Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινώταυρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινώταυρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018



ЭIЄ
ΘΗΣΕΥΣ Ο ΠΡΟΦΗΤΑΝΑΞ ΚΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

   Εἰς τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, τῆς προϊστορικῆς Ἀθήνας, κατὰ τὴν μεταβατικὴ περίοδο τοῦ μινωικοῦ πρὸς τὸν μυκηναϊκὸ πολιτισμό, ἔζησε μιὰ πολυσχιδὴς καὶ λαμπρὴ προσωπικότητα τῆς Ἑλληνικῆς ἐποποιίας. Πρόκειται γιὰ τὸν ἥρωα Θησέα, τὸν υἱὸ τοῦ Ἀθηναίου βασιλιᾶ Αἰγέα ἀπὸ τὸ γένος τῷ Ἐρεχθειδῶν.

Ἡ Αἴθρα δείχνει στὸν υἱόν της Θησέα 
τὸ βασίλειο τοῦ πατέρα τοῦ Αἰγέα 
τὴν περιώνυμη Ἀθήνα. 
 
   Εἶναι ὅμως πράγματι, τόσο μακρινὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὅπου, οἱ πληροφορίες ἔχουν ξεθωριάσει καὶ ἀλλοιωθεῖ. Ἐν τούτοις, ὁρισμένοι φιλίστορες γραμματοδιδάσκαλοι, τῆς προχριστιανικῆς καὶ μεταχριστιανικῆς περιόδου, φρόντισαν νὰ διασώσουν τα λεπτομερὴς βιογραφικὰ στοιχεῖα του περί οὗ ὁ λόγος. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ Παυσανίας, ὁ Πλούταρχος, ὁ Ἀπολλόδωρος, ὁ Διόδωρος Σικελιώτης καὶ ἄλλοι πολλοὶ συγγραφεῖς ἀπέδωσαν προφορικὲς καὶ γραπτὲς μαρτυρίες, ὅσες εἶχαν προλάβει νὰ διασωθοῦν μέσα ἀπὸ τὶς ἀναταράξεις καὶ παραχαράξεις τῶν αἰώνων. 


Εἰκονίδιο ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Χωνιάτη-Ακομινάτου ὁμιλῶν περὶ τοῦ συνοικιστὴ τῶν Ἀθηνῶν Θησέα.  

 Ὡστόσο, μία ζωτικῆς σημασίας μαρτυρία κατετέθει πρὸ καιροῦ ἐκ τοῦ χριστιανοῦ ἱερέως τῆς ἑλληνορθόδοξου πίστεως, Μιχαὴλ ΧωνιάτηἈκομινάτου, ἐκεῖ γύρω στὸν 11ο μὲ 12ο αἰῶνα μ.Χ. Στὸ κατώφλι τῆς πτώσης τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου, ὁ τότε ἐπίσκοπος τῆς Ἀθήνας, μέσα σὲ μιὰ τελευταία ἀναλαμπὴ τῆς ἀρχαιοτάτης ἱερῆς πόλεως, ἀποστέλει προσφώνημα πρὸς τὸν πραίτωρα καὶ ἐπιστάντα τῶν Ἀθηνῶν, κυρ Δημήτριον Δριμύν. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν στὸ κείμενο τοῦ προλογίζει μὲ μία ἀναφορὰ εἰς τὸ πρόσωπο τὸν παλαιότατο ἄνακτα καὶ συνοικιστὴ τῶν Ἀθηνῶν Θησέα. 
Τὰ γραφόμενα τοῦ ἱεράρχη, ἀποκαλύπτουν μιὰ βαθύτατη ἐκτίμηση πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κορυφαίου ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν κι ἀναγνωρισμένο ὡς ἕναν ἀπ' τοὺς δύο κορυφαίους τῆς Ἑλλάδος μαζὶ μὲ τοῦ ἐξάδερφό του Ἡρακλῆ.
 Ἐκ πρώτης, στὰ γραπτά του, τὸν κατονομάζει, ὅπως προεῖπα, συνοικιστὴ τῶν Ἀθηνῶν, πρᾶγμα γνωστὸ κι ἀπὸ προγενεστέρους συγγραφεῖς. Περαιτέρω ἐξαίρει τὴν φυσιογνωμία τοῦ Θησέως, ἐπονομάζοντας τὸν ὡς ἄνδρα - ἄνθρωπο τῶν Μουσῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀφιερωμένο ὑπηρέτη τοῦ Ἕλλην λόγου, τῆς μουσικῆς καὶ τῶν γραμμάτων συνδεδεμένα μὲ τὴν θρησκευτικὴ τελετουργία.
 Παράλληλα, τὸν ἀποκαλεῖ σοφὸν ὑποφήτην [1] δηλαδὴ σοφὸ προφητάνακτα (ὅπως, λόγου χάρη, ὁ μεταγενέστερος αὐτοῦ, Δαυὶδ τῆς Παλαιστίνης) τῆς φυσικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς τάξης, καθὼς καὶ τῆς ἐθιμοτυπίας ποὺ ἐκπροσωποῦσε ἡ Θέμιδα, ἡ θεὰ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ συνεχίζει, κι ἀφοῦ ἔφτασε ὁ Θησεὺς εἰς τὴν Ἀθήνα ἔγινε ὁ διαχειριστὴς τῶν δίκαιων νόμων, γενόμενος ἔτσι σωτῆρας τῆς Ἑλλάδος
  Ἐν τέλει ἀπ΄ τὰ συμφραζόμενα προκύπτει ὅτι, ὁ Θησεύς, ὑπῆρξε δικαιότατος βασιλεὺς τῶν Ἀθηνῶν μὲ χαρίσματα σώφρονα κυβερνήτη. Παράλληλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γνωστὲς ἀπεικονίσεις του, ποὺ παρουσιάζουν τὸν ἥρωα ὡς ἕναν ὑπερήρωα, ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματος ἀποκαλύπτει τὴν κρυφὴ πλευρά του ὡς ἕναν μύστη τῶν Μουσῶν καὶ τοῦ Ἡλίου Ἀπόλλωνος
 Τὴν ὄψη αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαιώνουν ἄριστα κάποιες σπάνιες ἀγγειογραφίες ποὺ τὸν δείχνουν νὰ κρατάει τὴν λύρα - κίθαρις καὶ νὰ ἄδει ὑμνωδικὰ ἄσματα πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀπόλλωνος. 
 Ὁμοίως, μιὰ σπάνια πληροφορία, μᾶς εἰσάγει τὴν πληροφορία ὅτι, ἡ λύρα τοῦ Θησέα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχαῖο συγγραφέα Ὑγίνο, καταστερίστηκε στὸν οὐρανὸ καὶ ἔγινε ὁ ἀστερισμὸς τῆς Λύρας (Hyginus 2.5.). 
 Ἐπιπλέον, ἡ στενὴ συγγένεια τοῦ Θησέα μὲ τὸν Δαίδαλο μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα τῆς γονιδιακῆς σχέσης τοῦ ἥρωα καὶ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὴν γενιὰ τοῦ μουσικοῦ Εὐπάλαμου
 Ἐπίσης, μὴ ξεχνοῦμε καὶ τὴν κιθαρωδικὴ παιδεία τοῦ προγόνου του Ἐρεχθέα. Σχετικὰ μὲ τὶς μυθολογικὲς ἐξιστορήσεις, περὶ τοῦ ἐπώνυμου ἥρωος Εὐπάλαμου, ὁ Ἀριστοφάνης, πέρνωντας τὴν σκυτάλη, χρησιμοποιεῖ τὴν ἑξῆς διαφωτιστικὴ φράση: «τέκτονες ἔὐπαλάμων ὕμνὼν» (Ἰππὴς 530). 
Οἱ φιλολογικὲς πηγὲς ἰσχυρίζονται ὅτι, οἱ περιβόητοι ὕμνοι ποὺ συνέθεσε ὁ Εὐπάλαμος ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοι αὐτοῦ θεωροῦνταν ἀπὸ τὴν ἀθηναϊκὴ κοινωνία ὡς περίτεχνης ἢ ἔντεχνης δημιουργίας[2]. Τοὺς ἰδίους ὕμνους ἢ καὶ ἄλλα ἐντόπια ἄσματα μεταχειρίζονταν κι ὁ Θησέας, πεπαιδευμένος εἰς τὴν μουσικὴ τέχνη ἀπὸ τὸν δάσκαλο τοῦ Κοννίδα
 Παράλληλα, σύμφωνα μὲ τὴν Πλουτάρχου βιογραφία τοῦ Θησέα, κατατίθεται ἡ ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς ἐπίσκεψης τοῦ ἀθηναίου πρίγκιπα στὸ ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα στοὺς Δελφούς, κατὰ τὴν ἐφηβική του ἡλικία. Ἦταν τότε ποὺ ἔκοψε τὸ ἔμπροσθεν τῆς κώμης του καὶ τὸ πρόσφερε στὸν Θεό. Τὸ ἔθος αὐτό, τῆς κοπῆς τῶν μαλλιῶν ὀνομάστηκε Θησείαν καὶ ὅσοι μετέπειτα τὸ ἐφάρμοζαν ὀνομάζονταν Θησηίδες. Πολλοὺς αἰῶνες μετ' αὐτό, ἡ συνήθεια τῆς κοπῆς μιᾶς μικρῆς τούφας μαλλιῶν παρείσφρησε στὸ ἑλληνορθόδοξο τυπικὸ τοῦ χριστιανικοῦ βαπτίσματος καὶ διατηρήθηκε ὡς μυστηριακὸν ἔθος. 

Ὁ Θησέας παίζοντας τὴν ἐφτάχορδη ἀρχαιοελληνικὴ 
λύρα τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἀττικὸς μελανόμορφος 
κρατῆρας («Ἀγγεῖο François»), 570-565 π.Χ., 
Museo Archeologico Etrusco. 

 Ἐν κατακλεῖδι, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, σύμφωνα μὲ τὸν Ὑγίνο, ἡ λύρα τοῦ Θησέως καταστερίστηκε στὸν οὐρανὸ δίπλα ἀπὸ τὸ ἀστερισμὸ τοῦ ξαδέρφου τοῦ Ἡρακλῆ, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται σήμερα ὁ ἀστερισμὸς τῆς Λύρας.         Ἐπιπλέον, ἡ ἔκδηλη θεοσέβεια ἤτοι καὶ Θεοδουλία τοῦ ἔνδοξου ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν, ἦταν τὸν αἴτιον τῆς συχνῆς ἐπικοινωνίας του μὲ τὸ ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος στοὺς Δελφούς. Ἄλλωστε, μετὰ τὶς ἡρωικές του πράξεις εἶχα καθαρθεῖ ἢ μᾶλλον δικαστὴ στὸ ναὸ τοῦ Δελφινίου Ἀπολλώνα, τὸ εὑρισκόμενο εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ παμψηφεὶ ἀθωώθηκε. 
  Ἔτσι λοιπόν, μία τῶν ἡμερῶν πάλι εἰσερχόμενος εἰς τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ζήτησε κι ἔλαβε τὸν ἱερὸ χρησμὸ ποὺ ἀφοροῦσε τὴν πόλη του τὴν Ἀθήνα (κατὰ μία ἄλλη ἄποψη δὲν πῆγε ὁ ἴδιος ἀλλὰ ἔστειλε ἀντιπροσώπους του). 
 Ὁ εὐνοϊκὸς χρησμὸς τῆς Σίβυλλας ἀπεφάνθει ὅτι, ἡ αἰωνόβια πορεία τῆς Ἀθήνας στοὺς μέλλοντες χρόνους θὰ εἶναι ἔνδοξη καὶ λαμπρή, καὶ ἡ ἐπιβίωση τῆς βεβαία μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς δύσβατους καιρούς. 
 Γι' αὐτὴν τὴν πόλη, ποὺ ἀπὸ μιὰ καστροπολιτεία μεταμορφώθηκε σὲ μιὰ πολυπληθῆ πόλη ὁλόκληρου τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου τῆς Ἀττικῆς, ἕνεκα τῆς φερόμενης ἰδέας τοῦ Θησέως περί  συνοικισμοῦ, ἐλήφθη ὁ κάτωθι χρησμὸς ποὺ ἔλαβε αὐτοπροσῶπος ὁ ἥρωας, ἀπὸ τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, περὶ τῆς μελλοντικῆς δόξας τῶν Ἀθηνῶν:  «Αἰγείδη Θησεῦ, Πιτθηΐδος ἔκγονε κούρης, πολλαῖς τοὶ πολίεσσι πατὴρ ἐμὸς ἐγκατέθηκε τέρματα καὶ κλωστῆρας ἐν ὑμετὲρῳ πτολιέθρῳ. ἀλλὰ σὺ μὴ τί λίην πεπονημένος ἔνδοθι θυμὸν βουλεύειν· ἀσκὸς γὰρ ἐν οἴδματι ποντοπορεύσει. τοῦτο δὲ καὶ Σίβυλλαν ὕστερον ἀποστοματίσαι πρὸς τὴν πόλιν ἱστοροῦσιν, ἀναφθεγξαμένην· ἀσκὸς βαπτὶζῃ· δῦναι δὲ τοὶ οὐ θέμις ἐστίν.». 
[Θησέα Αἰγείδη, γιε τῆς Πιτθηίδος κόρης, σὲ πολλὲς πόλεις ὁ πατέρας μου ἔβαλε ὅρια καὶ νήματα στὴν δική σας πόλη. Ἀλλὰ ἐσύ, ἀρκετὰ καταπονημένος, μὴν ταλαιπωρεῖς τὸ μυαλό σου. γιατί ἀσκὸς θὰ διασχίσεις τὴ θάλασσα μὲ κύμματα. Λένε ὅτι αὐτὸ ἀργότερα τὸ εἶπε ἡ Σίβυλλα γιὰ τὴν πόλη λέγοντας: Ὡς ἀσκὸς μπαίνεις σὲ νερό, ὅμως δὲν εἶναι πεπρωμένο νὰ βυθισθεῖς ].
  


 Ἐπιπλέον, οἱ ἀναφορὲς στὸ πρόσωπο τοῦ ἥρωα Θησέα εἶναι ἀρκετὲς καὶ παρουσιάζουν σχόλια ὑπερθετικά. Διαβάζουμε, λοιπόν, στὰ σχόλια τοῦ EURIPIDIS Fabularum Fragmenta (δὲς εἰκονίδιον ἄνωθεν) ὅτι, ὁ Θησεὺς γεννηθεὶς ἐκ τῆς Αἴθρας καὶ τοῦ Αἰγέα γενόμενος παιδίον τέλειον, δηλαδὴ ἰδανικό, φτάνοντας στὴν τελειότητα, ἀψεγάδιαστο, χωρὶς ἐλάττωμα, ἄψογο κι ὁλοκληρωμένο ξεκίνησε τοὺς ἄθλους του. 
 Πρῶτος του ἆθλος ἦταν νὰ σηκώσει τὸν ὑπερμεγέθη βράχο ὅπου εἶχε κρύψει ὁ πατέρας τοῦ Αἰγέας τὸ βασιλικὸ ξίφος καὶ τὰ σανδάλια του. Ἔπειτα τούτου ἐπῆλθαν πολλάκις ἀξιομνημόνευτες ἡρωικὲς πράξεις. 

Ἡ μαρτυρία τοῦ Αἴλιου Ἀριστείδη ἀπὸ τὸ 
Scholia in Aelii Aristidis Sophistae orationes 
Panathenaicam et Platonicas 


  Δυστυχῶς, ἡ ἀνθρώπινη ἀχαριστία ὑπαρκτὴ καὶ εἰς τὸ πάλαι, ὁδήγησε διὰ μέσῳ μιᾶς δυσφήμισης τοῦ Θησέα ἀπὸ κάποιους ἀντίζηλους καὶ διεκδικητὲς τῆς ἐξουσίας, στὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ ἀπὸ τὴν πόλη ποὺ ὃ ἴδιος μεγάλωσε καὶ λάμπρυνε.   Ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Ἀθηναῖος ποὺ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὴν ἱερὴ πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Τότε, ὁ ἥρωας περιθλιβής ἄφησε μιὰ βαριὰ κατάρα γιὰ τὴν πόλη ποὺ ἀγαποῦσε ἀληθινὰ καὶ ἔπειτα μετέβει εἰς τὴν Σκῦρο ὅπου ἔμελλε νὰ χάσει ἀδόξως τὴν ζωὴ τοῦ ὑπὸ συνθῆκες συνομωσίας. 
 Κάποιες, πληροφορίες λέγουν ὅτι, πείραξε τὴν γυναῖκα τοῦ βασιλιᾶ Λυκομήδη κι ἐκεῖνος ἀπὸ φθονερὴ ζήλια, φοβούμενος τὴν γοητεία τοῦ ἥρωα παρὰ τὰ προχωρημένα του χρόνια, τὸν σκότωσε.   Ἐπίσης, ἡ μηχανοραφία ποὺ στήθηκε δολίως ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς νήσου Λυκομήδη - ἴσως μαζὶ μὲ τοὺς συνομῶτες σφαιτεριστὲς τοῦ θρόνου τῶν Ἀθηνῶν (βλέπε Μενεσθέας) δείχνει ὅ,τι φοβήθηκε, μήπως οἱ κάτοικοι ἀνακηρύξουν τὸν ἥρωα βασιλιᾶ τους, τὸν γκρέμισε κάποια μέρα ὕπουλα σ' ἕνα ὑψηλὸ σημεῖο τῶν τειχῶν τῆς ἀκροπόλεως τῆς Σκύρου. 
 Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, ἐπειδὴ δὲν εἶναι χρονικὰ σαφεῖς καὶ δὲν γνωρίζουμε ποιό τὸ αἴτιον τῆς ἀπαλοιφῆς τοῦ χρόνου τῆς καθυστέρησης τοῦ γεγονότος, ὁ θεὸς Ἀπόλλων ἔστειλε λοιμὸ στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν.  
 Μαθαίνοντας ἐκ τοῦ μαντείου οἱ Ἀθηναῖοι τα καθέκαστα, δηλαδὴ, περὶ τοῦ αἴτιου τῆς λοιμικῆς νόσου, δόθηκε ἐπιταγὴν νὰ βρεθοῦν καὶ νὰ μεταφερθοῦν τὰ ὀστᾶ τοῦ ἥρωα Θησέα στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν.   Ἀφοῦ μεταφέρθηκαν τὰ ὀστᾶ τοῦ Θησέα, κατὰ τὴν ἐκδοχὴ τοῦ Πλουτάρχου ἀπὸ τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Κίμωνα, ὁ λοιμὸς ἔπαυσε εἰς τὴν πόλη. Τότε, πρὸς τιμήν του θεσπίστηκε δημοτελὴ ἑορτὴ ποὺ τὴν ὀνομάστηκε Θήσεια
 Καὶ ἐνῶ ὁ μισαθηναϊσμὸς καὶ μισελληνισμὸς ὁρισμένων ρωμαίων ποιητῶν, ὁδήγησε σὲ μία παρανόηση περὶ τῆς τύχης τοῦ Θησέα, μετὰ θάνατον (δὲς Βιργίλιος ὅπου ὑπαινίσσεται ὅτι ὁ Θησέας παρέμεινε στὸν Ἅδη κολλημένος σ' ἕνα θρόνο), ὁ Βολταῖρος, αἰῶνες μετά, ἀποκαθιστᾶ τὴν φήμη τοῦ ἥρωος γράφοντας τὰ ἑξῆς: «Ματαίως λέει ὁ Βιργίλιος στὴν ἕκτη ὠδὴ τῆς Αἰνειάδας: ...Sedet oeternumque sedebit Infelix Theseus. Ματαίως ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Θησέας κάθεται γιὰ πάντα πάνω σὲ μιὰ καρέκλα καὶ πὼς αὐτὴ ἡ θέση εἶναι τὸ μαρτύριο του. Ἄλλοι πίστευαν πὼς ὁ Θησέας ἦταν ἕνας ἥρωας καὶ ὅτι ἡ θέση του δὲν ἦταν στὴν κόλαση ἀλλὰ στὰ Ἠλύσια πεδία» (Βολταῖρος φιλοσοφικὸ λεξικό). 
 Παράλληλα, στὴν Σορβόνη στὶς 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1944, κατὰ τὴν ὁμιλία τοῦ Paul Valery, γιὰ τὰ 250 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Βολταίρου, γίνεται μιὰ μικρὴν εὔφημον μνεία πρὸς τοὺς Ἕλληνες ἥρωες Θησέα καὶ Περσέα, μὲ τὸ ἑξῆς περαιτέρο σχόλιο: «Ἔχουμε ὅμως καὶ τὸν Θησέα μας, καὶ τὸν Περσέα μας. Σ' αὐτοὺς τοὺς ἥρωες ὀφείλουμε τὸ ὅ,τι εἴμαστε σήμερα ἐδῶ, ἐλεύθεροι νὰ μιλᾶμε ἐλεύθερα» (Βολταῖρος φιλοσοφικὸ λεξικό). 
  Συνελλόντι εἰπεῖν, ὁ Θησεὺς εἶναι ὁ ἐκ θεοῦ ἐρχόμενος ἥρωας ἡμίθεος διὰ νὰ πολεμήσει τὴν ἀνομία, τὸν ἀπολυταρχισμό, τὸ δυναστικὸ θηρίον τῆς στρατοκρατικῆς σκοτεινῆς ἐξουσίας τῶν Κρητῶν ποὺ καταδυνάστευε ἔτι πλείονα καὶ τὸν λαὸ τῆς Κρήτης. 
 Τὸ θηρίο τοῦ κρητικοῦ λαβυρίνθου, ὁ ἐπονόμαστος ΜινώταυροςἈστερίων, γεννήθηκε ἐκ τῆς διαβολῆς τοῦ στρατηγοῦ Ταύρου ποὺ συνευρέθει μὲ τὴν σύζυγο τοῦ βασιλέα Μίνωα Πασιφάη, ὅπως γράφει ὁ ἱερεὺς τοῦ Ἀπόλλωνος Πλούταρχος: «...ὁ Ταῦρος ἐφθονεῖτο. καὶ γὰρ ἡ δύναμις αὐτοῦ διὰ τὸν τρόπον ἦν ἐπαχθής, καὶ διαβολὴν εἶχεν ὡς τῇ Πασιφὰῃ πλησιάζων.» (Θησεὺς 19.2). Ἡ ἐξουσία τοῦ Μινώταυρου - Ἀστέριου ἢ Ἀστερίωνος (δηλαδὴ τοῦ ἐρχόμενου ἀπὸ τὰ ἄστρα;) ἦταν συνώνυμη τῆς σκοτεινῆς δυνάμεως, τῆς τυραννικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ μισανθρώπου ἐγκλεισμοῦ σὲ μιὰ ἀνελεύθερη κοινωνία κοινῶς εἰς τὴν ἐς ἀεὶ δουλοπρέπεια. 
  Ὁ ἔνδοξος - ἀθλοφόρος Θησεύς, ἐκ τῆς εὐγενικῆς γενιᾶς του Ἐρεχθέως, ἐγεννήθη ὡς ἐντολοδόχος μιᾶς ἱερῆς ἀποστολῆς. Ἔλαβε, τὴν ἐντολὴ νὰ ἐξολόθρεψη τὸ συσωρευμένο κακὸ στὸν πλανήτη καὶ δὴ εἰς τo γεωστρατηγικὸ σημεῖο ποὺ γεωδαιτικὰ τριγωνίζει τὴν Ἐλλανία γῆ Ἀττικὴ (Ἀθήνα) μὲ τὴν Κρήτη καὶ Μ. Ἀσία. [3]

    [Ἔρρωσθε καὶ εὐδαιμονεῖτε!!]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1Ὑποφήτης θεωροῦνταν ὁ ἐξηγητὴς ἢ ἑρμηνευτὴς ἢ ἱερέας ποὺ ἀνήγγειλε ἕναν θεῖο χρησμὸ (εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα). Κατὰ τὸν Θεόκριτο ὁ ὑποφήτης τῶν Μουσῶν εἶναι ὁ λεγόμενος ποιητής. Λέγεται δὲ ὅτι, ὁ Θησέας ἔλαβε τὴν ἐντολὴ ἐκ τοῦ Ἀπόλλωνος διὰ μέσου του μαντείου τῶν Δελφῶν, γνωστοποιῶντας περὶ τῆς ὕπαρξεως τοῦ Ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπονόμαστου ὡς Ἀγνώστου, κι ἔθεσε ἐπ' αὐτοῦ βωμὸ στὸν βράχο τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπίσης, τοῦ συστήθει νὰ χτίσει ναὸν πρὸς τὴν Τοῦ Θεοῦ Σοφίαν ἢ μᾶλλον διὰ τὴν Παρθένον Μαρία ὅπου διὰ αὐτῆς θὰ ἐνσαρκώνονταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἰς τὴν γῆν. Ἐπιπλέον, σύμφωνα μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλλιον ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει ὅτι: «ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται» (10.41.) [Εκείνος που υποδέχεται προφήτην, διδάσκαλον του θείου θελήματος, και τον τιμά ως προφήτην, θα πάρη μισθόν προφήτου από τον Θεόν].
[2Ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης Εὐπάλαμος ἀποδίδεται μὲ τὶς λέξεις: ἐφευρετικός, ἐπινοητικός, πολυμήχανος. 
[3] Ὁ Ἀστερίων Μινώταυρος, ἦταν ἕνα ὑβριδιακὸ θηρίο μιὰ διαστρέβλωση τῆς φύσης. Ἡ ὀνομασία του παραπέμπει σὲ μιὰ ὀντότητα προερχόμενη ἀπὸ τὰ ἄστρα. Ἡ λέξη ΑΣΤΕΡΙΝ ἰσοῦται λεξαριθμικὰ μὲ τὸ 666. Ἡ ἐπωνυμία αὐτὴ δίδεται σὲ μιὰ θηριώδη μάγισσα μὲ σιδερένια δόντια καὶ νύχια στὶς μυθολογικὲς ἀναφορὲς τῆς ἄπω ἀνατολῆς. Ἐπίσης, ἡ λέξη ΣΤΕΛΛΑΡ ποὺ θὰ εἶναι ἡ προσωνυμία τοῦ ἀντιχρίστου τῆς νέας ἐποχῆς, θὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἔλευση ἑνὸς Μεσία ἀπὸ τὰ ἄστρα. Ὅλα αὐτὰ συνδέεονται, ἐπίσης, μὲ τὴν ἀνατολικὴ θεότητα τῆς Ἀστάρτης - Ἀστερόεσσα - Ἀστερὶν βασίλισσα τῆς Σελήνης. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μιχαὴλ Ἀκομινάτου τοῦ Χωνιάτου: τὰ σωζόμενα /Σπυρίδωνος Π. Λαμπρου. Εν Ἀθήναις: Ἐκ τοῦ τυπογραφείου Παρνασσοῦ, 1880 
•Scholia in Aelii Aristidis sophistae orationes Panathenaicam et Platonicas, edidit Guilielmus Frommel, Francofurti ad moenum 1826
•Ἀπολλοδώρου ἱστορικὴ βιβλιοθήκη 
•HYGINUS, ASTRONOMICA
Βολταῖρος φιλοσοφικὸ λεξικό, ἐκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, τόμος β' , σέλ. 64 & 297 
•Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι Θησεὺς / Ρωμύλος 

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016


ЭIЄ 
ΘΗΣΕΥΣ Ο ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
(Ο πατέρας της Αθηναϊκής Δημοκρατίας)
Ἔρευνα καὶ συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 


 Εἰς τὴν παγκόσμια μυθολογία ὁ Θησεὺς κατατάσσεται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἥρωες καὶ εἷς ἐκ τῶν δύο ἡμιθέων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος συντασσόμενος στὶς πρῶτες θέσεις τοῦ ἠρωϊκοῦ πανθέου ἰσότιμα μὲ τὸν ξάδερφο του, Ἡρακλῆ
 Μάλιστα, οἱ δύο ἥρωες, σύμφωνα μὲ τὸν ἱστορικὸ Πτολεμαίο του Ἠφαιστίωνος, διαγωνίστηκαν στὴν πάλη καὶ εὑρέθησαν ἰσόπαλοι. 
 Ἐν τούτοις, οἱ ἆθλοι του, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄθλους τοῦ Ἡρακλέους, παρουσιάζουν πιὸ ἀνθρώπινο χαρακτῆρα. 

   
   Ὅταν πλέον ἀνακηρύχθηκε βασιλέας τῶν Ἀθηνῶν διαχειρίστηκε τὴν ἐξουσία μὲ πραότητα καὶ σύνεση. Τὰ ἰσχυρότατα δείγματα τῆς φιλανθρωπίας του καὶ τῆς φιλευσπλαχνίας του, ἀνέδειξαν σταδιακὰ τὴν παρουσία του ὡσὰν πρότυπο τῆς ὑπεράσπισης κάθε ἀδύνατου καὶ ἀνυπεράσπιστου ἀνθρώπου. 
 Στὸ βιογραφικό του σημείωμα, ἐξιστορεῖται καταφανῶς ἡ συμπαράσταση ποὺ παρεῖχε στοὺς Ἀθηναίους πολῖτες, κυρίως ὅταν ἀδικοῦνταν σκληρὰ ἀπὸ κάποιες τυχοδιωκτικὲς συμπεριφορές, κακοποιῶν, ληστῶν κι ἐκβιαστῶν. 
    Ἡ τεράστια δύναμη καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἥρωος καὶ ἡμιθέου τῶν Ἀθηνῶν ἦταν τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν γιὰ νὰ ὑπερνικήσει τὰ ἰσχυρὰ ἐκεῖνα ἀνθρώπινα κτήνη, τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι, τὸν Περιφήτη ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀπέσπασε τὴν σιδερᾶ κορύνη(ρόπαλο), τὸν Σίνιν, τὴν Κρομμυωνία, τὸν Σκείρωνα, τὸν Κερκυώνα, τὸν Προκρούστη, τὸν Μαραθώνιο ταῦροΚάπρο καὶ τέλος τὸν Μινώταυρο
     Εἰκόνα ἐκ τοῦ βιβλίου "ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ" ὅπου ἀναφέρει
 τὸν Θησέα ὡς ἡμίθεο καὶ γιὸ  τοῦ Αἰγέα 

 Ἔτσι, ὁ Θησέας, διαπράττοντας τοὺς πρώτους ἑφτὰ ἄθλους, κατάφερε νὰ πατάξει τὸ κακὸ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Ἀττικῆς κι ἔπειτα ἀκολούθησε ἡ ἐπιχείρηση ἐναντίον τῆς Μινωϊκῆς Κρήτης

    Θησεὺς κορυνοφόρος 

  Ὡστόσο, ὁ ὄγδοος καὶ σημαντικότερος ἆθλος τοῦ Ἀθηναίου ἥρωα ἦταν ἡ ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ἐξ ουρανοῦ γιὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ Μινωταυρικοῦ θηρίου
Παρὰ τὴν συγγένεια μὲ τὸν οἶκο τοῦ πατρὸς τοῦ βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν Αἰγέα ἤτοι καὶ μοναδικὸς νόμιμος διάδοχος τοῦ θρόνου, ἡ ἑκούσια συμμετοχή του στὴν ἀποστολὴ τῆς ἐτήσιας φορολογίας ὑπῆρξε καταλυτικὴ γιὰ τὸ κράτος τῆς πλανεμένης κι ἀπανθρώπου κακοδαίμονως ἰσχύς του ἄνακτα τῆς Κρήτης ποὺ φάνταζε ὡς ἕνα ὁλοκληρωτικὸ τυραννικὸν πολίτευμα τῆς μακρινῆς ἐκείνης ἐποχῆς. 
  Μὲ τὴν κίνηση τοῦ αὐτὴ τόνωσε τὸ ἠθικὸ τῆς πάλαι ποτὲ Κεκροπίδος πόλης ὅπου οἱ εὐσεβεῖς πολῖτες της ἀνέμεναν ἐπὶ πολὺ καιρὸν τὴν ἀπελευθερωτικὴ δράση τοῦ ἥρωος ἀπὸ τὴν δικτακτορικὴ μινωικὴ σκλαβιά. 
 Οἱ βασικοὶ παράγοντες τῆς νίκης τοῦ Θησέως, ἐπὶ τοῦ Μινώταυρου, ἦταν οἱ ἑξῆς καταγεγραμμένοι: α) ἡ ἐξαίρετος σωματικὴ διάπλαση, ἀπόρροια τῆς ἐκπαίδευσης τῶν πολεμικῶν τεχνῶν καὶ τῆς θαλάσσιας καταδύσεως, β) ἡ πνευματικότητα - εὐφυία, ἴδιον τῆς λαμπρότητας τοῦ προσώπου του, γ) ἡ μουσικὴ μόρφωση στὴν κιθαρωδία - λυρωδία καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ τρόπου συμπεριφορᾶς. Ὅλες ἐτοῦτες οἱ ἀρετές, ἐθάμβησαν τὴν πριγκίπισσα Ἀριάδνη, τὴν κόρη τοῦ Μίνωα. 
    Ὡς ἔπος εἰπεῖν, ὁ Θησέας, σὲ συνάρτηση μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρίσματα ἑνὸς ἀκαταμάχητου ἥρωα, ἐξέπεμπε καὶ τὴν θελκτικὴ παρουσία ἑνὸς ἀσυναγώνιστου γόη τῶν Ἀθηνῶν. 
 Τὸ ἡλιακὸ φῶς, ποὺ ἐξέπεμπε ἡ αὐθεντικὴ θεία παρουσία του, δυνάμεθα νὰ τὸ προσομοιάσουμε μὲ τὴν κίβδηλη - μὲ τεχνικά - μέσα λαμπρότητα ἑνὸς Χολιγουντιανοῦ ἀστέρα τοῦ κινηματογράφου κατὰ τὴν μεταπολεμικὴ περίοδο (βέβαια, ὅπως προεῖπα, τὸ ὁποῖο φῶς τῶν κινηματογραφικῶν ἀστέρων εἶναι πλαστὸ καὶ τεχνητὸ παραγόμενο ἐκ τῶν σύγχρονων τεχνολογικῶν μέσων). 
 Ἐν ὀλίγοις, ὑπῆρξε ἕνας ἐράσμιος (γαλλιστὶ Ζὲν πρεμιὲ) ρομαντικὸς τύπος μὲ καλὴν τὴν προαίρεση. Τὸ ἡρωικό του παράστημα μετὰ ὑψηλοῦ γιγάντιου ἀλλὰ ἁρμονικοῦ ἀναστήματος φαίνεται ὅτι σαγήνευε τὶς νεαρὲς κοπέλες ποὺ ὀνειρεύονταν ἀπὸ τότε ἕναν ἥρωα - ἱππότη μὲ λευκὸν ἵππον, βασιλικὴ καταγωγὴ καὶ εὐγενεῖς τρόπους. 
 Ὁ Θησέας, γνωρίζοντας τὴν κιθαρωδικὴ τέχνη, ἐκφράζονταν μὲ ὑμνωδίες τῆς λυρικῆς ποιήσεως, κάτι παρόμοιο μὲ τὶς λόγιες ἔντεχνες καντάδες τῆς καλῆς ἐποχῆς(μπελ ἐπὸκ) τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο μιλοῦσε μέσα στὶς καρδιὲς τῶν κοριτσιῶν. 
 Ἄλλωστε, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀρχαίους βιογράφους, ἡ φοίτηση τοῦ στὸ διδασκαλεῖο τοῦ Κένταυρου Χείρωνα, ἤτοι καὶ Κόννο ὀνομαζόμενο τὸν κατέστησε ἕναν ἠθικὸ χαρακτῆρα μὲ ἀρετὴ καὶ φρόνηση. 
Ὑπὸ τὴν ἐποπτεία του Χείρωνα σπούδασε τὴν κιθαρωδία καὶ τοὺς τρόπους καλῆς συμπεριφορᾶς (μιὰ πρώιμη μορφή του σαβουὰρ βίβρ [Savoir Vivre]) στὴν πρωίμη ἡλικία του φτάνοντας νὰ γίνει στὰ δεκαέξι του χρόνια ἕνας ὥριμος καὶ συνετὸς μαχητῆς της ζωῆς. 
                                                                         

Ὁ Θησέας κρατῶντας τὴν ἐπτάχορδη λύρα τοῦ Ἀπόλλωνα χορεύει μὲ τοὺς συντρόφους του τὸ γέρανοποὺ συνέθεσε καὶ τραγουδοῦσε ὁ ἴδιος μετὰ μεικτοῦ χοροῦ. Ἀττικὸς μελανόμορφος κρατῆρας («Ἀγγεῖο François»), 570-565 π.Χ., Museo Archeologico Etrusco 

 Κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο, λοιπόν, ἐξελίσσεται τὸ ἐρωτικὸ δρᾶμα τοῦ Θησέα καὶ τῆς Ἀριάδνης. Ἡ ἐρωτευμένη Ἀριάδνη, δίχως νὰ χάσει χρόνο, ἀποτάνθηκε στὸν Ἀθηναῖο πολυτεχνίτη Δαίδαλο, γιὰ νὰ τὴν συμβουλέψει πὼς θὰ βοηθοῦσε τον ἀγαπημένο της. Ὁ Δαίδαλος, ἐκτὸς τὸ ὅτι εἶχε συγγενικὸ αἷμα μὲ τὸ Θησέα, ἐπιπλέον ἐθεωρεῖτο τὸ πρόσωπο κλειδὶ τῆς ἐπιχειρήσης ἐξόντωσης τοῦ θηρίου, καθ' ὅσον, ὑπῆρξε ὁ κατασκευάστής ὅλων τῶν τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων τῆς Κρητικῆς ἐπικράτειας, με σπουδαιότερο ἔργο τὸν Μινωικὸ λαβύρινθο. 
 Παράλληλα, οἱ γνώσεις τοῦ Θησέα στὸν τομέα τῶν πολεμικῶν τεχνῶν του προσέθεσαν τὰ ἐχέγγυα γιὰ μιὰ θρυλικὴ νίκη ἔναντι τοῦ φοβεροῦ θηρίου τῆς Κρήτης. 
  Ἐπὶ πλέον, ὁ μίτος, δώρημα τῆς ἐρωμένης του Ἀριάδνης, τοῦ ἐξασφάλισε τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν Λαβύρινθο, ὁμοῦ μετὰ τῶν δεκατεσσάρων συνακόλουθων νέων ἐξ Ἀθηνῶν. 
 Ὁ Θησέας, πραγματώνοντας τὴν ἐξόντωση τοῦ Μινώταυρου τοῦ θηριώδους συμβόλου τῆς αὐταρχικῆς μινωικῆς αὐτοκρατορίας, κατόρθωσε νὰ καταβαραθρώσει τὴν τυραννία ποὺ ἐπέβαλαν οἱ ἐξουσιαστὲς δυνάστες στοὺς ἀδύνατους κι ὑποτελεῖς λαοὺς μὲ βαρύτατες φορολογίες - ἀκόμη καὶ μὲ τὴν καταβολὴ ἀνθρώπινης ζωῆς. 
 Μὲ τὴν νίκη του αὐτὴ κατήργησε τὴν ἀπάνθρωπη φορολογία τοῦ Μίνωα ποὺ πλήρωναν οἱ Ἀθηναῖοι ἀποστέλλοντας ἐτησίως στὴν Κρήτη 7 νέους καὶ 7 νεανίδες γιὰ νὰ κατασπαραχθοῦν ἀπὸ τὸ σατανικὸ θηρίο. 
    Μιὰ ἐπίσης ἐνδιαφέρουσα μυθιστοριακὴ ἐκδοχή, μεταφράζει τὴ νίκη τοῦ Θησέα ἐπὶ τοῦ Μινωταύρου μὲ τὴν ἐνίσχυση τοῦ ἡμιθέου ἥρωα ἀπὸ ἕνα θεϊκὸ στέμμα ποὺ τοῦ χάρισε ἡ Ἀμφιτρίτη. 
 Ἡ ἀφήγηση αὐτῆς τῆς μύθ - ἱστορίας ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Μίνωα στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν γύρεψε ὁ ἄναξ τὴν παράδοση ἑφτὰ νέων καὶ ἑφτὰ νεανίδων λόγῳ τῆς δολοφονίας τοῦ υἱοῦ Ἀνδρόγεου. 
  Τὴν στιγμὴ ἐκείνη, ὅπου, συνδιαλέγονταν οἱ δύο βασιλεῖς, Ἀθηνῶν καὶ Κρήτης, ὡς ἀπομηχανὴς θεὸς ἐμφανίστηκε ἐμπρός του Μίνωος ὁ Θησέας καὶ μὲ μιὰ ἀτρόμητη συμπεριφορά του εἶπε μὲ λίγα λόγια ὅτι, θεωρεῖται κι αὐτὸς εὐγενής, ἀφοῦ, ὁ πατέρας του εἶναι ὁ Ποσειδῶνας, ὅπως πατέρας τοῦ Μίνωα εἶναι ὁ Δίας. 
  Ὁ Μίνωας, τότε, γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει, πέταξε στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας ἕνα δακτυλίδι ζητῶντας του νὰ τὸ βρεῖ καὶ νὰ τὸ ξαναφέρει πίσω. 
 Ἔκπληκτος, λοιπόν, εἶδε τὸν Θησέα νὰ βουτάει στὰ σκοτεινὰ νερὰ καὶ μέσα σὲ λίγα λεπτὰ νὰ ἀναδύεται μὲ τὸ δαχτυλίδι στὸ χέρι. 
 Ἡ ἱστορία λέει ὅτι, ἐκεῖ, στὰ μεγάλα βάθη συνάντησε τὸν Ποσειδῶνα, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ δαχτυλίδι τοῦ Μίνωα. 
 Ἡ Ἀμφιτρίτη, ἡ ἀκόλουθος τοῦ Ποσειδῶνα, ἔδωσε στὸν Θησέα ἕνα θεϊκὸ στέμμα. Τὸ θεϊκὸ στέμμα τοῦ Θησέα φωτοβολοῦσε, ὅπως τὸ στέμμα τῶν ἁγίων, γιατί ὁ Θησέας ἦταν γεννημένος γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. 
 Ἐν τέλει ἔχοντας τὴν προστασία τοῦ θεϊκοῦ στέμματος κατάφερε νὰ βγεῖ ἀλώβητος ἀπὸ τὸν λαβύρινθο, σκοτώνοντας τὸν Μινώταυρο. 
 Τὸ στέμμα ἢ στέφανος ἢ κορώνα τοῦ Θησέα, ἔγινε δώρημα τοῦ ἥρωα πρὸς τὴν ἀγαπημένη του Ἀριάδνη. 
 Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ περιπέτεια, τῶν δύο ἐρωτευμένων πρωταγωνιστῶν, τὸ στέμμα τοῦ Θησέα ἢ τῆς Ἀριάδνης καταστερίστηκε στὸν οὐράνιο θόλο, λαμβάνοντας τὴν θέση τοῦ ἀστερισμοῦ τοῦ Στεφάνου (Corona Borea). 

Στὸ κτίριο τῆς ἀρχαίας Πομπηίας, ποὺ ὀνομάζεται Βασιλική, βρέθηκε αὐτὴ ἡ ἀρχαία τοιχογραφία ποὺ παριστάνει τὸν ἥρωα Θησέα ὡς νικητὴ τοῦ Μινώταυρου καὶ τὰ νέα παιδιὰ τῶν Ἀθηναίων καὶ Κρητῶν
νὰ τοῦ φιλοῦν τὰ χέρια καὶ τοὺς πόδες πρὸς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης 


  Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Θησέας ἄρχισε νὰ σχεδιάζει τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ἀθήνα, σκεφτόμενος τὸν ἆθλο ποὺ τὸν ἀνέδειξε τόσο σύντομα ὡς ἕναν ἡγέτη ἄξιο ν' ἀφήσει ἀλησμόνητο ὄνομα τοῦ εἰς τὴν ἀθάνατο μνήμη τῆς ἱστορίας. 
  Μέσα ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀναμόχλευση συνειδητοποιοῦμε τὴν μεγάλη του προσφορὰ ὅπου καθόρισε τὴν Δημοκρατικὴ συνείδηση τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηναίων, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ βασιλέα Κέκροπα
  Ἔκτοτε, ὁ Θησέας, θεωροῦνταν ὡς κύριος ὑπερασπιστὴς κάθε ἀδικημένου ἀνθρώπου καὶ γνήσιος ὑποστηρικτὴς τοῦ δικαίου[1]. Μάλιστα, σὲ ὅλη του τὴ θητεία βοηθοῦσε καὶ προστάτευε τοὺς ἀσθενεῖς κι ἀδυνάτους τιθέμενος ὡς ἀρωγὸς σὲ κάθε ἀνθρωπιστικὴ δραστηριότητα. 
  Μὲ λίγα λόγια, ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ ποὺ συμπεριφέρονταν φιλάνθρωπα σὲ οἱανδήποτε ἱκεσία καὶ παράκληση τῶν ἀδυνάτων κι ἀδικημένων. Ἔτσι, παρέμεινε πιστὸς στὰ ἰδανικά του καὶ δὲν ἀλλοιώθηκε ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποία παραχώρησε εἰς τοὺς συμπολῖτες του Ἀθηναίους θεωρῶντας ἰσότιμους ὅπως κι Ὕψιστος Οὐράνιος Τριαδικὸς Θεός μας! 
Σύμφωνα μὲ τὰ παρατιθέμενα βιογραφικὰ στοιχεῖα, ὁ Θησεύς, ὁ γιὸς τοῦ Αἰγέα, ἦταν ὁ πρῶτος βασιλιᾶς τῆς Ἀθήνας ποὺ ἐφήρμοσε τὸ πολιτειακὸ σύστημα τῆς Δημοκρατίας. Γι' αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὁ πρῶτος δημοκράτης βασιλέας τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. 
  Ἀπὸ τὸ βιβλίο του Πλούταρχου, ἀντλῶ τὴν ἱστορικὴ καταγραφὴ τῆς πρώτης διακήρυξης τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, στὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν ὁ Θησεύς, πρότεινε πρὸς τοὺς οἰκονομικὰ δυνατοὺς πολῖτες νὰ προάγουν τὸ Ἀθηναϊκὸ πολίτευμα σὲ ἀβασίλευτο καὶ δημοκρατικό, μὲ μοναδικὸ ἡγέτη στὶς μάχες αὐτόν, ὡς πολέμαρχο, καὶ παράλληλα προστάτη τῶν νόμων: «...οῖς δὲ δυνατοῖς ἀβασίλευτον πολιτείαν προτείνων καὶ δημοκρατίαν, αὐτῷ μόνον ἄρχοντι πολέμου καὶ νόμων φύλακι χρησομένην» ("Βίοι Παράλληλοι - Θησεύς", παρ. 24). 
 Ἐπιπλέον, ὁ περιηγητὴς Παυσανίας, κατέγραψε ὅτι, στὴν Βασιλικὴ στοὰ τοῦ Κεραμικοῦ ὑπῆρχε ζωγραφισμένος ὁ Θησέας, μαζὶ μὲ τὴν Δημοκρατία καὶ τὸν Δῆμο, γιατί ἐκεῖνος πρῶτος θέσπισε τοὺς δημοκρατικοὺς νόμους δίδοντας ἴσα πολιτικὰ δικαιώματα στοὺς Ἀθηναίους. Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀρχαία γραφή: «στὸὰ δὲ ὄπισθεν ᾠκοδόμηται γρὰφὰς ἔχουσα θεοὺς <τὸὺς> δώδεκα καλουμένους· ἐπὶ δὲ τῷ τοὶχῳ τῷ πέραν Θησεὺς ἐστι γεγραμμένος καὶ Δημοκρατία τε καὶ Δῆμος. δηλοῖ δὲ ἡ γρὰφὴ Θησέα εἶναι τὸν καταστήσαντα Ἀθηναίοις ἐξ ἴσου πολιτεύεσθαι·» (Παυσανίου, Ἑλλάδος περιήγησις - Ἀττικά, Ι.3.3). 
 Ὡστόσο, ἡ βασιλεία δὲν καταλύθηκε ἄμεσα, ἀλλά, διατηρήθηκε μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας του Κόδρου. Σήμερα, τὸ πολίτευμα τῆς Ἀθήνας, τῆς προϊστορικῆς ἕως καὶ ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς, θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ, ἐν μέρει, συγγενὲς ὡς πρὸς τὴν λειτουργικότητα τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας τῆς νεότερης ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. 
Συνάμα, οἱ Ἀθηναῖοι, σὲ ὅλη τὴν μεγάλη καὶ ἔνδοξη πορεία τῆς ἱστορίας τους, λάτρεψαν τὸν Θησέα καὶ τὸν εἶχαν ὡς πρότυπο δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας. Αὐτὸ ἴσχυσε μέχρι καὶ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες. 
  Τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς ἔμφυτης δικαιοσύνης τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν, ποὺ τὸ κληρονόμησαν ἀπὸ τὸν Θησέα, τὸ γνωστοποιεῖ κι ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης στὰ ἑξῆς περαιτέρω γραφόμενα: «μόνοι τῶν ἄλλων Ἀθηναῖοι διὰ τὴν ἔμφυτον παρ΄ αὐτοῖς ἐπιείκειαν προσεδέξαντο τὸὺς Ἡρακλείδας» (βιβλίο 4ο 57.4) μετάφραση: [οἱ μοναδικοὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, οἱ Ἀθηναῖοι, μὲ τὴν ἔμφυτη δικαιοσύνη - ἐπιείκεια δέχτηκαν τοὺς Ἡρακλεῖδες]. 
 Ἐπὶ τοῦτο, ἴσως, νὰ συμφωνεῖ καὶ ὁ διάλογος τοῦ Αἰγύπτιου ἱερέα μὲ τὸν Ἀθηναῖο σοφὸ Σόλωνα στὴν Σαΐδα, λέγοντας τοῦ ὅτι, τὸ γένος τῶν Ἀθηναίων ὑπῆρξε τὸ πιὸ εὐγενικὸ γένος τῶν ἀνθρώπων (Δές, Τίμαιος τοῦ Πλάτων). 
 Διότι, τὸ Ἀθηναϊκὸ γένος, γεννοῦσε ἔννοιες πανανθρώπινες. Ἄλλωστε, γιὰ πρώτη φορὰ στὰ πολιτειακὰ δρώμενα τοῦ δημοκρατικοῦ διαλόγου, διακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Περικλῆ, ἡ ἔννοια τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφαιρεῖται ἢ νὰ κακοποιεῖται χωρὶς τὴν ἐπιμέλεια μιᾶς ἔνορκης δικαστικῆς ἀρχῆς. 
  Τελικά, οἱ γηγενεῖς κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ὑπῆρξαν τόσο περήφανοι γιὰ τὸν ἥρωα τους, γι' αὐτὸ κι ἀποκαλοῦνταν ὅλοι ὡς γνήσιοι ἀπόγονοι τοῦ Θησέως. Δι' αὐτὸ τὸ λόγο, ὀνόμαζαν τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν καὶ πόλη τοῦ Θησέως. Συνήθιζαν δὲ νὰ κατονομάζονται κι οἱ ἴδιοι ὡς Θησηΐδες

      
ΘΗΣΕΥΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΜΕ ΚΕΦΑΛΗ
ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΟΔΕΣ ΤΟΥ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1].Ὅλη αὐτὴ ἡ δεοντολογία, ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Θησέα, τοῦ ὁποίου οἱ σχέσεις μὲ τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν ἦταν στενότατες. Μάλιστα, ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη, ἀνακάλυψε ἕνα ἵδρυμα θεωρούμενο ὡς θησαυρὸ ἢ ἱερὸ τοῦ Θησέως. Τὸ μαντεῖο τὸ Δελφῶν εἶχε ἐξαγγείλει, ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή, χρησμοὺς καὶ προφητεῖες περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, στὸ πλανήτη γῆ. Δηλαδὴ περὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ λυτρωτῆ τῶν ἀνθρώπων - ἐκ τοῦ θανάτου τῆς βροτὴς φύσεως - τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομά θὰ εἶναι, Ἰησοῦς Χριστός. Θεωρητικά, ὅλοι οἱ ἥρωες τῆς περιόδου τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας εἶχαν μυηθεῖ στὸ μυστήριο τῆς παλιγγενεσίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ γνώριζαν τὴν ὕπαρξη Ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιουργοῦ τῶν πάντων. Ἐπιπλέον ἐθεωρεῖτο ὅτι οἱ ἥρωες τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας ἦταν ἐκλεγμένοι γιὰ νὰ τοὺς γνωστοποιηθοῦν τὰ μελλούμενα ποὺ προφήτευαν περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς ἐπερχόμενης παλιγγενεσίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς σταυρώσεως καὶ ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου. Ὑπενθυμίζω, ἐπίσης, τὴν συνήθεια τῶν Ἀθηναίων νὰ ὀμνύονται ὑπὲρ τοῦ Ἀγνώστου Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἕνα ἄλλο κεφάλαιο, ποῦ ἴσως κάποτε νὰ ἀναρτηθεῖ.. 

      
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πλούταρχου, Βίοι Παράλληλοι -Θησεύς/Ρωμύλος 
•Διοδώρου Σικελιώτη, Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 
•Πλάτων, Τίμαιος 
•Ἰωάννης Μαλαλάς, Χρονογραφία 
•ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Β', ἐκδ. Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1989 
•HYGINUS, ASTRONOMICA 
•ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΝΟΥΗΛ, ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΝ ΒΙΕΝΝΗ, 1791