Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

 

ЭIЄ

ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ_ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΩΤΙΑ

Ἔρευνα & συγγραφή: Ἰωάννης Γ. Βαφίνης 

  Σήμερον, τὴν 13ην Σεπτεμβρίου, τελεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδου τοῦ Ἀθηναίου, τοῦ καὶ φιλοσόφου ὀνομαζομένου, τοῦ ἀσκήσαντος ἐν Λυκαβηττῷ.
 Θεωρεῖται ἀπολογητής, ἰσαπόστολος καὶ ὁσιομάρτυς· καὶ ὅμως, σχεδὸν κανεὶς δὲν τὸν ξέρει...
 Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ γοητευτικές, ἂν καὶ λιγότερο προβεβλημένες, προσωπικότητες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. 
Τὸ ἔργο του γεφυρώνει μὲ μοναδικὸ τρόπο τὸν κλασικὸ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμὸ μὲ τὴ χριστιανικὴ θεολογία.

Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἢ ὁ Φιλόσοφος

 Εἰς τὴν ἄνωθεν εἰκόνα, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Γαργαρέττας, στὸ Κουκάκι, ἀποτυπώνεται μὲ ὑποδειγματικὸ τρόπο ἡ διπλὴ ἰδιότητα τοῦ Ἀθηναίου λογίου. 
 Ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται ὡς «ὁ φιλόσοφος», φέροντας τὸν χαρακτηριστικὸ χιτώνα τῶν λογίων τῆς ἐποχῆς του, ἐνῶ στὸ δεξί του χέρι κρατεῖ ἕναν λιτὸ ξύλινο σταυρό, τὸ κατεξοχὴν σύμβολο τῆς μαρτυρικῆς του ὁμολογίας.
 Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ ἀνοιχτὸ εἰλητάριο (πάπυρος) ποὺ κρατεῖ στὸ ἀριστερό του χέρι. 
 Σὲ αὐτὸ ἀναγράφεται ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ περίφημο ἀπολογητικό του ἔργο: «Ὁ Πατὴρ γόνος, καὶ ὁ Γόνος, Πατὴρ ἀσάρκως, σαρκικῶς τέ, γόνος Θεὸς ὑπάρχων»
 Πρόκειται γιὰ μία πρώιμη, πυκνὴ θεολογικὴ διατύπωση γιὰ τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἡ ὁποία γεφυρώνει τὴν ἀθηναϊκὴ διαλεκτικὴ μὲ τὴ χριστιανικὴ δογματική.
 Ἂς ἐντρυφήσουμε ὅμως πρῶτα στὸ Ἀπολογητικό του Ἔργο ποὺ θεωρεῖται μία Ἱστορικὴ Πρωτιὰ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Θεολογίας.
«Ἀπολογία» τοῦ Ἀριστείδη, ἡ ὁποία ἀπευθύνθηκε στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ γύρω στὸ 125 μ.Χ., θεωρεῖται ἡ ἀρχαιότερη σωζομένη χριστιανικὴ ἀπολογία.
 Κατ' ἀρχὰς ὁ Ἀθηναῖος Ἀπολογητὴς ἔθεσε τὸ ἐπιχείρημα τῆς Κοσμικῆς ἉρμονίαςὩς ἐκ τούτου δὲν ξεκινᾶ μὲ ἀναφορὲς στὶς Γραφές (κάτι ποὺ δὲν θὰ συγκινοῦσε ἕναν Ρωμαῖο ἡγεμόνα), ἀλλὰ μὲ τὴ φιλοσοφικὴ παρατήρηση τοῦ σύμπαντος. 
 Ὑποστηρίζει δὲ ὅτι ἡ κίνηση καὶ ἡ ἁρμονία τοῦ κόσμου προϋποθέτουν ἕναν «Ἀκίνητο Κινητή», - υἱοθετώντας τὴν ἀριστοτελικὴ ἔκφραση «τὸ ἀκίνητο κινοῦν» - ἕναν Θεὸ ἄναρχο, ἀκατάληπτο καὶ μόνο ἀληθινό.
 Μετέπειτα θέτει ὡς ἀρχὴ τὴν ταξινόμηση τῆς ἀνθρωπότητας, δηλαδὴ χωρίζοντας τὴν ἀνθρωπότητα σὲ τρία «γένη» βάσει τῆς θεοσεβείας τους. Φερ' εἰπεῖν, τοὺς Εἰδωλολάτρες (Χαλδαίους, Ἕλληνες, Αἰγυπτίους), τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Χριστιανούς.
 Τέλος χρησιμοποιεῖ τὴν κριτικὴ καὶ τὴν ὑπεροχή, ἀσκώντας αὐστηρὴ κριτικὴ στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τῶν θεῶν της, ἐνῶ ἀντίθετα, προβάλλει τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ἐκείνους ποὺ βρῆκαν τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἀποδεικνύοντάς την ὄχι μὲ θεωρίες, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐξαίρετο, ἠθικὸ καὶ ἀλληλέγγυο τρόπο ζωῆς τους.
Ἄρα ἡ σύνδεση τοῦ ἀπολογητικοῦ του λόγου μὲ τὸ ἀθηναϊκὸ φιλοσοφικὸ παρελθὸν τοῦ χάρισε περήφανα τὸν τίτλο τοῦ «Φιλοσόφου», διατηρώντας μάλιστα τὸν φιλοσοφικό του τρίβωνα (τὸν μανδύα τῶν φιλοσόφων) ἀκόμη καὶ μετὰ τὴ βάπτισή του. Ἡ σύνδεση τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν κλασικὴ Ἀθήνα στὸ ἔργο του ἐντοπίζεται σὲ τρία σημεῖα:
Α') Ἡ συνέχεια τῆς Ἀρεοπαγιτικῆς παράδοσης: Ὁ Ἀριστείδης ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου. Συνεχίζει οὐσιαστικὰ τὴ γραμμὴ ποὺ χάραξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο, ἐπιχειρώντας νὰ «ἐκχριστιανίσει» τὰ ἐργαλεῖα τῆς ἑλληνικῆς διανόησης.
Β') Ὁ Χριστιανισμὸς ὡς ἡ «Ἀληθινὴ Φιλοσοφία»: Γιὰ τὸν Ἀριστείδη, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μια «ξένη δεισιδαιμονία» (ὅπως τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ρωμαῖοι), ἀλλὰ ἡ πλήρωση καὶ ἡ κορύφωση τῆς ἀναζήτησης τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων. Ὅ,τι οἱ πλατωνικοὶ ἢ οἱ στωικοὶ ψιθύριζαν ὡς λογικὴ πιθανότητα, ὁ Χριστιανισμὸς τὸ φανέρωσε ὡς ἱστορικὴ ἀλήθεια.
Γ') Ἡ χρήση τῆς Λογικῆς: Χρησιμοποιεῖ τὴ δομή, τὴ διαλεκτικὴ καὶ τὴν ὀρολογία τῆς κλασικῆς φιλοσοφίας γιὰ νὰ ἀποδομήσει τὴν πολυθεΐα. 
 Ἐν τέλει, μὲ καθαρὰ ἀθηναϊκό, ὀρθολογικὸ πνεῦμα ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι παράλογο νὰ λατρεύονται στοιχεῖα τῆς φύσης ἢ θεοὶ μὲ ἀνθρώπινα ἐλαττώματα.
  Αὐτὴ ἡ λεπτὴ ἰσορροπία καθιστᾶ τὸν Ἅγιο Ἀριστείδη ἕναν ἀπὸ τοὺς πρώτους «χτίστες» τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας, ποὺ χρησιμοποίησε τὸ ἀθηναϊκὸ παρελθὸν γὰ νὰ δώσει παγκόσμια καὶ διαχρονικὴ ἐμβέλεια στὸ χριστιανικό μήνυμα.
 Ἐν συνεχείᾳ βλέπουμε πῶς ὁ Ἀριστείδης ἀποδομεῖ τὴ λατρεία τῶν ἀρχαίων θεῶν. Στὴν οὐσία δὲν ἐπιτίθεται στὴν ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία μὲ τυφλὸ φανατισμό, ἀλλὰ μὲ ὅπλο τὴ λογικὴ τῆς κλασικῆς φιλοσοφίας. Χρησιμοποιεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἔξυπνο σκεπτικὸ ποὺ λέει: ἂν ὁ Θεὸς ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι τέλειος, ἄφθαρτος καὶ αὐτάρκης, τότε οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεοί.
 Ἔπειτα χωρίζει τὴν κριτική του σὲ δύο ἄξονες. Κατὰ πρῶτον στὴ λατρεία τῶν στοιχείων τῆς φύσης, δηλαδή, ἐξηγεῖ ὅτι ἡ γῆ, τὸ νερό, ὁ ἥλιος καὶ οἱ ἄνεμοι εἶναι κτίσματα ποὺ φθείρονται, μεταβάλλονται καὶ ὑπακούουν σὲ νόμους. 
 Εἶναι παράλογο, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ λατρεύει τὸ δημιούργημα ἀντὶ γιὰ τὸν Δημιουργό.
 Κατὰ δεύτερον ἐντοπίζει τὰ ἀνθρώπινα πάθη τῆς Μυθολογίας, στρέφοντας τὰ βέλη του στὴν ἴδια τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία.       Ἀναφέρει τὸν Δία, τὸν Ἥφαιστο, τὸν Ἄρη ἢ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ ἐπισημαίνει ὅτι παρουσιάζονται νὰ μοιχεύουν, νὰ ὀργίζονται, νὰ κλέβουν, νὰ πληγώνονται, ἀκόμη καὶ νὰ πεθαίνουν.
 Μὲ ἕναν καθαρὰ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμό, καταλήγει στὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Ἂν οἱ θεοί σας δὲν μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὰ δικά τους πάθη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνοῦν τὸ σύμπαν καὶ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀνθρώπους;».
 Μὲ τοῦτον τὸν τρόπο, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ μόνοι πραγματικὰ «λογικοί», καθὼς λατρεύουν τὸν ἕναν, πνευματικό, ἄναρχο καὶ ἀπαθῆ Θεό.
 Ἐν τούτοις μεταφερόμαστε εἰς τὴν μυθιστορηματικὴ διάσωση τοῦ ἀπολογητικοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδους καὶ τὴν περιπέτεια τῆς ἐπιβιώσεώς του.
 Ἡ ἱστορία τῆς ἐπιβιώσεως τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ συναρπαστικὲς ἐξιστορήσεις τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας καὶ παλαιογραφίας. Γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, τὸ κείμενο θεωροῦνταν ὁλοκληρωτικὰ χαμένο.
 Οἱ μόνοι ποὺ γνώριζαν τὴν ὕπαρξή του ἦταν οἱ ἱστορικοί, ἐπειδὴ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Εὐσέβιος Καισαρείας (4ος αἰ.) εἶχε ἀναφέρει στὰ γραπτά του ὅτι ὁ Ἀριστείδης εἶχε παραδώσει μία ἀπολογία στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανό. Τὸ ἴδιο τὸ κείμενο, ὅμως, εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ προσώπου γῆς.
 Ἡ ἀπίστευτη ἀποκάλυψη ἔγινε σὲ τρία στάδια κατὰ τὸν 19ο αἰώνα:
Α')Τὸ πρῶτο ἴχνος σημειώνεται ἀκραιφνῶς ἐν ἔτει 1878 ἀπὸ τοὺς Μεχιταριστὲς Καθολικοὺς Μοναχοὺς τῆς Βενετίας, ὅταν ἐκεῖνοι ἀνακάλυψαν καὶ δημοσίευσαν ἕνα ἐκτενὲς ἀπόσπασμα τῆς Ἀπολογίας μεταφρασμένο στὰ Ἀρμενικά. 
 Πολλοὶ δυτικοὶ σκεπτικιστές (ὅπως ὁ διάσημος Ἐρνὲστ Ρενὰν) ἀμφισβήτησαν ἔντονα τὴ γνησιότητά του, θεωρώντας το πλαστό.
Β') Κατὰ τὴν πορεία ἦλθε ἡ μεγάλη ἀνακάλυψη στὸ Σινᾶ ἐν ἔτει 1889, δηλαδὴ ἕντεκα χρόνια μετά. Ὁ Ἄγγλος θεολόγος καὶ λόγιος J. Rendel Harris ἐρευνοῦσε τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινᾶ. 
 Ἐκεῖ, μέσα σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 7ου αἰώνα, ἀνακάλυψε ἔκπληκτος ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἀριστείδη, μεταφρασμένο στὴ Συριακὴ γλώσσα. Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἔργου πλέον δὲν μποροῦσε νὰ ἀμφισβητηθεῖ.
Γ') Ἡ «κρυμμένη» ἑλληνικὴ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε πλήρως ὅταν τὸ συριακὸ κείμενο βρισκόταν πρὸς ἔκδοσιν, καὶ ἕνας ἄλλος ἐρευνητής, ὁ J. Armitage Robinson, παρατήρησε κάτι τὸ συγκλονιστικό. Συνειδητοποίησε ὅτι τὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας δὲν εἶχε χαθεῖ ποτέ· βρισκόταν μπροστά στὰ μάτια τῶν ἐπιστημόνων γιὰ χίλια χρόνια!
 Ἕνας μεσαιωνικὸς συγγραφέας (κατὰ τὴν παράδοση ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός) εἶχε ἐνσωματώσει αὐτούσια τὴν Ἀπολογία τοῦ Ἀριστείδη μέσα στὸ πασίγνωστο χριστιανικὸ μυθιστόρημα «Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ»
 Ὁ συγγραφέας εἶχε βάλει τὴν Ἀπολογία στὸ στόμα ἑνὸς εἰδωλολάτρη σοφοῦ (τοῦ Ναχώρ), ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι προσπαθοῦσε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ νὰ πείσει ἕναν βασιλιά!   Τελικὰ χάρη σὲ αὐτὴ τὴν πονηριὰ τοῦ μεσαιωνικοῦ λογοτέχνη, τὸ ἑλληνικὸ κείμενο διασώθηκε ἀνέπαφο, «μεταμφιεσμένο» σὲ θεατρικὸ λόγο μέσα σὲ ἕνα παραμύθι. 
 Ἡ σύγκριση τοῦ ἑλληνικοῦ μυθιστορήματος μὲ τὸ συριακὸ χειρόγραφο τοῦ Σινᾶ ἐπέτρεψε στοὺς ἐπιστήμονες νὰ ἀποκαταστήσουν πλήρως τὸ ἀρχαῖο κείμενο τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου.
  Τὸ συγκριτικὸ δεῖγμα ἀπὸ τὴν Ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη, ὁ ὁποῖος ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη ξεκινᾶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «Ἀκινήτου Κινοῦντος», ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς λογικῆς.
 Ὡς ἐκ τούτου, ἐπισυνάπτουμε καὶ ἕνα ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ χειρογράφου τῆς Ἀπολογίας. Τὸ ἐν λόγῳ ἀπόσπασμα εἶναι τὸ πιὸ ἐμβληματικὸ καὶ συγκλονιστικὸ χωρίο τῆς Ἀπολογίας. Ἀποτελεῖ τὴν ἀκράδαντη ἀπόδειξη γιὰ τὸ πῶς ἡ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη («πᾶν τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου») ἐπιστρατεύεται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Θεολογίας. Ἰδού:
Πρωτότυπο Κείμενο:
«Ἐγὼ γάρ, βασιλεῦ, προνοίᾳ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον εἰσελθών, καὶ θεωρήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ τὰ λοιπά, ἐθαύμασα τὴν διακόσμησιν τούτων. Ἰδὼν δὲ τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα, ὅτι κινήσει ἀνάγκης κινεῖται, συνῆκα τὸν κινοῦντα καὶ κρατοῦντα εἶναι Θεόν· πᾶν γὰρ τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου, καὶ τὸ κρατοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κρατουμένου ἐστίν.».
Νεοελληνικὴ Ἀπόδοση:
[Ἐγώ, βασιλιά, ἀφοῦ μπήκα στὸν κόσμο μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ παρατήρησα τὸν οὐρανό, τὴ γῆ, τὴ θάλασσα, τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ὑπόλοιπα, θαύμασα τὴν τάξη τους. Βλέποντας τὸν κόσμο καὶ ὅλα ὅσα εἶναι μέσα του, ὅτι κινούνται ἀπὸ ἀνάγκη, κατάλαβα ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τὰ κινεῖ καὶ τὰ ἐξουσιάζει εἶναι ὁ Θεός. Γιατί κάθε τι ποὺ κινεῖ εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κινεῖται, καὶ αὐτὸ ποὺ ἐξουσιάζει εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξουσιάζεται.]
 Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του στὸν Λυκαβηττὸ εἶναι τὰ πιὸ σημαντικὰ στιγμιότυπα τοῦ ἁγιολογικοῦ βίου τοῦ πρώτου ἀπολογητῆ τῆς χριστιανοσύνης.
 Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ Φιλοσόφου ξεκινᾶ ἐν Λυκαβηττῷ. Ὁ Ἀριστείδης, παρὰ τὴ βαθιά του μόρφωση καὶ τὴν κοινωνική του θέση στὴν Ἀθήνα, ἐπέλεξε τὴν ἀπομόνωση.     Ἀσκήτευσε σὲ μία σπηλιά, στὸν λόφο τοῦ Λυκαβηττοῦ, συνδυάζοντας τὴ χριστιανικὴ ἄσκηση μὲ τὴ φιλοσοφικὴ μελέτη. Ἔπειτα ἦλθε ἡ δίωξη ἀπὸ τὴ θηριώδη καὶ ἀντίχριστη αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων.   Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἀδριανὸς ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα (γύρω στὸ 124–125 μ.Χ.), ὁ Ἀριστείδης εἶχε τὸ θάρρος νὰ τοῦ παραδώσει αὐτοπροσώπως τὴν Ἀπολογία του γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τοὺς διωκομένους Χριστιανούς. 
     Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πράξεώς του αὐτῆς, ὑπέστη ἀτιμωτικὸ μαρτύριο, καθὼς προκάλεσε τὴν ἔντονη ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Συνελήφθη καὶ βασανίστηκε σκληρά. 
 Τελικά, μεταφέρθηκε στὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου καὶ βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο δι' ἀγχόνης στὶς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 120 ἢ 134 μ.Χ. (ἡ ἀκριβὴς χρονιά παραμένει ὑπὸ συζήτηση).   
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ φέρει τὸν τριπλὸ τίτλο τοῦ Ἀπολογητῆ (γιὰ τὸ σύγγραμμά του), τοῦ Ἰσαποστόλου (γιὰ τὴ διάδοση τῆς πίστης) καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρος (γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὸ μαρτυρικὸ τοῦ τέλος).
 Σήμερον τὸ ἐπίκεντρο τῆς λατρείας τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη ἐντοπίζεται στὸ ἱερὸ σπήλαιό του στὴν Ἀθήνα.
 Ἀλλαχοῦ στὴν Ἀθήνα δὲν ὑπάρχει μεγάλος, αὐτόνομος ἐνοριακὸς ναὸς ἀφιερωμένος ἀποκλειστικὰ στὸν Ἅγιο Ἀριστείδη πέραν αὐτοῦ (ἀντιθέτως, περικαλλεῖς ναοί του ἔχουν ἀνεγερθεῖ στὶς Κυκλάδες, ὅπως στὴ Σαντορίνη καὶ τὴν Τῆνο).
  Ὡστόσο, στὴν Ἀθήνα σώζεται αὐτούσιο τὸ Ἱερὸ καὶ Κατανυκτικὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη.  Ἡ τοποθεσία του βρίσκεται στὴ νοτιοδυτικὴ πλαγιά τοῦ λόφου τοῦ Λυκαβηττοῦ, κρυμμένο ἀκριβῶς δίπλα στὸν γνωστό, σπηλαιώδη Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἰσιδώρων.
 Ἡ ἱστορικὴ σημασία τοῦ χώρου ξεκίνησε νὰ γίνεται δημοφιλὴς ὅταν λειτούργησε ὡς τὸ προσωπικό ἡσυχαστήριο καὶ ὡς τόπος προσευχῆς τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου κατὰ τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ.
 Κάθε χρόνο στὶς 13 Σεπτεμβρίου, τὸ σπήλαιο ἀνοίγει γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη του.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλα τοῦτα ἐπιχειροῦμε μία βαθύτερη προσέγγιση τῆς γέφυρας μεταξὺ τοῦ Κλασικοῦ Ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς Χριστιανικῆς «Ἀπολογίας». Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ γέφυρα ποὺ ἔστησε ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης, πρέπει νὰ δοῦμε πῶς ἡ κλασικὴ ἀθηναϊκὴ φιλοσοφία προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Ὁ Ἀριστείδης δὲν ἀπέρριψε τὴν ἀθηναϊκή του ταυτότητα· ἀντίθετα, χρησιμοποίησε τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρχαίων προγόνων του γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴ νέα πίστη.Ἡ φιλοσοφική αὐτὴ ὤσμωση βασίζεται σὲ δύο μεγάλους πυλῶνες τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας:
Α΄) Ἡ Σωκρατικὴ Ἀμφισβήτηση τῶν Μύθων: Πρὶν ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων εἶχαν ἤδη ἀσκήσει δριμεῖα κριτικὴ στοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου. Στὴν Πολιτεία του, ὁ Πλάτων ἐξορίζει τοὺς ποιητὲς (ὅπως τὸν Ὅμηρο) ἐπειδὴ παρουσίαζαν τοὺς θεοὺς νὰ λένε ψέματα, νὰ μοιχεύουν καὶ νὰ μάχονται.
 Σὲ ἀπόλυτη σύνδεση μὲ τὶς ἀπόψεις τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Πλάτωνος, ὅταν ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης γράφει στὴν Ἀπολογία του ὅτι «οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀνήθικοι καὶ ἀδύναμοι», οὐσιαστικὰ συνεχίζει τὴ γραμμὴ τοῦ Σωκράτη. Χρησιμοποιεῖ τὴν ἴδια τὴν ἀθηναϊκὴ λογικὴ γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἡ παραδοσιακὴ θρησκεία εἶχε καταρρεύσει ἐσωτερικά, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό.
Β΄) Ὁ ὅρος «Ἀκίνητο Κινοῦν» τοῦ Ἀριστοτέλη: Ὁ Ἀριστοτέλης στὰ Μετὰ τὰ Φυσικὰ εἰσήγαγε τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ Πρώτου Κινοῦντος Ἀκινήτου. Ὑποστήριξε ὅτι ὁτιδήποτε κινεῖται στὸν κόσμο παίρνει τὴν κίνηση ἀπὸ κάτι ἄλλο. Γιὰ νὰ μὴν προχωρᾶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἁλυσίδα στὸ ἄπειρο, πρέπει νὰ ὑπάρχει μία Πρώτη Αἰτία, ἕνα Ὄν πανίσχυρο ποὺ κινεῖ τὰ πάντα χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ κινεῖται.
 Ὅπως εἴδαμε στὸ πρωτότυπο ἀπόσπασμα, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου εἶναι καθαρὰ ἀριστοτελική: «συνῆκα τὸν κινοῦντα καὶ κρατοῦντα εἶναι Θεόν· πᾶν γὰρ τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου»
 Ὁ Ἀριστείδης παίρνει τὴν ἀφηρημένη φιλοσοφική ἔννοια τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῆς δίνει πρόσωπο, ταυτίζοντάς την μὲ τὸν ζωντανὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης.
Γ΄) Ἡ συμπαντικὴ τάξη τῶν Στωικῶν: Οἱ Στωικοί φιλόσοφοι (ποὺ δίδασκαν στὴν Ποικίλη Στοὰ τῆς Ἀθήνας) πίστευαν ὅτι τὸ σύμπαν κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν «Λόγο», μία συμπαντικὴ λογικὴ καὶ τάξη ποὺ διαπερνᾶ τὰ πάντα. Ἡ σύνδεση τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη μὲ τὴ στωικὴ σκέψη εἶναι βαθύτατη. Ἡ χριστιανικὴ θεολογία (ἤδη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» υἱοθέτησε αὐτὴ τὴν ὀρολογία. Ὁ Ἀριστείδης ἐξηγεῖ στὸν αὐτοκράτορα ὅτι ἡ «διακόσμησις» (ἡ τέλεια δομὴ καὶ ἁρμονία) τοῦ κόσμου δὲν εἶναι τυχαία, ἀλλὰ προϊόν αὐτοῦ τοῦ Θείου Λόγου.
Συμπερασματικὰ καταλήγουμε στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος ἀποτελεῖ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε «σπέρμα τοῦ Λόγου» «σπερματικὸς Λόγος» [Logos Spermatikos   Seminal Reason].
 Ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι φιλόσοφοι εἶχαν δεῖ ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας μέσω τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς, ἀλλὰ ὁ Χριστιανισμὸς ἔφερε τὴν πλήρη καὶ φανερωμένη Ἀλήθεια. 
 Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, δὲν πέταξε τὸν φιλοσοφικό του μανδύα, ἀλλὰ τὸν φόρεσε μέχρι τὸ μαρτυρικὸ τοῦ τέλος στὴν Ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας.
 Μὲ ποιὸν τρόπο, ὅμως, συνέχισαν αὐτὸν τὸν ἀπολογητικὸ διάλογο οἱ ἄλλοι μεγάλοι Ἀθηναῖοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;
 Ἡ Ἀθήνα, ἂν καὶ σταδιακὰ ἔχανε τὴν πολιτική της ἰσχὺ κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους, παρέμεινε τὸ παγκόσμιο κέντρο τῆς παιδείας καὶ τῆς φιλοσοφίας.
 Μετὰ τὸν Ἅγιο Ἀριστείδη, μία σειρὰ ἀπὸ σπουδαίους Ἀθηναίους Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς συνέχισαν τὸν διάλογο (καὶ τὴ σύγκρουση) μεταξὺ χριστιανικῆς πίστης καὶ ἑλληνικῆς διανόησης.
 Οἱ κυριότεροι ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς «Ἀθηναϊκῆς Σχολῆς» τῆς πρώιμης Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ἑξῆς:
Α') Ἅγιος Κοδράτος ὁ Ἀθηναῖος (2ος αἰώνας μ.Χ.) Σύγχρονος τοῦ Ἁγίου Ἀριστείδη καί, κατὰ τὴν παράδοση, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πουπλίου. Θεωρεῖται ὁ πρῶτος ἐπίσημος Χριστιανὸς Ἀπολογητής. Ὅπως καὶ ὁ Ἀριστείδης, ἐπέδωσε μία Ἀπολογία στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ τελευταίου στὴν Ἀθήνα (γύρω στὸ 125 μ.Χ.). 
 Στὸ μοναδικὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἔχει διασωθεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του (μέσω τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου), ὁ Κοδράτος χρησιμοποιεῖ μία καθαρὰ ἐμπειρικὴ καὶ ἱστορικὴ μέθοδο. Προκαλεῖ τοὺς ἐθνικοὺς φιλοσόφους νὰ ἐξετάσουν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, τονίζοντας ὅτι οἱ θεραπευμένοι καὶ οἱ ἀναστημένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν «φαντάσματα», ἀλλὰ ἔζησαν γιὰ πολλὰ χρόνια μετά, φτάνοντας μέχρι τὶς ἡμέρες τῶν πατέρων τους.
Β΄) Ἀθηναγόρας ὁ Ἀθηναῖος (περ. 133 – 190 μ.Χ.). Ὁ Ἀθηναγόρας ὑπῆρξε πλατωνικὸς φιλόσοφος στὴν Ἀθήνα. Λέγεται ὅτι ἄρχισε νὰ διαβάζει τὶς χριστιανικὲς Γραφὲς μὲ σκοπὸ νὰ τὶς κατηγορήσει καὶ νὰ τὶς ἀποδομήσει, ἀλλὰ ἀντ' αὐτοῦ γοητεύτηκε καὶ βαπτίστηκε Χριστιανός. Συνέχισε, ὡστόσο, νὰ φέρει τὸν τίτλο τοῦ φιλοσόφου. Ἔγραψε τὴν «Πρεσβείαν περὶ Χριστιανῶν» (γύρω στὸ 177 μ.Χ.) πρὸς τοὺς αὐτοκράτορες Μάρκο Αὐρήλιο (ἐπίσης στωκὸ φιλόσοφο) καὶ Κόμμο. Ὁ Ἀθηναγόρας εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ κάνει μία βαθιά φιλοσοφικὴ θεμελίωση τοῦ Δόγματος τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιώντας τὴν πλατωνικὴ ὀρολογία.Ἐπιπλέον, στὸ ἔργο του «Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν», χρησιμοποιεῖ καθαρὰ ὀρθολογικὰ καὶ φυσικὰ ἐπιχειρήματα (καὶ ὄχι θεολογικὰ) γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματος εἶναι λογικὰ δυνατὴ καὶ ἀναγκαία γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὀντότητας.
Γ΄) Ἅγιος Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (περ. 150 – 215 μ.Χ.). Ἂν καὶ ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς «Ἀλεξανδρεύς» λόγω τῆς δράσεώς του στὴν περίφημη Κατηχητικὴ Σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Κλήμης γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔλαβε κλασικὴ φιλοσοφικὴ παιδεία. Ὁ Κλήμης πῆγε τὸν διάλογο ἕνα βῆμα παραπέρα ἀπὸ τοὺς προηγουμένους. Διατύπωσε τὴν περίφημη θεωρία ὅτι ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦταν γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὅ,τι ἦταν ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, δηλαδή, ἕνας «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν». Ἔγραφε ὅτι ἡ φιλοσοφία δόθηκε στοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς μία «ὑποθήκη» δικαιοσύνης, προετοιμάζοντας τὸν νοῦ τους νὰ δεχθεῖ τὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
 Καὶ καταλήγουμε στὴν τελικὴ κορύφωση τοῦ διαλόγου στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (4ος αἰώνας) φοιτοῦν εἰς τὴν Ἀκαδημία τῆς μεγάλης πανεπιστημιακῆς πόλεως.
 Ἂν καὶ δὲν ἦταν Ἀθηναῖοι στὴν καταγωγή, ἡ Ἀθήνα ὑπῆρξε ὁ τόπος ὅπου σφυρηλατήθηκε ἡ σκέψη τῶν δύο αὐτῶν κορυφαίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.   Σπούδασαν στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν γιὰ πάνω ἀπὸ τέσσερα χρόνια (περ. 351–355 μ.Χ.), ἔχοντας δασκάλους σπουδαίους φιλοσόφους, ὅπως τὸν Χριστιανὸ Προαιρέσιο καὶ τὸν Ἱμέριο.   Ἐκεῖ, οἱ δύο Καππαδόκες Πατέρες ἀπέδειξαν ὅτι ἕνας Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ κατέχει τὴν κορυφὴ τῆς ἑλληνικῆς διαλεκτικῆς, ρητορικῆς καὶ φιλοσοφίας, χωρὶς νὰ χάνει τὴν πίστη του.  
 Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε ἀργότερα τὸ περίφημο ἔργο του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», τὸ ὁποῖο ἀποτέλεσε τὸ μανιφέστο τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας  τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία. 
 Παρομοίασε τοὺς Χριστιανοὺς μὲ τὶς μέλισσες, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ πετοῦν πάνω ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ νὰ παίρνουν μόνο τὸ μέλι (τὶς ἠθικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἀλήθειες), ἀφήνοντας πίσω τὸ κεντρί, δηλαδὴ τὴν τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία.
 Συνοψίζοντας, ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία λησμονημένη μορφὴ τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ἀλλὰ τὸν θεμελιωτὴ μιᾶς ἰσχυρῆς πνευματικῆς γέφυρας τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία.  
 Τὸ ἀπολογητικό του ἔργο καταγράφεται ὡς "μία ἱστορικὴ πρωτιά", καθὼς εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ ἐπιστράτευσε τὸν κλασικὸ ἀθηναϊκὸ ὀρθολογισμὸ καὶ τὴν ἀριστοτελικὴ ἔννοια τοῦ «Ἀκινήτου Κινοῦντος» γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει τὸ χριστιανικὸ δόγμα.
 Ἡ μυθιστορηματικὴ διάσωση τοῦ κειμένου του, "μεταμφιεσμένου" ἐπὶ αἰῶνες μέσα στὸ ἔργο Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ θεία Πρόνοια διατήρησε αὐτὴ τὴν ἑλληνικὴ ἀλήθεια ἀνέπαφη, ἕως ὅτου ἡ παλαιογραφικὴ σκαπάνη τοῦ 19ου αἰώνα τὴν ἀποκαλύψει ἐκ νέου στὸ Σινᾶ καὶ στὴ Βενετία.
 Αὐτὴ ἡ πρωτοπόρος προσέγγιση τοῦ Ἀθηναίου Φιλοσόφου ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἀθηναϊκὴ Σχολὴ τῆς Ἐκκλησίας. 
 Ἀπὸ τὸ ἐμπειρικὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἁγίου Κοδράτου καὶ τὴν τριαδολογικὴ πλατωνικὴ θεμελίωση τοῦ Ἀθηναγόρου, μέχρι τὴ θεωρία τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος γιὰ τὴ φιλοσοφία ὡς «παιδαγωγὸ εἰς Χριστόν», ἡ Ἀθήνα παρέμεινε τὸ ἐργαστήριο τῆς χριστιανικῆς διανοήσεως.
 Ἡ πορεία αὐτὴ κορυφώθηκε τὸν 4ο αἰώνα μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, οἱ ὁποῖοι ὡς μέλισσες τρύγησαν τὸ «μέλι» τῆς κλασικῆς παιδείας, ἀπορρίπτοντας τὸ κεντρὶ τῆς εἰδωλολατρίας.
 Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης, φέροντας τὸν φιλοσοφικό του τρίβωνα μέχρι τὸ μαρτυρικὸ τέλος του στὴν Ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὑπῆρξε τὸ πρῶτο «σπέρμα τοῦ Λόγου»
 Τὸ δὲ Ἱερὸ Σπήλαιό του στὸν Λυκαβηττὸ παραμένει ἕως σήμερον ἕνας διαχρονικὸς φάρος, ποὺ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν κατήργησε τὴν ἀθηναϊκὴ λογική, ἀλλὰ τὴν ἐξύψωσε στὴν τέλεια μορφή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
•Ἀριστείδης ὁ Ἀθηναῖος, Ἀπολογία ὑπὲρ Χριστιανῶν. Harris, J. Rendel & Robinson, J. Armitage (eds.). The Apology of Aristides on Behalf of the Christians: From a Syriac MS. Preserved on Mount Sinai. Texts and Studies 1, No. 1. Cambridge: Cambridge University Press, 1891 (2nd ed. 1893).Volk, Robert (ed.). Die Schriften des Johannes von Damaskos, VI/2: Historia Animae Utilis de Barlaam et Ioasaph (Spuria). Patristische Texte und Studien, Bd. 60. Berlin: Walter de Gruyter, 2006 (Περιλαμβάνει τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας). 
•Ἀθηναγόρας ὁ Ἀθηναῖος, Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν καὶ Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν. Κείμενο καὶ Μετάφραση, Ἔκδοση «Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας» (ΕΠΕ), Θεσσαλονίκη.Ἀριστοτέλης, Μετὰ τὰ Φυσικά (Βιβλίον Λ, 1072a–1074b). [Κριτικὴ ἔκδοση Oxford Classical Texts, W. D. Ross].
•Βασίλειος ὁ Μέγας (Καισαρείας), Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων. Patrologia Graeca (PG) 31, 563–590.
•Εὐσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία (Βιβλίον IV, 3).
•Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, Ἀπολογία Β΄ ὑπὲρ Χριστιανῶν (13, 3: Περὶ τοῦ Σπερματικοῦ Λόγου). PG 6, 441–470. 
•Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς (Βιβλίον Ι, 5: Περὶ τῆς φιλοσοφίας ὡς παιδαγωγοῦ εἰς Χριστόν). PG 8, 717–728.
•Πλάτων, Πολιτεία (Βιβλία ΙΙ & ΙΙΙ: Κριτικὴ στοὺς μύθους περὶ τῶν θεῶν). [Έκδοση Burnet, Oxford Classical Texts].
•Θεοδώρου, Ἀνδρέας. Ἱστορία τῶν Δογμάτων. Τόμος Α΄: Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Γραμματεία τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων. Ἀθήνα: Ἀποστολικὴ Διακονία, 1993.
•Παπαδόπουλος, Στυλιανός. Πατρολογία, Τόμος Α΄: Εἰσαγωγὴ – Β΄ καὶ Γ΄ αἰώνας. Ἀθήνα: Παρουσία, 2000 (Εἰδικό κεφάλαιο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους Ἀπολογητές).
•Τατάκης, Βασίλειος. Ἡ Ἑλληνικὴ Πατρολογικὴ Σκέψη. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἀστήρ, 1980.
•Φειδᾶς, Βλάσιος. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Τόμος Α΄: Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τὴν Εἰκονομαχία. Ἀθήνα, 2002.Χρήστου, Παναγιώτης. Ἑλληνικὴ Πατρολογία. Τόμος Β΄: Γραμματεία τῆς περιόδου τῶν διωγμῶν. Θεσσαλονίκη: Κυρομάνος, 2005. 
•Altaner, Berthold. Patrology. Translated by Hilda C. Graef. New York: Herder and Herder, 1960.
•Daniélou, Jean. Gospel Message and Mythical Culture: A History of Early Christian Doctrine Before the Council of Nicaea. Vol. 2. London: Darton, Longman and Todd, 1973.
•Grant, Robert M. Greek Apologists of the Second Century. Philadelphia: Westminster Press, 1988.
•Jaeger, Werner. Early Christianity and Greek Paideia. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1961.
•Quasten, Johannes. Patrology, Vol. 1: The Beginnings of Patristic Literature. Utrecht: Spectrum, 1950 (Λεπτομερὴς ἀνάλυση τῆς Ἀπολογίας τοῦ Ἀριστείδη).

 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου