; ἢ διὰ τὴν ἀνωμαλίαν; παθητικὸν γὰρ τὸ ἀνωμαλὲς καὶ ἐν μεγέθει τύχης ἢ λύπης. τὸ δὲ ὁμαλὲς ἔλαττον γοῶδες.» (Προβλήματα, XIX, 6).
Ἡ παρακαταλογὴ ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὸ δρᾶμα ὅταν ἐγίνετο μετάβασις ἀπὸ τοῦ μέλους ἢ τῆς ὠδῆς εἰς τὴν ἀπαγγελίαν, ἡ ὁποία ἐλέγετο, ὅπως ὁ Ἡσύχιος ἀναφέρει «καταλογή», συνίστατο δὲ εἰς τὴν ἀπαγγελίαν στίχων ὑπὸ τοῦ κορυφαίου τοῦ χοροῦ τὴ συνοδεία ὑποκρούσεως κατ' ἀρχὰς διὰ τοῦ ἐγχόρδου κλεψιάμβου, κατόπιν δὲ διὰ τοῦ αὐλοῦ. 
Τὴν παρακαταλογὴν ἀναφέρεται ὅτι ἐφεύρει ὁ ποιητὴς Ἀρχίλοχος, αὐτὴ δὲ καὶ κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους ἐχεησιμοποιεῖτο διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τμημάτων τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπαγγελίας κυμαινομένης μεταξὺ ἀναγνώσεως καὶ ψαλμοῦ ἄνευ τῆς συνοδείας ὀργάνου, ὡς γίνεται καὶ σήμερον κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ἢ τοῦ Ἀποστόλου κατὰ τὴν θείαν λειτουργίαν.» 
[Νεότερο ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ τοῦ ΗΛΙΟΥ]


ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ

 Ἡ παρακαταλογὴ ὑπῆρξε ἕνα εἶδος ἀρχαίας μουσικῆς συνθέσεως ἡ ὀποια ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὸ θεατρικὸ δρᾶμα κατὰ τὴν μετατροπὴ τοῦ μέλους ἢ τῆς ὠδικῆς συνθέσεως σὲ ἀπαγγελόμενη φώνηση. 
 Θεωρεῖται κυρίως γνωστὸ τὸ εἶδος τῆς ἀρχιλόχιας ἀπαγγελίας, εἰς τὴν δυτικὴν μουσικὴ ὁρολογία, ὡς ρετσιτατίβο. 
 Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφερόμενος στὴν ἐν λόγῳ μουσικοποιητικὴ ἔκφανση ὑποστηρίζει ὅτι: «Διὰ τί ἡ παρακαταλογὴ ἐν ταῖς ᾠδαῖς τραγικόν; ἢ διὰ τὴν ἀνωμαλίαν; παθητικὸν γὰρ τὸ ἀνωμαλὲς καὶ ἐν μεγέθει τύχης ἢ λύπης. τὸ δὲ ὁμαλὲς ἔλαττον γοῶδες.» (Προβλήματα, XIX, 6). 
 Στὴν προκειμένη περίπτωση, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀφηγηματικοῦ ἄσματος ἤτοι καὶ τραγουδιοῦ, ἐξὸν καὶ ἡ ὠδὴ ἐπονομάσθει τραγική. 
 Κατὰ τὸ ἀνώμαλον ἐπίθετο δεικνύει τὴν ἀνομοιότητα τῆς χρήσης τοῦ ὠδικοῦ τρόπου, τοῦ ἔμπλεον παθητικοῦ συναισθήματος καὶ μέγιστης ἐντάσεως εὑρισκομένης σὲ κατάσταση εὐτυχίας ἢ λύπης, ἐν ἀντιθέσῃ πρὸς τὸν ὁμαλὸν καὶ σμικρὸν τρόπο μιᾶς καταστάσεως θρήνου ἤτοι μοιρολογήματος. 
 Ἐπιπλέον, ὁ Ἡσύχιος, ἀναφερόμενος στὸ εἶδος της παρακαταλογῆς, ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς φωνητικῆς ἀπαγγελίας ἄσματος (τραγουδιοῦ), ὑπὸ τοῦ κορυφαίου τοῦ χοροῦ, μὲ συνοδεία ὑπόκρουσης ἀπὸ τοῦ ἐγχόρδου ὀργάνου κλεψίαμβου ἢ ἀπὸ τοῦ πνευστοῦ αὐλοῦ. Ἰδοὺ καὶ τὸ λεχθὲν τοῦ λεξικοῦ: «καταλογή· τὸ τὰ ᾄσματα μὴ ὑπὸ μέλει λέγειν»[Λεξικὸν Ἠσύχιου].
 Τὴν χρήση της παρακαταλογῆς, τὴν ἀποδίδοντα εἰς τὸν Ἀρχίλοχο, υἱοθέτησαν ἀργότερον, οἱ Διονυσιακοὶ τεχνῖτες, οἱ ὁποῖοι, διὰ μέσῳ τῶν αἰώνων, μετεβίβασαν στοὺς πρώτους χριστιανοὺς ὑμνωδούς - ψαλτωδοὺς τὴν ἀρχιλόχιον τέχνη. 
 Κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, τῆς διάδωσης τοῦ χριστιανισμοῦ, στὴν διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνονταν, σὲ τμηματικὰ ἐδάφια, ἡ χρήση τῆς ἀρχιλόχιας τεχνικῆς ἤτοι τοῦ μελωδικοῦ ἀφηγηματικοῦ φωνήματος (ρετσιτατίβο > recitativo), τοῦ ἄνευ συνοδείας ὀργάνων(ακαπέλα). 
 Ἐξ αὐτῆς τῆς μεθόδου ἀπαγγελίας, μεταξὺ ἀναγνώσεως καὶ ψαλμοῦ, διατηρήθηκε τὸ ἔθος τῆς τοιαύτης ψαλτικῆς μεθόδου κατὰ τὴν ὁποίαν ἕως τὴ σήμερον ἐκτελεῖται ἡ ἀνάγνωση τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς καὶ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θείας λειτουργίας. 
  Συνέκδοχα προκύπτει ὅτι, οἱ ψαλτωδοὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως, διὰ τῆς μεθόδου του Ἀρχίλοχου, ὁδηγήθηκαν σ' ἕνα προδιαγεγραμμένο αὐτοσχέδιο μελωδικὸ τρόπο τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσαν μετ' εὐκολίας στὰ πεζὰ ἐδάφια τῆς Ἁγίας γραφῆς. Οὐδέποτε τὰ ἐδάφια αὐτὰ καταγράφηκαν μὲ μουσικὴ σημειογραφία ἀλλὰ συντηροῦνταν ἐξ ἀκοῆς πάνω σὲ ἕνα συγκεκριμένο μουσικὸ τρόπο. 
 Ἐν συντομίᾳ, καταλήγω εἰς τὸ ἀκριβὲς συμπέρασμα περὶ τῆς χρήσεως τοῦ φωνήματος τῆς παρακαταλογῆς, ἤτοι καὶ ἀφηγηματικῆς φωνήσεως, ἐκ παλαιοτάτης ἐποχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου, πρῶτος ὁ ἀρχαϊκὸς λυρικὸς ποιητὴς Ἀρχίλοχος ἐποίησε. 
 Κατόπιν πολλῶν αἰώνων, ὁ χριστιανισμός, υἱοθέτησε κι ἐνέσπειρε στοὺς λαοὺς τῆς δύσης, τὴν ἀρχιλόχιον παρακαταλογή, κι οὕτως σήμερα διεκρίνεται εἰς τὴν συνομοταξία τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς ἑρμηνείας, ὅπως φερειπείν, τῆς Ὄπερας, τοῦ Ὀρατόριου καὶ τῆς Καντάτας κ.α. 
 Ἐπὶ τούτου, ἡ ἀρχιλόχεια παρακαταλογή, ὡς διηγηματικὸ τραγούδισμα τῆς τραγικῆς ὀρχήσεως, μετεβιβάσθη, μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων, εἰς τὴν δημοτικὴν νεοελληνικὴν παράδοση μὲ τὴν ὀνοματοθεσία "παραλογή", οὕτως δέ, διὰ μέσῳ τοῦ ἐπικολυρικοῦ ἀκριτικοῦ τραγουδιοῦ τῶν βυζαντινῶν - μεσαιωνικῶν χρόνων. 
 Τοιουτοτρόπως, ὁ ἀρχαϊκὸς λυρωδὸς ποιητὴς Ἀρχίλοχος καταλογίζεται ἐκ τῶν φιλολογικῶν κύκλων καὶ κριτικῶν σπουδῶν, ὡς πρωτοπόρος ἐμπνευστὴς τοῦ ἐξέχοντος ποιητικοῦ εἴδους της παρακαταλογῆς, ὅπου, οἱ νεότερες φιλολογικὲς μελέτες, τὸν ἐνέταξαν ἀνάμεσα εἰς τοὺς κορυφαίους τοῦ εἴδους τῶν λυρικῶν ποιητῶν ἐξαίροντας τὴν προσφορά του στὸν παγκόσμιο πολιτισμό! 
Χαῖρε Ἀρχίλοχε! 

Ἀπὸ τὸ Λεξικὸ τοῦ Ἡλίου μὲ τὴν ἐτυμολόγηση τῆς λέξεως "ΠΑΡΑΚΑΤΑΛΟΓΗ" 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΝΕΟΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ 
•Lexikon tēs Hellēnikēs glōssēs tritomon: Z-P 
•ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Προβλήματα, XIX, 6 
•Λεξικὸν Ἠσύχιου, λῆμμα καταλογή 
•Πλούταρχου, Περὶ Μουσικῆς 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019



ЭIЄ
ΚΥΝΟΣΑΡΓΕΣ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ
(Ο ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ, Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ)
ΕΡΕΥΝΑ & ΣΥΓΓΡΑΦΗ: ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΒΑΦΙΝΗΣ

 Κάποτε στὴν περιοχὴ Κυνοσάργους βρίσκονταν ἕνα ἀπὸ τὰ τρία ἀρχαῖα γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. 
  Ἐκεῖ, στὶς ὄχθες του Ἰλισσοῦ, κρύβεται μία μακρὰν ἱστορία, ἀπ' τὴν ἐποχὴ ὅπου γυμνάζονταν ὁ Ἡρακλῆς κι ἀργότερα ὁ Θεμιστοκλῆς κι ὁ Ἀντισθένης. Μάλιστα, ὁ τελευταῖος ἵδρυσε τὴν φιλοσοφική του σχολὴ στὴν Παριλίσσια περιοχή. 
 Τὰ ἐρείπια, ὅπου ἔφερε στὸ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη, ἀνάγονται στὰ χρόνια τοῦ Ἀδριανοῦ, δηλαδή, κατὰ τὸν 2ο αἰῶνα μ.Χ. 
 Ἐν τούτοις, συμφώνως μὲ τὴν ἱστορικὴ κατάθεση τοῦ Πλούταρχου, ὁ πρῶτος ποὺ θέτει τὰ θεμέλια τῆς ἀνέγερσης γυμναστηρίων, ὑπὸ τὴν μορφὴ παλαίστρας, ἦταν ὁ θρυλικὸς ἥρωας καὶ βασιλιᾶς τῶν Ἀθηνῶν Θησέας

Ὁ Ἀντισθένης ὁ Ἀθηναῖος, ἦταν ὁ ἱδρυτὴς τῆς κυνικῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς στὴν περιοχή του Κυνοσάργους. Ἐπειδὴ ὁ πατέρας του κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐνῷ ἡ μητέρα τοῦ ἀπὸ τὴν Θράκη ἦταν καταχωρημένος στὰ μητρῶα ὡς νῶθος κι ἴσως διὰ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν σχολή του ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς πόλεως ὅπου ἐκεῖ κατὰ τὴν ἐφηβεία του θὰ ἐγυμνάζοντο. 

  Οἱ μαρτυρίες τοῦ περιηγητῆ Παυσανία ἐξακριβώνουν τὴν πρώιμη ἐγκαθίδρυση παλαιστικῶν γυμνασίων στὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ γινότανε ἡ ἐκπαίδευση τῶν ἀνήλικων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνηλίκων ἐλευθέρων καὶ γνήσιων πολιτῶν, ὅπως κριβὼς τηροῦνταν ἀπὸ τὴν ἐγκαθίδρυση τους ἀπὸ τὸν ἐφευρέτη τῶν παλαιστικῶν καὶ πολεμικῶν τεχνῶν βασιλέα καὶ πολέμαρχο Θησέα. 
Ἐπιπλέον, ἡ μαρτυρία τοῦ ἱστοριογράφου Ἴστρου θέλει τὴν παλαιστικὴ ἢ πολεμικὴ τέχνη νὰ ἐδιδάχθει ὁ Θησέας ἐκ τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς. Ἄρα, ἡ προέλευση τῆς ὑπῆρξε ἐκ τῶν Οὐρανιώνων θεῶν
 Τὰ ἀρχαῖα γυμνάσια, τῆς Ἀθήνας, ὑπῆρξαν κοινωφελεῖς ἱδρύματα[1] διὰ τὴν προσέλευση τῶν νεαρῶν Ἀθηναίων, γόνων ἐλευθέρων πολιτῶν μετὰ γνησίας ἀθηναϊκῆς καταγωγῆς. 
 Τὰ γυμνάσια αὐτὰ βρίσκονται ἐντὸς τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. Τὰ ἐκτὸς τῶν τειχῶν, ὅπως αὐτὸ στὴν περιοχὴ Κυνοσάργους, ἦταν γιὰ νὰ προσέρχονται τὰ νώθα παιδιά, δηλαδή, ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν ἕναν Ἀθηναῖο γονιὸ κι ἕναν μὴ Ἀθηναῖο. 
 Μέσα στὴν καθημερινὴ διατριβή, οἱ νέοι ἀσκοῦνταν σὲ ἀγωνίσματα καὶ ἔπαιζαν διάφορα ἐκπαιδευτικὰ παιχνίδια. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πάλη, ποὺ θεωροῦνταν τὸ κύριο τοπικὸ ἄθλημα, ἀγωνίζονταν στὸν δρόμο, στὸν δίσκο καὶ στὸ ἅλμα. Ἐπιπλέον ἀσκοῦνταν καὶ σὲ διάφορα εἴδη παιδιᾶς, ὅπως: ἡ διελκυστίνδα καὶ ἡ σφαίριση
 Ὁ θεσμὸς τῆς ἀνοικοδόμησης γυμνασιακῶν κτιρίων φαίνεται νὰ εἰσήχθη ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἐποχή του Κλεισθένους, ἂν καὶ ὁ Παυσανίας ὑποστηρίζει καὶ πάλι τὴν προέλευση τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τὴν προϊστορικὴ ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἀθήνας Θησέα, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «παλαιστικὴν γὰρ τέχνην εὗρε Θησεὺς πρῶτος καὶ πάλης κατέστη ὕστερον ἀπ᾽ ἐκείνου διδασκαλία· πρότερον <δὲ> ἐχρῶντο μεγέθει μόνον καὶ ῥώμῃ πρὸς τὰς πάλας.»(Ἀττικά, παραγρ. 39) μετάφραση: [πρῶτος τὴν παλαιστικὴ τέχνη ἐφεῦρε ὁ Θησέας καὶ ἡ διδασκαλία τῆς πάλης ἀποκαστάθηκε μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον. Πρὶν ἀπὸ αὐτόν, στὴν πάλη, χρησιμοποιοῦσαν μόνο τὸ μέγεθος τοῦ σώματος μαζὶ μὲ τὴν σωματικὴ δύναμη]
  Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ἀρχαίων γυμνασίων εἶχαν κοινὸ σχέδιο δόμησης. Οἱ πληροφορίες περὶ τούτου εἶναι ἐλάχιστες.   Τὸ σχῆμα τους ἦταν τετράγωνο ἢ ὀρθογώνιο μὲ ἔκταση τῶν δύο σταδίων(369,8 μέτρα). Τὰ πέριξ ἐπιστήλια σχημάτιζαν συνήθως τέσσερις μὲ πέντε στοές. Στὶς τέσσερις ἐξ αὐτῶν στοὲς ὑπῆρχαν ἐξέδρες μὲ καθίσματα ὅπου κάθονταν οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ σοφιστὲς καὶ δίδασκαν τοὺς ἀσκούμενους. 
 Ἡ πέμπτη στοὰ ἦταν διπλῆ, τοποθετούμενη πάντα πρὸς νότον γωνία, ὅπου καὶ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ ἀσκοῦνται οἱ παῖδες κατὰ τὶς βροχερὲς ἡμέρες. 
 Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἥμισυ τῆς στοᾶς, βρίσκονταν τὸ Ἐφηβεῖον, ἕνα εὐρύχωρο δωμάτιο μὲ καθίσματα καὶ πλάϊ του, ἐξ εὐωνύμων, τὸ Ἐλαιοθέσιον ὅπου οἱ ἀγωνιζόμενοι ἀλείφονταν ἀπὸ τοὺς ἀλειπτές. Παραδίπλα, βρίσκονταν τὸ Κωρύκειον ποὺ ἦταν εἰς χρήση ἀποδυτηρίων ἐνῷ ἄλλα περιστύλια ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὸ Ψυχρὸν λουτρόν, καὶ τὸ Κονιστήριον. Ἐπιπλέον, ἐκτὸς τῶν περιστυλίων, ὑπῆρχαν τὰ Θερμὰ λουτρὰ ἐνῷ ὑπῆρχε μία ἀκόμη στοὰ ποὺ ὀνομάζονταν Ξυστὸς ποὺ συνδέονται μὲ τὸ στάδιο. 
 Ἐν ὀλίγοις, οἱ χῶροι τῶν ἀρχαίων γυμνασίων ὑπῆρξαν τὸ κέντρο τῆς παιδείας τῶν γραμμάτων καὶ τῆς μουσικῆς σὲ συνάρτηση πάντοτε μὲ τὴν ἄθληση τοῦ σώματος. 
 Ὁ πρῶτος νομοθέτης τῶν γυμνασίων ὑπῆρξε ὁ Σόλων, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν παράδοση, εἶχε ἀποκλείσει ἀπὸ τοὺς χώρους τῶν γυμνασίων τὴν γυναικεία παρουσία. 



   Ἐν ὀλίγοις, εἰς ἐκείνους του παλαιοὺς χρόνους ἐδύναντο νὰ εὑρίσκονταν, παράλληλα, σὲ τούτη τὴν περιοχὴ καὶ τὸ ἱερὸ τοῦ Ἡρακλέους[2]. 
Λέγεται δὲ ὅτι, οἰκοδομήθηκε ἔπειτα ἀπὸ κάποιο παράξενο γεγονὸς κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς θυσίας, εἰς τὸ ναό του Ὀλυμπείου Διός
  Ἡ διήγηση τοῦ συμβάντος ἄρχεται ἀπὸ τὴν παρουσία ἑνὸς λευκοῦ κύνα (σκύλου), ὁ ὁποῖος, ὡς ἅρπαξ ἔλαβε τινὰ τεμάχιον κρέατος ἐκ τῆς αἱματηρῆς θυσίας. 
 Ὅταν ἀντιλήφθηκαν οἱ τελετάρχες τὸ γεγονὸς ἄρχισαν νὰ κυνηγοῦν τὸ σκύλο μετὰ μανίας. Τότε ὁ σκύλος, τρέχοντας, ἐναπόθεσε τὸ τεμάχιο τοῦ κρέατος κατὰ γῆς σ' ἕνα σημεῖο πέρα ἀπὸ τὴ κοίτη τοῦ ποταμοῦ Ἰλισοῦ. Τὸ σημάδι αὐτὸ ἔκανε τοὺς Ἀθηναίους νὰ πιστέψουν πὼς πρόκειται γιὰ θεοσημεία καὶ ἐκ τούτου ὀνόμασαν τὴν περιοχή του συμβάντος Κυνοσάργους (Λευκὸς Σκύλος). 
Ἡ ὀνοματοθεσία προέκυψε ἐκ τοῦ προλεχθέντος γεγονότος, δηλαδή, τῆς ξαφνικῆς ἐμφάνισης τοῦ λευκοῦ κύνα(κύνας + άργος = σκύλος λευκός), ὁ ὁποῖος ἐξηφανίσθει μυστηριωδῶς ὅπως καὶ μυστηριωδῶς ἐνεφανίσθει. 
 Ἔπειτα, ἀπὸ τὸ συμβὰν τῆς ἀνεξερεύνητης διοσημείας, οἱ Ἀθηναῖοι, ἵδρυσαν ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ ἥρωος καὶ ἠμίθεου Ἡρακλῆ. Ἐπὶ τούτου, νὰ εἰπωθεῖ ὅτι, δὲ ἐπρόκειτο γιὰ τὸ Θηβαῖο Ἡρακλῆ ἀλλὰ γιὰ τὸν ἐπονομαζόμενο Ἡρακλῆ τὸν Ἀθηναῖο, τοῦ ὁποίου τὸ λειτούργημα ὑπῆρξε ἐκεῖνο τῆς ἰατρικῆς. 
 Δὲν εἶναι τυχαῖο, λοιπόν, ὅτι πολὺ ἀργότερα ἤτοι κατὰ τοὺς χριστιανικοὺς χρόνους ἡ τοπικὴ λατρεία τοῦ Ἀσκληπιάδου Ἡρακλῆ ἀντικαταστάθηκε μὲ ἐκείνη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἑνὸς σπουδαστῆ τῆς ἰατρικῆς καὶ μετέπειτα ἰαματικοῦ Ἁγίου. 
 Δυστυχῶς, σήμερον, προκαλεῖ θλιβερὸν θέαμα παρουσιάζει ἡ παραμέληση τῶν ὀλίγων ἀρχαίων οἰκοδομικῶν καταλοίπων καὶ ἡ μὴ πολιτιστικὴ ἀνάδειξη τους. 
  Ὡς ἔπος εἰπεῖν, ὁ ἀρχαιολογικὸς τόπος τῆς περιοχῆς του Κυνοσάργους, εἶναι βέβαιο ὅτι, ἠδύναντο νὰ εἶχε παραδοθεῖ εἰς ἐπισκέπτας, ἐφόσον, πρωτίστως, ὑπῆρξε ἡ πρόβλεψη τῆς ὅποιας ἀνάδειξης τοῦ χώρου, οὕτως ὥστε, νὰ γίνει προσβάσιμος κι ἐπισκέψιμος. 



Τὰ σημερινὰ ἐρείπια τοῦ γυμνασίου τῆς περιοχῆς Κυνοσάργους στὴν ὁδὸ Βούρβαχη καὶ στὸ ἀδιέξοδο τῆς Μιχαὴλ Κόκκινου. Πρόκειται γιὰ τὸ ἕνα ἐκ τῶν τριῶν γυμνασίων τῆς Ἀθήνας. Τ' ἄλλα δύο ἦταν τὸ Λύκειο (στὴ Ρηγίλλης) καὶ ἡ Ἀκαδημία. 




ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1]Όταν, κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα, ἡ Εὐρώπη στράφηκε πρὸς τὴν σπουδὴ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἱδρύθηκαν, πρῶτα στὴν Γερμανία, ἀνώτερα σχολεῖα ὅπου οἱ μαθητὲς διδάσκονταν ἀνώτερες ἐπιστῆμες ἀπὸ τὶς σύνηθες, ὅπως φιλοσοφία καὶ γλῶσσες ἀρχαίων ἑλληνικῶν καὶ λατινικῶν. Τοῦτο δὲ ἐπέφερε τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους ἀναγέννηση. Χωρὶς τὴν ἐκμάθηση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παιδείας ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη θὰ ἦταν ἀκόμα στὴ λήθη τοῦ σκοτεινοῦ της μεσαίωνα. 
[2] Λέγεται μάλιστα ὅτι, μετὰ τὴν νικηφόρα ἔκβαση τῆς μάχης τοῦ Μαραθῶνα, ὁ στρατηγὸς Μιλτιάδης μὲ τοὺς ὁπλῖτες του Ἀθηναίους μετέβησαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ἡρακλέους Μαραθῶνος στὸ ἱερὸ τοῦ Ἡρακλέους Κυνοσάργους προσεγγίζοντας ὅσο τὸ δυνατὸν ταχύτερα τὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ταχύτητα τῆς μετάβασης τοὺς παραμένει διὰ τοὺς ἱστορικοὺς ἀναλυτὲς ἀνεξήγητος καὶ παροιμιώδης. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΝΕΟΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, ἐκδ. ΗΛΙΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ, λῆμμα: Γυμνάσιον
•Πλούταρχου, Βίοι παράλληλοι-Θησέας
•Παυσανίου, Ἀττικά

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019


ЭIЄ

ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΡΑΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΣΕ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
(Η απαρχή των οπερατικών ευνούχων-καστράτο)
Ἔρευνα & συγγραφὴ: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

 Στὰ ἱστορικὰ δρώμενα τῆς δυτικῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς καταγράφεται μιὰ ἐποχὴ εἰς τὴν ὁποία ἄνθισε τὸ εἶδος τῆς ὄπερας ἤτοι καὶ λυρικῆς σκηνῆς. Ἡ ἐν λόγῳ ἐποχὴ διαδραματίστηκε κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνες τῆς ἀναγεννήσεως. 
 Λίαν συντόμως, ὁμολογοῦμε ὅτι, τὸ τυπικὸ τῆς ὄπερας, διακρίθηκε, πολὺ σύντομα, σὲ μιὰ αὐτόνομη μουσικὴ δημιουργία, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε Ἄρια. Ἡ Ἄρια, ὡς μουσικὸς ὅρος, προῆλθε ἐτυμολογικῶς ἀπὸ τὴν ἑλληνίδα λέξη ἀὴρ ἢ ἀέριος. 
 Κατὰ τὴν πορεία τῆς ἐξέλιξης τοῦ εἴδους, οἱ ἐπικρατέστεροι ἑρμηνευτὲς τοῦ μελωδικοῦ ἄσματος τῆς Ἄριας ὑπῆρξαν οἱ ὀξύφωνοι ἀοιδοί. Ἡ ὀνομασία τους προέκυψε λόγῳ τοῦ τεντώματος τῆς φωνητικῆς ἐκτάσεως τεντώνω > τέντωρ > τένορ > τενόρος βάση τοῦ ρήματος τείνω > προεκτείνω.
 Ἐν ὀλίγοις, ὁ ὀξύφωνος ἢ τενόρος θεωρεῖται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα τὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο ἀνδρικῆς φωνῆς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἀποδώσει εὔκολα τὸ τονικὸ ὕψος τοῦ Σόλ, τοῦ Λὰ καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις του Σὶ καὶ τοῦ Ντὸ πάνω ἀπὸ τὸ πεντάγραμμο. 


Καφφαρέλι ὁ διάσημος νότιο Ἰταλὸς ἀοιδὸς εὐνοῦχος - καστράτο 1710-1783 


 Τὴν ἐποχὴν ἐκείνη, οἱ καινοφανεῖς συνθετικὲς τάσεις, ὁδήγησαν ὁρισμένους μουσικοσυνθέτες στὴν ἀναζήτηση ἑνὸς ὑψηλότερου ἐπιπέδου ἀνδρικῆς φωνῆς κάτι παρόμοιο μὲ τὸ ἀρχαῖο τύπο του ἀγγελοφώνου. 
 Παρ' ὅτι ἡ θέσης αὐτὴ ἠδύναντο νὰ καλυφθεῖ ἀπὸ μιὰ γυναικεία φωνὴ τοῦ μεσαίου ἐπιπέδου φωνήσεως (mezzo soprano) οἱ συντηρητικὲς ἀπόψεις τῆς ἀναγεννησιακῆς ἐποχῆς περὶ τῆς ἐλευθεριότητας τοῦ καλλιτεχνικοῦ κόσμου, δὲν ἐπέτρεπε τὴν συμμετοχὴ ἄπασας γυναικὸς εἰς τὰ μουσικὰ ἔργα τῆς ὄπερας.  
 Ἄντ' αὐτοῦ ἐπιλέχθηκε ὡς τύπος ἀντικατάστασης ἕνα εἶδος ὑψηλότερης φωνῆς, τὸ προπαρασκευασμένο, ἴσως καὶ παραφύση, εἶδος ἀοιδοῦ ποὺ ὀνομάζονταν Καστράτο(Castrate)
 Ὄντως τὸ εἶδος τοῦ ἀοιδοῦ καστράτο ὑπῆρξε, κατὰ μίαν ἐκδοχή, μὴ φυσιολογικὸ ἐφόσον ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθοῦν μὲ ἕνα ἀποτρόπαιο χειρουργικὸ τρόπο οἱ ὄρχεις τοῦ ἀρσενικοῦ παῖδα πρὶν διέβει τὴν περίοδο τῆς ἐφηβικῆς μεταφώνησης. 
 Τοῦτο ἐπιχειροῦντο γιὰ νὰ διατηρηθεῖ τὸ ἠχόχρωμα καὶ οἱ ὀξύτατοι μουσικοὶ φθόγγοι της προ-εφηβικῆς ἡλικίας τοῦ νεαροῦ ἀοιδοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐνηλικίωση. 
 Ἡ συγκεκριμένη φωνητικὴ χροιά, τῆς ὑπεροξύτονης ἢ σύντονης κλίμακας ὁμοίαζε, σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις, μετὰ ἐκείνου τῆς λυρικῆς ὑψίφωνου, τὸ ὁποῖο ἐλέγετο εἰς τὴν δυτικὴ μουσικὴ ὁρολογία coloratura (κολορατούρα). Ἡ ἔννοια αὐτὴ ἐτυμολογεῖται ἐκ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξης κάλλος, ὅπου, κατὰ τὴν πορεία παραφράσθηκε στὸ λατινικὸ coloure = χρῶμα. 
 Τὸ φωνητικὸ ἐπίπεδο τῆς κολορατούρα θεωρεῖται μιὰ μορφὴ ἀνδρικῆς καὶ γυναικείας τεχνικῆς ἡ ὁποία στὴρίζεται στὶς δεξιοτεχνικὲς ἑρμηνεῖες μὲ φωνητικοὺς χρωματισμοὺς ἤτοι, κατέντσες, τρίλιες, εὐρεῖα τονικὰ ἅλματα καὶ τρέξιμο μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ φθόγγους μελωδικῆς κλίμακας. 
 Ὁμολογουμένως τὸ εἶδος αὐτὸ ἄνθισε κατὰ τὴν κλασσική, ρομαντικὴ(μπελκάντο) καὶ μπαρὸκ ἐποχή. 


Κάρλο Μπρόσκι Φαρινέλλι, ὁ ξακουστότερος καστράτο ὅλων τῶν ἐποχῶν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγέννησης 


  Συμφώνως, μὲ τὰ παλαιότερα λεξικὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, εἰς τὸν πάλαι ποτὲ ἑλληνικὸν κόσμον ὑπῆρξε ἡ παρουσία τῶν Καστράτο φερόντων τὴν ὀνομασίαν Εὐνοῦχοι, Ἀοιδοὶ καὶ Σπαδῶν
 Οἱ ἱστορικὲς πηγές, γιὰ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἀναγεννησιακῶν ὀπερατικῶν ἀοιδῶν, κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἑστιάζονται εἰς τὴν παρουσία κάποιου εὐνούχου ψαλμωδοῦ - χορωδοῦ ἐπονόματι Βρύσων. Ὁ Βρύσων χρημάτισε ὡς ἀρχιωδὸς ἢ ἀρχιχορωδὸς ἤτοι καὶ μεταγενεστέρως πρωτοψάλτης εἰς τὴν αὐλὴ τῆς βασίλισσας Εὐδοξίας τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. 
 Ἐπιπλέον μαρτυρίες συναινοῦν ὑπὲρ τῆς βεβαίας χρήσης τῶν ἀγγελοφώνων ἀοιδῶν εὐνούχων - καστράτο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἑπτὰ αἰῶνες, δηλαδή, ἀπ' τὸν 4ο ἕως 11ο μ.Χ. αἰῶνα. 
 Οἱ φιλολογικὲς πηγές, ἀπὸ κάποιο ξένο περιηγητὴ τοῦ 11ου αἰῶνα ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπιβεβαιώνουν μὲ τὴν παροῦσα μαρτυρία ἐξ ἀκοῆς περὶ τῶν ὑμνωδῶν εὐνούχων - καστράτο ἐν χορῷ (δὲς τὸ βιβλίο τοῦ Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιῶτες στὴν Ἑλλάδα» τόμος Α'). 
 Τοῦτο ἁπλᾶ σημαίνει ὅτι, οἱ Ἕλληνες καστράτο προηγήθηκαν τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων. Πιὸ συγκεκριμένα, ἑστιάζουμε τὸ βλέμμα μας στὴν κάτωθι εἰκόνα σὲ ἕναν ἀγγελόφωνο εὐνοῦχο - καστράτο, ἀπὸ μία μοναδικὴ ἀπεικόνιση τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνα.   Ὁ εἰκονιζόμενος δείχνει νὰ κρατάει εἰλητάριο μὲ χριστιανικοὺς ὕμνους ὡς ψαλμωδός. 

Βυζαντινὸς ψαλμωδὸς castrato τοῦ 11ου αἰῶνος 


 Ἐν τούτοις εἰς μίαν μαρτυρία παλαιοτάτου Λεξικοῦ, ποὺ οἱ ἐτυμολογίες του ἀνάγονται στὰ χρόνια τοῦ μεσαιωνικοῦ Βυζαντίου ἤτοι της βασιλεύουσας Ρωμανίας, ἀνατρέπονται ὅλα τὰ στερεότυπα. 
 Ὅπως καταγράφεται εἰς τὸ λῆμμα τοῦ ὀνόματος «Ἀρμάτειον μέλος», ὑπῆρξε κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς χρόνους ἕνα εἶδος τραγουδιοῦ ποὺ ὀνομάζονταν Ἀρμάτειον μέλος ἐκ τοῦ Ὑμεναίου. Τοῦτο τὸ Ἀρμάτειον μέλος ἐξηγεῖται ὡς ἕνα εἶδος ὑμεναίου, ὅπως δηλαδὴ τὸ τραγούδι τῆς νύφης ὅπου ἄδονταν σὲ ὀξὺ καὶ λεπτὸν φθόγγο(μουσική νότα). 
 Συμφώνως μὲ περαιτέρω στοιχεῖα, ὁ Ἀθηναῖος τραγωδὸς Εὐριπίδης χρησιμοποίησε τὸ Ἀρμάτειον μέλος σὲ γνωστὴ τραγωδία του. Ὁ Εὐριπίδης θέλοντας νὰ παρουσιάσει κάποιο νεοτερισμὸ εἰς τὸ Ἀθηναϊκὸ θέατρο ἐπέλεξε ἕναν εὐνοῦχο ἀοιδὸ γιὰ νὰ τραγουδίσει τὸ Ἀρμάτειον μέλος. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁριοθέτησε τὸ τονικὸ ἐπίπεδο τῆς μελωδικῆς γραμμῆς, τοῦ συγκεκριμένου εἴδους ὑμεναίου, ὅπου εἰς τοῦ μετέπειτα αἰῶνες καθιερώθηκε μόνο γιὰ τὶς φωνὲς τῶν εὐνούχων - καστράτο. 
 Μάλιστα, λέγεται ὅτι, ὁ Εὐριπίδης, πρῶτος ἀπ' ὅλους, κατονόμασε τὸ ὀξύφωνο μέλος του Ὑμέναιου ὡς Ἀρμάτειον. Ἰδοὺ καὶ τὸ ἀποδεικτικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ λεχθέντα τοῦ Μέγα Ἐτυμολογικοῦ Λεξικοῦ: «...τὸν οὖν ὀξὺν καὶ λεπτὸν φθόγγον ἀρμάτειον ἐκ τοῦτου ὁ Εὐριπίδης ἐκάλεσε· καὶ εὐνούχο εἰσάγει λέγοντα· τοιαῦται δὲ τῶν εὐνοῦχων αἱ φωναί.» ἐλεύθερη μετάφραση τοῦ συγγραφέα: [Τὸν ὀξὺ καὶ λεπτὸ τόνο Ἀρμάτειον ὀνόμασε ὁ Εὐριπίδης, καὶ λένε πὼς χρησιμοποίησε στὴν μουσικὴ τοῦ κάποιον εὐνοῦχο τραγουδιστῆ. Οἱ ὀξεῖες φωνὲς ἀνήκουν στὸ ἐπίπεδο τῆς φωνῆς τῶν εὐνούχων]
 Κάλλιστα ἠδυνάμεθα νὰ ἰσχυριστοῦμε περὶ τῆς πρώιμης εἰσαγωγῆς των καστράτο εἰς τὴν θεατρικὴ σκηνὴ τοῦ μεγάλου Ἀθηναίου τραγωδοῦ Εὐριπίδη ποὺ ὡς δραματουργός - μουσουργόςπροηγήθηκε, κατὰ δύο χιλιάδες διακόσια χρόνια τοῦ Γκέοργκ Φρίντριχ Χαῖντελ, τοῦ Τζάκομο Μάγερμπεερ, τοῦ Ἀμαντέους Μότσαρτ κ.α. 


Εἰκόνες ἀπὸ τὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν ποὺ διέσωσε ἡ Ἄννα Νοταρὰ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολεως καὶ τὸ ἀποκατέστησε τρεῖς αἰῶνες ἀργότερα ὁ THOMAS GAISFORD στὸ πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης. Στὴν πρώτη εἰκόνα βλέπουμε τὰ γραφόμενα περὶ τοῦ λήμματος "Ἀρμάτειον μέλος". 

  Ἐπιπλέον, ὁδηγούμενοι στὴν μουσικὴ θεωρία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὴ μήτρα τῆς παγκόσμιας μουσικοθεωρητικὴς κατεύθυνσης, ἀνακαλύπτουμε τὸ ἐπίπεδο φωνήσεως τὸ ὁποῖο καὶ τοποθετοῦσαν τὶς φωνὲς τῶν εὐνούχων. 
 Βάση αὐτῆς τῆς θεωρίας, στὸ ὑψηλότερο τονιαῖο σύστημα ὑπῆρχαν τρεῖς τονιαῖες θέσεις τῆς μουσικῆς κλίμακας: α)νήτη συνημμένων, β)νήτη διεζευγμένων καὶ γ)νήτη ὑπερβολαίων
 Ἡ νήτη ὑπερβολαίων, ἡ κυρίως νήτη, ἀποτελοῦσε τὸν ὀξύτερο ἁρμονικὸ φθόγγο τοῦ ὀξέος τετραχόρδου. Ἀντιστοιχοῦσε εἰς τὴν νεώτερη μουσικὴ κλίμακα μὲ τὸ Λὰ τῆς δεύτερης ὀκτάβας. 
 Ἄρα, ἡ νήτη ὑπερβολαίων ἀνῆκε στὴν φωνητικὴ περιοχὴ ἑνὸς ὀπερατικοῦ ὀξυφώνου(tenor). Ἐνδείκνυται, λοιπόν, νὰ ἐλέγξουμε τὸ ἐπίπεδο τῶν σοπρανίστας, ὅπως ὀνομάζονται οἱ καστράτο, οἱ ὁποῖοι φαίνεται νὰ τοποθετοῦνταν, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες χορωδούς, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὴν νήτη ὑπερβολαίων, δηλαδή, μεταξύ της νήτης καὶ τῆς ὑπάτης.   Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ Νεότερο ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν τοῦ Ἡλίου(λήμμα Νήτη) ἡ νεάτη ἀποτελεῖ τὸν ὀξύτερο φθόγγο τοῦ ὀξέος τετραχόρδου τῆς μουσικῆς βάσεως. Κατὰ τὴν νεωτέρα μουσικὴ κλίμακα ἡ νήτη ὑπερβολαίων ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τοῦ ΛΑ2
Ἐπιπλέον, εἰς τὴν ἐγκυκλοπαίδεια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς τοῦ Σόλωνα Μιχαηλίδη ἀναφέρεται στὸ λῆμμα νήτη - νεάτη ὅτι στὴν ἐπτάχορδη κλίμακα ὑπῆρξε ἡ ὑψηλοτέρα νότα τοῦ τετραχόρδου συνημμένων δηλαδὴ ἡ ΡΕ, ἐνῷ στὴν ὀχτάχορδη τὴν ὑψηλοτέρα νότα τοῦ τετραχόρδου διαζευγμένων δηλαδὴ τὴν ΜΙ


  Ἐν κατακλεῖδι, οἱ φωνὲς τῶν εὐνούχων - καστράτο ἦταν σὲ χρήση ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες χοροδιδασκάλους λυρικούς - τραγικοὺς ποιητὲς τῶν Ἀθηνῶν ὅπως προκύπτει ἀπὸ τοῦτο τὸ μικρὸν ἐρευνητικὸν πόνημα. 
Ἴσως ὅμως νὰ ὑπῆρχε πρωιμότερη χρήση τῶν καστράτο - εὐνούχων εἰς τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσικὴ τέχνη. 
 Εἰς τὸ Λεξικόν του Εὐσταθίου (EUSTATHII COMEMMENTARIOS IN HOMERI ILIADEM ET ODYSSEAM)  ἐντοπίζεται μιὰ ἰδιαίτερη πληροφορία ποὺ δὲν ἔχει βγεῖ ποτὲ στὸ φῶς τῆς δημοσιότητας. 
 Πιὸ συγκεκριμένα, στὸ λῆμμα "ἀοιδὸς" ἐξηγεῖ ὅτι, οἱ ἀοιδοὶ ἐκ τῶν μυκηναϊκῶν χρόνων ἀνῆκαν εἰς τὴν μερίδα τῶν φιλοσόφων καὶ ἡ ὀνομασία τους προῆλθε ἀπὸ τὸ αἰδοῖα μὴ ἔχων, δηλαδή, ἠτο εὐνοῦχοι ὅπως ὁ Δημόδοκος ἐξ Ἄργους φύλαξ τῆς Κλυταιμνήστρας. Ἰδοὺ καὶ τὸ ἀρχαῖο κείμενο τοῦ λεξικοῦ: «ἀοιδός, ὅτι τοὺς περὶ μουσικῆς καὶ ποιητικὴν ἀοιδοὺς ἐν μοῖρᾳ φιλοσόφων ἔταττον οἱ παλαιοί, καὶ ὅτι ἀπολύτως ἀοιδὸς οἱ τοιοῦτοι λέγονται ὅρος διαστολὴν τῶν περι θρήνους καὶ γάμους καὶ τοιούτων ἄλλων ἀοιδῶν, καὶ ὅτι τὸν τῆς παρ' Ὁμήρῳ Κλυταιμνήστρας ἀοιδὸν εὐνοῦχον νόησάν τινες λεχθῆναι παρὰ τὸ αἰδοῖα μὴ ἔχειν, ἱστορία διεξοδική». 
  Ὡστόσο, ἡ κύρια ἀναφορὰ τοῦ πονήματος ἀνήκει εἰς τὸν Εὐριπίδη, καθότι, ὁ Ἀθηναῖος τραγωδὸς ὑπῆρξε ἕνας λαμπρότατος καινοτόμος τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀττικοῦ θεάτρου. 

Μικρὸν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ταινία Farinelli (Φαρινέλλι) τοῦ 1994. Οἱ δημιουργοὶ τῆς ταινίας προσπάθησαν νὰ προσεγγίσουν τὴν φωνὴ τοῦ εὐνούχου-καστράτο ἀοιδοῦ μὲ σύγχρονα τεχνολογικὰ ἠχητικὰ μέσα. Τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα ἄκουσμα ποὺ προσδίδει ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ πλησιέστερα τὴν ἀγγελόφωνη - λεπτοφυὴς ἑρμηνεία τοῦ μεγάλου ὀπερατικοῦ καστράτο ποὺ ἄφησε ἐποχὴ μὲ τὴν παρουσία του. Κάτι ἀνάλογο, 
φαίνεται νὰ ἄκουσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι, ὡς θεατρικοὶ ἀκροατές, ἀπὸ τὴν μουσική 
σύνθεση τοῦ Εὐριπίδη ποὺ τὴν ὀνόμασε "Ἀρμάτειον μέλος" καὶ χρησιμοποίησε γιά 
ἑρμηνευτὴ ἕνα καστράτο τραγουδιστή. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Μέγα Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν (ETYMOLOGICON MAGNUM) 
•Νεότερο ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟ τοῦ Ἡλίου 
•Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας 
•Σόλωνα Μιχαηλίδη, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς, ἐκδ. Μορφωτικὸ ἵδρυμα ἐθνικῆς τραπέζης 
•EUSTATHII COMEMMENTARIOS IN HOMERI ILIADEM ET ODYSSEAM