Τρίτη 2 Αυγούστου 2022



ЭIЄ  

 ΣΕΡΕΝΑΔΑ Ή ΣΕΡΕΝΑΤΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΥΣΙΟ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟ 
ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης   

  Ἀτενίζοντας τὸν γαλανὸ Ἀττικὸ οὐρανό, τὴν ἔναστρη Ἀθηναϊκὴ νύχτα ἀντιλαμβανόμαστε, πάραυτα, τὴν ἐρωτικὰ φορτισμένη ρομαντικὴ διάθεση τῶν  Ἀθηναίων ἀστῶν στὴν μακρὰν χρονικὴν τοὺς πορεία. Ἡ ἐπίδραση τοῦ φυσικοῦ κάλλους, ὅπως μᾶς γνωρίζει ὁ τραγωδὸς Σοφοκλῆς, ὑπῆρξε ἐφαλτήριο γιὰ τὴν καλλιτεχνικὴ διαδρομὴ τῶν ἐντοπίων - χθονίων κατοίκων ποὺ ὑπῆρξε πλούσια καὶ ἐπικοδομητική! 
 Πολλοὶ συγγραφεῖς καὶ δὴ ἀθηναιογράφοι θέλησαν νὰ ἀναδιπλώσουν τὸν ἱστορικὸ πλοῦτο τῆς ἱερᾶς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλά, οὐδεὶς γνωρίζει ἂν ἔχει πλήρως ἀποδοθεῖ. Μέγα τὸ εὗρος καὶ ἡ σημασία του... 
  Ἐξ ἐπὶ τούτου ὁ Νῖκος Τσιφόρος ἀναφέρει τὸ παράδοξον, εἷς τὸ βιβλίο τοῦ "Ἡ ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν", ὅτι, οἱ Ἀθηναῖοι ἔγραφαν ποιητικὰ ἄσματα τὴν ἐποχὴ τῆς τουρκοκρατίας παρόμοια μὲ τὶς καντάδες τῆς ἀκμῆς τοῦ ἐλαφροῦ ἀθηναϊκοῦ τραγουδιοῦ τῆς ἀρχῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 1910 τοῦ ΄20 καὶ τοῦ ΄30. 
 Ἄρα, ἡ σερενάτα - καντάδα δὲν εἶναι εἶδος εὐρωπαϊκὸ ποὺ εἰσήχθη μετὰ τὴν ἀποτίναξη τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ. Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τὰ κάτωθι συμφραζόμενα ξετιλύγοντας ἀργὰ - ἀργά τὸν μίτο τῆς Ἀριάδνης... 


 Τὰ ποιητικὰ ἄσματα, τῶν Ἀθηναίων καλλιτεχνῶν, ὀνομάστηκαν ἐν καιρῷ, ὡς καντάδες ἢ σερενάτες. Σύμφωνα μὲ παλιὲς φιλολογικὲς μελέτες, ἡ σερενάτα, στὸ μακρινὸ παρελθόν, συνδέοντο μὲ τὰ ἀστρονομικὰ φαινόμενα τοῦ θέρους, ὅπως φερεπείν, τῆς ἐπιτολῆς τοῦ ἄστρου Σείριου. Φερειπείν, ὁ Γεώργιος Φαῖδρος, ἀναφέρεται διεξοδικὰ σὲ τοῦτο λέγοντας ὅτι, τὸ φαινόμενο συμπίπτει μὲ ἕνα κοινωνικὸ δρώμενο ποὺ συνάπτεται μὲ τὸ ἆσμα τοῦ Λίνου ἢ Αἴλινος, ὅπου πολὺ ἀρχαῖοι μουσουργοί, μελωδοί, κιθαρωδοὶ συνέστησαν, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι 
ὁ Ἀθηναῖος ἐπικολυρικός - προομηρικός  ποιητὴς Πάμφως αλλά, καὶ ὁ Ευριπίδης, ο Ἀθηναῖος τραγωδός.   
  Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Μούσας Ουρανίας, ὅταν ἐκείνη ἐγκαθίδρυσε εἰς τὴν Ἀθήνα, ἐπὶ τοῦ λόφου τῶν Μουσῶν πέριξ του κλεινὸν ἄστεως, τὸ ἀστρονομικὸ παρατηρητήριο της, ἄρχισαν τότε νὰ διαρρέουν οἱ πρῶτες πληροφορίες τῆς ἐπίδρασης τῶν ἄστρων στὸν καθημερινὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, λοιπόν, τὰ θερμικὰ ρεύματα τοῦ καλοκαιριοῦ, ἐπονομαζόμενα ὡς κυνικά καύματα, εἶχαν πλέον τὴν πρώτη ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση τους.  
 Ὡστόσο, ἡ μακραίωνη ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, προσμετρῶντας διαφόρων εἰδῶν καταστροφές, εἶχε τὴν θέληση νὰ διατηρήσει ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ἀνεπτυγμένες γνώσεις της μέσα στὴν χρονοκάψουλα τῆς λαϊκῆς παράδοσης. Οἱ λαικὲς παραδόσεις προερχόμενες ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, μᾶς μεταφέρουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὴν σπουδαιότητα μιᾶς μυστικῆς γνώσης τῶν Ἑλλήνων προγόνων μας. Ἡ συγκεκριμένη λαϊκὴ παράδοση, ποὺ ἀφορᾶ τὴν σερενάτα - καντάδα συνδέεται μὲ τὴν ἐπενέργεια τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ ἄστρου Σείριου στὴν Γῆ καὶ τὰ ἔμβια ὄντα αὐτῆς. 
 Ἐν τούτοις, ὁ Σείριος [1] είναι τὸ λαμπρότερο ἀστέρι στὸν νυχτερινὸ οὐρανὸ καὶ ἀνήκει στὸ σύμπλεγμα τοῦ ἀστερισμοῦ τοῦ Κυνός, ἐξὸν καὶ τὰ κυνικὰ καύματα.  
 Δεδομένου τῶν προαναφερθέντων, γίνεται ἀποδεκτὸ ὅτι, ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ἄστρου Σειρίου, ἐπιδρῶντας καταλυτικὰ ἐπὶ τοῦ πλανήτου Γαῖα, ἐπιφέρει ὑψηλὲς θερμοκρασίες στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ καὶ ἐπηρεάζει, ἐν μέρει, τὴν γενετήσιαν συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου. Κατ' ἀρχὰς τὸ θῆλυ, μετὰ τὸ πέρας τοῦ ψυχροῦ χειμῶνα καὶ τοῦ ἐκστατικοῦ ἔαρος, εἰσερχομένου τοῦ θέρους μετατρέπεται εἰς μίαν φλογερὴν ὕπαρξην ὅπου ξεμυαλίζει ἅπαντες τοὺς ἄρρενες.  
 Ὁ ἄρρεν ἀνταποκρίνεται ἄμεσα, στὴν ἐρωτικὴ μέθεξη τοῦ γήινου στοιχείου ποὺ προτάσει ἡ γυναικεία ὕπαρξη, δημιουργῶντας στὴν σκέψη του μιὰ καλλιτεχνικὴ ἔκφραση τῶν συναισθημάτων ποὺ προκαλοῦν οἱ εἰκόνες τῆς γυναικείας ὀμορφίας ποὺ μόνον μὲ τὴν φυσικὴ καλλονὴ τῶν τοπίων τῆς μεσογείου συγκρίνονται. 
 Ἔτσι, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸ διαβίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς συνήθειες τοῦ ζωικοῦ βασιλείου, τὰ πρῶτα μελωδικὰ παιανίσματα δύνανται νὰ ὑπῆρξαν ἐρωτικά. 
 Ὁ Έρως, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε θεὸς δημιουργὸς εἰς τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία - θεολογία, ἐθεωρεῖτο ἡ κινητήριος δύναμη τῶν ἐσωτερικῶν ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν μετακύλιση βαθέων συναισθημάτων.  
 Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἔλλογο ὀν, κατάφερε νὰ φτάσει ἐν τέλει στὸ σημεῖο τῆς ἐπιτήδευσης τῶν καλλιτεχνικῶν του ἐκφράσεων μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραχθοῦν διάφορα εἴδη ποιητικῶν καὶ μελωδικῶν ἀκουσμάτων. Τὸ εἶδος τῆς σερενάτας, δηλαδή, τῆς καυτῆς ἤτοι καὶ θερμῆς ὠδῆς, ἀποτέλεσε, ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἕνα ἆσμα ἐρωτικὸ ἀπευθυνόμενο ξεκάθαρα ἀπὸ τὸν ἄνδρα πρὸς τὴ γυναῖκα θέλοντας, ἔτσι, νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη της ὁμοίως καὶ τὴν καρδιά της. 
 Τὸ δρώμενο αὐτὸ τῆς ἐρωτικῆς ἐκδήλωσης τοῦ ἄρρενος πρὸς τὸ θῆλυ, ἐκτελοῦνταν ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα χρόνια στὸν τόπο τὸν Ἑλληνικό, μὲ συνοδεία μουσικῆς, δηλαδή, ἀκολουθία μουσικῶν ὀργάνων, ὅπως τῆς κιθάρας καὶ τοῦ μαντολίνου. 
 Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται ἀπὸ τὸ "Ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ τῆς Πρωίας" στὸ λείμμα ΣΕΡΕΝΑΤΑ ἢ ΣΕΡΕΝΑΔΑ ὡς ἑξῆς: «Κατά κυριολεξίαν μουσικὸν τεμάχιον ἐκτελούμενον ὑπὸ γαλήνιον νύκτα. Κατ' ἐπέκτασιν, ἡ μουσικὴ ψυχαγωγία ἡ προσφερομλενη ὑπὸ ἐραστοῦ εἰς τὴν ἀγαπημένην του. Κατὰ κανόνα ἡ ἐκτέλεσις ἐγίνετο ὑπὸ μουσικῶν ὀργάνων εἰς τὰ ὁποῖα προσετίθετο ἐνίοτε ἡ φωνητικὴ μουσική. Τὸ ἔθιμον ὑφίστατο καὶ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησι καὶ τοῖς Ρωμαίοις. Εἰς ὄχι σπανίας περιπτώσεις τὸ κίνητρον τοιαύτης ἐκδήλωσεις δὲν ἦτο ἐρωτικὸν αἴσθημα, ἂλλ' ἔνδειξεις ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν προσωπικότητα εἰς τὴν ὁποία ἀπευθύνετο. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐσχηματίζετο μακρὰ πομπὴ μὲ ἀνημμένας δᾶδας. Συνήθως ἡ σερενάτα εἶναι μονωδία συνοδευομένη ἀπὸ ὑπόκρουσιν κιθάρας, μανδολίνου, καὶ λαούτου. Ἄλλοτε ἐκτελεῖται ὑπὸ χορωδίας τραγουδιστῶν τὴ συνοδεία πλαγιαύλου, σαξοκέρατος, κλαρινέτου κλπ. Ὑπάρχουν σερενάται, ὅπως τοῦ Σοῦμπερτ, περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ πρόγραμμα σοβαρᾶς μουσικῆς».  
 Ἡ ἐν λόγῳ παλαιά συνήθεια τῶν Ἀθηναίων, τῆς μεταοθωμανικῆς Ἀθήνας, νὰ κιθαρωδοὺν ἐν νυκτί, συναντᾶτε περιγραφικὰ στὴν ποιητικὴ συλλογή του Ιωάννη Καρασοῦτσα "Η Βάρβιτος" ἐν ἔτει 1860. 
 Ὁ Καρασούτσας, διαμένοντας τὰ μεταοθωμανικὰ χρόνια εἰς τὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν, ζεῖ τὶς καθημερινὲς συνήθειες τῶν Ἀθηναίων συμπολιτῶν του καὶ μὲ γλαφυρὸ τρόπο τὶς εἰσάγει στὴν ποίηση τοῦ παραθέτοντας, ἀφελῶς, μιὰ σπάνια περιγραφὴ τοῦ εἴδους τῆς σερενάτας μὲ συνοδεία κιθάρας ὅπερ ἐλέγετο καὶ κιθαρωδείν. 
 Σημαντικὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ἐπισήμανση τῆς παρουσίας τοῦ ἄστρου ποὺ κλίνει ἐρωτικὰ καὶ ἀκούει τὴν κιθαρωδικὴ μελωδία τῆς σερενάτας. Ἰδοὺ καὶ ὁλόκληρο τὸ ποίημα τῆς συλλογῆς μὲ τὴν φερωνυμία "Ὁ κιθαρωδός":  
Ο ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ
Ποία οὐράνιος μελῳδία!
Εἰς τῆς νυκτὸς τὴν γαλήνην ποία
Χεὶρ θελκτικὰ
Τὴν νυκτιλάλον κιθάραν κρούει;
Τὸ ἄστρον κλίνει καὶ τὴν ἀκούει
Ἐρωτικά.

Στροφαὶ γλυκεῖαι! ἐκφράσεις πάθους
Ἀντιλαλοῦσαι μέχρι τοῦ βάθους
Τῶν καρδιῶν.
Μινυρισμοὶ ὡς τῆς ἀηδόνος,
Λαρυγγισμοὶ ὡς οὶ τῆς τρυγόνος,
Τέρψεις θεῶν!

Τὸ πᾶν κοιμᾶται, ἄνθρωποι, φύσις.
Τὸ πᾶν κατέχει σιγὴ ἐπίσης
Νυκτερινή.
Καὶ μεταξὺ τῆς κοινῆς εἰρήνης,
Τῆς ἀναπαύσεως καὶ γαλήνης,
Μία φωνὴ,

Φωνὴ θρηνώδης ἄγρυπνος μένει,
Καὶ εἰς λιγείας ἐκρηγνυμένη
Παραφορὰς,
Κλαίει τὸν κόσμον, τὰς καλλονάς του,
Καὶ τὰς χαρὰς καὶ τὰς ἡδονάς του
Τὰς τρυφεράς.

Πῶς ὅλα φεύγουν, ὅλα περῶσι,
Ὅλα εἰς ἄγνωστον καταντῶσι
Τέρμα μαζῆ·
Καὶ ἀπὸ τόσον θόρυβον, οἴμοι!
Οὐδὲ ἡ ἔρημος μαύρη μνήμη
Δὲν ἐπιζῇ!

 Οἱ  λεκτικὲς περιγραφὲς τῆς ποίησης τοῦ Καρασοῦτσα δύνανται νὰ φανοῦν ἰδαιτέρως χρήσιμες, γιὰ τὰ λαογραφικὰ δρώμενα τῆς νεοελληνικῆς μουσικοποιητικὴς παραδόσεως, εἰς τὴν προσπάθεια εὕρεσης συνδέσμου μὲ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικό μας ἐθιμοτυπικὸ παρελθόν. 
 Οἱ ἐπί μέρους ἀναφορὲς τοῦ εἰς κάποιο ἄστρο (πιθανὸν τοῦ Σειρίου), τῆς λιγείας φωνῆς, τῶν λαρυγγισμῶν καὶ τῶν μινυρισμάτων, μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι, ὁ ποιητὴς θέλησε νὰ προσομοιάσει τὸ κιθαρωδικὸ δρωμένο του κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν μὲ κάποιο παρόμοιο ἀρχαῖο μυσταγωγικὸ δρώμενο τῆς κλασικῆς Ἀθήνας - ὅπως διακρίνουμαι στὸν κάτωθι ἀρχαῖο μελανόμορφο ἀμφορέα εἰς μίαν πομπή του κώμου!

 Ο Κώμος σε αττικό μέλανόμορφο αγγείο

Η Σερενάτα, στο "Εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Πρωίας"

 Διαφαίνεται λοιπόν, ἀπὸ κάποια συμφραζόμενα ὅτι, στην Ἀθήνα, ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων  ἤκμαζε ὁ ρομαντισμὸς τῶν κατοίκων τῆς πόλης, ὅπου κι ἐξέφραζαν τὸν ἐρωτικό τους πόθο μὲ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ τῆς εὐπρέπειας καὶ τοῦ κιθαρωδικοῦ ἤθους.  
 Ὁ ἐρωτισμός, τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων γιὰ τὶς Αττικές ἤτοι κι Ἀτθίδες κόρες, ἐπέφερε τὴν ὤσμωση τῆς σύζευξης ἄρρενος καὶ θήλεως μέσα ἀπὸ ἕναν πατροπαράδοτο τρόπο προσδεδεμένο στὸ ἰδεῶδες τοῦ ουράνιου - πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ πάνδημου - ἀφροδισιακοῦ ἔθους. 
 Τοῦτος ὁ ἰσορροπημένος συνδυασμός, τοῦ πνεύματος καὶ τῆς σαρκὸς  στὰ κοινωνικὰ δρώμενα ἐπετεύχθει ἀρτίως κι ἀκραιφνῶς εἰς τὴν ἑλληνικὴ σκέψη μόνον εἰς τὸν τόπο τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀρετῆς, στὴν ἱερὰν πόλην τῶν Ἀθηνῶν! 
 Οὕτως, λοιπόν, ὁ Κώμος των ἀρχαίων Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος τροποτινὰ θεωρεῖται ὁ πρόγονος τῆς Σερενάτας - Καντάδας τῶν Ἀθηναίων τοῦ 19ου καὶ 20ου αἰῶνα, ἤτοι καί Πατινάδα,  καταβιβάζει τὸ πνεύμα εἰς τὴν νόμιμον σαρκικὴν συνένωση τοῦ ἄρρεν μὲ τὸ θῆλυ. 
  Ὡστόσο, κατὰ τοὺς τελευταίους δύο αἰῶνες αὐτὴ ἡ μορφὴ παραδοσιακοῦ ἐρωτικοῦ ἄσματος τῆς ἀρχαίας πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἡ κοινῶς λεγομένη Σερενάτα ἢ Καντάδα, ἐξελίχτηκε πάνω σὲ μιὰ λόγια ποιητικὴ μορφή. Ἡ καθαρεύουσα ἦταν, ὁρισμένες φορές, ἡ κύρια γλῶσσα τοῦ ποιητικοῦ λόγου ἐκφράζοντας μιὰ σοβαρότητα στὴν καλλιτεχνικὴ ὑπόσταση τοῦ δημιουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ προέλευσις δὲν ἦτο ἐκ τῆς λαϊκῆς τάξεως, ἀλλά, ἐκ τῶν ὑψηλῶν κοινωνικῶν στρωμάτων ποὺ ἔχαιραν ἀκόμη καὶ πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως.  
  Ἡ ἐπαλήθευση τῶν ἰσχυρισμῶν προκύπτει μέσα ἀπὸ μιὰ διασωστικὴ καταγραφὴ ἑνὸς παλαιότατου ἀθηναϊκοῦ ἄσματος, τὴς λόγιας ἀττικὴς γλῶσσας, ὑπὸ τὴν μορφὴν σερενάτας - καντάδας, ἀπὸ παλαιοὺς ἐρευνητὲς "ρακοσυλλέκτες" τῶν ἐθνικῶν μας παραδοσιακῶν τραγουδιῶν, τυπωμένη εἰς παλαιὸ βιβλιογραφικὸ λεύκωμα τοῦ γερμανοῦ λόγιου Arnoldus Passow εν ἔτει 1860:  
      DXXXII a.
       ΤΟ ΒΡΑΔΥ.
       Μ. Ι, 228.
       ΑΘΗΝΑΙ.
     Γιὰ δὲς τ΄ ὤριον φεγγάρι ΄ναί, τί ἥσυχη βραδυά, 
Τί σιγανὴ ἑσπέρα ΄ναί, τί ἄστρη λαμπερά. 
Μὲ ἕνα βλέμμα σου γλυκὺ παύουν τὰ δάκρυα μου, 
Παύουν αἱ λῦπαι τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ παραπονά μου. 
 Ἐλθὲ λοιπὸν ὦ φίλη μοῦ μαζύ μου νὰ συζήσης, 
Καὶ στὸ ἑξῆς μὴν προσπαθεῖς τὰ πάθη μου ν΄αυξήσης. 

  1.Για ἰδὲς τί ὡραῖον Μ. Ι et 2, ΄ναὶ om M.   

             

   Εἰκόνα του ἐν λόγῳ ἀθηναϊκοῦ ἄσματος ἀπὸ τὴν  παλαιά συλλογή τοῦ γερμανοῦ μελετητῆ Arnoldvs Passow, ποὺ διέσωσε τοὺς ερωτικούς στίχους ἀγνώστου δημιουργοῦ, εκείνης τῆς περιόδου, εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὅπως προείπαμε τὸ ἐρωτικὸν ἆσμα, τύπου σερενάδας, που φέρει τὸν τίτλο, "Τὸ βράδυ", ἀνήκει στὴν ἐποχὴ τοῦ πρώιμου ρομαντισμοῦ τῆς Ἀθηναϊκῆς μουσικοποιητικὴς δημιουργίας καὶ τῆς ἀναγέννησης τοῦ ἀρχαίου λυρισμοῦ. Τὸ ποιητικὸν ἆσμα συγκαταλέγεται στὰ "ἐρωτικὰ τραγούδια" τοῦ καταλόγου τῆς συλλογῆς.

  Ἐπιπλέον,  στὸ λογοτεχνικὸ ἄρθρο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμὰντη «Αἱ Ἀθῆναι ὡς ἀνατολικὴ πόλις» ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ ἐφημερίδα τὸ 1896, διασώζεται μιὰ ἀκόμη περιγραφὴ τοῦ λαϊκοῦ δρώμενου τῆς σερενάτας - καντάδας, στὸ κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν, μὲ τὰ ἑξῆς λεπτομερεῖς στοιχεῖα: «Ἐνθυμοῦμαι μίαν παλαιὰν οἰκίαν, μὲ μεγάλην αὐλήν, μὲ ἔξοχον μεγελοπρεπῆ θέαν πρὸς τὸν Ἐλαιῶνα, τὴν Πεντέλην καὶ τὸν Πάρνηθα. Ἐκεῖ ἤκουα, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τακτικὰ πᾶσαν νύκτα κιθάραν καὶ ᾆσμα καὶ μανδολῖνον. Ἡ πατινάδα ἤρχετο κάθε βράδυ, περὶ τὴν ὥραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ἔστεκε μισὴν ὥραν ἔξω τῆς αὐλῆς, σιμὰ εἰς τὴν βρύσιν, κάτωθεν τοῦ παραθύρου μὲ τὸ σιδηροῦν κιγκλίδωμα, καὶ ἔψαλλε ρωμαντικὰ τραγούδια. Ἐπάνω εἰς τὸ παραθυράκι, αἱ γάστραι μὲ τὰ βασιλικά, μὲ τοὺς μενεξέδες, καὶ μὲ πολλῶν λογιῶν φραγκολούλουδα, τῶν ὁποίων δὲν ἠξεύρω τὰ ὀνόματα, ἐφαίνοντο ὅτι ἐσείοντο ἴσως ἀπὸ τὴν νυκτερινὴν αὔραν, ὁποὺ ἔπνεεν εἰς τὸ ὕψωμα ἐκεῖνο. Δὲν ἦσαν αἱ γάστραι ὁποὺ ἐσείοντο, ἦσαν δύο ὡραῖαι ξανθαί, κασταναὶ κεφαλαί, μὲ ἀναδεδεμένας τὰς κόμας, μὲ ἡδυπαθεῖς τακεροὺς ὀφθαλμούς. Δὲν ἠδύναντο νὰ κοιμηθῶσιν ἐνωρίς, καὶ εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξέρχωνται διὰ ν᾿ ἀκούσωσι τὴν πατινάδαν. Ἤκουες μειλιχίους ψιθυρισμοὺς ν᾿ ἀναμειγνύωνται μὲ τὴν νυκτερινὴν αὔραν, καὶ ὅλα αὐτά, ἡ μελῳδία τῶν ᾀσμάτων, τῆς κιθάρας οἱ φθόγγοι, τὸ φύσημα τῆς αὔρας, οἱ ψιθυρισμοὶ εἰς τὸ σκότος, καὶ τῶν ἀνθέων τὸ ἄρωμα, ἀπετέλουν κρᾶμά τι ἡδυπαθές, ἀπερίγραπτον, ἄρρητον...».
  Μακάρι νὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀκούγαμε κι ἐμεῖς τὰ ἄσματα ποὺ ἄκουσε ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἐποχὴ τοῦ 19ου αἰῶνα γιὰ νὰ κάνουμε μιὰ πιὸ ἐμπεριστατωμένη μουσικολογικὴ σύγκριση μὲ τὴν ἐξέλιξη αὐτῆς τὴν περίοδου τοῦ πρώτου μισοῦ του 20ου αἰῶνα. 
 Ὡστόσο, ἡ σερενάτα ἢ σερενάδα τῶν Ἀθηνῶν ἔμελλε νὰ ἐξελιχθεῖ, κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα, σὲ μία πανελλήνια τραγουδιστικὴ ἔκφραση μὲ διαφορετικές μουσικὲς ὄψεις, ἐπικρατῶντας κατὰ κόρον τὸ ὕφος τῆς ἀθηναϊκῆς ἀστικῆς νοοτροπίας.  
 Παρ' ὅλα αὐτά, πολλοὶ πιστεύουν ὅτι, τὸ εἶδος αὐτὸ εἶναι ξενόφερτο καὶ εἰσήχθη κατὰ τὴ περιόδο τῆς μεσαιωνικῆς φραγκοκρατίας. Πάραυτα, οἱ φιλολογικὲς πηγές μας ὁδηγοῦν στὴν βαθιὰ ἀρχαιότητά του ἤθους αὐτῆς τῆς ὠδικῆς συμπεριφορᾶς τῶν Ἑλλήνων καὶ δὴ τῶν Ἀθήναιων [2].   
 Ἐπιπλέον, μιὰ ἀκλόνητος ἀπόδειξη, φιλολογικοῦ χαρακτῆρος, εμφανίζεται κατὰ τὴν ἐτυμολόγηση τῆς λέξης Σερενάτα, στὸ λῆμμα σειρὸς = θερμός, καυτὸς, ταυτώνυμο μὲ τὸ ἄστρο Σείριος, ἀλλά, καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θέρους - καλοκαίρι. Ἔπειτα, συνεπάγεται ὅτι ἡ συνώνυμος λέξη Καντάδα έλκει τὴν ρίζα της ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ρῆμα Κατάδω.  
 Ὅπως διαβάζουμε στὸ παλαιὸν Λεξικόν τοῦ Κωνσταντίνου Μιχαὴλ Κουμά, τὸ ρῆμα Κατάδω είναι συνώνυμο μὲ τὶς ἔννοιες α) τοῦ ἐπάδω, ἄδω, ψάλλω ἔμπροσθεν τινός, τοῦ γεμίζω τὰ αὐτιά, (Αἰλιανοῦ ἰδιότητες ζώων ζ. 1,20.) τὸν βαρύνω μὲ τὰ ἄσματα, (Λόγγος, σ. 11). β)μαγεύω, ἰλαρύνω, ἰατρεύω (Εὐριπιδ. Λουκιαν. Ἠρόδοτ.) γ)το δεῖπνον, εὐφραίνω διὰ μουσικῆς. κατάδειν τόπου, ψάλλω εἰς τόπον τινά, (Αἰλιανοῦ ἰδιοτ. ζωων 1, 43.) Πρβ καταβλέω. 



  Στὴν ἐπάνω εἰκόνα βλέπουμε σὲ ἐρυθρόμορφη κύλικα τοῦ 520 π.Χ. 500 π.Χ. τὸν Θησέα νὰ κρούει τὴν επτάχορδη λύρα(χέλυς)  
καὶ νὰ τραγουδᾶ ἐρωτικὰ πρὸς τὴν Ἀριάδνη, τροποτινὰ κανταδόρικα. Μὲ τά μακρυά του τὰ μαλλιά, στεφανωμένος και φορῶντας  
ἱμάτιο ὡς διονυσιακὸς τελεστὴς τοῦ Κώμου παίζει τὴν λυρωδία στέκοντας ἀντικρινὰ ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη του Ἀριάδνη. Ὁμοιάζει δὲ, ὡς ένας πρώιμος κανταδῶρος της λυρικῆς τέχνης, ἐὰν τὴν συγκρίνουμε τηναπεικόνιση με μιὰ ἀνάλογη τῆς μεσαιωνικῆς ἐποχῆς με ἕναν τροβαδούρο ποὺ παίζει μὲ τὸ λαοῦτο  
τοῦ τὰ ἐρωτικὰ ἄσματα του βιτσέντζου Κορνάρου. Μιὰ μακραίωνη συνέχεια τοῦ μουσικοῦ ελληνικού πολιτισμοῦ  
τῆς Ἀθηναϊκῆς καὶ Κρητικῆς σχολῆς  
τοῦ ἐρωτικοῦ ἄσματος - τῆς καντάδας - σερενάτας (τοῦτα τα μουσικοποιητικὰ μετέβησαν καὶ εἰς Παλαιστίνη 
καὶ ἔχουμε  το " Ἆσμα ἀσμάτων"  
τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης) 

  Πέραν τούτου βλέπουμε ἐπίσης  ἄλλο ἕναν σύνδεσμο τῆς σερενάτας  μὲ τὸ  παρόμοιο εἶδος τῆς κλασικῆς μουσικῆς ποὺ ὀνομάζεται νυκτωδία (λατινιστί νοτοῦρνο > notturno).  
  Ωστόσο, ἡ βασικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ σερενάτα καὶ τὸ νοτοῦρνο  ἐντοπίζεται στὴν ὥρα ὅπου ἑρμηνεύονταν, δηλαδή, ἡ νυχτερινὴ σερενάτά περί τις 9 μ.μ., ἐνῷ  ἡ νυκτωδία κοντὰ στὶς 11 μ.μ.  
 Ἡ νυκτωδία ἀποδίδονταν, εἰς τὰ παλαιότατα χρόνια, ὡς θρησκευτικὸ ἆσμα λατρείας πρὸς τὸν Θεό. Ἡ ἀπαρχή της φαίνεται νὰ ἔχει μακρὰν ἱστορία. Φερειπείν, ἕνας στίχος ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι τοῦ Δαυίδ, τῆς 1ης χιλιετηρίδος π.Χ. μᾶς πληροφορεῖ γιὰ μιὰ νυκτερινὴ ὠδὴ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τοὺς ἑξῆς στίχους: «ἡμέρας ἐντελεῖται Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ αὐτῷ παρ᾿ ἐμοί, προσευχὴ τῷ Θεῷ τῆς ζωῆς μου» (Ψαλμός 41.9).  
 Παρ' ὅλο ποὺ ἡ σερενάτα εἶναι μιὰ νυχτερινὴ ὠδή, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ τὸ Λεξικὸ τῆς Πρωίας, διαχωρίζεται σὲ βραδινὴ καὶ πρωινὴ ὑμνωδία. Ἡ πρωινὴ ὑμνωδία, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸν θρησκευτικὸ Ὄρθρο, ἐκτελεῖται τὴν χαραυγὴ ἤτοι τὸ λυκαυγὲς καὶ ἐπονομάζεται ἑωθινὴ (καντάδα) ἢ πρωινὴ ἢ λευκή καντάδα serenata alba ταυτιζόμενη μὲ τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς τὸν πλανήτη Ἀφροδίτη τῆς θεᾶς τοῦ ἔρωτος. 
 Ἐν ὀλίγοις, τοῦ Ὄρθρου προηγοῦνται ὁ Ἑσπερινός τὸ Ἀπόδειπνο καὶ τὸ Μεσονυκτικό, ὅπως, ἀνάλογα, ἡ σερενάτα - καντάδα, νυκτωδία καὶ ἡ λευκὴ σερενάτα.   Ἔτσι, ὑποθέτουμε ὅτι, οἱ ὑμνωδίες τῶν κοσμικῶν ἐρώτων ἐμφανίζουν μιὰ συναλληλία μὲ τὰ θρησκευτικὰ τελετουργικὰ δρώμενα τῶν οὐράνιων ὑμνωδιῶν.  
 Πολλές, ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐρωτικὲς ὑμνωδίες τῶν Ἀθηνῶν, ἔχοντας ὕφος λόγιο και ἠθικὸ χαρακτῆρα, προσδίδοντας τὸν δέοντα σεβασμὸ στὴν γυναικεία ὕπαρξη, τείνουν νὰ προσομοιωθοῦν μὲ τὶς οὐράνιες θρησκευτικὲς ὠδές.  
  Διαβάζουμε, λοιπὸν συνάμα, τὸ στοιχεῖο ποὺ μᾶς δίδει τὸ λεξικὸ τῆς Πρωίας: "σερενάτα (ιταλ. serenata, γάλλ. serenade). Ἐρωτικὸν ἆσμα αδόμενον τὴν νύκτα εν ὑπαίθρῳ, ἐν συνοδείᾳ κιθάρας ἢ μανδολίνου(κοινώς πατινάδα)".  

 

  Ἐν τέλει, κυριολεκτικά, βλέπουμε εἰς ὅλα τὰ παλιὰ λεξικὰ νὰ συνδέουν τὴν σερενάτα - καντάδα μὲ τὴν πατινάδα τῆς ἑλληνικῆς δημοτικῆς παραδόσεως ποὺ ἕλκει τὶς ρίζες της ἀπὸ τὸ ἀρχαιότατο ἑλληνικό μας παρελθόν.  
 Διὰ ταῦτα, τὴν ὕπαρξη τῆς ἑλληνικῆς πατινάδας δὲν τὴν γνωρίζουν οἱ ξένοι καὶ θεωροῦν ἐσφαλμένα ὅτι, τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς σερενάτας - καντάδας εἶναι δικό τους.   Ὅμως, οἱ ἱστορικὲς καὶ μουσικολογικὲς ἀποδείξεις δηλώνουν ἐμφανῶς τὴν ἑλληνικότητα τοῦ τραγουδιστικοῦ δρωμένου.   
 Στοὺς ὀρφικοὺς ὕμνους του Καλλιμάχου, καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸν ὕμνο πρὸς τὴν Δῆλον, γίνεται μιὰ ἀναφορὰ στὸν χοροτράγουδο ποὺ εἶχε συνθέσει ὁ Θησέας γιὰ τὴν τελετὴ πρὸς τιμήν του Απόλλωνα.   Ἐκεῖ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἰμερόεσσα φωνή, ἡ ὁποία, μεταφράζεται ὡς γλυκιά - γαλήνια - ἐρωτικὴ φωνὴ μιᾶς ερωτικής ὑμνωδίας, τὴν συνταυτιζόμενη μὲ τὸ κανταδόρικο sotto voce τὸ χαμηλόφωνο καὶ ψιθυριστό. 
  Μὲ αὐτὴ τὴν λεπτομέρεια δύναται νὰ ἐννοήσουμε ὅτι, τὸ ἐρωτικὸν ἆσμα στὴν Ἑλλάδα ἄρχεται ἀπὸ τὴν προϊστορικὴ ἐποχὴ τοῦ Θησέα, τοῦ λυρωδοῦ ἄνακτος - καὶ κιθαρωδοῦ(κανταδώρου). 
 Τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τοῦ εὐγενοῦς βασιλέα τῶν Ἀθηνῶν, κάποιοι τυμβωρύχοι ἱστορικοὶ τὰ μεταβίβασαν αὐτούσια στὸν βασιλέα Δαυὶδ τῆς Παλαιστίνης ποὺ εἶναι κατὰ πολὺ μεταγενέστερος τοῦ Θησέως.   Εἰδεμή, τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τοῦ Δαυὶδ, γνώρισμα τῆς εὐγενοῦς γενεᾶς τῶν Ἑλλήνων κιθαρωδών - μελωδῶν, Ὀρφέως, Θησέως καὶ λοιπῶν, εἶναι ξεκάθαρα ἀπομίμηση τοῦ Ἀθηναίου ἄνακτα ὅπερ σημαίνει ὅτι, καὶ ὁ Ἰουδαῖος βασιλεὺς ἐκπροσωπεῖ μιὰ μακραίωνη παράδοση τῆς γενιᾶς τῶν ἑλληνοπελασγὼν τῆς Παλαιστίνης. 
Χαίρεται κι ἀγαλλιᾶσθε!!! 


Ἕνα ἠχητικὸ παράδειγμα τοῦ πολιτιστικοῦ συνδέσμου τῆς σύγχρονης σερενάτας - καντάδας μὲ τὸν ἀρχαῖο κῶμο, ἀλλά, καὶ τὴν βυζαντινή πατινάδα(εκ του περιπατῶ καὶ ἄδω). Τὸ ἠχόραμα ἀποτελεῖ μέρος τῆς ταινίας 
Ἔλα στὸ θεῖο" σὲ σκηνοθεσία Νίκου Τσιφόρου ἐν ἔτει 1950. "Γιατί κρατᾶς κλειστὴ τὴ γρίλλια" ὁ τίτλος τῆς σερενάτας - καντάδας σὲ στίχους καὶ μουσικὴ τοῦ Γ. Μαλλίδη καὶ μὲ ἑρμηνευτές τους κιθαρωδούς, Φώτη Πολυμέρη Α' φωνὴ & Νῖκο Παπαδάκη Β' φωνή! 



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Συνεκδοχικά, ἀπὸ τὴν ὀνομασία Σείριος προκύπτει καὶ ἡ ὀνομασία τῶν Σειρήνων, γνωστὲς μυθολογικὲς μορφὲς μὲ μουσικὴ εὐφωνία καὶ ἑρμηνευτικὴ δεινότητα, ὅπου στὰ λατινικὰ ἔγιναν serenus καὶ ἐξὸν λέγουν οἱ δυτικοί, ἡ σερενάτα... ἑλληνικὰ παραφθαρμένα ὁμιλοῦν ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουν... 
[2] Ἄλλωστε, καὶ  στὸ ἔργο τοῦ ρομαντικοῦ Σαίξπηρ "Ένα ὄνειρο καλοκαιρινῆς νύχτας" ὅπου ἡ ὑπόθεση τοῦ ἔργου διαδραματίζεται στὴν ἀρχαία πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Φέλιξ Μέντελσον ἔγραψε μιὰ σερενάτα νυκτωδία (serenata notturna) ὅπου τὸ γαμήλειο ἆσμα ἐξελίσσονταν ὡς ἕναν δρομικὸ ἆσμα ἤτοι πατινάδα παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ περιγράφει ὁ Ὅμηρὸς στὴν Ἰλιάδα (ραψωδια Σ) πάνω στὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα κατασκευῆς τοῦ Ἡφαίστου. 
Ἐπιπλέον, ὁ Βιντσέντζος Κορνάρος, ἐμπνεύστηκε τὸν Ἐρωτόκριτο καὶ τὴν Ἀρετοῦσα ὡς Ἀθηναίους, ποὺ ζοῦν καὶ ἀναπνέουν στὴν αἰώνια πόλη τοῦ ἁγνοῦ κι ἀμόλυντου ἔρωτα μὲ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά, ποὺ τὰ βρίσκουμε καὶ πάλι στὶς καντάδες τοῦ ἐλαφροῦ ἀθηναϊκοῦ τραγουδιοῦ...Στην παλιὰ γειτονιά..."για ἕναν ἔρωτα ἁγνό..."(τραγούδι τοῦ Γ. Μουζάκη ποὺ τραγούδησε ἡ Ἄντζελα Ζήλια σὲ στίχους: Ἀσημακόπουλου Γιώργου, Σπυρόπουλου Βασίλη, Παπαδούκα Πάνου). Καὶ τί λέει ὁ Κορνάρος, γιὰ τὴν μεσαιωνικὴ Ἀθήνα;... ὅτι, ὃ Ἐρωτόκριτος ἔπαιρνε τὸ λαοῦτο του (ἕνα εἶδος ἀνατολίτικης κιθάρας) τὴν νύκτα καὶ σιγανοπερπάτει (πατινάδα ἐκ τοῦ πατῶ /περπατῶ) καὶ τὸ χτύπαγε γλυκὰ καὶ τραγουδοῦσε σὰν ἀηδόνι: 
"Kι ὄντεν ἡ νύκτα ἡ δροσερὴ κὰθ' ἄνθρωπο ἀναπεύγει, καὶ κάθε ζὸ νὰ κοιμηθεῖ τόπο νὰ βρεῖ γυρεύγει, ἤπαιρνεν τὸ λαγοῦτο του, κ' ἐσιγανοπορπάτει, κ' ἐκτύπα-ν τὸ γλυκιά-γλυκιὰ ἀνάδια στὸ Παλάτι. Ἦτον ἡ χέρα ζάχαρη, φωνὴ εἶχε σὰν τ' ἀηδόνι· κάθε καρδιά, νὰ τοῦ γρικά, κλαίγει κι ἀναδακρυώνει. Ἤλεγεν κι ἀνεθίβανεν τῆς Eρωτιὰς τὰ Πάθη, καὶ πὼς σ' Aγάπη ἐμπέρδεσεν, κ' ἐψύγη κ' ἐμαράθη." (ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ στίχ. 375-380) 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•ΡΩΜΑΙΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, Arnoldus Passow, DXXXII a. ΤΟ ΒΡΑΔΥ Μ, Ι. 228 ΑΘΗΝΑΙ, Χ. ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ - Ν. ΝΙΚΑΣ, ATHENIS
•Λεξικόν, Κωνσταντίνου Μιχαὴλ Κουμά, τόμος πρῶτος Α- Λ 
•Λεξικὸν τῆς Πρωίας, λῆμμα σερενάτα  
•Ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν τῆς Πρωίας 

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022



ЭIЄ

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
 ΗΤΑΝ Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΙ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ
Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 
-
 Ἕνας μῦθος παλαιὸς ταξίδεψε πρὸς τὴν δύση καὶ παρέμεινε διὰ μέσου τῶν αἰώνων στὴν Μάλαγα τῆς Ἀνδαλουσίας, ὅπου, διαδραματίζονται σήμερα οἱ θρυλικὲς ταυρομαχίες. 
 Παράλληλα, ὑπάρχει μιὰ μουσικὴ σύνθεση γιὰ κιθάρα ποὺ ὀνομάζεται El toro -malaguena, δηλαδή, "ὁ ταῦρος της Μάλαγας". Ἡ Ἱσπανία, εἶναι ὁ τόπος τῶν παραδόσεων τῆς ἄνισης πάλης μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ θηριώδους μαύρου ταύρου. 
Ρυτὸ κεφαλῆς ταύρου
 ἀπὸ τὴν μινωικὴ Κρήτη καὶ δίπλα
 ὁ ἱσπανικὸς μαῦρος ταῦρος 

 Ἡ χώρα τῶν ἱσπανῶν ἐκτείνεται στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἰβηρικῆς χερσονήσου κι θεωρεῖτε ὁ τόπος ποὺ διατηρεῖ μνῆμες ἀπὸ ἕνα ἀπώτατο παρελθόν.
 Ἕνα παρελθόν, ὅπου δὲν μιλούνταν τὰ ἱσπανικὰ καὶ οἱ αὐτόχθονες ἡμιάγριοι κάτοικοι συνήντησαν τὸν ἀλλεπάλληλο ἀποικισμὸ ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ καὶ φοινικικὰ φῦλα τῆς ἀνατολικῆς μεσογείου. Ἔτσι, λίγο λίγο, χτίστηκαν πόλεις, κωμοπόλεις καὶ χωριὰ κι ἄρχισε νὰ ἀνθεῖ ἕνας ἀκμάζων ἰβηρικὸς πολιτισμός. 
 Στὴν βόρεια Ἱσπανία, καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴν περιοχή της Καταλωνίας, όπου θεωρεῖται ὁ τόπος της ταυρομαχίας, διατηρεῖτε ὡς τὴ σήμερον ἡ ὀνομασία ἑνὸς ἀρχαίου Ἕλληνα ἥρωα μὲ τὸν λεκτικὸ τρόπο τῆς γραμμικῆς Β' τῶν μυκηναϊκῶν χρόνων. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ Θησέας καὶ στὰ καταλανικὰ Teseuς.
 Ἡ ρίζα τοῦ ὀνόματος ἀνευρέθηκε ἀπὸ ἀρχαιολόγους στὴν γραμμικὴ Β' σημειωμένο ὡς te-se-u (δὲς Ventris καὶ Chadwick 1973, ὑποσ. 115, 120). Τὸ εὕρημα αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει τὴν ὕπαρξη τοῦ μυθικοῦ ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν στὰ χρονικὰ τῆς προϊστορίας. 
 Ἡ ἱστορία ξεκινάει ὅταν ὁ πρίγκιπας τῶν Ἀθηνῶν Θησέας ἀποφασίζει νὰ ἐκτελέσει ἄλλο ἕναν ἆθλο ἀντιμετωπίζοντας τὸ μινωικὸ θηρίο ποὺ ὀνομάζεται Μινώταυρος. Γιὰ τὴν διεξαγωγὴ αὐτῆς τῆς μονομαχίας ὑπάρχουν διάφορες καταγραφές. 
 Ὁ Βυζαντινὸς χρονογράφος, Γεώργιος Σύγκελλος ἀναφερόμενος στὸ δεύτερο βιβλίο της Ἀτθίδος προτάσει μιὰ ξεχωριστὴ ἐκδοχὴ τοῦ μύθου περὶ τῆς μονομαχίας τοῦ Θησέως ἐξ Ἀθηνῶν μὲ τὸν θηριώδη Μινώταυρο τῆς Κρήτης. 
 Σύμφωνα μ' αὐτὴν τὴν ἐκδοχή, ὁ Λαβύρινθος ὑπῆρξε φυλακὴ ὅπου ρίχνονταν δέσμιοι οἱ παρθένοι παῖδες τῶν Ἀθηναίων. Αὐτὴ ἦταν ἡ τιμωρία τοῦ Μίνωα, ποὺ ἐπέβαλε στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, κατόπιν μιᾶς πολεμικῆς νίκης.   Εἶχε προηγηθεῖ ἡ δολοφονία τοῦ υἱοῦ καὶ πρίγκιπα τῆς Κρήτης Ἀνδρόγεω, ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν γυμνικῶν ἀγώνων. 
 Καθὼς ὁ Ἀνδρόγεως ἀνακηρύχτηκε νικητὴς ἀγωνίσματος, οἱ Ἀθηναῖοι, ὑποψιαζόμενοι δολιοφθορὰ τῶν κριτῶν ὁδηγήθηκαν σὲ μιὰ σκληρὴ ἁψιμαχία ποὺ ἐπέφερε τὸν θάνατο τοῦ γιοῦ του Μίνωος. 
 Ἔτσι, ὁ Μίνωας, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ, ἐκστράτευσε ἐνάντια τῆς Ἀθήνας, ὅπου, κατάφερε νὰ νικήσει τοὺς Ἀθηναίους μὲ τὸν ἰσχυρὸ στόλο του. Ἐτοῦτον τὸν πολεμικὸ στόλο πιθανὸν νὰ τὸ εἶχε κατασκευάσει ὁ ἐξοστρακισμένος ἀθηναῖος ἐφευρέτης - τεχνίτης Δαίδαλος. 
  Νικῶντας ὁ κρητικὸς στόλος ἐπιβλήθηκε φόρος εἰς τοὺς Ἀθηναίους. Ὁ φόρος ὤφειλε νὰ κατατεθεῖ μέχρι τὴν ἔναρξη τῶν ἐτησίων γυμνικῶν ἀγώνων, ὅπου, ὁ Μίνωας εἶχε καθιερώσει πρὸς τιμὴν τοῦ δολοφονημένου γιοῦ του Ἀνδρόγεω ἐν Ἀθήναις. 
 Ἡ συνέχεια μετὰ τὸν ἀγῶνα γίνονταν τραγική, καθότι, οἱ νικητὲς ἐλάμβαναν ὡς ἔπαθλο, τοὺς ἑπτὰ νέους παρθένους καὶ τὶς ἑπτὰ νέες παρθένες ἐξ Ἀθηνῶν. Μάλιστα, στοὺς τελευταίους ἀγῶνες εἶχε ἀναδειχθεῖ ὡς νικητὴς ὁ βάναυσος καὶ ἀλαζονικὸς Ταῦρος, στρατηγὸς τοῦ Μίνωα. 
 Ὁ Μίνωας, κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς βασιλείας του, φαίνεται ὅτι, ἦταν ἀνίκανος νὰ φερθεῖ δίκαια, καθ' ὅσον, βασανίζονταν ψυχολογικὰ ἀπ' τὸν ἀκούσιο ἐγκλωβισμό του σ' ἕνα ἐρωτικὸ τρίγωνο μεταξὺ τῆς γυναίκας του καὶ βασίλισσας Πασιφάης καὶ τοῦ στρατηγοῦ Ταύρου. 
 Πάραυτα, ὁ Μίνωας, γιὰ τὸν ἀπολυταρχικὸ χαρακτῆρα τοῦ Ταύρου, αἰσθάνονταν βαθιὰ ἀπέχθεια, ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἀντιδράση λόγῳ τῆς κρυφῆς συναισθηματικῆς ὑποστήριξης ποὺ ἔχαιρε ὁ Ταῦρος ἀπὸ τὴν Πασιφάη. 
 Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἥρωας Θησέας προκάλεσε τὸν Ταῦρο σὲ μονομαχία, ἴσως τὴν πρώτη μονομαχία μεταξὺ ἡρώων στὴν ἱστορία, ἐκεῖνος ἀποδέχτηκε τὴν πρόκληση ἀλαζονικὰ μὴ γνωρίζοντας ποιόν ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσει. 
 Ἂν ὁ Ταῦρος εἶχε τὴν ψυχολογικὴ στήριξη ἀπὸ τὴν βασίλισσα Πασιφάη, ὁ Θησέας, εἶχε τὴν στήριξη τῆς πολιούχου θεᾶς τῶν Ἀθηνῶν, τὶς θαλάσσιες θεότητες ὡς γιὸς τοῦ Ποσειδῶνα καὶ παράπλευρα τῆς Ἀφροδίτης, ἀφοῦ, εἶχε καταφέρει νὰ σαγηνέψει μὲ τὸ παρουσιαστικό του τὴν πριγκίπισσα Ἀριάδνη, κόρη τοῦ βασιλέως Μίνωα. 
 Ὅπως διασταυρώνεται ἀπὸ τὶς καταγεγραμμένες πληροφορίες, ἡ Ἀριάδνη, φαίνεται κατὰ πρῶτον νὰ ἦταν πεπαιδευμένη στὶς πολεμικὲς τέχνες καὶ ἐπιπλέον νὰ κατεῖχε κι ἄλλες ἰδιαίτερες γνώσεις ποὺ εἶχε ἀποκομίσει ἀπ' τὸν ἀθηναῖο δάσκαλο τῆς Δαίδαλο. 
 Ἐν τούτοις, ὁ ἔρωτας της, μὲ τὴν πρώτη ματιά, τὴν ἔκανε νὰ στέκεται στὸ πλευρὸ τοῦ ἀγαπημένου της Θησέα μὲ ὅλη τὴν ψυχική της δύναμη. 
 Μάλιστα, οἱ ἐξιστορήσεις λέγουν ὅτι, βοήθησε καταλυτικὰ τὸν ἥρωα, δίδοντας τοῦ τὸν μίτο οὕτως ὥστε, μετὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ μινωταυρικοῦ θηρίου, νὰ ἐξέλθει εὐκόλως ἀπὸ τὴν χαώδης αἴθουσα τοῦ λαβυρίνθου. 
 Ὁ Θησέας ἐν τέλει, κατανικάει τὸν Ταῦρο, ταπεινώνοντας γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ἀήττητο τῆς μινωικῆς θαλασσοκράτειρας δύναμης, ὅπου, ἤλεγχε καὶ καταδυνάστευε τὸν τότε γνωστὸ θαλάσσιο κόσμο. 
 Νικῶντας ὁ Θησέας, ἐξουδετέρωσε ἄμεσα μιὰ ἐπερχόμενη στρατοκρατικὴ τυραννία τοῦ μινωταυρικοῦ θηρίου ἤτοι καὶ μιὰ πρώιμη ἱστορικὰ παγκοσμιοποίηση. Ὁ ἡλιακὸς ἥρωας ὡς ἐντελοδόχος τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ κατέλυσε μιὰ προσπάθεια τῆς ἀρνητικῆς δυνάμεως νὰ κλειδώσει τὴν ἀνθρωπότητα ἐς ἀεί. 
 Ὁ Μίνωας, παρόλη τὴν ντροπὴ τῆς ἥττας ἀποδέχτηκε ἀνακουφισμένος, τὴν ἐξόντωση τῆς ταυρικῆς τυραννίας καὶ γι΄ αὐτὸ ἄμεσα ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀπαλλαχθεῖ ἡ Ἀθήνα ἀπὸ τὴν ἀπεχθῆ της ρήτρα. 
 Οἱ πληροφορίες, ὅμως, λένε ὅτι ὁ Θησέας καταλύωντας τὴν τυραννία, ἔχοντας νικήση καὶ τὸν μινωικὸ στόλο μὲ πλοῖα ποὺ ἔφτιαξε κρυφὰ ἀπὸ τὴν μινωικὴ φρουρὰ στὰ ναυπηγεῖα της περιοχής που σήμερα ονομάζομεν Σκαραμαγκά, ἀνακηρύχθηκε βασιλιᾶς τῆς Κρήτης. 
 Πράγματι, στὸ λεξικό του Σουίδα, διαβάζουμε ὅτι, ὁ Θησεὺς νίκησε τὶς δυνάμεις των κρητὼν μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν Ταῦρο καὶ χρήστηκε αὐτὸς βασιλιᾶς τῆς Κρήτης ὡς λυτρωτὴς τῆς ἀνθρωπότητος.     Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἡ Μεγαλόνησος, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Θησέα, ἦταν ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Ἀθηναίων καὶ ἠθελημένα οἱ Κρῆτες ἀναγνώρισαν τὸν ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν σωτῆρα τους ἀπὸ τὴν μινωταυρικὴ σκλαβιὰ(στη Πομπηία βρέθηκε τοιχογραφία ὅπου νεαροὶ κρῆτες τὸν προσκυνοῦν καὶ ἀσπάζονται τὰ χέρια του ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς ἐλευθερωτῆ & λυτρωτῆ τους). 
 Ἀργότερα, ὁ Θησέας, ὡς βασιλιᾶς τῶν Ἀθηνῶν παίρνει γιὰ σύζυγο τοῦ τὴν Φαίδρα, τὴν δεύτερη κόρη τοῦ νικημένου Μίνωα καὶ ἐγκαθίσταται εἰς τὰς Ἀθήνας. 
 Ἐπὶ τούτου, μία ἀρχαία ἀπεικόνιση ἑνὸς εὑρεθέντος μεταλλίου, μὲ ἐγχάρακτη τὴν εἰκόνα τοῦ βασιλέα καὶ πανελλήνιου ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν, διασώζει τὴν ἐπιγραφεῖ ΘΗΣΕΑ ΝΙΚΕΕΙC ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἀνίκητη φύση του γιοῦ τοῦ Αἰγέα. 
 Ἐν ὀλίγοις, ὑπῆρξε ὁ μόνος νικητὴς τοῦ Μινώταυρου ἢ Ταύρου Ἀστερίωνα (αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ κατῆλθε ἀπο τὰ ἄστρα) κι τοῦτο ἐπηρέασε σημαντικα τὴν ἱστορία κι ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητος. 
 Σήμερα, οὐδεὶς ἱστορικὸς ἀναφέρει τὸ ἱστορικὸ ὅπως ἔχει... ἄραγε γιατί; μήπως ἑτοιμάζουν νέο Μινωταυρικὸ θηρίο; 
 Ἐὰν ὄντως ναί, τότε, μέλλει νὰ ἔλθει καὶ Νέος Θησέας, ἐκ Θεοῦ... 


Τὸ εὑρεθεῖς μετάλλιο 
μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ΘΗΣΕΑ ΝΙΚΕΕΙC 

  Συνελλόντι, ἡ φημισμένη μονομάχια τοῦ Θησέα μὲ τὸν Ταῦρο ἢ Μινώταυρο, παρέμεινε ἐθιμοτυπικὰ ὡς δρώμενο μὲ τὴν συμβολικὴ μονομαχία μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ ταύρου ἤτοι ταυρομαχίας. Ὁ ἄνθρωπος, παντοῦ καὶ πάντοτε, ἀντιπαλεύει τα ζωώδη καὶ ἀγριώδη ἐνστικτὰ τῆς ὕπαρξης του, τὰ ὁποῖα τῶν ὁδηγοῦν στὶς πιὸ λανθασμένες ἐπιλογὲς ἕνεκα τῆς πτωτικῆς του φύσεως.   Ἕνας ἀγῶνας, ἕνας ἆθλος, γιὰ τὴν αὐτοσυγκράτηση τῆς ψυχικῆς ἰσορροπίας τῆς πνευματικῆς καθαρότητος καὶ διαύγειας, αὐτὰ ἐκπροσωποῦν τὸν ταυρομάχο ἀπέναντι στὸν θηριώδη ταῦρο. 
 Ὅμως, ἕνας σημαντικὸς κρίκος, τῆς μυθιστορίας μὲ τὴν πραγματικότητα, ἀναδεικνύεται μέσα ἀπὸ ἕνα ἀρχαιολογικὸ εὕρημα ποὺ βρέθηκε στὶς ὑπώρειες τῆς Ἀθηναϊκῆς ἀκροπόλεως. 
 Πρόκειται, γιὰ ἕνα χρυσὸ δαχτυλίδι μυκηναϊκῆς τεχνοτροπίας μὲ ἀποτυπωμένη μιὰ σκηνὴ τέλεσης τῶν ταυροκαθαψίων, δηλαδή, κατὰ κάποιο τρόπο τῶν προγονικῶν ἀγωνισμάτων τῆς σημερινῆς ταυρομαχίας τῶν Ἱσπανῶν. 
 Τὸ ὁλόχρυσο ἀρχαῖο ἀντικείμενο ὀνομάστηκε ἀπὸ τοὺς ἀρχαιολόγους ὡς «Δαχτυλίδι τοῦ Θησέα». Γιατί ἄραγε; 
Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τί μᾶς λένε οἱ σύγχρονες πληροφορίες: «Τὸ χρυσὸ «Δαχτυλίδι τοῦ Θησέα» Τὸ χρυσὸ σφραγιστικὸ «Δαχτυλίδι τοῦ Θησέα» (ἀρ. εὐρ. ΕΑΜ 19356) παραδόθηκε ἀπὸ τὴν τελευταία κάτοχό του στὸ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο τὸ 2004. Ἀναφέρεται ὅτι βρέθηκε τὴ δεκαετία τοῦ 1950 στὴν περιοχή των Ἀναφιώτικων, ὅπου ἀπορρίπτονταν χωρὶς τάξη τα μπάζα τῆς ἐπέκτασης τοῦ Μουσείου Ἀκροπόλεως, καὶ δὲν ἔχει ἐκτεθεῖ ἀκόμα στὸ ἑλληνικὸ κοινό. Ἂν ἡ μαρτυρία εἶναι ἀληθινή, τότε αὐτὸ το πολύτιμο δαχτυλίδι, ποὺ χρονολογεῖται στὰ χρόνια λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1400 π.Χ., ἀποτελεῖ ἕνα πολύτιμο προσωπικὸ ἀντικείμενο ἑνὸς ἄνδρα ἢ μιᾶς γυναίκας ποὺ θὰ ἀνῆκε στὴν πρώτη ἡγεμονικὴ γενιὰ τῆς μυκηναϊκῆς Ἀθήνας. Στὴ σφραγιστικὴ ἐπιφάνεια τοῦ δαχτυλιδιοῦ ἀπεικονίζεται σκηνὴ ταυροκαθαψίων, μὲ τὸν ἅλτη νὰ πηδάει πάνω ἀπὸ τὸν ταῦρο. Τὴν παράσταση πλαισιώνουν καθιστὸ λιοντάρι καὶ δέντρο, κατὰ τὸ συνήθειο τῶν Μυκηναίων καλλιτεχνῶν νὰ μὴν ἀφήνουν κενά. Ἡ ἀπεικόνιση τῶν ταυροκαθαψίων, ἑνὸς ἀθλήματος τῶν πανίσχυρων ἀνακτόρων τῆς μινωικῆς Κρήτης, σὲ ἕνα ἀντικείμενο κύρους τοῦ Ἀθηναίου βασιλιᾶ (ἢ τῆς συζύγου του) σφραγίζει τὴ διαδοχὴ ἑνὸς παλαιότερου καὶ ἐγνωσμένου συμβόλου διάκρισης ἀπὸ τοὺς νέους ἄρχοντες. Τὸ χρυσὸ σφραγιστικὸ «Δαχτυλίδι τοῦ Θησέα». Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο, Αρ. Ἔυρ. 19356. Φωτογραφία: Ἐλευθέριος Α. Γαλανόπουλος. Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καὶ Ἀθλητισμοῦ/Ταμεῖο Ἀρχαιολογικῶν Πόρων. Ἐπιπλέον, τὸ «Δαχτυλίδι τοῦ Θησέα», καθὼς καὶ ἕνα σύγχρονο θραῦσμα λίθινου ἀγγείου μὲ τὸ ἴδιο θέμα πάλι ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, ἀναβιώνουν μὲ ἕναν ἀναπάντεχο τρόπο τὴ σύνδεση τοῦ μύθου μὲ τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς πόλης, ὁ πρῶτος βασιλιᾶς - συνοικιστής, ὁ Θησέας (τρισέγγονος τοῦ βασιλιᾶ Ἐρεχθέα), καθυπόταξε τὴν ἄγρια δύναμη τοῦ Μινώταυρου καὶ τοῦ πανίσχυρου βασιλιᾶ Μίνωα τῆς Κρήτης καὶ ἀπελευθέρωσε μιὰ γιὰ πάντα τὴν ὑποταγμένη Ἀθήνα. Ἡ υἱοθέτηση τοῦ θέματος αὐτοῦ σὲ ἕνα βασιλικὸ δαχτυλίδι τῆς πρώτης ἀθηναϊκῆς ἐλίτ – ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτως συμπτωματική – συνδέει νοηματικὰ τὴ γέννηση τῆς συντεταγμένης πόλης τῆς Ἀθήνας μὲ τὴν κατάργηση τῆς ὑπερπόντιας ἐξάρτησης καὶ μὲ τὴν ἁρπαγὴ ἑνὸς πανάρχαιου μινωικοῦ συμβόλου.»
(Πηγή: www.lifo.gr).

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ

Στὴν πρώτη εἰκόνα ὁ Ἱσπανὸς ταυρομάχος φονεύει τὸν ταῦρο στὴν τελικὴ ἔκβαση τῆς ταυρομαχίας ἐνῷ στὴν δεύτερη βλέπουμε τὸν πανελλήνιο ἥρωα Θησέα νὰ σκοτώνει τὸν τερατώδη ταῦρο, τὸν Μινώταυρο μὲ ἕναν παρόμοιο τρόπο. Ἀπεικόνιση σὲ ἑλληνικὸ ἀγγεῖο τοῦ 6ου αἰῶνα π.Χ. 

Ὁ Θησέας φονεύει τὸν Μινώταυρο (1843), 
χάλκινο γλυπτὸ ἀπὸ τὸν Antoine-Louis Barye. 


  Τὰ ταυροκαθάψια, τὰ ὁποῖα τελοῦνταν κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ἔαρος εἰς νῆσον Κρήτη μὲ ἐπίκεντρο τὸν λαβύρινθο τοῦ Μινωικοῦ παλατιοῦ, θεωροῦνταν τελετὲς πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ Ταύρου, τοῦ δικέρατου θηρίου. 
Συμφώνως μετὰ τῶν σχολιαστῶν τῆς ἀρχαιότητος, ἡ τελετή, ἐπρόκειτο περὶ ταυροπαιδιὰς μὲ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. Ἡ τέλεση τῆς ξεκινάει ἀπὸ τὰ βάθη τῶν προϊστορικῶν χρόνων σὲ ὅλη τὴν Μεσόγειο καὶ τὴν δυτικὴ Ἀσία μὲ ἀνάδειξη εἰς τὴν λατρείαν τῆς ἱερότητας τοῦ ταύρου. 
 Οἱ σχολιαστὲς ἐρίζουν πρὸς τὴν διεξαγωγὴν ἑνὸς ὀρχηστικοῦ τελετουργικοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου, οἱ χορευτὲς ἐκτελοῦσαν ἅλματα πάνω ἀπὸ τὸν ταῦρο χρησιμοποιῶντας τὰ κέρατα τοῦ ὡς λαβές. 
 Ὡστόσο, κατὰ τὸ πέρας τῆς ἀθλοπαιδιᾶς των ταυροκαθαψίων, δὲν μαρτυρεῖτε ἡ φόνευση τοῦ λατρευομένου ταύρου. 
 Τελικὰ, μιὰ ἐνθύμηση τῶν ἱερῶν ταυροκαθαψίων εἰς τὴν Μινωικὴ Κρήτη ἀποτελεῖ καὶ ἡ πάλη τοῦ Θησέα μὲ τὸν Μινώταυρο. Οἱ μελετητὲς θεωροῦν ὅτι, ὁ Θησεύς, ἐτέλεσε τὸ τελετουργικό των ταυροκαθαψίων καὶ στὴν τελικὴ ἔκβαση κατάφερε νὰ θανατώση τὸ ὑβριδιακὸ ἀνθρωποταυρικὸ θηρίο. 
 Ἐν ὀλίγοις, ἡ τελικὴ ἔκβαση τῆς τελετῆς, γιὰ πρώτη φορά, ἦταν ἡ θανάτωση τοῦ Μινώταυρου - Ταύρου. 
 Ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ Ἀθηναίου πρίγκιψ φαίνεται νὰ συγκίνησε ὄχι μόνον τὸ πανελλήνιο ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς δυτικῆς Μεσογείου καὶ τῆς Μ. Ἀσίας. 
 Στὴν ἰβηρικὴ χερσόνησο, σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς μαρτυρίες ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, λέγεται ὅτι: «οἱ Κελτίβηρες γνώριζαν τὴν συμπεριφορὰ τῶν βοοειδῶν ποὺ κατοικοῦσαν στὰ δάση, τὸ κυνήγι τῶν ταύρων εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ ἀθλοπαιδιά». (λῆμμα ταυρομαχία). 
 Ἐδῶ ἔρχεται νὰ κουμπώσει μιὰ ἄλλη λεπτομέρεια ἐκ τῶν ἄθλων τοῦ Θησέα, ὅταν ἐκεῖνος πάλεψε μὲ τὸν μαραθώνιο ταῦρο καὶ συλαμβάνοντας τον ἀπὸ τὰ κέρατα τὸν ὁδήγησε περιφερόμενο στὰ ἔκπληκτα μάτια τῶν ἀθηναίων, ὅπου, φτάνοντας στὸ ἱερὸ τοῦ Δελφινίου Ἀπόλλωνος τὸν θυσίασε πρὸς τιμὴν τοῦ ἡλιακοῦ θεοῦ. 
 Μὲ τὸν Μαραθώνιο Ταῦρο εἶχε ταυρομαχήσει, σ' ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄθλους του, ὁ Ἡρακλῆς, ὅπου ἐν τέλει ἀφοῦ τὸν παρέδωσε στὸν Εὐρυσθέα μετέπειτα διέφυγε ἀπὸ τὰ ἐδάφη τῆς Πελοποννήσου καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Ἀττικὴ σπέρνοντας τὸν πανικό. 
 Δηλαδή, ἐκ τῶν συμφραζομένων, ὁ Ἡρακλῆς, ἐξάδερφος τοῦ Θησέα ἐκ τῶν μητέρων τους, προηγεῖται στὰ ταυρομαχικὰ δρώμενα τοῦ ἥρωος τῶν Ἀθηνῶν. 
 Μάλιστα, ὁ Πλούταρχος, μᾶς πληροφορεῖ, στὸν βίο τοῦ Θησέα, τὴν ἀπὸ μικρὸν παιδίον ἐπιθυμία του εἰς τὴν ἐκτέλεση μεγάλων ἄθλων γιὰ νὰ μιμηθεῖ τὴν κοινοφελεὶ προσφορά, καὶ τὴν ἀγαθοεργία τοῦ Ἡρακλῆ ἐξ Ἄργους. 
 Ἐπιπλέον, εἰς τὴν ἔρευνα γιὰ τὴν τέλεση ταυρομαχιὼν στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὁρισμένες μαρτυρίες συναντᾶμε στὶς ἀναφορὲς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνακάλυψη τῶν ἐπιγραφῶν, ἀναγλύφων καὶ τοιχογραφιῶν ποὺ βρέθηκαν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο. 
 Τὸ δεδομένο εἶναι ὅτι, ἀπὸ τὴν Ἀττικὴ καὶ τὴν Θεσσαλία ἡ ἀθλοπαιδιᾶς ἢ ταυροπαιδιὰς μετέβει εἰς τὴν Ρώμη, ὅπου, μετατράπει εἰς ἀγῶνα ποὺ ὁ βασικὸς σκοπός του ἦταν ἡ θανάτωση τοῦ ταύρου. 

Ἀπὸ τὴν Ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Ἡλίου 
λῆμμα «Λαβύρινθος» ὅπου ἀναφέρεται στὰ ταυροκαθάψια τὶς ἐννοούμενες πρῶτες ταυρομαχίες, μὲ συμμετέχοντες 
τοὺς εὐγενεῖς Ἀθηναίους παρθένους.


Ἐρυθρόμορφη λήκυθος σὲ λευκὸ ἔδαφος ἀπὸ τὴν Ἀττική. Ἀποδίδεται στὸν Ζωγράφο τοῦ Ἐδιμβούργου, περίπου τὸ 500 μὲ 480 π.Χ. Βρέθηκε στὴ Σικελία. Ὁ Θησέας ἔχει καταβάλει τὸν Μινώταυρο, τὸν κρατᾶ μὲ τὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ τὸ κέρατο καὶ τὸν διατρυπὰ μὲ τὸ σπαθί του ποὺ τὸ κρατᾶ μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι. Τὸ σπάθι φαίνεται πὼς ὁδηγεῖτε στὸ πάνω μέρος τῶν κεράτων τοῦ ζώου γιὰ νὰ ἐπέλθει ὁ ἀκαριαῖος θάνατος ὅπως κάνουν καὶ οἱ ἱσπανοὶ ταυρομάχοι. (Λονδῖνο, Βρετανικὸ Μουσεῖο, 1836,0224.113/B642 The Trustees of the British Museum) 

 Ἐν κατακλεῖδι, μὲ τὶς ἔγκριτες βιβλιογραφικὲς ἀναφορές, ἀποδεικνύεται περίτρανα, ἡ ἀπαρχὴ τοῦ δρώμενου τῆς ἱσπανικῆς ταυρομαχίας εἰς τὴν ἀπώτατην ἀρχαιότητα μὲ πρωταγωνιστὲς τοὺς πανελλήνιους καὶ ἰσότιμους ἥρωες τῆς ἑλληνικῆς μυθιστορίας, Ἡρακλῆ καὶ Θησέα. 
 Παράλληλα, ἡ ἱσπανικὴ μουσικοχορευτικὴ σύνθεση, El toro - malaguena, δηλαδή, "ὁ ταῦρος της Μάλαγας", μὲ τὴν ἁρμονία τοῦ μέλους βασιζόμενη στὴν χρωματικὴ μείζων καὶ τὴν ἁρμονικὴ ἐλάσσων κλίμακα, δεικνύει τὶς ἄμεσες καταβολὲς τῆς ἱσπανικῆς μουσικῆς Φλαμένκο ἀπὸ τὴν μιμητικὴ ὀρχηστικὴ τοῦ ἀρχαίου ταυρελάτη, τῆς μουσικῆς ἐποποιίας τῶν Ἀθηναίων καὶ Μινωιτῶν τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς. 
 Στοιχεῖα, ἀπὸ τὴν χορογραφία της ταυρομαχίας, ὅπου διεξείχθει στὸν μινωικὸ λαβύρινθο τὸν οἰκοδομήσας ἀπὸ Ἀθηναίου Δαίδαλου, ἐμπεριέχονται καὶ στὴν ὄρχηση τοῦ Γέρανου ποὺ συνέθεσε ὁ ἴδιος ὁ Θησέας, βασιζόμενος, ἴσως, σὲ παλαιότερες μουσικοχορευτικὲς παραδόσεις, ὅπου, πάλι ὁ Δαίδαλος ἐξ Ἀθηνῶν δίδαξε στὴν Ἀριάδνη κι ἐκείνη μετέφερε στὸν Θησέα, βρίσκουμε σήμερα διεσπαρμένες σὲ πλεῖστες μουσικοχορευτικὲς παραδόσεις τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς! 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Πάπυρος Larousse Britannica 
•Νεότερον ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν τοῦ ΗΛΙΟΥ 
•Ἐπίτομον ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικόν της "Πρωϊας" 
•Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι - Θησέας 


Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

 

ЭIЄ
ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΗΤΟΙ ΣΥΡΙΑΔΕΣ ΑΘΗΝΑΙ

Ἔρευνα & συγγραφὴ Ἰωάννης Βαφίνης 

   Ἕνας τόπος μὲ μακρὰν ἱστορία, στὴν ἀκτὴ τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου, εἶναι ἡ Συρία. Ἡ ἀπαρχὴ τῶν τοπικῶν ἱστορικῶν δρωμένων ξεκινᾶ ὅταν στὴν παράκτια περιοχὴ προσέγγισαν μὲ τὴν Ἀργῶ οἱ ἐκστρατεύσαντες Ἀργοναῦτες. Μάλιστα, διαδίδονταν ἡ μυθολογικὴ παράδοσης ὅτι, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λιμένισης τῆς Ἀργοῦς χρειάστηκε νὰ τὴν σύρουν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς χώρας, πιθανὸν γιὰ νὰ προσεγγίσουν τις παραποτάμιες περιοχές, καὶ ἔκ τοῦ συρμοῦ ἡ περιοχὴ ἔλαβε τὴν φερωνυμίαν ἀπὸ τοῦ ρήματος "σύρω>σύρνω>σέρνω". 
  Στὴν Συρία, λοιπόν, κτίστηκε μιὰ ἀρχαία πόλη τῆς ὁποίας ἡ ρίζα εἶναι ἑλληνική. Τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἀντιόχεια. Οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς Ἀντιόχειας ἦταν Ἕλληνες, ἀπὸ τὴν κοντινὴ Ἀντιγόνεια. 
Χάρτης τοῦ Παύλου Καρολίδου ὅπου δείχνει τὸν ἑλληνικὸ κόσμο τοῦ 2ου αἰῶνα μ.Χ. Μὲ τὶς ἐρυθρὲς γραμμὲς ἡ περιοχὴ τῆς πόλεως τῆς Ἀντιόχειας 

Ὁ ἑλληνοσύριος χρονογράφος Ἰωάννης Μαλάλας ἐξιστορεῖ τὸ γεγονός της μετοικήσεως 5.300 Ἀθηναίων, ὅπως ἀκόμα καὶ ὁρισμένων Μακεδόνων, Κρητῶν, Κυπρίων καὶ ἐλαχίστων ὁμογενῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὰ περίχωρα. Ὁ Σέλευκος, τοῦ ὁποίου ἡ γενιὰ ἄρχονταν ἀπὸ τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος κόσμησε τὴν πόλη μὲ λαμπρὰ τείχη, παλάτια, ἱερά, στάδιο, ὅλα εἰς μίαν ἐξαίρετον ρυμοτομία. 
  Μετ' ὀλίγου καιροῦ, ἡ πόλη της Ἀντιόχειας ἀνέπτυξε σπουδαία πνευματικὴ κίνηση καὶ αἰτία θεωρεῖται τὸ πλειοψηφικὸν τοῦ γένους τῶν Ἀθηναίων. Διὰ τὸν λόγῳ τοῦτο ἡ Ἀντιόχεια ἀποκαλοῦνταν «Συριάδες Ἀθῆναι». Πράγματι, οἱ Ἀθηναῖοι, παρ' ὅτι εὑρισκόμενοι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν γενέτειρα τοὺς συνέχισαν νὰ τιμοῦν ἀδιάλειπτα τὴν προστάτιδα τοὺς θεὰ τῆς σοφίας Ἀθηνᾶ καὶ νὰ ὑπερέχουν στὰ γράμματα καὶ τὴν καινοτομία τῆς γνώσης. 
 Μάλιστα, ὁ μετέπειτα ἑλληνοσύριος βυζαντινὸς συγγραφέας Εὐάγριος τονίζει ὅτι, τὴν θεὰ Ἀθηνᾶ, πολιοῦχο τῶν Ἀθηνῶν, τὴν εἶχε τιμήσει ἡ πολιτεία μὲ ἕνα καλοσμιλεμένο ἄγαλμα ἀπὸ ὀρείχαλκο, τὸ ὁποῖο ἔχει διατηρηθεῖ ἀκόμη καὶ στὴν ἐποχή του. Ἰδοὺ καὶ τὰ συμφραζόμενα τοῦ χρονογράφου Ἰωάννου Μαλαλᾶ: «Ὁ δὲ Σέλευκος μετὰ τὸ καταστρέψαι τὴν Ἀντιγονίαν ἐποίησε μετοικῆσαι τοὺς Ἀθηναίους εἰς ἣν ἔκτισε πόλιν Ἀντιόχειαν τὴν μεγάλην τοὺς οἰκοῦντας τὴν Ἀντιγονίαν‧ οὔστινας ᾓν ἐκεὶ ἐάσας Ἀντίγονος μετὰ Δημητρίου, υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ ἄλλους δὲ ἄνδρας Μακεδόνας, τοὺς πάντας ἄνδρας ˎετ΄, ποιήσας ὁ αὐτὸς Σέλευκος ἐν Ἀντιοχείᾳ τῇ μεγάλῃ ἀνδριάντα χαλκοῦν φοβερὸν τῆς Ἀθήνης διὰ τοὺς Ἀθηναίους, ὡς αὐτὴν σεβομένους.» 
(Χρονογραφία 257.Β15).

  Ἡ πόλη τῆς Ἀντιοχείας συνέχισε τὴν καθολικὴν πορεία της πρὸς τὴν πολιτιστικήν της ἀνέλιξη ἕως ὅτου ἐβρέθει στὴν περιοχὴ μιὰ αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντίου μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἀθήνα. Ἐτούτη ἦταν ἡ Ἄθηναῒς ἡ ἐπονομαζόμενη ἐκ τοῦ χριστιανικοῦ βαπτίσματος Εὐδοκία. 
  Ὅταν ἡ αὐτοκράτειρα Ἁγία Εὐδοκία, πῆγε γιὰ προσκυνηματικοὺς λόγους στὴν Ἱερουσαλήμ, καθ' ὁδὸν συνάντησε τὴν πόλη της Ἀντιόχειας καὶ κατέλυσε ἐκεῖ διὰ ὀλίγον χρόνο. Οἱ Ἀντιοχεῖς, γνωρίζοντας τὴν ἀθηναϊκὴ τῆς καταγωγῆς, τῆς ἐπιφύλαξαν μεγαλιώδη ὑποδοχή. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς διαμονή της, τὸ γονίδιο τοῦ πατρός της καὶ ρήτορος φιλοσόφου Λέοντος τοῦ ἀθηναίου, μίλησε μέσα της καὶ διαχειριζόμενη καλὰ τὸν λόγον, ἐκφώνησε ἕναν αὐτοσχέδιον λόγο πρὸς τοὺς πολῖτες ποὺ ἔμεινε στὴν ἱστορία. 
Ἡ χαρακτηριστικὴ φράση τῆς ὁμιλίας της ἦταν ἡ ἀπαγγελία τῶν ὁμηρικῶν στίχων ποὺ δήλωναν τὴν γονιδιακή της συνταύτιση μὲ τὸν λαό της Ἀντόχειας ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ Ἕλληνες ἦταν κατὰ τὸ πλεῖστον Ἀθηναῖοι. Ὁ ἀκόλουθως στίχος «Ὑμετέρης γενεῆς καὶ αἴματος εὔχομαι εἶναι» μετάφραση: [τοῦ δικοῦ σας γένους καὶ αἵματος καυχῶμαι πὼς εἶμαι] εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη τῆς Αὐτοκράτειρας τοῦ Βυζαντίου Ἁγίας Εὐδοκία - Ἄθηναῒδος. 
Τὰ σύγχρονα ἐρείπια τῆς ἐνδόξου πόλης τῆς Ἀντιοχείας ἡ ἐπονομαζόμενη ἐπὶ Δάφνη ἢ ἐπὶ Ὀρόντου, τοῦ ποταμοῦ 
τῆς Συρίας 

  Σύμφωνα, μὲ περαιτέρω πληροφορίες ἡ Ἀντιόχεια ὑπῆρξε πόλη σημαίνουσα κατὰ τὴν περίοδο τῶν ἑλληνιστικῶν καὶ ἑλληνορωμαϊκῶν χρόνων, ἀλλά, καὶ ἐπὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἰδού, λοιπόν, τὰ συμφραζόμενα περὶ τούτου, σύμφωνα μὲ τὴν διατριβὴ τοῦ ἐπίκουρου καθηγητοῦ τῆς βυζαντινῆς λογοτεχνίας Sameh Farouk Soliman:  «Ἡ Ἀντιόχεια, ἥτις συχνὰ ἐτιμᾶτο μὲ τὴν παρουσίαν τῶν αὐτοκρατόρων, ἐθεωρεῖτο μεγάλη πόλις τῆς Ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς, διὰ δὲ τὴν πνευματικήν της ἀκμὴν ὠνομάσθη «Συριάδες Ἀθῆναι», ὅθεν ὁ Ῥωμαῖος κατακτητὴς τῆς Συρίας, κατὰ τὸν Ἰωάννην Μαλάλαν, ἐτίμησε τοὺς Ἀντιοχεῖς «ὡς ἐκ γένους Ἀθηναίους ὄντας». Ὁ Κικέρων τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς «τὴν ὡραίαν μέλισσαν τῆς Ἀνατολῆς»: (Orientis apis pulcher). Εἰς τὴν πρώιμον ἱστορίαν τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ Ἀντιόχεια κατέχει διακεκριμένην θέσιν. Ἦτο ἐκ τῶν πρώτων κέντρων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπου ὁ ὅρος «Χριστιανὸς» ἐχρησιμοποιήθη διὰ πρώτην φοράν. Ἡ σημασία τῆς Ἀντιοχείας διὰ τὴν οἰκουμενικότητα τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἡ Ἀντιόχεια θεωρεῖται ἀφετηρία καὶ κέντρον καὶ ἐκεῖ ἐγένετο ἡ πρώτη οὐσιαστικὴ συνάντησις μεταξὺ Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ. Εἰς τὴν Ἀντιόχειαν ὑπῆρχε μεγάλη Ἑλληνικὴ παροικία πλουσίων ἐμπόρων καὶ ἐξαιρέτων διανοητῶν τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας μὲ κέντρον τὴν γνωστὴν ῥητορικὴν Σχολήν.» [ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ: ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ (Ζ’ & Η’) - ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΙΣ ΣΥΡΙΑΝ, ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΝ ΚΑΙ ΑΙΓΥΠΤΟΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ (Δ΄, Ε΄ ΚΑΙ Ϛ΄ ΑΙΩΝΕΣ) 1. Η ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Sameh Farouk Soliman].
 Ἡ ἀξιεπηγητότατη ἀναφορὰ τοῦ ἐπίκουρου καθηγητοῦ ἀναδεικνύει τὶς σπουδαιότερες πτυχὲς μιᾶς ἔνδοξης ἐποχῆς τῶν Ἑλλήνων στὰ ἐδάφη τῆς Συρίας σὲ μιὰ ἱστορικὴ περίοδο ὅπου οἱ ἐξουσίες ἀντικαθίστανται μὲ ταχύτατους ρυθμούς. 
 Ὡστόσο, στὴ περιοχὴ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, μετὰ τὰ ἑλληνιστικὰ βασίλεια καὶ τὴν ρωμαιοκρατία, ἦρθε ὁ χριστιανισμὸς γιὰ νὰ παραμείνει στὸ προσκήνιο ἀρκετοὺς αἰῶνες. 
  Ἀργότερα, τὸν χριστιανισμὸ διαδέχτηκε τὸ μουσουλμανικὸ στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ ἐξουδετερώσει πλήρως τὸν θρησκευτικὸ προκάτοχο του. 
 Ἡ Ἀντιόχεια ἤτοι Συριάδαι Ἀθῆναι, κατάφεραν νὰ ἐπιβιώσουν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ὅσο κι ἂν θέλησαν πολλοὶ ἀλλόφυλοι νὰ σβήσουν τὰ ἴχνη της. 
 Ἡ ἀνεξίτηλος προσφορά της στὸ πολιτισμὸ ὑπῆρξε ζωοδότρια πηγὴ τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν, διακριθεῖσα ἰδιαιτέρως ἐπὶ ὀκτὼ συναπτοὺς αἰῶνες γιὰ τὴν διάδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ κοσμοπολίτικου πνεύματος καὶ τῆς κοινωνικῆς προόδου. 
 Ἡ ἐπίκαιρος γεωστρατηγικὴ καὶ γεωπολιτικὴ θέση, ὅσον καὶ τὰ πέριξ εὔφορα ἐδάφη αὐτῆς εὐνόησαν τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριο καθιστῶντας την σημαντικότατον κέντρον τῆς Ἀνατολῆς. Γι΄αυτό ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ὡς "Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη". 
  Ἀργότερα οἱ Ρωμαῖοι τὴν εἶπαν "Χρυσῆ" ἢ "Καλὴ" ἐνῷ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἄνθισης τοῦ χριστιανισμοῦ, μὲ ἐπίκεντρο τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο, ὀνομάσθει "Θεούπολις" κατὰ Ζήνωνος αὐτοκράτορος Βυζαντίου. 
  Ἐπιπλέον, διακρίθηκε ὡς βασιλίδα πόλη, διεκδικῶντας ἰσοτίμως τὰ πρωτεῖα, ἀκόμη, κι ἀπὸ τὴν κοσμοκράτειρα Ρώμη.   Ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γι' αὐτήν, ἔγραψαν, ὁ Λιβάνιος, ὁ Ἀντιοχεὺς Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ ρωμαῖος Μαρκελλίνος. Ὁ τελευταῖος δὲ εἶπε τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ σχόλια: «...ἧτο πόλις γνωστὴ  ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἄλλη ἠδύνατο νὰ συγκριθῇ».
 Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς διάδοσης τοῦ χριστιανισμοῦ, ἡ Ἀντιόχεια, καθίστανται σύντομα ἡ δευτέρα κοιτὶς τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ "μητέρα τῶν ἐξ Ἐθνῶν ἐκκλησιῶν".
 Ὁ διωγμὸς τῶν χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ ἡ θυσία τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, τὸν ὁποῖον τιμοῦσε εὐλαβικὰ καὶ ἡ Ἁγία Εὐδοκία - Ἄθηναῒς, ἔδωσε τὸ ἔναυσμα νὰ γίνει ἡ πόλη κέντρο τῆς ἱερᾶς εὐαγγελικῆς διάδοσης ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα. 


Χάρτης τοῦ Παύλου Καρολίδου
 δείχνει κατά τὸν 2ο αἰῶνα μ.Χ ποὺ βρίσκονται ἡ Ἀθήνα καὶ ἡ Ἀντιοχεία 
(ὑπογραμμισμένες μὲ ἐρυθρὴ γραμμή) 

 Τόσο μεγάλη ἄνθιση γνώρισε ὁ χριστιανισμὸς στὴν Ἀντιόχεια τὴν Μεγάλη, οὕτως ὥστε πάνω ἀπὸ τριάντα σύνοδοι συνῆλθαν ἐκεῖ, ἴσως, λόγῳ τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ τῆς ἐκκλησίας τῶν χριστιανῶν, ἢ καὶ διὰ τὴν πάταξη, ἐν καιρῷ, τῶν καταστροφικῶν καὶ δαιμονικῶν αἱρέσεων ἀπὸ ξένες ἐπιρροές, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, ἐκεῖνες ποὺ ἔσπειραν ὕπουλα οἱ μεταναστευτικὲς ροὲς τῶν Ἰουδαίων. 
 Ἐν κατακλεῖδι, γνωστὴ εἶναι καὶ ἡ ἐξ Ἀντιοχείας διάδοση τῆς καλοφωνικῆς ψαλτικῆς τέχνης μὲ τὴν ἰδιαίτερη ἀντίφωνον διαδοχὴ καὶ ἐναλλαγὴ τῶν δύο χορῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μέλους.
 Τὸ εἶδος της ἀντιφωνίας εἶχαν κληρονομήσει οἱ Ἀντιοχεῖς ἀπὸ τὴν πανάρχαια λυρικὴ τέχνη τῶν ἀντιστροφῶν καὶ τῶν ἀντιχορίων ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ τραγωδοὶ τοῦ Ἀττικοῦ θεάτρου, ὅπου, εἶχον μὲ τὴν σειρά τους λάβει ἐκ τῶν προϊστορικῶν καταβολῶν τῆς πανάρχαιας Ἀθηναϊκῆς καὶ Μινωϊκὴς πολιτισμικῆς δράσης! 


†


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Patrologie cursus completus, seu bibliotheca, ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ, EYAGRII SCHOLASTICI HISTORIA ECCLESIASTICA, Leontii tomus posterior, 1863 
•Νεότερον ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν τοῦ ΗΛΙΟΥ 
•ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ: ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ (Ζ’ & Η’) - ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΙΣ ΣΥΡΙΑΝ, ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΝ ΚΑΙ ΑΙΓΥΠΤΟΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ (Δ΄, Ε΄ ΚΑΙ Ϛ΄ ΑΙΩΝΕΣ) 1. Ἡ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Sameh Farouk Soliman 
•Ἰωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία