Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

  

ЭIЄ

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΤΙΣ ΑΔΙΚΕΣ ΘΑΝΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΕΠΕΒΑΛΛΕ ΣΕ
ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
(ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ)

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

                     
 Μελετῶντας τὴν παγκόσμια ἱστορία ἀναδεικνύεται τὸ γεγονὸς τῆς παρουσίας τῶν δικαστικῶν θεσμῶν, εἰς τὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, μὲ διαφορετικοὺς τρόπους καὶ κανόνες ἐκτέλεσης τῶν ποινῶν. 
 Ἐν ὀλίγοις, τά ἀποτελέσματα τῶν δικῶν τῆς ἀρχαιότητος, μὲ κριτήριο τὴν τιμωρία καὶ οὐχὶ τὸν σωφρονισμό των παρανομησάντων, σὲ ἀρκετὲς τῶν περιπτώσεων προσδίδουν τις ἐκτελεστικὲς ποινές μὲ μεγάλη αὐστηρότητα καὶ ἰδιαίτερο αὐταρχισμὸ ἀκόμα καὶ σὲ περιπτώσεις ὅπου οἱ δικαστὲς ὑπόκεινταν σὲ δημοκρατικὸ πολίτευμα ὅπως ἐκεῖνο τῆς Ἀθήνας. 
Ὁ Περικλῆς ὁ Ἀθηναῖος ἀγορεύει εἰς τὴν Πνύκα ὑπερασπιζόμενος τὴν ἰδέα περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.. 

 Ἐξετάζοντας τρεῖς πασίγνωστες περιπτώσεις τῆς ἀρχαίας δικονομίας τῶν Ἀθηνῶν, καταλήγουμε στὸ ἀσφαλές συμπέρασμα περί τῶν καλοπροαίρετων ἀντανακλαστικῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ λαοῦ τῆς Ἀθήνας, καθ' ὅλην τὴν χρονικὴ διάρκεια τῆς παλαιᾶς ἱστορίας, ὅταν ἀπὸ λάθος χειρισμούς ὁδήγησαν ἀδίκως στὸν θάνατον ἢ τὴν ἐξορίαν κάποια ἐξέχοντα πρόσωπα. 
 Ὅλα ἐτοῦτα, πάντοτε, εἰς τὸ ὄνομα τῆς κοινωνικῆς κάθαρσης, τῆς πόλης - κράτους. Ἰδοὺ οἱ τρεῖς πιὸ τρανταχτὲς περιπτώσεις τῆς ἀρχαίας Ἀθηναϊκῆς δικομανίας: 

Α' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 
Λύκος καὶ Μενεσθέας ὅπου συνετέλεσαν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς στιγμὲς στὴν δολιοφθορὰ τοῦ Λαοῦ μὲ τὴ ρητορικὴ τοῦ ψεύδους καταφέρνοντας τὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ Θησέα μέγιστου ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς κορυφαίους τοῦ Πανελληνίου μαζὶ μὲ τὸν Ἡρακλῆ, ἐπηρέασε τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν.  Τοῦτο ὅμως τὸ ἄδικο σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ἐπέφερε τὸν λοιμό. Ἡ λύση τῆς ἐπιδημικῆς κρίσης ἦρθε ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν ὅταν συνέστησε τὴν ἐπαναφορὰ τῶν ὀστῶν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἥρωος εἰς τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν Σκῦρο ὅπου εἶχε δολοφονηθεῖ καὶ κείτωνταν ἐκεῖ σὲ ἄγνωστο ταφικὸ σημεῖο.   Τότε ὁ Κίμων, ἐξέχων καὶ ἡρωικότατος στρατηγός - πολιτικός, ἐκστρατεύοντας στὴν Σκῦρο κατέβαλλε τοὺς ἐντοπίους καὶ ἀναζητῶντας τὸ σημεῖο ταφῆς τὸ βρῆκε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς ἀετοῦ. Ἀνασκάπτωντας, ὡς "κοινῶς" ἀνασκαφεὺς ἀρχαιολόγος ἀνακάλυψε μία θήκη ποὺ ἐμπεριέχει ὀστᾶ μεγάλου σώματος, μία χάλκινη αἰχμὴ καὶ ξίφος ἤτοι σπαθί! 
 Κατόπιν, μετέφερε τὰ ἱερὰ ὀστᾶ τοῦ Θησέως μὲ λαμπρὲς τελετὲς στὴν πόλη ποὺ εὐεργέτησε ὅσο κανένας ἄλλος βασιλιᾶς της. Ἔτσι, ἡ ἱερὰ Ἀθήνα ἐξιλεώθηκε [δὲς Πλούταρχου Βίοι Παράλληλοι - Θησεύς]. 

Β' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 
Μέδητος, υἱός του Λέρου εἰς Ἀθήνας ὡς ρήτωρ μετὰ τοῦ Ἀνίτου ἐκατηγόρησαν τὸν Σωκράτη γιὰ διαφθορὰ τῶν νέων καὶ τὸν ὁδήγησαν νὰ πιεῖ τὸ κώνειο μετὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου. Οἱ Ἀθηναῖοι ἐκ πρώτης ἔδωσαν πίστη στὴν κατηγορία τους ὅμως ὅταν συναισθάνθηκαν τὸ ἁμάρτημα ὅπου περιέπεσαν διὰ μιὰ τέτοια ἄδικη καταδίκη καὶ ὅτι ἔπρεπε μᾶλλον νὰ τὸν μιμηθοῦν κατὰ πάντα καὶ οὐχὶ νὰ πιστέψουν εἰς τὴν κατ' αὐτοῦ συκοφαντίαν, λιθοβόλησαν τοὺς κακόβουλους κατήγορούς του καὶ ἔστησαν ἄγαλμα τοῦ εἰς τὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἐξιλέωση... 
(δὲς Λεξικὸ τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν).
 
ΕΚ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ Η ΦΡΑΣΗ "ΠΡΟΣ ΕΞΙΛΕΩΣΙΝ(ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ)"

Γ' ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ
Ἀγνωνίδης ρήτωρ καὶ δημαγωγὸς κατηγορήσας γιὰ προδοσία τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Φωκίων στέλνοντάς τον νὰ πιεῖ τὸ κώνιο. 
 Διὰ τοῦτο ἔπειτα, θανατωθῇς ὁ Ἀγνωνίδης ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, μετὰ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας περὶ τῆς ἀθωότητας τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τους Φωκίωνα (δὲς Λεξικὸ τῶν ἀρχαίων καὶ κύριων ὀνομάτων Νικολάου Λωρέντη). 

ΕΚ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ Η ΣΗΜΕΙΩΣΗ "ΕΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΣΑΝ ΤΗΝ ΑΔΙΚΟΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΑ"

  Παραθέτοντας καὶ τὶς τρεῖς περιπτώσεις ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι, ἡ Ἀθηναϊκὴ δημοκρατία, τὸ πανελλήνιο σύμβολο τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιακοῦ κώδικα, ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ ἁμαρτάνει καὶ νὰ ἀστοχεῖ εἰς τὶς πράξεις της. 
 Ὡστόσο, ἡ μεταμέλεια, ἤτοι καὶ ὡς πράξη μετανοίας, τέθηκε ξεκάθαρα γιὰ πρώτη φορὰ στὰ ἱστορικά χρονικά, ἀπὸ τὸ κράτος τῶν Ἀθηνῶν. 
 Τὰ λάθη τῶν δημοκρατικῶν Ἀθηναίων ὑπῆρξαν τεράστια καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ὄπου περιέγραψα - ἴσως καὶ σὲ ἀκόμη περισσότερες περιπτώσεις. 
 Ἐν τούτοις, ἔπειτα ἀπὸ τὴν παραίνεση ἀρχόντων καὶ λαοῦ, ἡ ἐπανεκδίκαση μιᾶς λάθος δικαστικῆς ἀπόφασης ἐξοστρακισμοῦ ἢ θανατικῆς ποινῆς ἐπανέφερε στὸ φῶς τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης, διόρθωνε, κατὰ μέρους, τὴν κακότητα τῆς δικαστικῆς πλάνης κρίνοντας ὡς δίκαιον καὶ ὀρθὸν τὴν ἀποκατάσταση τῆς μνήμης τοῦ νεκροῦ καὶ τὴν ἐξιλέωση τοῦ κράτους - πολιτείας μὲ ἀπόδοση τιμῶν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἥρωος. 
 Τοῦτα συνέβησαν εἰς τὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ ὁποία μετενόησε γιὰ τὶς πράξεις της τόσο εἰς τὴν περίπτωση τοῦ Θησέα, ὅσο τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Φωκίωνος. 
 Ἄντ' αὐτοῦ, παραθέτοντας συγκριτικὰ μία ἐπίσης μεγάλη δίκη τῆς παγκοσμίου ἱστορίας - ποὺ ἀφορᾶ τὸν ἑλληνισμὸ λόγῳ θρησκευτικῆς Πίστεως -  βλέπουμε ὅτι, οἱ Ἰουδαῖοι ἀρχιερεῖς - δικαστὲς εἰς τὴν δίκη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνήγαγαν τὴν ἐκτελεστική τους ἀπόφαση ὡς ἀνάγκη ἐπιβίωσης τοῦ Ἑβραϊκοῦ ἔθνους. 
 Δηλαδή, ὁ ἰσχυρισμὸς, τῆς παρανόμου ἀποφάσεως, ἦταν νὰ σωθεῖ τὸ ἔθνος θυσιάζοντας στὸ βωμὸ τῶν ἐθνικῶν ἀξιῶν ἕνα ὑποτιθέμενα δικό τους άτομο χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι, ὅπως, κήρυττε ἀπεναντίας ὁ ἐνσαρκωμένος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ λέγοντας τοὺς ξεκάθαρα ὅτι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ ποίμνιον Του. [δὲς λεπτομέρειες εἰς τὴν Καινὴ Διαθήκη]. 
 Εἶναι λοιπὸν πασιφανὲς ὅτι, ἡ στάση τῶν ἄλλων λαῶν καὶ δὴ τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρξε ἀπαξιωτικὴ εἰς τὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. 
 Παραποιῶντας συνεχῶς τοὺς μωσαϊκοὺς νόμους νουθετοῦσαν μὲ ὑστεροβουλία καὶ ἰδιοτέλεια ἐκφράζοντας πάντα τὰ προσωπικά τους ἰδεώδη μὲ ἀτομικισμὸ ὀλιγαρχικῆς νοοτροπίας. 
 Ἡ ἀδικία τῶν Ἰουδαίων ἀρχιερέων ἢ οἱανδήποτε ἄλλη ἄδικη θανατικὴ ἢ ἐξουθενωτικὴ ποινὴ ἐτέθη εἰς ἄνθρωπο ὑπὲρ τῶν ἐξουσιαστικῶν ἢ φατριακὼν συμφερόντων κρίνεται κατὰ κάποιο τρόπο παρόμοια μὲ ἐκείνη ποὺ ἔπραξαν οἱ δημοκράτες Ἀθηναῖοι εἰς τοὺς εὐεργέτας τους. 
 Ὅμως, σύμφωνα μὲ τὶς φιλολογικὲς καὶ ἱστορικὲς πηγές, οἱ Ἀθηναῖοι μετενόησαν, ἐξιλεώθηκαν, μετεμελήθησαν,  ἐνώπιον Θεοῦ κι ἀνθρώπων κι αὐτὸ εἶναι τὸ δίδαγμα ἐτούτης τῆς μελέτης... 
 Ἄντ' αὐτοῦ, μέχρι τὴ σήμερον ἀναμένομεν  νὰ εἰπωθεῖ μιὰ καθοριστικὴ συγγνώμη τῶν Ἰουδαίων(σημερινών Ἑβραίων ἀπανταχοῦ τῆς ἀνθρωπότητος) καὶ τῶν Ρωμαίων (σημερινῶν Παπικῶν ἀρχιερέων τοῦ Βατικανοῦ), γιὰ τὰ ἀποτροπιαστικὰ μαρτυρία ὅπου ἐδέχθη ὁ Κυρίος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες, κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς παράτυπης καταδίκης ἑνὸς ἀθώου, ὅπως ἐπίσης, καὶ γιὰ τὴν ἐξευτελιστικὴ θανατικὴ ποινὴ τῆς Σταυρώσεως Του ὡς κοινὸς κακοῦργος. 
  Ἡ ἀθωότητα τοῦ ἐνσαρκωμένου Χριστοῦ πρέπει νὰ ἐπικυρωθεῖ μὲ μιὰ νέα δίκη ὅπου μέλλει νὰ διαλευκάνει τὸ ἀνόητο διήγημα τῆς καταγγελίας τῶν Ἑβραίων ὅτι,  ὁ Θεάνθρωπος ὑπῆρξε λαοπλάνος τῆς οἰκουμένης. 
 Ἔτσι μέλλει νὰ ὁδηγηθεὶ ἡ φυλή των Ἑβραίων εἰς μετάνοια γιὰ τὸ ἔγκλημα τῆς παράνομης Σταυρώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπου, βαραίνει τὰς κεφαλάς των ἐπιγόνων τους, ἀφοῦ, δυστυχῶς, συνεχίζουν κρυφὰ καὶ ὕπουλα τὴν σπίλωση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεανθρώπου. 
 Ἐπιπλέον, τὸ κείμενο τοῦτο ἀφιερώνεται σὲ ἐκείνους ποὺ σφαλερῶς ὁμολογοῦν ὅτι καὶ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἴδιοι μὲ τ' ἄλλα ἔθνη ἐφόσον θανατώσαμε τοὺς δικαίους καὶ ἐθνικοὺς εὐεργέτας μας, μὴ γνωρίζοντας οὗτοι, ὅτι, ὁ ἑλληνικὸς κόσμος καὶ δὴ ἡ σοφὴ πόλης τῶν Ἀθηνῶν ὑποχρεώθει εἰς ταπείνωσην καὶ μετανοησία. 
 Αὐτή της ἡ πράξη προσέλκυσε, ἄμεσα, τὴν χάριν Τοῦ Θεοῦ ἐπιφέροντας εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας πνευματικοὺς καρποὺς ἀπὸ πληθώρα Ἁγίων!! Ἀμήν!! 
ΠΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ Η ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ... Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ! 

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Νικολάου Λωρέντη, Λεξικὸ τῶν ἀρχαίων καὶ κύριων ὀνομάτων 
•Νικολάου Καραβία Γρίβα, Λεξικὸ τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1841 
•Πλούταρχου Βίοι Παράλληλοι - Θησεύς 
•Καινὴ Διαθήκη

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025


ЭIЄ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (ΚΑΝΤΩΡ)
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Τὸ λεξικὸ Σουΐδα ἢ Σούδα, εἶναι τὸ ἀρχαιότερο ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ ποὺ διασώζεται στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἡ συγγραφή του συντελέστηκε στὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 9ο μ.Χ. αἰῶνα.
 Σήμερα, ὅλα τὰ πανεπιστήμια ἀνὰ τὸν κόσμο, θεωροῦν τὸ λεξικὸ Σουΐδα, τὴν πιὸ ἔγκυρη καὶ ἀληθοφανεῖς ἱστορικὴ καὶ φιλολογικὴ πηγή. 
  Τὰ στοιχεῖα, ποὺ θὰ παρατεθοῦν σὲ τοῦτο δῶ τὸ μικρὸ πόνημα, προέρχονται ἀπὸ τὸ λῆμμα τοῦ προαναφερθέντος λεξικοῦ «Ἰησοῦς Χριστός». 


  Ἐν τάχει, σημειώνουμε ὅ,τι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ υἱὸς καὶ λόγος τοῦ Θεοῦ, πρὶν νὰ ἀρχίσει νὰ κηρύττει, κλήθηκε ἀπὸ τὴν Ἰουδαϊκὴ συναγωγή, γιὰ νὰ ἀναλάβει ἱερατικὰ καθήκοντα, στὴν θέση ἑνὸς ἐκλιπόντος ἱερέως ἐκ τῶν εἴκοσι καὶ δύο  κληρωτῶν τῆς συναγωγῆς. 
  Ἐπειδή, ὁ εὐσεβεῖς πατριὸς τοῦ Ἰησοῦ ὁ  Ἰωσήφ, εἶχε πεθάνει, ἐξέλεξαν ἐκεῖνο γιὰ ἱερέα. Ὅλος ὁ λαός της Γαλιλαίας, θεωροῦσε τὸν Ἰησοῦ, τὸν πιὸ ἐνάρετο πολίτη. Κάλεσαν λοιπὸν τὴν μητέρα του Μαρία – Παναγία, γιὰ νὰ καταθέσει τὴν πατρότητα του. 
 Ὅταν ἡ Θεομήτωρ, παρουσιάσθηκε στοὺς Ἰουδαίους τῆς Συναγωγῆς, ἐρωτώμενη ἂν εἶναι γιός της ὁ «ἐνάρετος» Ἰησοῦς, τότε ἀπάντησε καταφατικά ὅ,τι τὸν γέννησε ἐκείνη ἔχοντας ὡς μάρτυρες τὶς γυναῖκες ποὺ τὴν ξεγέννησαν. Ὅσο γιὰ τὴν πατρότητα τοῦ παιδιοῦ, μαρτύρησε πὼς ὁ υἱός της δὲν ἔχει ἐπὶ τῆς γῆς πατέρα.
 Στὴν Γαλιλαία, συνέχισε νὰ λέει ἡ Παναγία, ἐνῷ διαβιοῦσα Παρθένος, Ἄγγελος Κυρίου ἦλθε στὴν οἰκεία μου καὶ μοῦ ἀνήγγειλε ὅτι, ἔξ Ἁγίου Πνεύματος θὰ τοκίσω υἱό, τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ ὀνομάσω Ἰησοῦ. Παρθένος καθὼς ἤμουν, παρθένος παρέμεινα καὶ μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ. Ἔκπληκτοι, οἱ ἀρχιερεῖς κάλεσαν τὶς ἐξειδικευμένες μαῖες γιὰ νὰ τὴν ἐξετάσουν, ὅπου καὶ διαπιστώθηκε ἡ παρθενία τῆς Μαρίας Θεοτόκου. 
 Οἱ γραμματεῖς, ἔπειτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, τὴν διαβεβαίωσαν γιὰ τὴν καταγραφὴ τῆς μαρτυρίας αὐτῆς εἷς τον κώδικα τῆς συναγωγῆς, περὶ τῆς Θεϊκῆς καταγωγῆς τοῦ Ἰησοῦ: «...κοινὴ ψῆφο πάντων ἡμῶν ἱερεὺς Ἰησοῦς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» (Λεξικὸ Σουΐδα, λῆμμα Ἰησοῦς Χριστός). 
  Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ Ἰησοῦς, στὰ κηρύγματα του, κατηγοροῦσε τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ὡς τυφλοὺς ὁδηγοὺς τοῦ ποιμνίου τους, ἀφοῦ γνώριζαν κατὰ γράμμα πὼς ἦταν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 
 Μάλιστα, ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν σκληροκαρδία τους, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν σταύρωσαν ἰσχυριζόμενοι τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ, ποὺ ἔσυρε ποινὴ θανάτου σὲ ὅποιον ἰσχυρίζονταν ὅτι ἦταν υἱὸς Θεοῦ, ἐνῷ οἱ ἴδιοι μετὰ ἀποδείξεως κατέγραψαν τὴν ἀληθεῖς μαρτυρία περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὸν κώδικα τους. Ὁ συγκεκριμένος κώδικας, διασώζονταν μέχρι καὶ τὴν ἐποχή του Ἰουστινιανοῦ στὴν Παλαιστίνη. 
  Ὁ αὐτοκράτορας ὅμως δὲν γνώριζε γιὰ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ κώδικα, γιατί ἂν μάθαινε γιὰ τὴν δολιότητα τῶν Ἑβραίων – Ἰουδαίων, θὰ τοὺς ἀφάνιζε ἀπὸ προσώπου γῆς.
  Διὰ μέσου, λοιπὸν τοῦ Βυζαντινοῦ Λεξικοῦ του Σουΐδα, ἐνημερωνόμαστε γιὰ τὴν "ἄγνωστο" ἀνάληψη ἱερατικῶν καθηκόντων τοῦ Ἰησοῦ, στὴν Ἰουδαϊκὴ συναγωγή.
 Ἀμφότερα, λοιπόν, ἀποκαλύπτεται κι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο, ὁ Ἰησοῦς, δίδασκε στὶς ἐπιχώριες συναγωγές. Ἐπὶ τούτου ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Δ΄ 18 -21), σ’ ἕνα ἐδάφιο τοῦ εὐαγγελίου, περιγράφει τὴν ἄνοδο τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς συναγωγῆς στὴν περιοχὴ τῆς Γαλιλαίας.
 Ἐκεῖ, γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Θεάνθρωπος ἱερέας Χριστός, ἀνεβαίνει στὸ βῆμα, καὶ ἀπαγγέλει ὡς "ὁμηρικὸς κῆρυξ" τὴν πλέον ἐκπληρωμένη προφητεία του Ἠσαΐα. Ἡ προφητεία αὐτὴ ὁμιλοῦσε γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία.   Δηλαδή, ἀνήγγειλε τὴν δική του ἔλευση στὸν πλανήτη γῆ διὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ λυτρωτικοῦ καὶ σωτήριου ἔργου του ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητας. 
  Ἐν τούτοις, λόγῳ τὸ ὅτι, μεγάλο μέρος τῶν Ἑβραίων, ἦσαν ἑλληνίζοντες, δηλ. ὁμιλητὲς καὶ σπουδαστές τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Π. Διαθήκης θὰ πρέπει νὰ ἀποδίδονταν,  ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μετάφραση των ἑβδομήκοντα τῆς ἐποχῆς του Πτολεμαίου. Ἔτσι, ὁ Ἰησοῦς, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, διάβασε στὰ ἑλληνικὰ τὴν προφητεία του Ἠσαΐα! 
  Παράλληλα, ἀπὸ τὴν ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Larousse Britannica, μαθαίνουμε γιὰ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀρχαίου εἴδους μουσικοῦ τεχνίτη τοῦ ἐπιλεγόμενου «κάντορα» ἤτοι καὶ τραγουδιστῆ, μέσα στὶς λειτουργικὲς συνήθειες τῆς Ἰουδαϊκῆς συναγωγῆς.
 Ὁ κάντορας, στὴν ἰουδαϊκὴ γλῶσσα, ὀνομάζονταν Ἀζάν (hazzan). Ὁ Ἀζάν, ἤτοι καὶ χοροδιδάσκαλος εἰς τὴν ἀρχαῖα ἑλληνικήν - ὅπως οἱ τραγωδοὶ Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς καὶ Εὐριπίδης - ἀναλάμβανε τὴν μουσικὴ ἀπόδοση τῶν ὕμνων τῆς συναγωγῆς. 
 Παράλληλα ἡ ἔννοια τοῦ ραββὶ ποὺ συναντᾶμε συχνὰ στὰ εὐαγγέλια, προέρχεται ἀπὸ παραφθορὰ τῆς λέξεως ράβδος. Τὴν ἀρχιερατικὴ ράβδο τὴν βαστοῦσαν οἱ ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ τὴν εἶχαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι ραψωδοί, ἱερεῖς τῶν μουσῶν στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. 
  Συνάμα, ἡ λέξη Ραββί, στὴν συμβατική της ὑπόσταση, σημαίνει διδάσκαλος καὶ ὁ διδάσκαλος στὴν ἑλληνικὴ σημειώνεται καὶ ὡς μαΐστωρ, δηλαδὴ ὁ σημερινὸς μαέστρος, ποὺ ἡγεῖται τῆς χορωδίας καὶ τῆς ὀρχήστρας. Ὁ Ἀζάν, ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ρῆμα ἀσμαίω καὶ ἆσμα, ἦταν στὴν οὐσία ὁ ἀσματοποιός.
 Ἐξ αὐτοῦ προέκυψε κι ὁ διευθυντὴς ἄσματος, ποὺ συναντᾶτε ἀκόμη καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλληνοπελασγικὴ Αἴγυπτο, στὴν αὐλὴ τῶν Φαραὼ ἀλλὰ καὶ στὰ διεσπαρμένα ἱερατεῖα. 
 Ὁ Ἰησοῦς, μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάθεση τῶν ἱερατικῶν του καθηκόντων, ἔλαβε καὶ τὴν εἰδικότητα τοῦ διευθυντῆ ἄσματος ἢ χοροδιδάσκαλου ἢ κάντορα ἢ Ἀζάν, γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ μετὰ τὸ πέρας τοῦ κηρύγματος καὶ τῶν ἰάσεων, ὑμνοῦσε τὸν Θεὸ μὲ τοὺς μαθητές του ἐν χορῷ.
 Οἱ ὕμνοι, ποὺ ἔψαλλαν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθητές, ἀποδίδονταν στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ δώρια κλίμακα, ἀπὸ τὸ ἔθος τῆς ἑρμηνείας τῶν ψαλμῶν, τῶν ἑλληνιζόντων Ἑβραίων τῆς συναγωγῆς (Ἡ μουσικὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία της, Ο.Ε.Δ.Β., Ἀθήνα, Β’ γυμνασίου, σελ. 76 -77). 
 Στὴν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας, οἱ χοροδιδάσκαλοι ἐμφανίστηκαν στὴν βυζαντινὴ περίοδο σὰν πρωτοψάλτες - λαμπαδάριοι ἐνῷ ἀργότερα στὸν εὐρωπαϊκὸ μεσαίωνα, ὡς ὑμνωδοὶ ἐν χορῷ οἱ ἐπονόματι κάντορες. 
 Οἱ κάντορες, ἦταν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς μουσικῆς τῶν καθεδρικῶν ναῶν καὶ εἶχαν τὴν ἐποπτεία τῆς χορωδίας, ὀργανώνοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση τῶν ψαλμῶν καὶ τῶν ὕμνων. 
 Τοὺς κάντορες – χοροδιδασκάλους πρωταρχικά, τοὺς συναντᾶμε κατὰ τὴν ἀρχαιότητα στὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα στοὺς Δελφούς. 
 Ἐπίσης, χοροδιδάσκαλοι ὀνομάζονταν οἱ χορικοὶ ἢ οἱ τραγικοὶ ποιητὲς ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἀπόλλωνος στὸ Δελφικὸ μαντεῖο,  ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι ὁ Πλούταρχος ὁ Χαιρωνεὺς. 

  Στὴν ἄνωθεν εἰκόνα, τὴν εὑρισκομένη εἰς τὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου στὰ Λεμόνια Σαλαμῖνος, βλέπουμε ἁγιογραφημένο τὸν ἔνθρονο Μέγα Ἀρχιερέα Χριστό. 

 Ὅπως μαρτυρεῖ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, τὸ ἀνώτατο ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα τῆς τάξεως Μελχισεδέκ τὸ κατέχει ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστὸς ἅπαξ καὶ διὰ παντός. 
 Ἐπιπλέον, εἰς τοὺς ὕμνους τῆς Μ. Δευτέρας, γίνεται ἀναφορὰ περὶ τοῦ ἀκούσματος τῆς φωνῆς τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ δεδηλωμένης ὡς μακαρίας φωνῆς (δὲς «Ἰδού σοι τὸ τάλαντον...»). 
  Ἡ μακαρία φωνή, θεωρεῖται εἰς τὴν ὠδικὴν ἐπίπεδο μακρὰν & ὑψηλὸν καὶ κατὰ τὴν ἔκφραση - χροιὰ ἤρεμος καὶ γαλήνια. 
 Παράλληλα, στὴν Βυζαντινὴ ὁρολογία, συμπίπτει μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ φώνημα, ἐνῷ, κατὰ τὴν δυτικὴν φωνητικὴ ἔκφραση δηλοῦτε ὡς κομόντο (comodo). 
 Δεδομένου ὅτι, ἡ ὀξυφωνία ἑνὸς ἀρχιερέα ὑμνωδοῦ - χοροδιδασκάλου, συναντᾶτε καὶ στὴν ἀρχαία Αἴγυπτο, κατὰ τὴν Β' χιλιετηρίδα, εἰς τὸν ναό του Ἄμμωνος Διος, ὁ Will Durant, σημειώνει ὅτι: οἱ ἀρχιερεῖς – χοροδιδάσκαλοι τοῦ ναοῦ ὑμνωδούσαν τὸν θεό, μὲ τὸ μελωδικό τους τραγούδισμα. 
Ἐπακριβῶς δὲ γράφει: «Ὁ Σνεφροῦνοφρ καὶ Ρέμερυ – Πτὰχ ἦσαν οἱ Καροῦζο τῆς ἐποχῆς των...». 
 Ὅπως μᾶς ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἱστορικὲς πηγὲς οἱ προαναφερθέντες δύο ὑμνωδοὶ ἦταν ἀρχιερεῖς τοῦ ἑλληνοπελασγικοῦ γένους τῆς Αἰγύπτου. 
 Ὅσο γιὰ τὸν ὀπερατικὸ Καροῦζο, τῆς σύγχρονης μουσικῆς ἐποποιίας, θεωρεῖται ὡς μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς δραματικὲς (dramatico) τενόρο φωνὲς τῆς ὄπερας, στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, μὲ ἕνα σπάνιο ἠχόχρωμα ποὺ διατείνονταν στὸ ἐπίπεδο τῆς ὀξυφωνικῆς ἔκτασης. 
 Ἐπὶ τούτου, σύμφωνα μὲ τὸν Ντουράντ, ὀξύφωνοι – Τενόροι ἦταν καὶ οἱ ἀνατιθέμενοι δύο ὑμνωδοὶ ἱερεῖς του Ἄμμωνος Διός. 
 Ἐν κατακλεῖδι, συμπεραίνεται ὅτι ὑπῆρξε κοινὴ μουσικὴ παιδεία εἰς τὶς ἀκτὲς τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, ὅπου ἰδιαιτέρα ἀρχὴ εἶχε τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ στοιχεῖο. 
 Ὡς ἔπος εἰπεῖν, οἱ ἐγκατεστημένοι Ἕλληνες τῶν ἀκτογραμμῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐσώτερου χώρου διέδωσαν στοὺς ὅμορους λαοὺς τὸν τρόπο τῆς ὠδικῆς - κιθαρωδικὴς καὶ χορικὴς ἑρμηνείας. Αὐτὸν τὸν ἑλληνικὸ μελικὸ τρόπο χρησιμοποίησε καὶ ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς γιὰ νὰ μελοποίηση τοὺς ὕμνους τῆς πρώτης ἐκκλησίας Του! 

ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Ἡ μουσικὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία της, Ο.Ε.Δ.Β., Ἀθήνα, Β’ γυμνασίου, σελ. 76 -77
•Λεξικὸν του Σουΐδα 
•Ἡ Καινὴ Διαθήκη 
•Will Durant, «Παγκόσμια ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ» (τόμος Α΄ σελ. 210)
•Κωνσταντῖνος Καραγκούνης, Ἡ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, Βόλος 1995 
•Εὐγενίου Βουλγάρων, ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ἐκδ. ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ 2002 



Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

   

ЭIЄ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΘΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΘΡΟΝΟ 

ΣΧΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΡΑΣ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 


 Εἶναι παράλογο νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ συμβολισμοὺς καὶ ἔννοιες, ὅταν αὐτὲς δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτούμενη πιστοποίηση. Στὴν προκειμένη περίπτωση τὸ θέμα ἐρεύνης δραστηριοποιεῖται μὲ τὸν συμβολισμὸ τῆς ἀπεικόνισης θρησκευτικῶν προσώπων. 
 Δεδηλωμένα, τὸ σημαντικότερο πρόσωπο τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. 
 Πέραν τοῦ κυρίου ὀνόματος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συναντᾶται καὶ μὲ πλῆθος ἀπὸ ἐπωνυμίες. Μία ἐξ αὐτῶν, κι ἀπ' τις σημαντικότερες ἴσως, εἶναι τὸ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Λυτρωτής. 
 Ἡ ἐπωνυμία τοῦ Λυτρωτῆ Χριστοῦ ἀποδόθηκε θεολογικῶς λόγῳ τῆς θυσίας τοῦ ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ ὑπέρ της σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. 
 Ἡ ἔννοια τοῦ Λυτρωτῆ, διὰ τῆς ἐτυμολογήσεως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης ἐπεξηγεῖται μὲ τὴν φράση: «ἀπελευθέρωση μὲ τὴν καταβολὴ λύτρων». Διαβάζουμε λοιπὸν στὴν Ἁγία γραφὴ τὸ ἑξῆς ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ λέγει: «ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας...» (Πρὸς Τίτον, κέφ. β', 19). 
  Ἐπίσης, πλειστάκις ἀκόμη περικοπὲς τοῦ εὐαγγελίου ἐπισημαίνουν τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως, διαβάζουμε καὶ σὲ ἐτούτη: «ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.» (Κατὰ Ματθαῖον, κέφ. Κ, 28). 
 Ἐκ τῆς Βίβλου εὐκρινῶς μαρτυρεῖτε ὅτι, ἡ ἁμαρτία τοῦ πρωτόπλαστου Ἀδὰμ κληροδοτήθηκε σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.  
 Ἔτσι, λοιπόν, καθεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐρχόμενος στὴν ζωὴ ἐτούτη, φέρει στὸ αἷμα του τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. 
 Ἐν τούτοις, ὁ Πλάστης Θεός, ποὺ ἀγάπησε τὸ δημιούργημα του, τὸν ἄνθρωπο, ὑποσχέθηκε ἄμεσα, πὼς κάποια μέρα θὰ ἀποστείλλει τὸν Υἱόν του τὸν μονογενῆ διὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἰδού, λοιπόν, τί ἀναφέρουν τὰ ἱερὰ κείμενα περὶ τούτου: «ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί͵ οὕτως καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί.»  (Ρωμαίους, κέφ. Ε', 19). 
  Τὰ κάτωθι ψηφιδωτά, εἰς τοὺς ναοὺς Ἁγίου Ἀπολλυνάριου στὴν Ραβέννα καὶ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, ἀντίστοιχα, βλέπουμε νὰ ἀπεικονίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ παντοκράτωρ καθίμενο ἐπὶ θρόνου ποὺ ἔχει τὸ σχῆμα Λύρας. 

Τὸ ψηφιδωτὸ ποὺ ἀπεικονίζει τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καθήμενο σὲ θρόνο, μὲ ἐρεισίνωτο, σχήματος ἀρχαίας ἑλληνικῆς λύρας καὶ προσκέφαλο τὸν ζυγὸ αὐτῆς, ἐνῷ τὰ πόδια Του πατοῦν σὲ ὑποπόδιο. Τὸ ἐν λόγῳ ψηφιδωτὸ βρίσκεται στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀπολλυνάριου στὴ Ραβέννα. Δίπλα ἀπὸ τὸν παντοκράτωρ παρίστανται τέσσερις ἀρχάγγελοι. 
Ὁ ναὸς ξαναχτίστηκε ἐπὶ κυριαρχίας τῶν Ἑλλήνων βυζαντινῶν στὴν Ραβέννα γύρω στὸ 540 μ.Χ. 


Ἡ εἰκόνα τῆς Δεήσεως ποὺ βρίσκετε στὸ νάρθηκα, πάνω ἀπὸ τὶς Βασιλικὲς πύλες τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν εἰκόνα ἐμφανίζεται ὁ Χριστὸς πάνω σὲ θρόνο μὲ λυροειδῆ ἐρεισίνωτο καὶ γιὰ προσκέφαλο τὸν ζυγὸ αὐτῆς, ἐνῷ τὰ πόδια πατοῦν σὲ ὑποπόδιον. Ἡ ἐπιβλητικὴ ἀπεικόνιση δηλώνει εὐκρινῶς τὴν παρουσία Του ὡς Παντοκράτορας ποὺ κρατάει τὴν Καινὴ Διαθήκη στὸ ἀριστερὸ χέρι καὶ εὐλογεῖ μὲ τὸ δεξί. Δεξιὰ κι ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ μέσα σὲ ἐγκόλπια εἶναι τοποθετημένες οἱ προτομὲς τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἀρχάγγελου Μιχαήλ. Ἡ κατασκευὴ τοῦ μωσαϊκοῦ ἔγινε πιθανότατα κατὰ τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. ὅπου αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Βασίλειος Α' ὁ Μακεδῶν. Χαρακτηριστικὴ σκηνή, ὅπου, βλέπουμε τὸν αὐτοκράτορα γονυπετῆ ἐκ δεξιῶν τοῦ Κυρίου. 

  Ὁ συσχετισμὸς τοῦ λυροειδοῦς σχήματος τοῦ θρόνου φαίνεται νὰ μὴν εἶναι καθόλου τυχαῖος, ἐάν, βεβαίως, κάνομεν μία ἑτεροχρονικὴν μετάβαση εἰς τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μυθολογία, ὅπου κι εὑρίσκοντο οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Λύρας.  
  Ἄμεσα ἀνακαλύπτομαι τὴν σημασία αὐτοῦ τοῦ μουσικοῦ ὀργάνου κατὰ τὴν ὁποίαν συσχετίζεται καὶ ἡ φερωνυμία τοῦ Λυτρωτῆ Χριστοῦ. 
 Ἐν τούτοις, ἡ ἐτυμολογικὴ ρίζα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Λύρας δείχνει νὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς λέξης λύτρο. 
  Ἡ ἀπαρχή, τῆς ὀνομασίας ταύτης φαίνεται νὰ προέκυψε ἐκ τῆς διενέξεως τοῦ Ἑρμοῦ μετὰ τοῦ Ἀπόλλωνος. 
  Ἡ μυθιστορία ἄρχεται ὡς ἑξῆς... ὅταν κάποτε ὁ θεὸς Ἑρμῆς ἔκλεψε τὰ βόδια τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα, ὁ δεύτερος γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἀπαίτησε ὡς "ἀνταμοιβὴν" ἢ ὡς "λύτρον" τὸ ἐφτάχορδο μουσικὸ ὄργανο ποὺ ἔκτοτε ὀνομάστηκε λύρα. 
 Τὴν ἐπαλήθευση τῆς ἐν λόγου ἐξιστορήσεως συναντᾶμε εἰς τὸ σχόλιον τοῦ διασωθέντος στίχου τῆς τραγωδίας τοῦ Εὐριπίδη "Ἀντιόπη". Ἰδού, καὶ τὰ περαιτέρω σχόλια, ἐπὶ τοῦ διασωθέντος στίχου τῆς τραγωδίας, τὰ ὁποῖα λένε τὰ ἑξῆς: «λύρα βοῶν...ῥύσι᾽ ἐξερρύσατο»(190).


  Ἔτσι, εὐκόλως διαπιστώνεται τὸ αἴτιον ποὺ ὁδήγησε τοὺς Ἕλληνες ψηφιδοποιοὺς νὰ ἀπεικονίσουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸν ἐπὶ θρόνου σχήματος Λύρας - λύτρου. Τὸ λύτρον ἤτοι καὶ ἡ λύραν, ὅπου, ἐπρόσφερε διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. 
 Στὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸ λεξικὸ (ETYMOLOGICON MAGNVM) στὸ λείμμα Λύτρον σημειώνονται τὰ ἑξῆς: «Λύτρον, παρὰ τὸ λύω λύσω. Ὅθεν καὶ ἡ λύρα τις οὖσα. Ἐδόθη γὰρ τῷ Ἀπόλλωνι παρὰ τοῦ Ἑρμοῦ, ὑπὲρ ὤν ἔκλεψε βοῶν τοῦ Ἀπόλλωνος ὁ Ἑρμῆς»(50. 572). 
 Ἄραγε, εἶναι τόσο ἐπιφανειακὴ ἡ συνταύτιση τῆς μουσικῆς Λύρας μὲ τὸν Ἰησοῦ ἢ ἐμπεριέχεται καὶ ἄλλης μορφῆς ταυτοποίηση; 
  Ἐὰν λάβουμε ὑπόψιν μας ὅτι, στὴν Καινὴ Διαθήκη, οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, μετέφεραν τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε τὸ λεχθὲν τοῦ ἰδίου «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ Ἄ, καὶ τὸ Ὦ» τί φανερώνει; 
 Πέραν τῆς θεολογικῆς ἑρμηνείας ὀφείλουμε νὰ δοῦμε φιλολογικὰ ὅτι, τὸ Ἄ, καὶ τὸ Ω εἶναι τὰ ἀκροτελεύτεια γράμματα τῶν ἑπτὰ ἰωνικῶν φωνηέντων ἄ, ἔ, ἡ, ἰ, ὁ, ὑ, ὦ. Τὸ ἑπταγράμματο ἀλφαβητικὸ σύνολο ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ἑλληνικὴ ἀλφαβήτα, εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει φωνή, γι' αὐτὸ καὶ τὰ γράμματα αὐτὰ ὀνομάστηκαν φωνήεντα ἐνῷ τὰ ὑπόλοιπα σύμφωνα, δηλαδὴ συμφωνοῦντα. 
  Τὰ ἑπτὰ φωνήεντα συγχροτίζονται μὲ τὶς ἑπτὰ χορδὲς τῆς λύρας τοῦ Ἀπόλλωνος ποὺ συμβολίζουν τὶς ἑπτὰ ἐνεργειακὲς ἀκτῖνες τοῦ σύμπαντος κόσμου ὅπως καὶ οἱ ἑπτὰ ἀστέρες εἰς στὰς χεῖρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὁμοίως καὶ τὸ ἐπτάκτινο ἀστέρι τῆς θείας γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου στὴν Βηθλεέμ. 
  Ἐκ τοῦτο, συμπεραίνεται ἡ ὑπόσταση ἑνὸς Παντοκράτορα καὶ λυτρωτῆ Θεοῦ δημιουργοῦ τοῦ κόσμου ποὺ λύτρωσε τὸν ἄνθρωπο καὶ μέλει νὰ ἀναπλάσει διὰ τῆς ἑπτακτίνου ἐνέργειας τὸ κοσμικὸ σύμπαν γιὰ νὰ βάλει τὸν νέο Ἀδὰμ νὰ κατοικίσει εἰς τὸν νέο κόσμο. 
  Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὁ ἐνσαρκωθεὶς ἐκ πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, ἐμφανίζει κι ἄλλα δηλωτικὰ τῆς δυνάμεως του. 
 Ἐπὶ παραδείγματι, ἐπὶ τοῦ ὀνόματος ΙΗΣΟΥΣ, προκύπτει εἰς τὴν ἀριθμολογία τὸ ἄθροισμα τοῦ ἀριθμοῦ 888. Ὁ ἀριθμὸς 888 ὑποδηλώνει τὸ τρισδιάστατο τοῦ σύμπαντος σὲ σχέση μὲ τὴν ὀκτάβα τῆς μουσικῆς ἁρμονίας, δηλαδὴ τρεῖς ὀκτάβες φωνῆς. 
 Αὐτὴ ἡ φωνητικὴ ἔκταση θεωρεῖται ἡ ἀρτιότερη τῆς ἀνθρωπίνης φωνῆς. Σημαῖνον, εἶναι, ἐπίσης καὶ ἡ ἀριθμολόγηση τῆς ἑλληνικῆς λέξεως ΤΡΑΓΟΥΔΙ ὅπου τὸ ἄθροισμα τῆς εἶναι ἐπίσης εἰς τὸν τριψήφιον ἀριθμὸν 888. Ὁμοίως καὶ ἡ λέξη ΟΛΟΦΥΡΜΟΣ= 888. 
 Ἐπιπλέον ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον προκύπτει ἀπὸ τὴν παρουσία μίας παρόμοιας μικρογραφία, σὲ εἰκονογραφημένο χειρόγραφο εὑρισκόμενο στὴν μονὴ Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὅρους. 
Ἡ μικρογραφία, ὅπου ὀνομάζεται "Ἡ γέννησις τοῦ Διονύσου", ἀπεικονίζει τὸν Ζεὺς καθήμενο, ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σὲ θρόνο μὲ λυροειδῆ ἐρεισίνωτο καὶ προσκέφαλο μὲ τὴν μορφὴ τοῦ ζυγοῦ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς λύρας. Ὁ Ζεὺς εἶναι ἐνδεδυμένος μὲ βυζαντινὴ αὐτοκρατορικὴ περιβολή, ἐπισημαίνοντας τὴν ἀρχηγετική του φυσιογνωμία εἰς τοὺς αἰθέρας τοῦ  Ὀλύμπου. 



Ἡ βυζαντινῆς τέχνης μικρογραφία ἀπὸ τὴν μονὴ Παντελεήμονος Ἁγίου Ὅρους(κωδ. 6,φ. 163β), ποὺ ἐπιγράφονται τὰ ὀνόματα Ζεὺς καὶ Διόνυσος. 

  Ἐν κατακλεῖδι, γίνεται σαφές, ἡ ἀπ' αἰῶνος συνέχεια τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πνεύματος σὲ κάθε μορφὴ τέχνης εἰς τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Παρὰ τὴν ἐξέλιξη ἢ τὴν διαφοροποίηση κάθε ἐποχῆς, οἱ συμβολικὲς ἀξίες παρέμειναν πιστὲς σὲ μιὰ ἀρχέγονη θεώρηση τῆς οὐρανίου θεότητος. 
  Ὁ Ὕψιστος Τριαδικὸς Θεός, ἀπὸ τὴν ἐποχή του Κέκροπα μέχρι καὶ τὶς διδαχὲς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κλασσικῶν φιλοσόφων ἢ Ἀθηναίων φιλοσόφων, προτυπώθηκε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Ἑνὸς κατ' οὐσίαν Θεοῦ. 
 Ἐκεῖνος, ἦταν τελικὰ ὅπου ἐμφύτεψε εἰς τοὺς σοφοὺς τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας τὸν σπερματικὸ λόγο, τὴν πνευματικὴ φύτρα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. 
 Ἐκεῖνος, δὲν εἶν' ἄλλος ἀπὸ τὸν Υἱὸν καὶ Λόγο τοῦ Πατρὸς ὅπου ἐνανθρωπίστηκε διὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μάλιστα, ὁρισμένοι ἐκ τῶν Ἀθηναίων φιλοσόφων, προφήτευσαν περὶ τῆς ἐλεύσεως Τοῦ καὶ τὴν πορεία Τοῦ πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος ἤτοι καὶ Θεῖον δρᾶμα. 
  Οὐδὲν ἀληθέστερον τούτου θεωρεῖται ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀπόλλωνος ἐκ τῆς Πυθίας ὅπως διασώζεται νὰ λέγει ὅτι, «Χριστὸς ἐμὸς θεὸς ἐστίν». Τὴν ὁμολογία αὐτὴ τοῦ Ἀπόλλωνος μαζὶ μὲ ἐπιπλέον προφητεῖες, παρουσίασε σὲ χειρόγραφο ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη στοὺς πενῆντα ρήτορες ποὺ ἀπέστειλε ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Μαξιμίνος, γιὰ νὰ τῆς ἀλλάξουν τὴν χριστιανική της πίστη. 
  Ἐν κατακλεῖδι ὁ Ἀπόλλων, ὁ φέρων εἰς χεῖρας τὴν ἐπτάχορδη λύρας ὡς ἀρχηγέτης τῶν Μουσῶν μὲ ποδήρη χιτῶνα καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν ὅπως ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου εἰς τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ἐμφανίζει πλῆθος ὁμοιοτήτων μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 
  Ἄλλωστε, μὲ τὴν δική του ὁμολογία, διὰ στόματος Πυθίας, αὐτοαποκαλεῖται ἀπεσταλμένος Τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ὑψίστου, ἐνῷ παράλληλα δηλώνει πὼς δὲν εἶναι ταυτόσημος μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, παρὰ μόνον μιὰ μικρὴ μερὶς τῆς οὐράνιας ἱεραρχίας. 
  Συνελλόντι εἰπεῖν, ὁ Ἀπόλλων, διὰ μέσου της Πυθίας, ἐπισημαίνει ὅτι, ὡς κοινὸς ἐντολοδόχος, ὁρισμένες προφητεῖες του παρέχονται ὑπὸ τὴν πίεση τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. 
ΧΑΙΡΕΤΕ!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
  1. Καινὴ Διαθήκη, Εὐαγγέλια, Ἐπιστολὲς Παύλου, Ἀποκάλυψη Ἰωάννου 
  2. EURIPIDES TRAGOEDIAE, EDIDIT A. NAUCK, LIPSIAE IN AEDIBUS B. G. TEUBNERI 
  3. ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ - ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ, ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα, 1975 
  4. Μέγα Ἐτυμολογικὸ λεξικὸ (ETYMOLOGICON MAGNVM), opera Friderici SylbvrgII, LIPSIAE 
  5. Ὀρθόδοξος Συναξαριστής 




Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017


ЭIЄ  
 Ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων στὸν Ἄγνωστο Θεὸ κι ὁ ναὸς ποὺ ἔκτισε ὁ Ἀπόλλων 
(Ἡ πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) 
ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 


 Εἶναι γνωστὸ ὅτι, εἰς τὴν Ἀθήνα, τῶν ἀρχαίων χρόνων, συνηθίζονταν ἡ θρησκευτικὴ λατρεία πρὸς τὶς πατρῶες θεότητες. 
 Ὡστόσο, πέραν τῆς λατρείας τῶν δώδεκα θεῶν κι ἄλλων δευτερευόντων θεοτήτων ὑπῆρξε παράλληλα καὶ ἡ λατρεία εἰς τὸν Ἄγνωστο Θεό. 
 Ὡς ἐκ τούτου, σὲ ἀρκετὰ σημεῖα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, εἶχαν τοποθετηθεῖ βωμοὶ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῶ». Ἐμφορούμενοι τὴ συνηθεία ταύτη ὁρκίζονταν εἰς αὐτὸν προσφωνῶντας τὴ φράση «Νὴ τῷ ἀγνώστῳ» , δηλαδὴ "Μὰ τὸν Ἄγνωστο Θεὸ"(Δες Λουκιανός, Φίλοψ 9). 
 Ἐνδεικτικὴ ἦταν ἀγάπη τῶν ἐλεύθερων Ἀθηναίων πολιτῶν γιὰ τὴν ὑπέρτατη ἰδέα τοῦ Ἀγνώστου ἤτοι καὶ Ὑψίστου Θεοῦ, -ποὺ εἰσήγαγε ὡς ἔννοια πρῶτος ὁ Κέκροψ Α'-οὕτως ὥστε νὰ ευρίσκετο βαθύτατα ριζωμένη στὴν διανόηση τους. 
 Ἐν τούτοις, κάθε ἡμέρα ποὺ ξημέρωνε ἀναζητοῦσαν κάποια νέα γεγονότα μιὰ καινούργια πληροφορία. 
 Ἡ συγκυρία ταύτη συμπίπτει μὲ τὴν ἐποχὴ τῆς διάδοσης τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου ἤτοι καὶ Καῖνὴ Διαθήκη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ. 
 Μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, στὴν ἑξῆς περικοπὴ γίνεταιη ἀναφορὰ περὶ τοῦ θέματος: «᾿Αθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον.» (κεφ. ΙΖ). 
 Ἐκεῖ, μάλιστα, εἰς τὸν προοιμιακό του λόγο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐξαίρει τοὺς Ἀθηναίους πολῖτες, λέγοντας πὼς εἶναι οἱ πιὸ θεοσεβούμενοι ἅπαντες τῶν ἀνθρώπων: «ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ.»(ο.π. κεφ. ΙΖ, 22).


Τὸ ἑλληνικὸ γραμματόσημο, μὲ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ βωμοῦ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφὴ "τῷ Ἀγνώστω Θεῷ", ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1951. 

 Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὴν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Ἡλίου τὸ προσωνύμιο Ἄγνωστος Θεός, ἀποδίδεται εἰς τὸ Θεῖον ἢ εἰς οἱανδήποτε θεότητα ἀγνοούμενη στὸ ὄνομα καὶ τὴν μορφή της. Ὠσαύτως εἶναι κι ὁ ὁρισμὸς τοῦ θεολόγου Ὄελχερ, ὅπου, κατατέθηκε στήν ''Πραγματογνωστικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια''. 
 Παράλληλα, δύο ἄλλοι χριστιανοὶ θεολόγοι, ὁ Θωμᾶς Σκὸτ καὶ ὁ Βὰν ντὲρ Ἀα, ὑποστήριξαν ἐπισήμως ὅτι ὁ ἀναξερεύνητος Θεὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δηλαδὴ ὁ Ὕψιστος Θεός, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἔννοια ταυτόσημη μὲ τὸν Ἄγνωστο Θεὸ τῶν Ἑλλήνων. 
 Κανεὶς βεβαια δὲν γνωρίζει, ἐπακριβῶς, τὴν ἀπαρχὴ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης λατρείας τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Ἄγνωστο Θεό, καθότι, χάνετε εἰς τὴν ἄχλην τοῦ χρόνου. 
 Πρῶτος ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος περιγράφει ὅτι, οἱ Ἀθηναῖοι, κατὰ τὴν περίοδο τῶν περσικῶν πολέμων, λησμόνησαν νὰ ἀποδώσουν τιμὲς στὸ θεὸ Πάνα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ ἴδιος ὁ θεὸς ὑπερβατικῶς διὰ νὰ παραπονεθεῖ γιὰ τὴν παράλειψη τῆς λατρείας του. 
 Οὗτοι λοιπόν, ἐπινόησαν τὴν λατρεία ἑνὸς ἀγνώστου θεοῦ διὰ νὰ μὴ παραλειφθεῖ, ἐφεξῆς, οἱοσδήποτε ἀγνῶστος πρὸς αὐτοὺς θεός. Δηλονότι ὅμως γνωρίζουμε πὼς ἡ πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων, παρὰ τὴν ἄγνοια, ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο λαό, διὰ μέσῳ τῶν σοφῶν τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς, ἀδυνατῶ νὰ πιστέψω τούτη τὴν ἀφελῆ ἐξιστόρηση τοῦ Ἡροδότου. Ἄλλωστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ ἀναφέρει ξεκάθαρα - "αὐτὸν ποὺ ἐσεῖς ἀγνοεῖται τοῦτον ἐγὼ ἀναγγέλω" (ο.π. Πράξ. Ἄποστ. ΙΖ 24). 
 Ἐάν, βέβαια, ξετυλίξουμε ἀργά - ἀργὰ τὸ κουβάρι τῆς ἱστορικῆς πλοκῆς, θὰ ἀντικρίσουμε γυμνή την κεκρυμμένη ὁδὸ τῆς ἀληθείας. 
 Ἡ ἀρχὴ τοῦ νήματος ἐπιζητάτε εἰς ἐκεῖνα τὰ χρόνια του Πανδιονίδη Βούτη, τοῦ πρώτου ἱερέα τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Βούτης ἦταν ἀδερφός του Ἐρεχθέα καὶ γιὸς τοῦ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν Πανδίωνα. Ὅταν πέθανε ὁ Πανδίων, ὁ Ἐρεχθέας κληρονόμησε τὴν βασιλεία καὶ ὁ Βούτης[1] την ἱεροσύνη τοῦ Ποσειδῶνα καὶ τῆς Ἀθηνᾶς πολιάδος. 
 Σὲ κάποια ἄγνωστη πρὸς ἐμᾶς ἐποχή, ὁ Βούτης, μαζὶ μὲ τὸν Μίνωα, τὸν βασιλιᾶ τῆς Κρήτης, ταξίδεψαν στὴν Αἴγυπτο. Κατὰ τὴν παραμονή τους στὴν Αἴγυπτο ὁδηγήθηκαν στὴν ἀνακάλυψη ἀρχαίων παπύρων μὲ ἱερογλυφικὴ γραφή. Ἀνάμεσα στοὺς παπύρους βρέθηκε καὶ ἡ θεολογικὴ βίβλος τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Τρισμεγίστου. 
 Τοῦτα τὰ χειρόγραφα, ὁ Βούτης, ποὺ ὡς Ἀθηναῖος ἱερεύς - γραμματικὸς εὑρίσκετο σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο μορφώσεως ἀπὸ τὸν κρηταγενῆ Μίνωα, τὰ μετάφρασε ἀπὸ τὰ ἱερογλυφικὰ στὴν ἱερατικὴ γραφὴ καὶ τὰ μετέφερε ἔπειτα εἰς τὴν Ἀθήνα φυλάττωντας τα, εἰς τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἱερὰ κείμενα (μαρτυρία τοῦ γραμματολόγου Ἰωάννου Στοβαίου). 
 Ἐπὶ τῷ πλείστων, οἱ βίβλοι τοῦ Ἑρμοῦ, ὀνομάζονταν καὶ νόμοι. Ὁ Αἰσχύλος, στὴν τραγωδία του "Ἱκέτιδες", ἀναφέρεται ξεκάθαρα στὰ ἱερατικὰ κείμενα τοῦ Ἑρμοῦ, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Ἑρμῆς ὅδ᾽ ἄλλος τοῖσιν Ἑλλήνων νόμοις» (στιχ. 220) μετάφραση: [Ἐδῶ, ἐπίσης, εἶναι ὁ Ἑρμῆς, σύμφωνα μὲ τοὺς παλαιοὺς Ἑλληνικοὺς ἐθιμοτυπικοὺς νόμους]. 
 Συμφώνως μὲ τὸ λεξικὸ τῶν Liddel & Scott ἡ λέξη νόμος, ἐκ τοῦ ρήματος νομίζω, δηλώνει τὴν διοίκηση καὶ διακυβέρνηση μιᾶς πολιτείας σύμφωνα μὲ παλαιοὺς νόμους καὶ ἔθιμα. 
 Οἱ παλαιοὶ νόμοι τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Τρισμεγίστου στηρίζονταν πάνω σ' ἕνα θεολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ κεντρικὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς θεολογίας ἦταν ὁ Ποιμάνδρης, ὁ δημιουργὸς τῶν πάντων, δηλαδὴ ὁ Πᾶν-δημιουργός. 
 Παρὰ ταῦτα, ὁ Ποιμάνδρης μὲ τὴν τριαδικὴ ὁμοούσιο ὑπόσταση ἦταν ἕνα ἄγνωστο Ὀν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. 
 Ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τὴν πτώση ἀπ' τὴν πρωτόπλαστη φύση του, δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνει τὸ πρόσωπο τοῦ Πλάστη του. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Θεὸς δημιουργὸς θεωροῦνταν πλέον ἄγνωστος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. 
 Ὁ Ἑρμῆς ἦταν ὁ πρῶτος, ἀπὸ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δέχθηκε μετὰ θείας ἀποκαλύψεως τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ νουθεσία τοῦ Ποιμάνδρη καταγράφηκε σὲ παπύρους στὴν ἱερογλυφικὴ γραφὴ καὶ μεταφράστηκε, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ τὸν Ἀθηναῖο ἱερέα Βούτη. 
 Τὰ κείμενα αὐτὰ χρησιμοποίησαν στὶς θεολογικές τους διδασκαλίες, ὁ Ὀρφέας, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Μουσαῖος, ὁ ἐξ Αἰγύπτου Ἑβραῖος Μωυσῆς ἀλλὰ καὶ πληθώρα ἄλλων Ἑλλήνων φιλοσόφων. 
 Ἡ σημαντικοτέρα μαρτυρία τῶν ἑρμητικῶν κειμένων ἦταν ἡ ἀναφορὰ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μέχρι τότε οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἄγνοια Θεοῦ κι αὐτο συντελοῦσε στὴν ἀνέγερση βωμῶν, ἀπὸ τοὺς θεοσεβεῖς καὶ τοποτηρητὲς Ἀθηναίους, εἰς τὸν Ἕναν Ἄγνωστο Θεό. 
 Ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βωμούς, περὶ τῷ Ἀγνώστω Θεῷ, συνάντησε κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἑλληνορωμαϊκῶν χρόνων. Τὸ ἐδάφιο τῆς Ἁγίας γραφῆς περιγράφει τὰ ἑξῆς: «διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν». (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ΙΖ' 23).



Ἡ πρώτη εἰκόνα εἶναι ἡ ἁγιογραφία ποὺ δείχνει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν Ἀθήνα δίπλα στὸ βωμὸ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ, ἐνῷ γύρω ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς εἰκόνας εἰπικάθηνται περιμετρικὰ οἱ ἐπιφανεῖς ἅγιοι ἐξ Ἀθηνῶν. Στὴν δεύτερη ἁγιογραφία ἐμφανίζεται πάλι ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν στὸν Ἄρειο Πάγο νὰ κηρύττει τὴν Χριστιανικὴ πίστη ἐνῷ στὶς ὑπώρειες τῆς Ἀκροπόλεως διακρίνεται ὁ βωμὸς τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ. Ἡ τοποθέτηση τοῦ βωμοῦ στὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαία καθότι μιὰ διασωζόμενη μαρτυρία Καπουτσίνων μοναχῶν, ποὺ δροῦσαν στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα, θέλει τὸν βωμὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ τοποθετημένο στὸν Παρθενῶνα, μὲ ἐγχάρακτη τὴν ἑξῆς ἐπιγραφή: «Στοὺς θεοὺς τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀφρικῆς, στὸὺς ἀγνώστους καὶ ξένους Θεοὺς» (Ἐγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ, τόμος Ἄ, λῆμμα «Ἄγνωστος Θεός»). 


Μιὰ ἑτέραν ἐκδοχὴν θέλει τὸν βωμὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ νὰ βρίσκονταν τοποθετημένος στὴν Πνύκα, ἐκεῖ ὅπου γίνονταν ὅλες οἱ δημοκρατικὲς συνελεύσεις. Ἄλλες ἱστορικὲς καταγραφὲς ὑποστηρίζουν πὼς ὁ βωμὸς βρίσκονταν στὸ Φάληρο ἢ στὴν Ἀκρόπολη. 
  Ὁ περιηγητὴς Παυσανίας περιγράφει τὴν ὕπαρξη ναοῦ κι ὄχι ἁπλᾶ ἑνὸς βωμοῦ ἀφιερωμένου στὸν Ἄγνωστο Θεό. Αὐτὸς ὁ ναὸς ἢ βωμὸς βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τοῦ Φαλήρου. Ἐπί μέρους στοιχεῖα, γιὰ τὸ ναὸ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ στὴν Ἀθήνα, μᾶς παρέχουν τὰ θεολογικὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. 
 Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ὁμιλεῖ, γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως ὡς μοναδική. Διὰ τοῦτο, ἐκ πολλῶν, ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότητα τῶν λεγομένων, ἂν καὶ ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ περιηγητοῦ Παυσανία.     Ἄλλωστε, μοιάζει ἐντελῶς ἀδιανόητο, γιὰ ἕναν ἱεράρχη της τοῦ Χριστοῦ ἀλήθειας, ἡ μαρτυρία ἑνὸς ψεύδους, εἰδικὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πνεῦμα εἶχε στιγματιστεῖ ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ κέντρα ὡς ἀκάθαρτο καὶ εἰδωλολατρικό. 
 Ἐν τούτοις, ἴσως πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἀρκετὰ παρακινδυνευμένη ἡ ἀπόφαση διάσωσης μιᾶς τόσο σημαντικῆς γνώσης, ἡ ὁποία θὰ ἄλλαζε ἀντισυμβατικὰ τὴν ροὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποβεῖ μοιραῖα γιὰ τὴν περαιτέρω σταδιοδρομία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἀφοῦ οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ καιροφυλακτοῦσαν ἀνὰ πᾶσα στιγμήν. Δὲν δείλιασε, ὅμως, ὁ μεγάλος ἱεράρχης καὶ παρέδωσε εἰς τοὺς αἰῶνας τὴν ἀποκρυπτόμενη ἀλήθεια, ποὺ κάποιοι θέλησαν ἐπιβούλως κι ἐνσυνειδήτως νὰ ἀποκρύψουν. 
 Ἐπιπλέον, στὰ ἐπί μέρους σχόλια, παρατίθενται μαρτυρίες περὶ τῶν προφητικῶν λεχθέντων τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων διά την ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σταυρικὴ Τοῦ θυσία, γιὰ τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τὰ γραφόμενα βρίσκονται στὸ βιβλίο, "ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ/ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ" καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸ κεφάλαιο "ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΝΑΟΥ". Ἰδοὺ καὶ τὰ σχόλια τοῦ κειμένου: «Καί ταῦτα μέν πρὸς τούς ἀφελεστέρους τῶν Ἑλλήνων ἠγοῦν ἀγραμμάτοις, εἰς θεογνωσίαν φέροντα ὑποδείγματα, πρός δέ τούς παρά αὐτοῖς σοφούς, ἐκ φιλοσόφων ἀρχαίων δυνατῶν, μαρτυρίας πολλάς περί θεοσέβειας τινές Ἑλλήνων σοφοί ἔφασαν, ἀλλά καί τήν τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίαν ἀμυδρῶς προεμήνυσαν. καί γάρ πρό πολλῶν χρόνων ταῆς Χριστοῦ ἐπιδημίας, σοφός τίς ὀνόματι Ἀπόλλων, θεόθεν, ὡς οἶμαι, ἐπικινηθείς, ἔκτισε τόν ἐν Ἀθήναις ναόν, γράψας ἐν αὐτῷ βωμῷ, ἀγνώστῳ θεῷ· ἐν αὐτῷ τοίνυν συνήχθησαν οἱ πρώτοι τῶν Ἑλλήνων φιλόσοφοι, ἵνα περί τοῦ ναοῦ ἐρωτήσωσιν αὐτόν, καί περί προφητείας καί θεοσέβειας, ὧν τά ὀνόματα ἐροῦμεν ταῦτα. Πρῶτον Τίτων, δεύτερος Βίας, τρίτος Σόλων, τέταρτος Χείλων, πέμπτος Θουκυδίδης, ἑκτός Μένανδρος, ἕβδομος Πλάτων. οὗτοι οἱ ἑπτά φιλόσοφοι ἔφησαν τῷ Ἀπόλλωνι· Προφήτευσον ἡμῖν, προφῆτα, ὦ Ἄπολλον, τίς ἐστιν ὅδε εἶπον. τίνος ἔτι ὁ μετά σέ βωμός οὗτος; πρὸς οὕς ὁ Ἀπόλλων ἔφη· Ὅσα μέν πρὸς ἀρετήν καί κόσμον ὀρώρετε ποιεῖν, ποιεῖτε. ἐγώ γάρ ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα. οὗ λόγος ἄφθεγκτος ἐν ἀδείω κόρη ἔγκυμος ἔσται, ὥσπερ πυροφόρον τόξον ἅπαντα κόσμον ζωγρήσας, πατρί, προσάξει δῶρον. Μαρία δέ τό όνομα αὐτῆς.» Είναι φανερό ότι, Ο Απόλλων, σύμφωνα με τα γραπτά του Αγίου Αθανασίου προφητεύει Ένα Τριαδικό Θεό «ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα» (Ἐπίσης, δεῖτε στὸ κάτωθι εἰκονίδιο, τὰ λεχθέντα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, ἀπὸ τὴν ἔκδοση ποὺ βρίσκεται στὴν ἐθνικὴ βιβλιοθήκη τῆς Ἀθήνας).
   
Φωτογραφία ἀπὸ τὴν ἔκδοση 
τῆς μελέτης τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εὑρισκόμενη στὴν ἐθνικὴ βιβλιοθήκη 
τῆς Ἀθήνας 

   Ἡ μονοθεϊστικὴ θεώρηση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων θεολόγων ὑποδηλώνει τὴν παρουσία τοῦ μονοθεϊσμοῦ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὀρφέα καὶ τοῦ Μουσαίου. 
 Οἱ δύο αὐτοὶ μεγάλοι γραμματοδιδάσκαλοι μετέδωσαν τὴν θεωρία τοῦ μονοθεϊσμοῦ σὲ ὅλη τὴν μεσόγειο μὲ κέντρο τὴν Ἑλλάδα. Κυρίως δὲ στὴν Ἀθήνα ὅπου ὁ Μουσαῖος ἐγκαθίδρυσε τὰ Ἐλευσίνια μυστύρια μαζὶ μὲ τὸν υἱό του Εὔμολπο. 
 Ὑπῆρξαν τόσο λαμπρὰ τὰ ἔργα τῶν προαναφερθέντων Ἑλλήνων θεολόγων - λυρικῶν ποιητῶν ὅπου ἔφτασαν στὴν θέωση. Μάλιστα, ὁ Ὀρφέας, ἐμφανίζεται σὲ εἰκονογραφία ἐκκλησιαστικοῦ κώδικα, τῆς ἁγιορείτικης μονῆς Ἁγ. Παντελεήμονος, μὲ φωτοστέφανο ἁγίου. Ἰδοὺ καὶ ἡ εἰκόνα... 

(κώδικας 6, φ.165β) 
«Εἰς την κάτω σκηνήν, ἔμπροσθεν λόφου, κάθηται ὁ Ὀρφεύς, περιέργως μὲ φωτοστέφανον, ὡς εἰς τὴν ἀνάλογον παράστασιν ὁ Δαβίδ, καὶ παίζει τὴν κιθάραν του. Τὸν περβάλλουν ἄγρια ζῶα, τὰ ὁποῖα ἐξημέρωσεν ἡ μουσική. Βάθος βαθυκύανον 
(Ὁμιλία 10 : Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα). 
[Θησαυροὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους εἰκονογραφημένα χειρόγραφα, 
τόμος 2 / μέρος Α & Β]. Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὑπῆρχε ἡ Λεοντίδα φυλὴ προερχόμενη ἀπὸ τὸν μυθικὸ Λέοντα, γιὸ τοῦ Ὀρφέα.» 

   Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὀρφέα μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ κοινότητα τῶν Ἑλλήνων μονοθεϊστὼν θὰ πρέπει νὰ συμβίωνε παράλληλα μὲ τοὺς πλέον ἐντεταγμένους πολυθεϊστές, πέριξ των ἀκτογραμμῶν τῆς Μεσογείου θάλαττας ἀλλὰ κυρίως στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. 
 Τὸν ἐμφάνιση τους εἰς τὴν Παλαιστίνη περιγράφει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴν ἑξῆς περικοπὴ ἡ ὁποία διαβάζεται τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα: «῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.  οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν.  ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ, καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ ᾿Ιησοῦ·  ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» (κεφ. ΙΒ', 20-23),  μετάφραση: [Ἦταν τότε μερικοὶ Ἕλληνες ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀνέβαιναν γιὰ νὰ προσκυνήσουν στὴν ἑορτή. Αὐτοὶ λοιπὸν πλησίασαν τὸ Φίλιππο, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδᾶ της Γαλιλαίας, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ». Ἔρχεται ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λέει στὸν Ἀνδρέα. Ἔρχονται ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λένε στὸν Ἰησοῦ. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀποκρίνεται λέγοντας: «Ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα νὰ δοξαστεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».]. 
 Ἐσφαλμένες ἀπόψεις, παλαιῶν καὶ σύγχρονων θεολόγων - μεταφραστῶν, τῆς συγκεκριμένης περικοπῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ὁδήγησαν εἰς τὴν παρανοημένη ἐξήγηση ὅτι πρόκειται περὶ Ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς Ἕλληνες ποὺ ζήτησαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό.
 Ὡστόσο, σὲ παραπομπὴ τοῦ Μέγα Συναξαριστῆ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εὑρισκόμενη στὸ ἁγιολόγιο τοῦ Ἁγίου μάρτυρος Κορνηλίου του ἐκατόνταρχου, δίδεται λεπτομερῶς ἡ προέλευση αὐτῆς τῆς ἐλάσσονος ὁμάδας ποὺ κινήθηκε μὲ θεία περιέργεια πρὸς τὸν Θεάνθρωπο διὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀληθοῦς του ταυτότητας. 
 Τὴν ἑρμηνεία τούτη καὶ τὸν ἱστορικὸ συσχετισμό, ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἑλληνικότητα τῶν προσκυνητῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, παρέδωκε βιβλιογραφικὸς ὁ Κύριλλος ὁ Ἀθηναῖος, ὁ ἐπονομαζόμενος ἐξ Ἀλεξανδρείας. 
 Τὰ συμφραζόμενα ἐκ τοῦ Μηνολογίου εἶναι ταῦτα: «Ὁ Ἀλεξανδρείας θεσπέσιος Κύριλλος ἑρμηνεύων τὸ δωδέκατο κεφάλαιον τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, καὶ ἐρχόμενος εἰς τὴν περικοπὴν τὴν λέγουσαν «Ἦσαν δὲ τίνες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων, ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ», λέγει, ὅτι οἱ Ἕλληνες οὗτοι δὲν ἦσαν πολύθεοι καὶ εἰδωλολάτραι, καθὼς ἦσαν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες καὶ Ἐθνικοί. διότι πὼς ἠδύναντο νὰ ἀναβοὺν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ ἑορτάσουν τὸ τῶν Ἑβραίων Πάσχα καὶ νὰ προσκυνήσωσιν ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Σολομῶντος; Ἄλλ' οὔτε πάλιν ἦσαν περιτετμημένοι καὶ πάντα τὰ τῶν Ἰουδαίων παραδεχόμενοι. Ἀλλὰ τὴν μὲν πολυθεΐα τῶν Ἑλλήνων καὶ Ἐθνικῶν ἀπεστρέφοντο, τὴν δὲ μοναρχίαν τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, τὴν ἀπὸ τῶν Ἰουδαίων κηρυττόμενην, ἀπεδέχοντο. ὁμοίως καὶ πολλὰ ἠθικὰ ἐκ τοῦ Ἰουδαϊκου νόμου ἐφύλαττον, ὅσα ἦσαν εἰς τὸν φυσικὸν νόμον σύμφωνα, οὐχὶ δὲ καὶ πάντα, ὅσα δηλαδὴ περιέχει τὸ τελετουργικὸν μέρος αὐτοῦ. Εἰς δὲ ἐξ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ θεῖος Κορνήλιος ὁ Ἑκατόνταρχος, περὶ οὐ γράφουσιναι πράξεις τῶν Ἀποστόλωνεν Κεφαλαίω δεκάτῳ» (Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Σεπτεμβρίου ΙΓ, Ἅγιος Κορνήλιος) [2].
  Οἱ Ἕλληνες, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ ἄριστοι τῶν ἀρίστων, μιὰ κάστα διανοουμένων, ἡ ἀφρόκρεμα τοῦ ἀριστοκρατικοῦ πνεύματος τῶν φιλοσόφων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀναζητοῦντες τὴν ἀλήθεια, προσέγγισαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 
Ἄραγε, τί νὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἄμεσα τὸν Θεάνθρωπο, τὸν πλάστη τοῦ κόσμου, νὰ τοὺς ἐγκωμιάσει καὶ κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ Εὐσέβιου Παμφιλίας νὰ ἐπαινέση τὴν Ἑλληνικὴ φυλή; Ἕνα εἶναι βέβαιο. Ἡ προφητεία τοῦ Θεανθρώπου γιὰ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι θὰ δοξάσει τὸν Θεὸ διὰ τῆς κραταιᾶς πίστεως στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, βγῆκε ἀληθινή. 
 Χονδρικά, σύμφωνα μὲ τὰ συγκεντρωτικὰ ποσὰ τῶν μαρτύρων ἀπὸ τοὺς βίαιους διωγμούς, ἐκ τῶν 11.000.000 ἑκατομυρίων μαρτύρων τῆς χριστιανικῆς πίστεως τὰ 10.000.000 ἑκατομύρια ἦταν Ἕλληνες, πάνω στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας τους, καθὼς λέγει ὁ γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Βατοπαιδινὸς σὲ μία ζωντανὴ ὁμιλία του ποὺ ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ διαδίκτυο. 
Παρὰ ταῦτα, γεννᾶται ἡ εὔλογη ἀπορία. Ἴσως, νὰ μὴ μάθουμε ποτὲ τὸ τί διημείφθη μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν. 
Ἐν τούτοις, μιὰ ἐπιπλέον σημαντικὴ μαρτυρία, διασωζόμενη στὴν βιογραφία τοῦ Ἁγίου Τίτου, ξεδιαλύνει τινὰ τὸν γρῖφο τῆς προέλευσης τῶν ἐπονομαζομένων Ἑλλήνων. 
 Στὸ Συναξαριστὴ (τόμος Ἡ', Αὐγούστου ΚΕ') ὅπου ὑπάρχει ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Τίτου, ἀναφέρεται ἐκ πρώτης ἡ Ἑλληνική του καταγωγὴ καὶ πιὸ συγκεκριμένα ὅτι προέρχεται ἀπ' τὸ γένος τοῦ πανάρχαιου βασιλέα τῆς Κρήτης Μίνωα. Νεαρὸς ὄντας, ὁ Τίτος, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια σπούδασε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. 
 Τὴν περίοδο ἐκείνη, ἀνθύπατος καὶ ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, ἤτανε ἕνας θεῖος του Τίτου. Ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, ὁ ἀνθύπατος - ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, πληροφορεῖται ὅτι ἔχει ἐπέλθει ἡ σωτήριος γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Παλαιστίνη καὶ ὅτι πληρώσας τὴν ἡλικία τριων δεκαετιῶν ἄρχισε νὰ διδάσκει καὶ νὰ ποιεῖ θαύματα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στὰ πέριξ αὐτῆς. 
  Τότε ὁ ἡγεμών, ἀφοῦ συμβουλεύθηκε τὴν γερουσία τῶν πρώτων ἀρχόντων τῆς Μεγαλονήσου, ἀπέστειλε τὸν ἀνιψιό του Τίτο, ποὺ εἶχε ἤδη ἐνηλικιωθεῖ. Τὸν θεωροῦσε τὸν πιὸ ἄξιο γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρει λεπτομερῶς ὅσα θὰ τοῦ γίνονταν ἀντιληπτά. 
 Ταξιδεύοντας λοιπὸν ὁ Τίτος στὴν Παλαιστίνη συναντᾶ τὸν Δεσπότη Χριστὸ καὶ χωρὶς καμία ἀμφιβολία τὸν προσκυνάει ὡς μοναδικὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα, καθ' ὅσον πρῶτα ἀντιλήφθηκε ἰδίοις ὄμμασι τὰ θαυμαστὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεανθρώπου. 
 Ἀξιώθηκε ἀκόμη νὰ δεῖ τὰ πολλὰ Τοῦ θαύματα, τὰ θεῖα πάθη τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση Του. Πιστεύσας στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ συναριθμήθηκε μετὰ τῶν ἐκατὼν εἴκοσι μαθητῶν ποὺ ἔλαβαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. 

       
Ὁ Ἕλληνας Ἅγιος κι ἀπόστολος Τίτος μὲ 
καταγωγὴ ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Μίνωα. 

  Ἡ ἐνδιαφέρουσα πτυχή, στὴν ἐν λόγῳ βιογραφία, εἶναι πιθανὴ συνάντηση τοῦ νεαροῦ τότε Τίτου μὲ τὸν Χριστό, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπως περιγράφεται στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο. 
 Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ἀπόκρυψη τῶν ὀνομάτων τῆς ὁμάδας τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν θεόπνευστο εὐαγγελιστὴ ποὺ ἴσως νὰ ἦταν γνωστὰ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Ἡ προσωπική μου ἐκτίμηση συγκεντρώνει τρία πρόσωπα ἐκ τῆς ὁμάδος τῶν Ἑλλήνων ἐπισκεπτῶν ἤτοι οἱ δύο Ἀθηναῖοι Ἀρεοπαγῖτες, Ἅγιος Ἰερόθεος καὶ Ἅγιος Διονύσιος καὶ ὁ Ἅγιος Τίτος ἐκ Κρήτης (καὶ οἱ τρεῖς ἐκπροσώπησαν τὴν Ἑλλάδα ἅπασα εἰς τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα). 
 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ προσδιορισμὸς δηλεὶ ξεκάθαρα τὴν ἐθνολογικὴ προέλευση τῶν ἀτόμων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐπίσης φυσικό, κάποιος ποὺ ταξιδεύει ἀπὸ τόσο μακριά, νὰ μὴ ταξιδεύει μόνος του.
  Οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Τίτου, Ἕλληνες βεβαίως κι αὐτοί, εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀναγγέλουν ὡς ὁμάδα ἑλληνικῆς πρεσβείας. Καὶ πράγματι αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση μιᾶς βυζαντινῆς μικρογραφίας ποὺ ἐμφανίζει τοὺς Ἕλληνες μὲ στρατιωτικὴ περιβολή, ἔνδειξη πὼς πρόκειται γιὰ πρεσβευτικὴ ἀποστολὴ ἐκπροσώπησης κάποιου ἡγεμόνα. 
  
Οι Έλληνες ζητούν να συναντήσουν τον Χριστό, Βυζαντινή μικρογραφία, Εθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

   Ἕνα ἕτερον πρόβλημα τίθεται, εἰς τὸ γιατί τὸ εὐαγγέλιο ἀναφέρει τοὺς Ἕλληνες ὡς προσκυνητὲς στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Τοῦτο, ἴσως, ἐξηγεῖται μὲ τὴν συμπληρωματικὴ μαρτυρία ἀπὸ τῆς βιογραφίας τοῦ Ἁγίου Τίτου. 
  Στὴν ἐν λόγῳ βιογραφία, διαβάζουμε ὅτι, ὁ Τίτος ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρονῶν καὶ ἔφτασε στὸ πρῶτο στάδιο ἐνηλικίωσης ἄκουσε ἄνωθεν μιὰ φωνὴ ποὺ τοῦ ὑπεδείκνυε τὴν ἀναγνώση τῆς Βίβλου διὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσε τὴν πρέπουσα σημασία γνωρίζοντας τὴν πλάνη τοῦ κακοδαίμονος. 
  Ὅταν ὅμως ἐπαναλήφθηκε τὸ παράδοξο τῆς φωνητικῆς παρότρυνσης, ἔσπευσε νὰ βρεῖ καὶ νὰ μελετήσει τὰ βιβλικὰ κείμενα. Τότε διάβασε στὴ Βίβλο γιὰ τὴν προφητεία του Ἠσαΐα ποὺ ἔλεγε τὰ ἑξῆς:  «Εγκαινίζεσθε προς με, νήσοι. Ισραήλ σώζεται υπό Κυρίου σωτηρίαν αιώνιον» (Ἠσαΐας, με', 16- 17).
  Ὁ Ἠσαΐας, στὰ ἐδάφια (Ἠσ 24,15 41,1 42,10 42,12 45,16 49,1 49,22 51,1 60,9 66,19) κατονομάζει τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν λέξη "Νῆσοι". Αὐτὴ ἡ ὀνομασία ἀπευθύνεται στὴν πολυκατοικημένη θάλασσα τῆς πολυνησίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους. 
Ὁ Τίτος, διαβάζοντας ἀπὸ τὴν μετάφραση των ἑβδομήκοντα(δια τῆς παροτρύνσεως τοῦ Πτολεμαίου Β' Φιλάδελφου) στὴν κοινὴ ἑλληνικὴ ἢ Ἀττικὴ διάλεκτο, τὸ προφητικὸ κάλεσμα τοῦ Ἠσαΐα, κατενόησε ὅτι κάτι μεγάλο θὰ συμβεῖ στὴν Παλαιστίνη, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, καὶ μάλιστα ὅτι, τὸ κάλεσμα αὐτὸ ἦταν πρὸς τὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων. 
Ὅταν λοιπόν, κλήθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο του γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἀποστολὴ εἰς τὴν Παλαιστίνη, ἤδη γνώριζε ὅτι, ὁ ἄγνωστος Θεὸς τῶν Ἑλλήνων ταυτίζονταν μὲ τὸ Ὕψιστο Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπου καὶ ὑπῆρχε ὁ ἱερὸς ναός Του στὰ Ἱεροσόλυμα (Σαλήμ) - πόλη ἱδρυθεῖς ἐκ τοῦ Ἕλληνος Μελχισεδέκ. Αὐτὸ τὸ σκοπὸ εἶχαν οἱ Ἕλληνες, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἑορτῆς τοῦ ἑβραϊκοῦ πάσχα, νὰ προσκυνήσουν τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὅπου, χιλιάδες χρόνια πρὸ Χριστοῦ εἶχε θεσπίσει τὴν λατρεία του εἰς τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ὁ Κεκροπας. 
 Ἐν κατακλεῖδι, ὕστερα ἀπὸ τὰ προλεγόμενα γίνεται σαφέστατος ὁ πανάρχαιος δεσμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ γένους μὲ τὸν Ὕψιστο Θεὸ τὸν ὁποῖον ἀγνοῶντες ἐλάτρευον. 
 Ἄλλωστε, ἀκόμα καὶ σήμερα τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ παραμένει ἄγνωστο, καθότι ὁ πανδημιουργὸς εἶναι ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀεὶ ὤν ὡς αὔτως ὀν. Ἡ φέρουσα ὀνομασία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι μιὰ ἐπωνυμία γιὰ τὰ γήινα ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντιλήψεως ἡ ὁποία ὅμως εἶναι καθαγιασμένη. 
 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος Τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸ δεύτερο προσῶπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Γιὰ τὸν Πατέρα καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν γιγνώσκομε ὀνόματα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνθρώπινη διαλεκτικὴ παρὰ μόνο ὅτι ἡ Παναγία Τριὰς εἶναι ὁμοούσιως, ζωοποιὸς κι ἀδιαίρετος. 
 Τοῦτο δέ, πρῶτος κατέγραψε ὁ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ὅπως ὁ μαρτυρὰ ὁ ὅσιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρεὺς (Ἀθηναῖος στὴν καταγωγή): «ταῦτα δὲ καὶ ἐν τοῖς κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ βασιλέως ὑπὸ τοῦ ὁσιωτάτου Κυρίλλου συναχθεῖσιν ἐμφέρεται, ὅτι καὶ ὁ Τρισμέγιστος Ἑρμῆς ἀγνοῶν τὸ μέλλον τριάδα ὁμοούσιον ὡμολόγησεν» (Ἰωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, λόγος δεύτερος, παραγρ. 27). 
 Μάλιστα, ἐκ τοῦ ἰδίου βυζαντινοῦ συγγραφέως γίνεται ἡ ἐπεξήγησης τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Ἑρμοῦ ὡς Τρισμεγίστου, γράφοντας τὰ ἑξῆς σχόλια: «Ἐν τοῖς χρόνοις τῆς βασιλείας τοῦ προειρημένου Σώστρου ἦν Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος ὁ Αἰγύπτιος, ἀνὴρ φοβερὸς ἐν σοφίᾳ· ὃς ἔφρασε τρεῖς μεγίστας ὑποστάσεις εἶναι τὸ τοῦ ἀῤῥήτου καὶ δημιουργοῦ ὄνομα, μίαν δὲ θεότητα εἶπε· διὸ καὶ ἐκλήθη ἀπὸ τῶν Αἰγυπτίων Τρισμέγιστος Ἑρμῆς.» (ο.π. Ἴωαν. Μάλ. Χρονογρ. Λόγος δεύτερος, παρ. 2). 
 Αὐτά τα γραφόμενα εἶχε μεταφράσει ὁ ἱερεὺς τῶν Ἀθηνῶν Βούτης ἀπὸ τὴν ἱερογλυφικὴ στὴν ἱερατικὴ γραφὴ καὶ φύλασσε εἰς στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ ὅπου ἦρθε ἀργότερα ὁ Ἀπόλλων καὶ τοὺς εἶπε στοὺς ἑπτὰ σοφοὺς τῆς Ἑλλάδος ὅτι, στὸ μέλλον πρόκειται νὰ συμβεῖ ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ σημάνει τὴν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους. 
 Πάντα πρωτοστάτης, ἡγεῖται τῶν ἀνθρώπων τὸ Ἀθηναϊκὸ γένος, τῆς πνευματικότητος. Διὰ τοῦτο χρίστηκε διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητας εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀλλὰ γι' αὐτὸ καὶ μισήθηκε, ὅπως κι ὁ Χριστός, ἀπὸ τὸ σκολιὸν γένος. Ὁ νοῶν νοείτω... 

Ὁ Ἕλλην ἱερεὺς Μελχισεδέκ, υἱὸς τοῦ Ποσειδῶνα - Σίδου καὶ τῆς νύμφης Λιβύης, θεωρεῖται ἡ προτύπωση της 
ἀρχιερωσύνης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ λεξικό του Σουΐδα λέγει ὅτι ἦταν ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Χαναναίων τῶν γνησίων κατοίκων τῆς Συροπαλαιστινιακῆς γῆς. 
Γράφει ἐπίσης ὅτι, ἔκτισε τὴν Σαλὴμ ποὺ μετονομάσθηκε σὲ Ἱερουσαλὴμ λόγῳ τοῦ ἱεροῦ ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ. Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἢ Ἱεροσόλυμα ἦταν ἑλληνικὴ ἀποικία χτισμένη πάνω στὸ λόφο Σιῶν. Ἡ λέξη "Σιῶν" στὰ Δωρικὰ σημαίνει τὸ Ὅσιον, τὸ Ἅγιον. 



     

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]Ἀπὸ τὸ Βούτη προῆλθε ὁ κλάδος τοῦ ἱερατικοῦ γένους των Ἐτεοβουτάδων. Οἱ Ἐτεοβουτάδες εἶχαν λάβει τὸ σχῆμα της ἱεροσύνης ἀπὸ τὸν Ποσειδῶνα ἢ Σήθ. Ἕνας ἀπὸ τοῦ γιούς του Σήθ-Ποσειδῶνα ἦταν ὁ Μελχισεδέκ. Σύμφωνα μὲ τὰ κείμενα τῆς Παλαιας Διαθήκης ὁ Μελχισεδὲκ ἔκτισε τὴν πόλη των Σολύμων ποὺ ἀργότερα μετονομάσθη σὲ Ἱεροσόλυμα γιατί ἐκεῖ εἶχε ἀνεγείρει ἱερὸ ναό. Ὁ Ἕλλην Μελχισεδέκ, ἴσως κι αὐτὸς ἐκ τοῦ γένους των ἐτεοβουτάδων, ἦταν «ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου», δηλαδὴ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅταν μετέπειτα εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ ὁ ἀπογόνο τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Λευί, ἔλαβε τὴν ἱεροσύνη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε τὸ ἑβραϊκὸ ἱερατικὸ γένος(μετάγγιση ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ). Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἀνέλαβε ἱερατικὰ καθήκοντα Τοῦ τὸ λευιτικὸ ἱερατεῖο καταργήθηκε ὡς ἀνίσχυρο κι ἀνωφελεῖς(η συκιὰ ποὺ ἐκαταράσθει ὁ Κύριος γιατί δὲν ἔφερε καρπούς). Γι' αὐτὸ ὁ μέγας ἀρχιερεὺς Χριστὸς ἀναφέρεται στὸν 109ο ψαλμὸ ὡς ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Ἐπιπλέον ἡ ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ Μελχισδέκ, ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. 
[2]. Στὴ μερίδα τῶν ἐθνικῶν μονοθεϊστών, τοὺς λεγόμενους καὶ ἐνοθεϊστές, ἀνῆκε κι ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ ρωμαϊκου στρατοῦ, Κορνήλιος. Μὲ ὑπερβατικὸ τρόπο ὁδηγήθηκε στὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο κι ἔπειτα μαρτύρησε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ, τόμος 4ος, κέφ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΝΑΟΥ 
•Αἰσχύλου, Ἰκέτηδες 
•Λουκιανοῦ, Φίλοψ 
•Καινὴ Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 
•Ἐπιτομὴ τοῦ μεγάλου λεξικοῦ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, LIDDEL & SCOTT 
•Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδοση ἕβδομη ἀπὸ τοῦ Βίκτωρος μοναχοῦ & Ματθαίου Λάγγη ἐπισκόπου Οἰνόης, Ἀθῆναι, 2001, τόμος Θ' 
•Ἰωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία 
•Λεξικὸν Σουΐδα (Σούδα) λῆμμα Μελχισεδέκ